Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΙΑΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΙΑΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025

«Μαίρη Χρονοπούλου, θυμάσαι πότε έκανες έρωτα τελευταία φορά;»

 

Η Μαίρη Χρονοπούλου είναι η χαρά της ζωής, κυριολεκτικά όμως! Παρόλο που από το τηλέφωνο μου είπε πως θα μου μιλήσει απ’ το «κρεβάτι του πόνου», η νεανική φωνή της και η ταχύτητα του λόγου της ησύχασαν κάπως τις φοβίες μου για το τι θα αντίκριζα. Φοβίες που είχαν ενταθεί με μία βόλτα στο διαδίκτυο σε άρθρα με δακρύβρεχτους τίτλους και σχεδόν σοκαριστικές φωτογραφίες. Καμία σχέση! Σίγουρα η Χρονοπούλου έζησε πολλές προσωπικές τραγωδίες τα τελευταία χρόνια, απ’ τις οποίες όμως κατάφερε και βγήκε αλώβητη. Δεν είναι τυχαίο που πρόσφατα, μετά την αναπηρία της από εκείνο το αυτοκινητικό δυστύχημα του 1999, μπόρεσε να σηκωθεί από το αναπηρικό αμαξίδιο και να κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα.

Με υποδέχτηκε η ίδια με την οικιακή βοηθό της, τη Λαμάρα, στο απομονωμένο σπίτι της στο βουνό της Παιανίας. Την ώρα που έμπαινα στο δωμάτιο της ένα deja vu το έπαθα, καθώς στην γιγαντοοθόνη της τηλεόρασης έπεφταν οι τίτλοι τέλους από το δαλιανίδειο μιούζικαλ «Μια κυρία στα μπουζούκια». Παράγγειλε στη Λαμάρα να μας φτιάξει από ένα campari με λεμόνι, πήρα τη θέση μου απέναντι της και ο πάγος έσπασε μέσα σε ελάχιστα λεπτά.

Πρώτα μου ζήτησε να ακούσουμε όλο λαχτάρα το CD που της έγραψε ο Στέφανος Κορκολής με μουσικές και τραγούδια του. Τον αγαπάει πολύ τον Κορκολή η Χρονοπούλου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που την άκουσα να μου λέει πόσο πολύ θέλει να’ναι πάντα καλά και να’χει την υγειά του. Να ευχαριστήσω κι εγώ από δω τον Στέφανο, καθώς μάλλον δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί αυτή η σπάνια συνέντευξη δίχως τη διαμεσολάβηση του.  Από το 2014 αναζητούσα τη Χρονοπούλου μα δεν μπορούσα καν να την προσεγγίσω, τουλάχιστον έτσι όπως θα’θελα και έτσι όπως τελικά πραγματοποιήθηκε η δημόσια συζήτηση μας.

Η Μαίρη Χρονοπούλου δεν δίνει πια τετ α τετ συνεντεύξεις και γι’ αυτό ήμουν μάλλον απ’ τους τυχερούς που δέχτηκε να συναντήσει και να την εξωθήσουν σε μία δημόσια συζήτηση όλο πνεύμα και χιούμορ μαζί με μία σπάνια εξομολογητική διάθεση. Για την ακρίβεια, δεν ήταν λίγες οι στιγμές που ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια με ιστορίες της, οι οποίες μοιραία έμειναν εκτός συνέντευξης.

Κυρίες και κύριοι, η Μαίρη Χρονοπούλου, μία απ’ τις μεγαλύτερες σταρ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, είναι εδώ, όμορφη, γλυκιά, περιποιημένη και ευφραδής, σε μία εξαιρετικά καλή φυσική και πνευματική κατάσταση. Παρά τα 87 της χρόνια και τα προβλήματα που εξακολουθούν να την ταλαιπωρούν.

Μήπως να την αφήναμε αυτή τη συνέντευξη για τον καινούργιο χρόνο; Δεν μας πήγε καλά αυτός, καθόλου καλά δεν μας πήγε…

Μην ανησυχείτε, θα κάνει ποδαρικό η συνέντευξη σας αυτή για να μας πάει καλά η χρονιά. 

Άντε να δούμε, άντε! Πάμε! Και να μιλάμε στον ενικό, σε παρακαλώ! 

Μου είπες πως θα με συναντήσεις απ’ το «κρεβάτι του πόνου», αλλά ένιωσα να το λες με περηφάνια σαν μια νίκη της ζωής επί του θανάτου.

Ακριβώς όπως το λες. Ήμουν τελείως παράλυτη και έκανα τρομερές φυσικοθεραπείες ώστε σήμερα να μπορώ να σηκωθώ στα πόδια μου. Πως να μην το πεις, λοιπόν, νίκη του θανάτου από τη ζωή;

Είναι τρομερό που μετά από 20 χρόνια παραλυσίας, ξαναπερπάτησες. Δεν το έχω ξανακούσει.

Χάρη στον Κώστα Γλάρο, τον γιατρό μου.

Και όχι στη θέληση σου για ζωή;

Α, χωρίς αυτόν δεν θα έκανα τίποτα. Είχα πάει σ’ ένα σωρό γιατρούς και δεν γινόταν τίποτα. Αυτός, στις τρεις – τέσσερις εβδομάδες, με έκανε να μπορώ να κινηθώ. Ήτανε Θεός. Σωστά διέκρινες περηφάνια στο λόγο μου, γιατί επιδόθηκα σε πολύ οδυνηρές ασκήσεις και τα κατάφερα. Έκανα με τον Γλάρο τρεις φορές τη βδομάδα και τις υπόλοιπες μέρες μόνη μου. Δύσκολο, πολύ δύσκολο, αλλά εγώ εκεί, μες τη μοναξιά μου να το παλεύω. 

Δεν την περίμενες μια τέτοια πρόοδο.

Όχι, δεν την περίμενα. Είχα πάει παντού. Άρχισα να βαριέμαι.

Σε είχα πετύχει στο Ηρώδειο, θυμάμαι, στη συναυλία για τον Μάνο Λοΐζο και σε είχα χαιρετίσει. 

Α, ναι, στο Ηρώδειο με το αμαξίδιο. Τώρα σηκώνομαι με βοήθεια και κάνω μερικά βήματα, όχι πολλά, δυο – τρία. 

Στη ζωή σου όλη κινήθηκες με μία αξιοπρέπεια, το μοναδικό αληθινό στοιχείο που δεν έχει ανάγκη ούτε να προκαλεί ή να προβοκάρει. 

Κάποιος άνθρωπος κάποτε μου χάρισε τη «Μαρίνα» του Ελύτη. Μου έμεινε μια φράση: «Η Μαρίνα είναι μακριά απ’ την ηθική, είναι γεμάτη ήθος». Πιστεύω ότι δεν υπήρξα ποτέ ηθικολόγος, αλλά είχα πάντα βαθύτατο ήθος μέσα μου. Πολύ!

Θα σε ρώταγα αργότερα για την ηθική και το ήθος, αλλά με πήγες εσύ εκεί τώρα.

Το ήθος κάνει την αξιοπρέπεια και η αξιοπρέπεια κάνει το ήθος. Είναι αλληλένδετα. Να κάτι, για το οποίο επίσης περηφανεύομαι: Το ήθος μου.

Δεν έχω απέναντι μου πια τη «Γυναίκα του γλεντιού», την ηρωίδα εκείνου του δαλιανίδειου τραγουδιού. Βρίσκεις κάτι το ίδιο συναρπαστικό στην παρούσα φάση σου;

Ναι, ναι (με σιγουριά). Σίγουρα, γιατί τα μέσα μας δεν γερνάνε. Η ψυχούλα μας και όσο το μυαλό μας είναι καλά. Δεν είναι μόνο η μνήμη, αλλά βρίσκεις ερεθίσματα και σ’ αυτή την ηλικία. 

Όπως;

Ποικίλα. Από ένα καλομαγειρεμένο φαγητό μέχρι το ποτό που πίνω ή το να πέτυχαν οι κουραμπιέδες μας. Μια καλή κουβέντα ακόμη ή ένας καλός φίλος, που θα μιλήσω μαζί του.

Ή μια ταινία σας που θα παίξει η τηλεόραση (σ.σ. την ώρα που μπήκα στο δωμάτιο της έπεφταν οι τίτλοι τέλους από το «Μια κυρία στα μπουζούκια»).

Ναι, σαν και «Του αγοριού απέναντι», τι εμβληματικό άσμα! Είχα να τη δω πολλά χρόνια την ταινία αυτή.

Και πως ένιωσες;

Δεν μ’ άρεσε. 

Υποκριτικά;

Ακριβώς. Βλέπω πολλές ατέλειες μου. Ανέκαθεν ήμουν η πιο σκληρή κριτικός του εαυτού μου. Ούτε η Ροζίτα Σώκου νά’μουν! Τι κάνει το Ροζιτάκι;

Καλά πρέπει να’ναι, αν και δεν γνωρίζω ακριβώς.

Έχουμε ακριβώς δέκα χρόνια διαφορά. Όταν εγώ έκλεινα τα 80, η Ροζίτα έκλεινε τα 90. Άρα τώρα που εγώ πήγα 87, εκείνη θα είναι στα 97. Τη λατρεύω αυτή, καλό παιδί ήταν.

Η ομορφιά και η γοητεία σου διευκόλυνε τις ανθρώπινες σχέσεις σου;

Δεν ήμουν όμορφη. Ενδιαφέρουσα ήμουν.

Το πιστεύεις αυτό τώρα;

Απόλυτα. Ήμουν ενδιαφέρουσα κι αυτό μέτραγε πιο πολύ. Εννοώ ενδιαφέρουσα απ’ τα μέσα μου κι αυτό μέτραγε πολύ παραπάνω από μία αντικειμενική ομορφιά. Διαφορετικά, η Πάρη Λεβέντη και η Ρίκα Διαλυνά θα έπρεπε να μας είχαν πάρει όλους τους ρόλους κι όλους τους άνδρες. Ωραίες κοπέλες ήταν αυτές! Ούτε τους άνδρες μας φάγανε, ούτε τους ρόλους. Φυσικά και η γοητεία ήταν κίνητρο για ευκολότερες σχέσεις και τη μεταχειρίστηκα στο έπακρον (γέλια). Μη φοβάσαι, δεν βγήκα αδικημένη καθόλου απ’ τη ζωή.

Το βγάζεις αυτό, δεν είχα καμία αμφιβολία.

Α ναι, το λέω, χορτάτη και γεμάτη απ’ τη ζωή. Και μέχρι τώρα καμία μιζέρια. Η Λαμάρα, η Γεωργιανή που με φροντίζει, παρατήρησε ότι το παντελόνι μου είναι πολύ νεανικό. Μου είπε: «Είχα ένα παλιό βιβλίο με τις περιπέτειες του βαρόνου Μινχάουζεν και φορούσε το ίδιο παντελόνι». Εγώ φυσικά θέλω να το φοράω και δεν το βάζω κάτω. 

Το ότι είσαι πια κάπως σαν σύμβολο έγινε ερήμην σου;

Ναι. Απ’ τα μέσα μου πάλι και ίσως να το κατάλαβε ο κόσμος. Δεν αποσκοπούσα ποτέ σε κάτι τέτοιο.

Και πότε το είδες να συμβαίνει;

Τώρα που πέρασαν τα χρόνια. Πρέπει να μεγαλώσεις για να σε μυθοποιήσουν.

Και σου αρέσει αυτό;

Πως να μη μ’ αρέσει; Η ματαιοδοξία είναι το δυνατό συναίσθημα του κερατά! Όλοι, όλοι ανεξαιρέτως, είμαστε ματαιόδοξοι. Μέχρι το τέλος.

Δεχόσουν μόνο τη δική σου αλήθεια στην ερμηνεία των πραγμάτων;

Πάντα πίστευα στη δική μου μεγάλη αλήθεια κι αυτήν αποζητούσα. 

Μονομερές δεν ακούγεται αυτό;

Μα ήμουν μονομερής και μονομανής, πολύ. Κακομαθημένη, αν θες, αλλά έτσι ήμουν. Δεν δεχόμουν άλλη αλήθεια για τα πράγματα, εκτός απ’ τη δική μου. Ποτέ δεν μ’ ενδιέφερε η αλήθεια των άλλων.

Και όταν προστρέχεις στα έργα τέχνης δεν αναζητάς την αλήθεια του καλλιτέχνη;

Για τον Ελύτη το λες αυτό;

Είσαι πολύ έξυπνη. Μίλησες πριν για τη «Μαρίνα».

Τι ωραίος ο Ελύτης, Θεέ μου, τι ερωτικός! Με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο τσακωνόμασταν, αυτουνού του άρεσε ο Σεφέρης, και του έλεγα: «Χριστιανέ μου, ο Ελύτης είναι ερωτικός». «Και ο Σεφέρης είναι» μου απαντούσε! «Που τον είδες, μωρέ, ερωτικό τον Σεφέρη;» επέμενα και απαντούσε ξανά ο Θόδωρος: «Είναι ερωτικός, αλλά το έχει κρυμμένο» (γέλια) Ο γλυκός μου! Του άρεσε ο Σεφέρης, αλλά ο Ελύτης υπήρξε και πολύ ωραίος άνδρας, ακόμη και σε μεγάλη ηλικία.

Καταλήγουμε, λοιπόν, στο ότι πέραν της δικής σου αλήθειας, αναζητούσες κι αυτή των ποιητών.

Κοίτα, ο Ελύτης είναι ο ποιητής της καρδιάς μου. Λιώνω με τον κύριο Αλεπουδέλλη, να με συγχωρείς. Ο Σεφέρης ναι μεν είναι μεγάλος ποιητής, αλλά εμένα δεν με γρατζούνισε ποτέ. 

Απομυθοποιούσες ποτέ τον εαυτό σου;

Ου, πάρα πολύ! Κυρίως με το κρυφό μίλημα με τον εαυτό μου το βράδυ στο σκοτάδι. Στο κρεβάτι μου, γι’ αυτό και δεν πάω ποτέ να εξομολογηθώ. Αυτοεξομολογούμαι. Κάνω κριτική στις πράξεις μου, στα πεπραγμένα, στα γεγονότα, στις πιο μύχιες σκέψεις μου. Ποτέ δεν χαρίστηκα στον εαυτό μου. 

Από νέα το έκανες αυτό; Μοιάζει ένας παράγοντας εξισορρόπησης.

Ναι, από νέα γυναίκα που ήμουν. Θέλει κότσια αυτό, που εμένα δεν μου λείψανε ποτέ. 

Απ’ τη μια ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ, Χόλιγουντ α λα ελληνικά, μα απ’ την άλλη, «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» και Αγγελόπουλος, μια πιο μαρξιστική θεώρηση των πραγμάτων.

Τα λάθη της Αριστεράς τα είχα διαβάσει, τα ήξερα, μαζί με τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Ποτέ δεν ήμουν αριστερή – αριστερή, θα έλεγα ότι ήμουν ροζέ και ποτέ κόκκινη. Ένωση Κέντρου αρχικά και μετά παθιασμένο ΠΑΣΟΚ. Στην Αριστερά δεν μπορούσα να πιστέψω με τόσα λάθη που είχε χρεωθεί. Δεξιά δεν ήμουν ποτέ, εννοείται, άρα τι μένει; Ένα ροζέ παιδί και, μάλιστα, εκ τύψεων.

Τι εννοείς «εκ τύψεων»;

Γίνονταν πλημμύρες, πέφτανε οι σκεπές, πνίγονταν οι φτωχοί άνθρωποι. Εγώ είχα τύψεις γιατί έμενα σ’ ένα καλό διαμέρισμα σε καλό καρτιέ, είχα τις δασκάλες μου, το καλό ιδιωτικό σχολείο, είχα ανέσεις. Αυτό με γέμισε από νωρίς τύψεις. Γιατί εγώ να τα’χω όλα αυτά και οι άλλοι να μην τα έχουν; Υποχρεωτικά έγινα ροζέ, ΠΑΣΟΚ δηλαδή. Μας απογοήτευσε, φάγαμε τη μούφα του, πέρασε κι αυτό. Τον μεθύσαμε τον ήλιο, σίγουρα ναι! Τον μεθύσαμε με τον λάγνο και πλάνο Παπανδρέου μ’ αυτό το «Ελληνίδες κι Έλληνες». Και ο Λοΐζος να τρέχει από πίσω του, τι πράγμα ήταν κι αυτό! 

Το ροζέ παιδί δυσκολεύτηκε με αντίθετους πολιτικά συναδέλφους του;

Όχι, ποτέ, ο καθένας είχε τα πιστεύω του. Τους σεβόμουν και με σέβονταν, αν και δεν τολμούσε και κανείς να βγει να μου την πει. Ήμουν και δυναμικό παιδί που είχα χειροδικήσει, ξέρεις.

Σε ποιον; Η Καλή Καλό μου είχε πει, λόγου χάριν, ότι είχε χαστουκίσει τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Δεν ήταν ποτέ για χαστούκι η Ρένα, η Ρηνούλα! Ήταν τόσο καλό παιδί. Εγώ είχα χειροδικήσει στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, όταν μου είχε κάνει μια τεράστια αδικία στους «Κυνηγούς». Το χρειαζόταν! Βγήκα απ’ το δωμάτιο μου, στον πάνω όροφο, στις Κάνες και τσίριζα σαν Κατίνα: «Αγγελόπουλε! Έλα απάνω τώρα»! Και ανέβηκε και εγένετο στο δωμάτιο μου της κακομοίρας! Στο διπλανό δωμάτιο ήταν ο αδερφός του μαζί μ’ έναν νεαρό, τον ανιψιό της Μαρίκας Καψή, και τους άκουσα να λένε: «Μα δεν θα της απαντήσει; Δεν θα της δώσει κι αυτός κάνα χαστούκι;» Τίποτα αυτός! 

Τι έκανε δηλαδή ο καημένος ο Αγγελόπουλος;

Τίποτα, τα έφαγε όλα. Είχαμε μεγάλη αγάπη μεταξύ μας, όμως, αφού μ’ έπαιρνε σ’ όλες του τις ταινίες. Μετά απ’ αυτό δεν περίμενα να με ξαναπάρει δηλαδή.

Λες να εκτιμούσε κατά βάθος τον εκρηκτικό χαρακτήρα σου;

Δεν ξέρω, αλλά εγώ δεν υπήρξα υποτελής απέναντι του. Σε κανέναν δηλαδή δεν υπήρξα υποτελής μέχρι τώρα. Εν προκειμένω, όμως, είχα δίκιο. Έφταιγε ο Θόδωρος και το ήξερε. 

Πιστεύεις στην παντοδυναμία του ενστίκτου;

Μόνο σ’ αυτή πιστεύω. Απόλυτα. Δεν με πρόδωσε ποτέ το ένστικτο μου, μ’ αυτό πορευόμουν πάντα και το ακολουθούσα. Σχεδόν ποτέ δεν μ’ έβγαλε σε λάθος δρόμους. Ήξερα ακριβώς τι θα μου συμβεί μετά από έξι – εφτά μήνες.

Αυτό λέγεται ενόραση, όχι ένστικτο.

Ενόραση λέγεται και δεν το βρήκα απ’ τους γονείς μου. Το είχα από μόνη μου. Ορμέμφυτο θα το έλεγα.

Μ’ αρέσει το λεξιλόγιο σου.

Κι εγώ κι εσύ ομιλούμε καλά την ελληνική. Κάποιος φίλος μου έκανε παρατήρηση ότι τα Χριστούγεννα δεν γράφονται με δύο «νι», αλλά με ένα και είχε λάθος. Είναι η «γέννα του Χριστού – Χριστού γέννα», πώς μου λες ότι θέλει ένα «νι»; Κι έτσι, υπάρχουν μερικοί που γράφουν τα Χριστούγεννα με ένα «νι», σαν ο Χριστός να εγένετο, απ’ το γίγνομαι, λες κι έγινε από άχυρο ή από πηλό. Ο Χριστός, όμως, εγεννήθη, άρα θα το γράψεις αναγκαστικά με δύο «νι».

Μαίρη Χρονοπούλου - Θόδωρος Αγγελόπουλος - Μελίνα Μερκούρη (1984)

Ο κόσμος θέλει απομονωμένο τον καλλιτέχνη; Όταν τον βλέπει μες τη συνάφεια του κόσμου, δυσκολεύεται να τον μυθοποιήσει;

Η απομόνωση χτίζει πολύ μύθο, πολύ παραμύθι. Ξέρεις τι σημαίνει το να είμαι εγώ απομονωμένη στο βουνό με γύρω – γύρω χιλιάδες στρέμματα άχτιστα; Πιστεύω πως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην υστεροφημία μου. 

Ποια η διαφορά δηλαδή αν έμενες σ’ ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι;

Όχι Παγκράτι τώρα, να χαρείς. Εγώ είμαι γέννημα – θρέμμα του ιστορικού κέντρου, που λένε, δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα έμενα στο Παγκράτι. Θα ήταν φθορά για μένα να με βλέπουν με την τσίμπλα στο μάτι να πηγαίνω στο περίπτερο να παίρνω τσιγάρα ή να φωνάζω τον περιπτερά να έρχεται αυτός. 

Να σου πω την αλήθεια, σκιάχτηκα λίγο στα όρη στα άγρια βουνά που με έφερνε το ταξί.

Όπως το λες, στα όρη στα άγρια βουνά. Μ’ αρέσει, όμως, αυτό το αγροτόσπιτο με την τεράστια πισίνα, που μου χάλασε όμως και ποιος να τη φτιάχνει τώρα. Όλα χαλάνε.

Επέλεξες συνειδητά την απομόνωση και τη μοναξιά;

Την επέλεξα γιατί την ήθελα. Κανείς και καμία κατάσταση δεν με υποχρέωσε. Επιλογή δική μου ήταν όλα. Είμαι απόλυτα συμφιλιωμένη με τη μοναξιά μου.

Το λες σαν να μπούχτισες απ’ τους ανθρώπους.

Ε, ναι, το βρήκες, συμβαίνει κι αυτό. Παραμπούχτισα, θα έλεγα, και ήθελα την ησυχία μου.

Αναζητούσες μία τελειότητα στη ζωή ή στην τέχνη σου;

(σκέφτεται) Στην τέχνη μου, νομίζω. Τελειότητα στη ζωή δεν υπάρχει. Είμαστε γεμάτοι λάθη οι άνθρωποι. Δεν ωραιοποίησα τη ζωή μου, ενώ τη δουλειά μου με τα χρόνια την έκανα πολύ καλύτερη. 

Όντως, αν εξετάσει κανείς την πορεία σου.

Σκαλοπάτι – σκαλοπάτι χτίστηκε, γι’ αυτό και στην ταινία που είδα ήμουν πολύ κακή. Καρμικό ήταν αυτό απόψε που μπήκες μέσα κι έπαιζε αυτή η ταινία. Κι εγώ, να ξέρεις, πιστεύω πολύ στο κάρμα. 

Με μια ινδουιστική λογική;

Με τη βουδιστική λογική. Ασχολήθηκα κάποτε με τις ανατολίτικες θρησκείες, αν και ο βουδισμός δεν είναι ακριβώς θρησκεία, αλλά θεοσοφία. Εμπεριέχει την άσκηση. Δεν ασχολήθηκα το ’60, που ήταν λίγο της μόδας, αλλά αργότερα. 

Το ’60 πραγματικά δεν θα σε φανταζόμουν να την ψάχνεις με άλλες θρησκείες, θα παραήταν «χίπικο».

Α ναι, δεν υπήρξα χίπισσα ποτέ, εγώ ήμουν γυναίκα της θερμάνσεως, του air condition, του καλού μπάνιου, της κολώνιας και του αρώματος. Δεν τη μπορούσα τη μπίχλα των χίπηδων (γέλια). Μακριά απ’ αυτά ήμουν.

Μπορεί να σου άρεσε η μουσική τους, όμως.

Οι Beatles μου άρεσαν τρομερά, όχι τόσο η Baez και ο Dylan. Πιο μετά ήμουν του μπλουζ, του Tom Waits, και του ροκ σαν την Patti Smith. Τέτοια άκουγα. Και ο Francesco de Gregori μ’ άρεσε πολύ.

Έτσι όπως σε βλέπω τώρα απέναντι μου, έχεις τα περιθώρια να λες «γυρίζω σελίδα»;

Δεν ξέρω, αλλά ελπίζω πάντα σε κάτι αλλιώτικο. Έχοντας φτάσει πολλές φορές κοντά στο θάνατο, μου είπε ένας αγαπημένος μου φίλος: «Για να σ’ αφήσει να ζήσεις, έχεις ακόμα να κάνεις κάτι». 

Και τον εμπιστεύεσαι τον φίλο αυτό, είναι διανοούμενος;

Δεν είναι διανοούμενος στο επάγγελμα, αλλά έχει καλή σκέψη. Τι να είναι τώρα αυτό που έχω ακόμα να κάνω, δεν το γνωρίζω.

Ποιος είχε τη στόφα του σπουδαίου μέσα απ’ την Ελλάδα που γνώρισες;

Ο Παπανδρέου, θα έλεγα. Είχε γοητεία το κέρατο! Και ο Αγγελόπουλος. Μόνο που ούτε ο Παπανδρέου θα μπορούσε να κάνει ταινία, ούτε ο Αγγελόπουλος να’ναι καλός οικονομολόγος. Επίσης, ο Βασίλης Γεωργιάδης και πάνω απ’ όλους, τώρα που το σκέφτομαι, ο Μίνως Βολανάκης. Ήμασταν νύχι με κρέας, είχαμε σχεδόν ερωτική σχέση με τον Βολανάκη και μου κόστισε πάρα πολύ ο θάνατος του. Σου ορκίζομαι ότι δύο φορές τον είδα σαν σκιά, ολόγραμμα, εδώ κάτω, ενώ εγώ ήμουν πάνω στην κρεβατοκάμαρα μου. Φόραγε το μακρύ παλτό του και το κόκκινο κασκόλ και του φώναξα σαν σε όραμα: «Μινούς!» – έτσι τον έλεγα. Δυο φορές τον «είδα» εδώ μέσα και μην το γελάς. Επίσης, λάτρευα τον Γιάννη τον Δαλιανίδη. Κι ας μην τον κακολογούν, δεν κάνει…

Ποιος τον κακολογεί; Ο Δαλιανίδης δικαίως είναι πια στο απυρόβλητο.

Δεν κάνει, γιατί αυτός μας έφτιαξε όλους. Ποιος να τον κακολογήσει τώρα, που να τολμήσει; Ήταν τόσο αγαπημένος φίλος ο Γιάννης.

Μεγαλώνουν οι άνθρωποι, φεύγουν.

Φεύγουν και σε λίγο θα φύγουμε κι εμείς.

Εσύ, είπαμε, κάτι έχεις ακόμα να κάνεις.

Κάτι έχω, ναι, αλλά τι; Έτσι απεφάνθη ο δημιουργός.

Πως κατακτιέται μια σπουδαία ερμηνεία;

Με εσωτερική πάλη και πόνο. Είναι οδυνηρή η αγωνία να βγάλεις έναν καλό ρόλο. Σαν να γεννάς.

Ποτέ δεν «ξεπέταξες» έναν ρόλο;

Όχι, ακόμη κι εκεί που ήμουν πολύ μέτρια, σαν την ταινία που λέγαμε. Ή στο κωμικό σήριαλ που έκανα. Δεν είμαι καλή στην κωμωδία, αλλά τό’βγαλα με ευκολίες που είχαν όμως τον πόνο της γέννας.

Σε «φτιάχνει» ο πόνος της γέννας αυτής;

Ω ναι, όπως το λες. Παιδιά δεν κάναμε, αλλά κάναμε ρόλους τουλάχιστον.

Τι είναι αυτό που πονάει στις απώλειες; Ότι δεν θα ξαναδούμε κάποιους ανθρώπους;

Ναι, ο Νίκος ο Κούρκουλος, ας πούμε, μια ζωή ήταν ο μεγάλος μου αδερφός. Όταν πέθανε ο Νίκος, κλείναμε 52 χρόνια φιλίας. Αδέρφια, μια σάρκα. Το ίδιο και ο Γιάννης ο Βόγλης ή ο Φαίδων Γεωργίτσης, που ήμασταν και γείτονες. 

Τους έβλεπες αυτούς ενόσω ζούσαν ή απλά νοσταλγείς τα παλιά; Έχει σημασία για το μέγεθος του πένθους.

Δεν είναι αυτό. Ήξερα ότι θα τους πάρω στο τηλέφωνο και θα μιλήσουμε. Μια και με ρωτάς, όμως, με τους φίλους μου βλεπόμουν, γι’ αυτό και μου λείπουν όποτε τους σκέφτομαι.

Μπόσκο - Όλγα Μπακομάρου - Μαίρη Χρονοπούλου (Νομισματικό Μουσείο, Οκτώβριος 2021)

Η αγάπη είναι το ύψιστο δείγμα ανταμοιβής;

Είναι, αλλά ξέρεις τι είναι ακόμη και πιο ύψιστο απ’ την αγάπη; Το να ταΐζεις τον άλλον. Η πιο ερωτική πράξη είναι να μαγειρεύεις για τον άλλον και να τον ταΐζεις. Ίσως γι’ αυτό έγινα πολύ καλή μαγείρισσα.

Το λες με την έννοια της αλληλεγγύης;

Το λέω με την έννοια του σεξ! Το να φτιάξεις ένα ωραίο φαΐ στον άλλον, να το φάει και να σου πει «Τι ωραίο που ήταν», ισούται με τρεις καλές σεξουαλικές πράξεις.

Τόσο πολύ;

Τόσο πολύ! Ηδονή!

Να σου κάνω μια τολμηρή ερώτηση;

Κάν’την κι άμα δεν θέλω, δεν θ’ απαντήσω. Δεν φοβάμαι τίποτα εγώ.

Θυμάσαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες έρωτα;

Πάμε πάμπολλα πέτρινα χρόνια πίσω. Δεν τη θυμάμαι σαν πράξη καθαυτή, γιατί δεν ήταν κάτι που με συντάραξε. Πάνε όμως και 27 χρόνια από τότε.

Με εντυπωσιάζεις που τα έχεις μετρημένα. 

Ναι, γι’ αυτό και ήταν πολύ καλή η ερώτηση σου. Ξαναλέω, όμως, ότι δεν ήταν κάτι συνταρακτικό. 

Σε ικανοποιεί η στάση των media απέναντι σου;

Απόλυτα, ναι. Εμένα, ας πούμε, ποτέ δεν έβγαλαν τηλεφωνική συνομιλία μου ως συνέντευξη. Στην «Espresso», π.χ., έχω έναν πολύ καλό μου φίλο, που με προστάτευε ανέκαθεν: Τον Αλκίνοο Μπουνιά, φίλος μου απ’ το ’77. 

Οι κακουχίες άλλαξαν και την κοσμοθεωρία σου;

Πολλές κακουχίες. Κυρίως μεγάλο κατόρθωμα είναι η υπομονή που χρειάζεται να αντλήσεις. Πήγα και ήρθα, ή θα πήδαγα το χαντάκι ή θα έμενα στάσιμη στο ανάχωμα. Τον περασμένο Ιούλιο πήγα στο νοσοκομείο με 40 οξυγόνο και 16 αιματοκρίτη. Παραληρούσα, έβλεπα οράματα. Η Λαμάρα θυμόταν τη μαμά μου, που πέθανε 107 ετών, αλλά τα’χε χάσει στα 100. «Α, σαν τη μαμά της και η κυρία» έλεγε. Νόμιζε πως τα’χα χάσει. Οι γιατροί με κράτησαν στο Ιπποκράτειο και με έβαλαν στην καρδιολογική, φοβούμενοι τα μικρόβια. Έδωσαν μια μάχη για να με σώσουν και με έσωσαν στο Ιπποκράτειο.

Το Ιπποκράτειο έχει και το καλύτερο υπερτασικό κέντρο.

Α, σε μένα δύο πράγματα δουλεύουν τέλεια ακόμα: Τα αγγεία μου και τα γυναικολογικά μου. Όλα τα άλλα είναι σμπαράλια (γέλια). 

Από τι αντλείς δύναμη αυτόν τον καιρό;

Από μια βαθύτερη αιρετική πίστη που έχω.

Σε τι;

Στο Θείο στοιχείο. Με τον δικό μου τρόπο.

Οι παπάδες και η κοινωνία, ξέρεις, δεν συμπαθούν τους αιρετικούς.

Έχω φίλους καλούς κληρικούς, σαν τους αδερφούς Πουλάκη. Ο ένας έχει αναλάβει να με κηδέψει, γιατί έχει γραφείο τελετών, κι ο άλλος είναι ανώτερος ιερωμένος. Με τον δεύτερο κάνω ωραίες κουβέντες. Συμμερίζεται την αιρετικότητα μου.

Ίσως γιατί είσαι απλά η Μαίρη Χρονοπούλου.

Ίσως γιατί οι πράξεις μου είναι αγνές. 

Δεν σε κουράζω τώρα, ε;

Ίσα – ίσα, μ’ αρέσει η εναλλαγή των ερωτήσεων σου και το πως εκφράζεσαι.

Τι σε καταπραΰνει ψυχικά, η προσευχή ή η επιστήμη;

Κατά καιρούς το ένα, κατά καιρούς το άλλο. Όταν είμαι τέζα από υγεία, σωστό θεωρώ να στραφώ στην επιστήμη. Όταν είμαι τέζα ψυχικά, στρέφομαι στη βοήθεια «από πάνω». Και όποτε το έχω ζητήσει, έχει γίνει. Μην το κοροϊδέψεις, αλλά η Παναγία η Γρηγορούσα μ’ έχει βοηθήσει. 

Δεν συγκρούονται μέσα σου επιστήμη με θρησκεία;

Όχι, είναι άλλοι δρόμοι.

Το είπες, πας απ’ το δρόμο που σε συμφέρει ουσιαστικά.

Μπορεί. Η αυτοσυντήρηση είναι πολύ πονηρό πράγμα. Έχω βγάλει πολλές ωραίες παροιμίες εγώ, όπως ο Θεός να με φυλάει απ’ το κέρατο του άσχημου άνδρα. Σοφή κουβέντα, αφού ένας ωραίος δεν θα σε απατήσει, ένας άσχημος όμως…Ζήτω που καήκαμε. Αναζήτησε το «Playboy» με τη γυμνή μου φωτογράφηση, που αντί συνέντευξης, είχα γράψει πέντε – έξι αφορισμούς. 

Μπόσκο, Χάρης Παπαδόπουλος, Μαίρη Χρονοπούλου (Ελληνικός Κόσμος, Ιανουάριος 2022)

Μιλάς με κέφι για εκείνο το «Playboy», σ’ ανεβάζει ακόμα ψυχολογικά.

Ω ναι! Ταυτόχρονα με το «Playboy», είχα πάρει το βραβείο ερμηνείας για την ταινία «Τα παιδιά της χελιδόνας» του Βρεττάκου, έπαιξα σε Επίδαυρο και Ηρώδειο επίσης. Δηλαδή τα αρχαία θέατρα, ο Αριστοφάνης, το «Playboy» και τα «Παιδιά της χελιδόνας» συνέπεσαν! Ήταν τρομερά ερεθιστικό να κάνω τόσα ετερόκλητα πράγματα!

Το πιο ερεθιστικό είναι που έκανες τη φωτογράφηση σε ώριμη ηλικία και πήρες μόνο καλές κριτικές.

Καλέ, ναι, το 1987 έγινε αυτό, άρα ήμουν…(μετράει με τα δάχτυλα του ενός χεριού) 54 ετών! Φαινόμουν, όμως, 38 – 40 τότε, έκρυβα χρόνια.

Ήταν πολύ «τρέντι» τότε οι γυμνές φωτογραφίσεις των σταρ: Δήμητρα Γαλάνη, Άντζελα Δημητρίου.

Μ’ ακολούθησαν όλες μετά, αν και η πρωτοπόρος ήταν η Ζωΐτσα η Λάσκαρη. Ο Θεός να την αναπαύσει, ήταν καλό παιδί.

Σε ταλαιπώρησε η παραφορά που χαρακτήριζε τη ζωή σου;

Ίσως. Λόγω εντάσεων. Η ζωή μου ήταν πάντα ups and downs, καμπύλες ψηλά – χαμηλά. Σ’ άλλες εποχές ήμουν σε ένταση και άλλες σε πτώση, αλλά ουδέποτε υπήρξα επίπεδη, φλατ. Μου άρεσε αυτό και έτσι πορεύτηκα. Ν’ αλλάξω τώρα, λίγο δύσκολο…Παραφορά, βέβαια, όπως το έθεσες, δεν είναι μόνο πάθη, αλλά και αγωνίες. 

Ξέρεις τι θυμήθηκα τώρα; Μια συναυλία στη Λυρική Σκηνή για τους σεισμοπαθείς του Μεξικού. Είχες προλογίσει τη Φλέρυ Νταντωνάκη, ήσουν η παρουσιάστρια της βραδιάς.

Ανάθεμα κι αν θυμάμαι πότε έκανε σεισμούς στο Μεξικό (γέλια). Τρέχα – γύρευε, φιλανθρωπικές συναυλίες που δεν θυμόμαστε γιατί τις κάναμε, αυτά είναι. Τη Φλέρυ την ήξερα, γιατί μου’χε κλέψει κι ένα τραγούδι. Αστειεύομαι. Αναφέρομαι σ’ ένα τραγούδι του Χατζιδάκι που είχα πρωτοπεί εγώ στην Επίδαυρο (σ.σ. τραγουδά το «Έρωτα εσύ» από τη «Μήδεια» του Ευριπίδη σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκι, από τον «Μεγάλο Ερωτικό». Το τραγουδάμε μαζί)

Στον «Μεγάλο Ερωτικό», βέβαια, αυτό το τραγούδησε ο Δημήτρης Ψαριανός.

Ξέρω πως η Φλέρυ ήταν να το τραγουδήσει, όταν ο Χατζιδάκις μοίραζε τα τραγούδια. Και το «Έρωτα εσύ» είναι ένα ερωτικό ζεϊμπέκικο στην ουσία για γυναικεία φωνή. Ε, τι να κάνουμε, θα το έλεγε η Φλέρυ στο δίσκο, που είχε καλύτερη φωνή από μένα. Τη γνώρισα, αλλά μέσω του Μάνου, δεν κάναμε δηλαδή παρέα ποτέ. Τον Μάνο τον ήξερα πριν να γίνει διάσημος, απ’ όταν ήμασταν παιδιά. Εγώ παιδίσκη κι εκείνος νεαρούλης και, αν το πιστεύεις, με φλέρταρε κιόλας. 

Παράξενο λίγο.

Σε μένα, που υπήρξα gay queen και trans queen, τίποτα δεν ήταν παράξενο. 

Γιατί σ’ αγαπούσαν τόσο πολύ οι αποσυνάγωγοι της ζωής;

Ίσως με το ένστικτο των κοινωνικά καταπιεσμένων διέβλεπαν πόσο δεν ήμουν καθόλου ρατσίστρια. Και γι’ αυτό μ’ αγαπούσαν. 

Είχες δώσει και μια ωραιότατη συνέντευξη στο «Κράξιμο» της Πάολας Ρεβενιώτη.

Ακριβώς όπως το λες, ωραιότατη συνέντευξη. Με συγχωρείς, έδωσε στο ίδιο τεύχος συνέντευξη ο Ταχτσής, που ήταν πολύ φίλος μου, μαζί με μένα. Κάπου θα το έχω το τεύχος.

Η Πάολα μού είχε πει πόσο εκτίμησε τη δοτικότητα σου. Η αναρχική Κατερίνα Γώγου, ας πούμε, είχε αποφύγει να δώσει συνέντευξη στο ίδιο έντυπο.

Τι κάνει η Πάολα; Τη θυμάμαι όταν βρεθήκαμε, ήταν ένα αγόρι με μακριά μαλλιά τότε και άρβιλα. Καθόλου δεν με εξέθεσε η Πάολα και ήταν χαρά μου. Την αγαπούσα πολύ την Πάολα. Και τον Κωστάκη τον Ταχτσή αγαπούσα πολύ…Τι απώλεια! Ξέρεις, είχαμε ραντεβού εδώ στις 9 για να μάθουμε ένα έργο του με την Κοντού. Στις 8 με παίρνει τηλέφωνο μια φίλη μου. «Περιμένω τον Ταχτσή» της κάνω και μου λέει: «Μην τον περιμένεις. Τον σκότωσαν»! Βγαίνω έξω, με βουτάνε κάτι μπάτσοι και με πάνε κατευθείαν στην ασφάλεια. Την άλλη μέρα, στις 8 το πρωί, πέταγα για το Φεστιβάλ Βενετίας. Με πέρασαν από ανακρίσεις, γιατί λες; Είχε ο Ταχτσής ένα καρνέ με τηλέφωνα. Με είχε στο «χι», Χρονοπούλου Μαίρη. Μ’ άφησαν κάποια στιγμή, γύρισα στο σπίτι μου βρώμικη κι ελεεινή και πήρα τις βαλίτσες μου κατευθείαν για Ιταλία. 

Τον έζησες από κοντά τον Ταχτσή;

Ναι, κάναμε παρέα. Ανά περιόδους είχε τρίχες, άφηνε μούσι και ήταν άντρας. Όταν έβλεπα χαλάουα και ξύρισμα, καταλάβαινα ότι άρχιζε την παλιοζωή. Και, ξέρεις, δεν το έκανε από βίτσιο, αλλά από ανάγκη. Του έδινε ένα πίνακα ο Φασιανός, τον πούλαγε, πέρναγε έξι μήνες. Μετά, όταν ξέμενε, έβγαινε στην πιάτσα. Ζούσε απ’ αυτό, ήμουν μάρτυς και το ξέρω!

Ίσως η παρέα με τον Ταχτσή να σ’ έκανε τόσο ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Όχι, από πολύ πιο πριν ήμουν ανεκτική. Αν θέλεις, απ’ την επαφή μου με τον Χατζιδάκι και με τον Δαλιανίδη. 

Σου έλεγε τα ερωτικά του ο Δαλιανίδης;

Όχι, τα ήξερα όμως. Τα ζούσα.

Στον Βουτσά, πάντως, τα έλεγε. Ο ίδιος μου το’χε εκμυστηρευθεί.

Ο Δαλιανίδης σεβόταν πολύ τις γυναίκες. Δε χρειαζόταν να μου πει τίποτα εμένα, ζούσα από πρώτο χέρι τους καημούς και τα κλάματα του. Ο Γιαννάκης μου, ο χρυσός μου! Ξέρεις ποιος ήταν μέγας λεβέντης ανάμεσα στους γκέι; Ο Γιάννης ο Φλερύ! Μπροστάρης, πραγματικός αριστερός, τον θαύμαζα πολύ! 

Τι είναι αυτό που κάνει εν έτει 2020 τη Μαίρη Χρονοπούλου να μην είναι outsider;

Ειλικρινά μου κάνει εντύπωση και μένα. Μεγάλη, αφού δεν είμαι και δεν αισθάνομαι outsider. Μου τηλεφώνησε ένας απ’ τους βοηθούς του Αγγελόπουλου, ο Νίκος Σέκερης, και μου έλεγε ότι υπάρχουν πέντε – έξι σελίδες στο facebook που τις χειρίζονται άλλοι. Ένας, έμαθα, έχει μια απίστευτη συλλογή φωτογραφιών μου, που εγώ δεν έχω τίποτα. Κινούνται πολύ οι ιστοσελίδες με τ’ όνομα μου και τα πορτραίτα μου.

Δεν σ’ ενδιαφέρει να μπεις να τα δεις;

Σάμπως ξέρω; Έχω ένα φωνητικό tablet, λέω «Γεια σας, Κώστας Βουτσάς» και βγαίνει ο Βουτσάς.Τώρα πια δεν βλέπω να μπω. Σκιές βλέπω μόνο, έχουν υποστεί βλάβη τα μάτια μου. Έχω τον καλύτερο Έλληνα οφθαλμίατρο και μου κάνει συντηρητική αγωγή. Έτσι είναι κι η Ξένια Καλογεροπούλου. Μου έδωσε οδηγίες πως να μιλήσω με τον Οίκο Τυφλών και να μου στείλουν έναν κατάλογο βιβλίων. Μ’ ένα τρανζιστοράκι θα μπορώ ν’ ακούω την ανάγνωση των βιβλίων. Από Stephen King, αστυνομικά και Άρλεκιν μέχρι Αδερφούς Καραμάζοφ.  

Τι να κάνεις, καλό ακούγεται.

Ναι, πολύ καλό, πραγματικά. Στην αρχή είπα να τ’ αποφύγω, αλλά τώρα θα τα προμηθευτώ.

Πες μου, Μαίρη, είναι κακό να είναι κανείς ανήθικος; 

Αν οι μη ηθικές πράξεις του βλάπτουν τους άλλους, είναι κακό. Αν είναι για τον εαυτό του, με γεια του με χαρά του, δεν θα τον ελέγξω εγώ. Ας κάνει ότι θέλει. Αν όμως πληγώσει άλλους, τότε κάνει έγκλημα.

Εσύ πρόταξες ποτέ ηθικές αναστολές έναντι των επιθυμιών σου;

Ναι, αφού στη μεγαλύτερη επιθυμία της ζωής μου, έναν απελπισμένο έρωτα, έβαλα το ήθος μπροστά. Έχε υπόψη, όμως, πως πάντα στο τώρα τοποθετούμε τη μεγαλύτερη επιθυμία της ζωής μας. Υπήρξε και για μένα η φάση που πρόταξα ήθος και ηθική. Απεσύρθην απ’ τη σχέση μου μ’ έναν παντρεμένο γιατί δεν ήθελα να πληγώσω την εξαίσια σύζυγο του. Κι ας πληγώθηκα εγώ τρομερά στη μέση της ζωής μου.

Αν υποτεθεί πως διάγουμε την εποχή μιας απόλυτης απελευθέρωσης, μήπως παραγκωνίστηκε η έννοια της καύλας και του πάθους;

Σωστά, άμα το πάθος είναι αβέρτα χύμα, παύει νά’ναι πάθος. Το πάθος πρέπει να’ναι καναλιζαρισμένο, να βρίσκεται σε κανάλι και να βγει με την έκρηξη στην άκρη της κάννης. Δεν γίνεται, ρε φίλε, να είναι όλα στο πιάτο, πόσο μάλλον όταν πας να το υπερασπιστείς αυτό και με θεωρητικούρες. Δεν υπάρχει πάθος έτσι, υπάρχει ξεκώλιασμα. 

Να το γράψω έτσι;

Να το γράψεις έτσι.

Πόσο εύκολο είναι για σένα που γεύτηκες τη ζωή με το κουτάλι να μονάζεις αυτή τη στιγμή;

Μόνο τη γεύτηκα; Στομαχόπονο έπαθα! Όταν νιώσεις πως ήρθε η ώρα του, απλά το κάνεις κι αυτό.

Όλος αυτός ο αγώνας για ζωή εμπεριέχει και μία ματαιότητα;

Όχι, η ίδια η ζωή είναι ένας αγώνας και γι’ αυτήν έχεις να παλέψεις. Πως να το κάνουμε, για να έχει ενδιαφέρον η ζωή πρέπει να είσαι μονίμως στο κυνήγι και στον αγώνα. 

Παραδίνεσαι στη μελαγχολία σου ή την αποδιώχνεις;

Χωρίς να είμαι σίγουρη, μάλλον με το που ξυπνάω είμαι μελαγχολική. Δυστυχώς δε μπορώ να την αποδιώξω τη μελαγχολία, γιατί οι γιατροί μου απαγόρεψαν τα ηρεμιστικά. Παλιότερα κάτι έπαιρνα και το έκοβα στον ύπνο. Τώρα πια δεν μου επιτρέπουν ηρεμιστικά, αλκοόλ, τσιγάρο – ήμουν βαριά καπνίστρια – ζάχαρη, αλάτι και άμιλλο. Όλα τα ωραία πράγματα στη ζωή μου. Το μόνο μου ηρεμιστικό είναι ένα φυτικό με βαλεριάνα και μελατονίνη μαζί. 

Δεν ξέρω τι είναι πιο μελαγχολικό, να μιλάμε για απόντες, σαν τον Κούρκουλο και τη Λάσκαρη, ή για γιατρούς που σε κουράρουν;

(ξεκαρδίζεται στα γέλια) Είναι τραγικά μελαγχολικό. Του κερατά, δεν υπάρχει! Κρέμεσαι πάνω απ’ τους γιατρούς, εξαρτάσαι πια απ’ αυτούς. Είναι και λίγο αστείο, πάντως.

Κι αυτό βγαίνει στην όψη σου, μία περιπαικτική διάθεση.

Μα ναι, αφού κατά κανόνα δεν είμαι θλιμμένη. Έχω κι εγώ τις στιγμές μου. Εσύ τι περίμενες να δεις, κάνα πτώμα;

Βάσει όσων κυκλοφορούν με δραματικούς τίτλους στο διαδίκτυο, ναι, κάτι τέτοιο για να’μαι ειλικρινής.

Ξέρεις τι έχω περάσει; Που κάηκα και σημαδεύτηκα φρικτά; Θα μιζέριαζα μόνο αν ήμουν σαν τη μητέρα μου ή μόνο αν τα χάσω. Ελπίζω να μη ζήσω σαν τη μάνα μου.

Δεν θα ήθελες να φτάσεις 107 χρονών;

Όχι (το φωνάζει). Μια φρίκη. Τα’χε χάσει στα 100 κι ήταν σαν φυτό. Οδηγούσε, βέβαια, μέχρι τα 95 της. Με 200 έτρεχε. Παλιά έπαιρνε τον χωματόδρομο που ήταν εδώ πάνω με 150, για να μην αισθάνεται – έλεγε – τις λακκούβες. Μιλάμε για πολύ παλιά οδηγό, προπολεμική. Ο Θύμιος Καρακατσάνης, που έμενε εδώ παραπάνω, έλεγε στη γυναίκα του: «Πρόσεχε! Όταν βγαίνεις στη διασταύρωση, να σταματάς πάντα, γιατί άμα κατεβαίνει η μαμά της Μαίρης, την έβαψες» (γέλια) 

Τη σκέφτεσαι συχνά τη μάνα σου;

Τη σκέφτομαι, αλλά φοβάμαι ότι δεν την αγαπούσα.

Λόγω γυναικείου ανταγωνισμού;

Ήταν πολύ σκληρή μάνα. Μου λείπει φοβερά ο πατριός μου, εκείνος πέθανε στα 72 και η μαμά στα 107. Πριν από 32 χρόνια έφερα εδώ τα κόκαλα του σ’ έναν άδειο τάφο, τσιμεντωμένο. Πήγαινα εκεί, έκανα τσιγάρο και του μιλούσα. Μετά έβαλα και τη μάνα μου εκεί όταν πέθανε πριν από τρία χρόνια. Τους τσιμέντωσα και τους δύο, γιατί εγώ δεν πρόκειται να ταφώ, και ησύχασα.

Είσαι υπέρ της καύσης;

Ασυζητητί. Αρνούμαι να γίνω βορά σκουληκιών και σκαθαριών. 

Μίλησε μου ακόμα λίγο για τη σχέση με τη μάνα σου.

Ήταν πολύ σκληρή γυναίκα. Δεν την ένοιαζε η καλλιτεχνία, αφού κι εγώ δεν βγήκα μικρή στο θέατρο. Ήταν λίγο Άουσβιτς, λίγο Μπέργκεν – Μπέλσεν. Ακροδεξιά δεν ήταν, αν και μάλλον Δεξιά ψήφιζε. Κρατούσε και μια σιγή γύρω απ’ τα πολιτικά.

Ειλικρινά ξαλάφρωσες με το θάνατο της;

Ναι, κατά ένα τρόπο. Δεν ήθελα βέβαια να πεθάνει, γι’ αυτό και της στάθηκα πολύ στα τελευταία της. Της είχα απίστευτη πολυτέλεια, έκανα το καθήκον μου σαν κόρη για να μην έχω τύψεις. 

Και δεν το εκτιμούσε;

Γενικά δεν εκτιμούσε τίποτα. Καλό λόγο δεν είχε ποτέ. Σκυλί ήταν η μαμά. Ας είναι καλά όπου έχει πάει, αλλά δεν θα ήθελα να συναντηθούμε. Ζηλεύουν οι μανάδες τις κόρες τους, να ξέρεις.

Και συχνά τις φορτώνουν με ψυχολογικά προβλήματα θες να μου πεις;

Εμένα δεν το κατόρθωσε, όσο κι αν το ήθελε! Τα δικά της τα λάθη εγώ τα πλήρωσα ως μοναχοκόρη, μοναχοπαίδι. Έτσι μας άφησε και ο πατέρας μου, μας εγκατέλειψε. Τον έχασα κι αυτόν γύρω στα 80 του.

Είχες επαφές με τον βιολογικό σου πατέρα;

Ελάχιστες, γιατί με είχε πληγώσει όταν μας άφησε. Ήμουν σχεδόν οκτώ ετών και μεγάλωνα, υποτίθεται, σ’ ένα εύπορο περιβάλλον κι απ’ τις δυο μεριές. Μου έλειψε ο πατέρας, πόσο μάλλον όταν αδιαφορούσε όταν εγώ έκανα τη μεγάλη καριέρα μου. Αντίθετα, με τον πατριό μου γνώρισα τι θα πει πατρική στοργή. Άγιο Βασίλη τον λέγαμε, άγιος άνθρωπος ήτανε. Σκέψου για ν’ αγοράσω κιόλας τάφο εδώ στην Παιανία. Τον πήρα απ’ το κοιμητήριο στο Μαρούσι και τον έφερα εδώ κοντά μου.

Είναι και μια επένδυση σήμερα ν’ αγοράσεις τάφο.

Σου είπα, ο τάφος έχει σφραγιστεί τώρα πια. Βάλαμε μέσα και τη μαμά φρέσκια – φρέσκια, καθαρίσαμε. Εγώ θα πάω στη Ριτσώνα. Απεχθάνομαι την ιδέα της σήψης και της φθοράς. Έχω αγοράσει και το φέρετρο μου, δηλαδή ένα κουτί. Το πλήρωσα 500 ευρώ και το έχω μες την αποθήκη. Κούκλα η Μαρίτσα (γέλια). 

Θεωρείς ότι ήταν όλα μάταια όσα έκανες στη ζωή σου;

Όχι. Ίσως κάποια, λίγα, αλλά δεν θα ήθελα να τα θυμηθώ.

Για να μη δυσαρεστήσεις άλλους;

Για να μη δυσαρεστήσω τον εαυτό μου. Διαλέγω μερικά πραγματάκια από ζωή, καριέρα και φιλίες και τα κρατάω. 

Θέλω ένα 24ωρο σου να μου περιγράψεις για να σ’ αφήσω κι εγώ στην ησυχία σου.

Το πρωί ξυπνάω, φωνάζω «Λαμάρα». «Τι είναι;» μου λέει, «Καλημέρα» της κάνω. Κλασικός διάλογος. Μου λέει τι ώρα είναι, έρχεται και μου ανάβει τα air conditions, με σηκώνει απ’ το νοσοκομειακό κρεβάτι που έχω εδώ και μου φέρνει το πρωινό μου: Γάλα καρύδας ή γάλα αμυγδάλου και ένα cream cracker ολικής αλέσεως με τυρί κρέμα πάνω. Μετά αρχίζει η τουαλέτα: Πλύσιμο, πλύσιμο και πάλι πλύσιμο. Κάθε πρωί με πλένει και τοπικά τρεις – τέσσερις φορές την ημέρα. Μες τη βδομάδα πέντε – έξι φορές με πάει μέσα με τα καρούλια, με το καροτσάκι και πλατσουρίζω μες τα νερά. Πολλά νερά, ντους και σαπούνια. Ακολουθεί η ενημέρωση. Βλέπω όλα τα δελτία ειδήσεων. Κανένα δεν χάνω, εναλλάξ τα κανάλια. Ζω με τις ειδήσεις, τα ίδια ακούω, αλλά μ’ αρέσει. Ταινία για να δω, θα πρέπει να’ναι ελληνικό, ώστε να τους καταλαβαίνω όλους απ’ τις φωνές τους. 

Εγώ, πάντως, απόψε έζησα το δικό μου ελληνικό και σ’ ευχαριστώ όσο δεν φαντάζεσαι.

Να μη μ’ ευχαριστείς. Δεν θέλω πια να δίνω συνεντεύξεις. Αν δεν μ’ άρεσε η παρέα σου και η δουλειά σου, δεν θα σου χαριζόμουν. Ξέρεις τι μου’ κανες μόνο; Πεθύμησα πάλι, μετά από πολλούς μήνες, να ξανανάψω τσιγάρο. Δεν κάνει, όμως.

* Η συνέντευξη με την ηθοποιό Μαίρη Χρονοπούλου πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2020 στο σπίτι της στην Παιανία.

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr

*** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο ένθετο Docville της εφημερίδας Documento. Ολόκληρη η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Οι_10» (εκδόσεις Άπαρσις)

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

Χλόη Λιάσκου: «Μεταξύ των ταινιών του Φίνου κι αυτών του Αγγελόπουλου, θα διάλεγα τον Αγγελόπουλο φυσικά» (η συνέντευξη της ζωής της αγαπημένης ηθοποιού των μιούζικαλ του '60)

 

Θυμάμαι τη Χλόη Λιάσκου πολλά χρόνια πριν στην παρουσίαση του βιβλίου της αείμνηστης Ευγενίας Χατζίκου. Διάβαζε αποσπάσματα με μια ερμηνεία –όχι απλή φωνή– όλο εσωτερικότητα. Είχα σχεδόν τρομάξει απ' αυτή την εσωτερικότητα, ειδικά σαν έμαθα πως η γυναίκα που καθόταν δίπλα μου ήταν εκείνο το ψιλόλιγνο ξανθό κορίτσι που έπαιζε και χόρευε στα «Κορίτσια για φίλημα» ή στο «Μερικοί το προτιμούν κρύο», τα έγχρωμα μιούζικαλ της χρυσής εποχής του Φίνου που δεν έχουν σταματήσει να προβάλλονται από την τηλεόραση. Όχι ότι η Λιάσκου είναι μεγάλη ηλικιακά, αν αναλογιστεί κανείς πως ξεκίνησε σ' αυτόν το χώρο στα 16 της. Η ενασχόλησή της, όμως, με το καλό θέατρο τα μετέπειτα χρόνια στο πλευρό του συζύγου της, του Λάμπρου Κωστόπουλου, καθώς και η αποφυγή της έκθεσης στα media, έκανε πολλούς να ρωτάνε το κλασικό: «Πού χάθηκε η Χλόη Λιάσκου;». Η δική μας συνάντηση δεν είχε σκοπό να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Περισσότερο μού έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω σε βάθος κι εγώ μια ώριμη, διανοούμενη γυναίκα, πρόθυμη να «ανοιχτεί» και να μιλήσει δημόσια για τον καιρό του Φίνου φυσικά, αλλά και για μια σειρά πολλών άλλων θεμάτων που άπτονται μιας ευρύτερης φιλοσοφίας περί ζωής και τέχνης.

Μπόσκο - Χλόη Λιάσκου στο Τριανόν της Κοδριγκτώνος (Δεκέμβριος 2019)

Μου λέγατε πριν αρχίσει η συνέντευξη πως σας σοκάρουν οι θάνατοι φίλων και ανθρώπων του σιναφιού σας. Δεν είναι μια φυσιολογική ροή;

Όχι απόλυτα. Το πρώτο σοκ που έπαθα ήταν με την Έλενα τη Ναθαναήλ. Θα μου πεις «γιατί»; Με την Έλενα ήμασταν μαζί από τα παιδικά μας χρόνια και ανήκαμε στην ίδια γενιά. Αυτό είναι: όταν αρχίζουν και φεύγουν άνθρωποι της γενιάς σου, ταρακουνιέσαι. Ειδικά άμα ως διάθεση, ως δύναμη δεν αισθάνεσαι ότι μεγαλώνεις, ενώ συμβαίνει να μεγαλώνεις χωρίς να το καταλαβαίνεις, λες: «Επ, τι γίνεται τώρα; Πεθαίνουν γύρω σου άνθρωποι της σειράς σου». Έτσι έφυγε και η Κατερίνα Γώγου, που ήμασταν επίσης μαζί στον Φίνο, έτσι ταράχτηκα και πιο πρόσφατα με τη Σοφία Ρούμπου. Στενοχωριέμαι πολύ και, εντάξει, όταν ο άνθρωπος είναι μεγάλος, ισχύει αυτό που είπατε, η φυσιολογική ροή. Δεδομένης όμως της παράτασης του μέσου όρου ζωής, όταν φεύγουν άνθρωποι πενήντα και εξήντα ετών, με πληγώνει βαθύτατα.

Απ' την άλλη, κάποιοι άνθρωποι αφήνονται στο μεγάλωμα, κάτι που δεν το βλέπω σ' εσάς. Απέναντί μου έχω μια ωραιότατη, περιποιημένη, ώριμη γυναίκα.

Δεν ξέρω, είναι θέμα χαρακτήρα και διάθεσης. Εγώ, αν ξεχάσω την ηλικία, μέσα μου δεν αισθάνομαι όσο είμαι. Πολλές φορές θυμώνω με τον εαυτό μου, με κάποιες αντιδράσεις μου που δεν συμβαδίζουν με την ηλικία μου και κατηγορούμαι γι' αυτό.

Κατηγορείστε για παλιμπαιδισμό;

Όχι αυτό, δεν παιδιαρίζω. Απλώς θα μπορούσα να θυμώσω, να χαρώ ή να θέλω κάτι πολύ έντονα, σαν παιδί.

Πείτε μου ένα παράδειγμα για να καταλάβω πόσο παιδί παραμένει η Χλόη Λιάσκου.

Να, θέλω κάτι και μπορεί να επιμένω και να λέω «εγώ θέλω αυτό» και οι άλλοι να θυμώνουν με τη συμπεριφορά μου. Να λειτουργώ με το συναίσθημα και τα «θέλω» της στιγμής, κόντρα στη λογική.

Άρα, δεν έχετε δει τον εαυτό σας να μεταλλάσσεται μέσα στα χρόνια.

(σκέφτεται) Ναι...

Πώς το καταφέρατε αυτό;

Τις ίδιες αντιδράσεις που είχα στα 16 μου έχω και τώρα και καμιά φορά λέω πως αυτό δεν στέκει, βρε παιδί μου. Η μελωδία στη μουσική, η ποίηση, η φύση, είναι αναλλοίωτα πράγματα μέσα μου.

Καλά είναι όλα αυτά.

Έτσι λέτε; Δεν ξέρω. Ίσως πρέπει να ωριμάζει ο άνθρωπος και να βλέπει διαφορετικά κάποια πράγματα. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό, παρ' ότι πιστεύω πως οτιδήποτε γίνεται στη ζωή είναι νομοτελειακό, δηλαδή πρέπει να γίνεται.

Πιστεύετε στη μοίρα, στο «γραμμένο»;

Πιστεύω πως τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Παρομοίως, αν και στερούμαι κάθε μεταφυσικής αίσθησης.

Εγώ ψάχτηκα πολύ μ' αυτά, κυρίως μετά το '70 και για πολλά χρόνια. Η αφορμή ήταν ένα παιδάκι που έχασα...

Στη γέννα εννοείτε;

Όχι. Είχα γεννήσει ένα αγοράκι που έπαθε υποξαιμία του εγκεφάλου και έζησε μέχρι τα τέσσερά του χρόνια (σ.σ. παίρνει βαθιά ανάσα). Τότε υπήρχαν πολλά πώς και γιατί επί του θέματος, έπεσα κι εγώ στις δοξασίες άλλων θρησκειών που έλεγαν ότι το παιδί αυτό ήρθε για να εκπληρώσει το κάρμα του κ.λπ.

Με τη Ζωή Λάσκαρη, τον Βαγγέλη Βουλγαρίδη και τον Κώστα Βουτσά στην ταινία «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963) του Γιάννη Δαλιανίδη

Πήγατε προς τον ινδουισμό.

Όλα τα έψαξα, αλλά πουθενά δεν έμεινα. Κατάλαβα πως αυτά που λένε οι άλλες θρησκείες τα βρίσκεις και στους δικούς μας φιλοσόφους.

Φιλοσόφους ή πατέρες της Εκκλησίας, μια και μιλάμε για θρησκεία;

Φιλοσόφους! Ή, ναι, και στους πατέρες της Εκκλησίας, διότι υπάρχουν και μορφωμένοι ιερωμένοι που διαφοροποιούνται απ' όλη αυτή την εκτόξευση της κατάρας και του μίσους. Ο Θεός, είτε λέγεται Αλλάχ, είτε Βούδας, είτε Χριστός, είναι αγάπη, δεν μπορεί να είναι τιμωρία.

Σας φαντάζομαι, κ. Λιάσκου, να ήσασταν στην Αμερική το 1967 και να είχατε το δικό σας γκουρού.

Θα μπορούσα, για ένα μικρό διάστημα, να το 'χω κάνει. Μη νομίζετε, το έχω κάνει κι αυτό από δω, χωρίς να έχω πάει στην Αμερική, αφού όλα τα παρακολουθούσα, αλλά, όπως σας είπα, δεν έμεινα πουθενά.

Ήταν και λίγο της μόδας το να 'χεις τον γκουρού σου εκείνα τα χρόνια.

Σ' εμένα δεν ξεκίνησε καθόλου από μόδα. Κάποιος βρέθηκε και μου 'πε ότι το παιδί μου τόσο έπρεπε να ζήσει κι έτσι ψάχτηκα, μα δεν βρήκα πράγματα μόνο δικά τους.

Μιλάτε για μια συγκλονιστική απώλεια με μια τρομερή ηρεμία. Φαντάζομαι, δεν έχει αμβλυνθεί ο πόνος πίσω απ' την ηρεμία αυτή.

Δεν έχει αμβλυνθεί, αλλά θα σας πω κάτι: στη ζωή μου έχω παρατηρήσει πως όσες δυσκολίες έχω περάσει, και περνάω, κάπου ο Θεός μ' αγαπάει. Την πεποίθηση αυτή, όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, την απέκτησα μέσα από απώλειες.

Το θεωρώ ό,τι καλύτερο.

Οι γιατροί μού είχαν πει πως το παιδάκι αυτό ήταν σαν ένα χαλασμένο –κάπως περίεργο να το πω– λεμόνι πάνω σε μια λεμονιά. Μου σύστησαν να μη φοβηθώ και να ξαναμείνω αμέσως έγκυος κι έτσι ο γιος μου ο άλλος γεννήθηκε με εντεκάμισι μήνες διαφορά. Εάν ζούσε εκείνο το αγοράκι, θα ήταν μια μεγάλη δυστυχία – ξέρουμε ότι πολλοί γονείς έχουν τέτοια παιδιά για χρόνια έγκλειστα στο σπίτι τους και σε ιδρύματα. Εκεί είπα ότι ο Θεός με λυπήθηκε. Το ίδιο συνέβη και με τη μητέρα μου, η οποία έφυγε από Αλτσχάιμερ. Μέναμε στην ίδια πολυκατοικία και όταν άρχισε να αρρωσταίνει, μου ζήτησε να πάει να μείνει σε μια μονοκατοικία με κήπο, όπου κάποιες φίλες φρόντιζαν επίσης τους δικούς τους. Κι έτσι έφυγε, πήγε εκεί κι εγώ πήγαινα και την έβλεπα.

Αυτό είναι, πράγματι, σπάνιο περιστατικό.

Είναι, καθώς τα δυο-τρία τελευταία χρόνια της, που ήταν τα πιο δύσκολα, πέρασαν εκεί. Πάλι έζησα τον πόνο αυτό από απόσταση, κάτι σαν να με προστατεύει. Και το τρίτο παράδειγμα που έχω είναι με τον άντρα μου. Όταν αρρώστησε, εγώ είχα πάει ήδη για λίγο στη Σύρο, όπου τελικά έμεινα για κάποια χρόνια, ασχολούμενη με το τοπικό ραδιόφωνο. Σε εκείνο το διάστημα αρρώστησε κι έφυγε, δηλαδή πάλι πέρασα το δράμα εξ αποστάσεως. Πεποίθησή μου, λοιπόν, είναι πως παρόλες τις μεγάλες ταλαιπωρίες που περνάω στη ζωή μου, κάτι γίνεται την τελευταία στιγμή.

Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν

Τύχη καθαρή είναι αυτά που μου λέτε, αλλά μήπως η ζωή σάς έκανε έτσι και λίγο φυγόπονη;

Κοιτάξτε, με το παιδάκι αυτό πέρασα τόσο δύσκολα, που νόμιζα πως δεν θα μπορούσα να αντεπεξέλθω. Πάθαινε κρίσεις, μελάνιαζε ολόκληρο κι εγώ το ταρακουνούσα για να το «αναστήσω». Πέρασα άγριες καταστάσεις. Δεν με έκανε φυγόπονη η ζωή, αλλά ομολογώ πως είμαι λιγόψυχη κι έλεγα πως δεν θα τα καταφέρω. Δεν είναι ωραίες τώρα αυτές οι συζητήσεις, μα δεν πειράζει... Θέλω να πω πώς όταν έφυγαν οι τρεις δικοί μου αυτοί άνθρωποι δεν το άντεξα να πάω κοντά. Στάθηκα από απόσταση.

Είναι μια άμυνα κι αυτή. Εγώ βρίσκω έως και μαζοχιστικό το πλησίασμα στο τέλος των δικών μας.

Δεν ξέρω τι να σας πω. Τελικά το αντέχεις, όμως. Είναι αυτό που λένε: «Θεέ μου, μη μου δώσεις όσα μπορώ να αντέξω».

Λέτε ο ίδιος αυτός Θεός να σας έβαλε τόσο μικρή στον κόσμο του θεάματος; Πηγαίνατε σχολείο όταν βγήκατε στον κινηματογράφο.

Αυτό έτυχε. Ούτε παιδί-θαύμα ήμουν ούτε είχα τη διάθεση να κυνηγάω τους ηθοποιούς. Εγώ σπούδαζα χορό, με είδε ο Βουτσάς και με πήγε στον Φίνο. Είχα όλη την κούραση του σχολείου μαζί με τα γυρίσματα. Δεν ξεμυαλίστηκα. Έτσι μπήκα στον «Νόμο 4.000».

Είναι η καλύτερη ταινία του Δαλιανίδη, σωστό ντοκουμέντο για την περίοδο του τεντιμποϊσμού στην Ελλάδα.

Εσείς τα ξέρετε καλύτερα αυτά. Ο Δαλιανίδης ήταν καλός και φιλικός, αλλά εγώ δεν είχα ιδιαίτερες σχέσεις με κανέναν εκτός γυρισμάτων. Σας είπα, πήγαινα σχολείο ταυτόχρονα. Ο Δαλιανίδης ήξερε τι ήθελε και, όντας χορευτής ο ίδιος, έβαζε στοιχεία μιούζικαλ στις ταινίες αυτές. Με αρχηγό τον Φίνο, που ήταν σαν μπαμπάς μας, το όλο κλίμα ήταν οικογενειακή υπόθεση. Καμία σχέση με ό,τι βλέπουμε σήμερα γύρω μας.

Το σταρ-σίστεμ;

Καμία σχέση μ' αυτό! Υπήρχε, αλλά στο ένα χιλιοστό της σημερινής κατάστασης.

Σαφώς και υπήρχε. Η Βουγιουκλάκη δεν ήταν το σταρ-σίστεμ;

Η Βουγιουκλάκη ήταν η Βουγιουκλάκη, η πρώτη στο είδος της. Ρίξτε μια ματιά τι γίνεται γύρω μας σήμερα.

Σωστά, ας μην ανοίξουμε το στόμα μας καλύτερα.

Εγώ στενοχωριέμαι πάρα πολύ, το επίπεδο είναι φρικώδες. Οι καλές δουλειές στην τηλεόραση, δε, είναι πάρα πολύ λίγες. Εξακολουθώ όμως να βλέπω το κρατικό κανάλι, αφού αυτά που με ενδιαφέρουν, από το ντοκιμαντέρ μέχρι κάτι άλλο ιδιαίτερο, δεν θα τα βρω αλλού.

Με τον Κώστα Βουτσά στη «Χαρτοπαίχτρα» (1964) του Γιάννη Δαλιανίδη

Απίστευτο, πάντως, το ότι παίξατε στο «Νόμος 4.000» στα 16 σας. Δεν ήταν χαρά να βλέπετε με τους γονείς σας τον εαυτό σας στη μεγάλη οθόνη;

Με τους γονείς μου, όχι, γιατί τον πατέρα μου δεν τον έχω γνωρίσει, πέθανε όταν ήμουν μωρό. Πήγαινα με τη μάνα μου μόνο. Δεν έχω καμία εικόνα της με «χαχαχα», φρου-φρου κι αρώματα. Ήταν μόνη της, μόνο εμένα είχε κι αισθανόταν πολύ μεγάλη την ευθύνη τού να 'χει ένα κορίτσι, γι' αυτό και δεν ξανάφτιαξε τη ζωή της. Με πήγαινε και μ' έφερνε, αυτό γινότανε συνέχεια. Ο Παλιεράκης, κάποτε που έγραψε ένα βιβλίο, ανέφερε ως ανέκδοτο το ότι παντού ήταν κρυμμένη η μητέρα μου, πεταγόταν από κάνα θάμνο και τέτοια. Μιλούσα με μια φίλη πρόσφατα και λέγαμε ότι ως παιδί ούτε καν πενταήμερη εκδρομή δεν πήγα με το σχολείο.

Λόγω των γυρισμάτων;

Όχι, λόγω της μαμάς μου.

Τι παράξενο, όμως, αυτή η μαμά να άφηνε την κόρη της να παίζει στον κινηματογράφο, και μάλιστα σε τολμηρές για την εποχή ταινίες.

Αφού ερχόταν κι εκείνη μαζί (γέλια). Κάποτε, όταν έπαιρνα το λεωφορείο από την Κολιάτσου όπου έμενα για να πάω στη Σχολή Ζουρούδη, στο Σύνταγμα, όπου σπούδαζα χορό, ντρεπόμουν που με πηγαινόφερνε. Είχα βγει και στον Φίνο κιόλας. Της είπα: «Τι θα γίνει; Η φίλη μου η Μαριάνα πηγαίνει μόνη της στη σχολή, δεν την πάει η μαμά της». Μου απάντησε: «Εντάξει! Όταν γίνεις κι εσύ 18 ετών!».

Κι όταν γίνατε;

Πάλι είχα πρόβλημα. Σκεφτείτε πως παντρεύτηκα με δικαστήριο γιατί ήμουν ανήλικη, 19 ετών, και η μάνα μου δεν το ήθελε. Ο άντρας μου ήταν μεγαλύτερός μου 17 χρόνια και είχε ξαναπαντρευτεί.

Πάντως αυτό που θέλατε, το καταφέρατε.

Ναι, το ήθελα και το έκανα. Επέμενα. Οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν όταν γέννησα την κόρη μου, το πρώτο μου παιδί. Μετά γεννήθηκε το άλλο το κοριτσάκι που λέγαμε και αμέσως μετά ο γιος μου. Για τη μάνα μου η συμπεριφορά της ήταν προστατευτική, για μένα όμως άκρως καταπιεστική. Πιθανώς γι' αυτό παντρεύτηκα σε τόσο μικρή ηλικία, πέραν του ότι ερωτεύθηκα τον άντρα μου. Ήταν και καθηγητής μου στη σχολή και υπήρχε όλο αυτό το «κλίμα» του Πυγμαλίωνα. Ευτυχώς που μετά δεν είχα καταπίεση από τον άντρα μου.

Ζήσατε καλά μαζί, κάνατε ωραία πράγματα.

Με έβαλε σ' έναν καλό δρόμο, ήταν μαθητής του Εθνικού και μετά έγινε σκηνοθέτης. Πέρασε απ' όλη την γκάμα. Μου έχτισε έναν δρόμο που μου πήγαινε πολύ, αν κι εμένα με ενδιέφερε ανέκαθεν το θέατρο του Κουν, τα έργα του, το ρεπερτόριό του.

Ο Κουν, όμως, απεχθανόταν τους κινηματογραφικούς ηθοποιούς.

Ναι, αλλά εμένα δεν με ενδιέφερε αυτό. Ο κινηματογράφος είχε τελειώσει, εγώ είχα συμβόλαιο με τον Φίνο και μετά δεν ξανάκανα τίποτα.

Πόσες ταινίες κάνατε συνολικά;

Δώδεκα. Του Φίνου, και μετά μία σπονδυλωτή με τον Γιώργο Κωνσταντίνου, «Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές», και την τελευταία μου με τον Παύλο Τάσιο, «Οι αντίζηλοι» λεγόταν, του '68 με τον Νέγκα και τον Θανάση Μυλωνά. Ακόμη ο Τάσιος δεν είχε μπει στο κλίμα των μετέπειτα ταινιών του, της «Παραγγελιάς» ας πούμε. Οι «Αντίζηλοι» ήταν απλώς μια ταινία.

Που ελάχιστοι θυμούνται σήμερα.

Ούτε εγώ τη θυμόμουν. Πρόσφατα παίχτηκε στην τηλεόραση κι έτσι την είδα.

Με τη Χλόη Λιάσκου στο σπίτι της κατά τη διάρκεια της συνέντευξης (Δεκέμβριος 2016)

Πώς είναι να ξαναβλέπεις ταινίες σου χαμένες στον χρόνο;

Δεν τις βλέπω, προτιμώ να ξαναδώ μερικές αγαπημένες μου σκηνές και μετά τις προσπερνάω. Τι να δω; Το είπατε κι εσείς, ταινίες χαμένες στον χρόνο κυριολεκτικά. Καμιά φορά πετυχαίνω μια σκηνή και λέω: «Πώς ήσουν έτσι, πώς μιλούσες έτσι, άχαρα που κούναγες τα χέρια σου». Βλέπω αυτό το άχαρο το εφηβικό, που ήταν και λογικό, νομίζω.

Μήπως βαριέστε να βλέπετε τον εαυτό σας;

Μα, βάλτε κάτω και μετρήστε τα χρόνια που παίζονται οι ταινίες αυτές.

Και που αν εισπράττατε δικαιώματα, θα ήσασταν ζάπλουτη.

Κάποιοι παίρνουμε μερικά χρήματα απ' αυτή την ιστορία. Εγώ είχα μόνο μία «συμμετοχή», άλλοι λέγανε ότι έχουν «επί τέσσερα» ή «επί πέντε». Φαντάζομαι, δηλαδή, πως ο Κώστας ο Βουτσάς θα παίρνει περισσότερα χρήματα για το σύνολο της δουλειάς του.

Καλά, ο Βουτσάς έχει κάνει πολλές ταινίες και επί Φίνου, αλλά και μετά.

Ακριβώς. Εγώ έχω κάνει μόνο δώδεκα ταινίες, άσχετα από το αν παίζονται συνέχεια και νομίζει ο κόσμος ότι έκανα μεγάλη καριέρα.

Δώδεκα ταινίες, αλλά αναρωτιέμαι τι να είναι αυτό που σας έκανε να ξεχωρίσετε τόσο σ' αυτές. Η ηλικία σας, το ταλέντο σας, η σκέπη του Φίνου, η επιδεξιότητα του Δαλιανίδη;

Όλα αυτά μαζί, πιστεύω. Εγώ έδινα τον εαυτό μου, τίποτα παραπάνω. Όλοι την αλήθεια μας δίναμε. Ο Δαλιανίδης έδινε την ευφυΐα του, ο Φίνος το μεράκι και την τεχνογνωσία του. Σκεφτείτε ότι πήγαινε στο Παρίσι για να επεξεργαστεί το έγχρωμο φίλμ, αφού τότε δεν γινόταν αυτό στην Ελλάδα.

Θέλω να σας ρωτήσω κάτι, αν και ήσασταν πολύ μικρή τότε: τον καιρό της ταινίας «Νόμος 4.000» υπήρχε στη γειτονική Ιταλία το «Dolce Vita» του Φελίνι ή λίγο πριν, αλλού, η «Έβδομη σφραγίδα» του Μπέργκμαν. Θεωρείτε ότι ο ελληνικός κινηματογράφος, έστω ο λεγόμενος εμπορικός, ήταν πίσω συγκριτικά με την Ευρώπη;

Ο ελληνικός κινηματογράφος αντικατόπτριζε την τότε ελληνική πραγματικότητα και ακολούθησε τον κλασικό ασπρόμαυρο κινηματογράφο. Εγώ αυτές τις ταινίες βλέπω ακόμα!

Σαν ποιες;

Του Λογοθετίδη, του Ηλιόπουλου, του Μακρή. Ακόμη κι ο Φίνος είχε κάνει τέτοιες ταινίες. Τα μιούζικαλ στοιχεία που έβαλε προέρχονταν από το εξωτερικό.

Και παλιότερα μάλιστα, από Φρεντ Αστέρ, Τζίντζερ Ρότζερς κ.λπ.

Έτσι, ακριβώς.

Ναι, αλλά ποια ήταν η τότε ελληνική πραγματικότητα; Το '60 ήταν μια ταραγμένη περίοδος, κοινωνικά και πολιτικά. Μόνο στο μιούζικαλ δεν θα εναπόθετε τις ελπίδες του ο κόσμος.

Λέω ότι οι ταινίες αυτές είχαν σχέση με το ελληνικό περιβάλλον, αφού, αν θυμάστε, τα σενάρια όλα ξεκινούσαν από μια γειτονιά με μία που ήθελε να παντρευτεί. Μια καταγραφή της μικροαστικής συνθήκης, με εμβόλιμα τα χορευτικά και τα τραγούδια. Από κει και πέρα, σ' εκείνη την ηλικία δεν ήμουν σε θέση να κρίνω, ούτε καν να ξεχωρίσω, αν το μιούζικαλ αναπτύχθηκε για να δώσει μια ελπίδα στον λαό, μια χαρά μέσω του σινεμά. Τώρα που μου το λέτε και το σκέφτομαι, έχετε δίκιο.

Υπήρξατε ανταγωνιστική στη δουλειά σας;

Ποτέ! Ούτε τότε, ούτε μετά, στο θέατρο, ούτε και μέχρι πρότινος. Τα «θέλω» μου είχαν να κάνουν μόνο με ρόλους που ήθελα να παίξω στη σκηνή. Κατά έναν τρόπο, πάλι, έβαζα στόχους και τους πετύχαινα. Όταν έπαιξα στην Επίδαυρο, λόγω Ευαγγελάτου, εκπληρώθηκε άλλο ένα «θέλω» μου που δεν το πίστευα! Είτε ήταν η παλιά σκηνή του Εθνικού, είτε η νέα σκηνή, είτε η Επίδαυρος, είτε και το θέατρο της Δωδώνης, αυτές ήταν οι χαρές μου εμένα. Ουδέποτε είχα αντιπαλότητες με συναδέλφους. Κάτι έλεγε ο Δαλιανίδης ότι με το ζόρι πείστηκε η Αλίκη κι έβαλαν κι άλλες κοπέλες ηθοποιούς δίπλα της στην ταινία «Η ψεύτρα», αλλά εγώ δεν το 'νιωσα αυτό. Καλό για μένα!

Μου κάνει εντύπωση που συνομιλώ με μια ηθοποιό της «χρυσής εποχής» του Φίνου, η οποία θυμάται κάπως αποστασιοποιημένη την εν λόγω εποχή.

Μα, και για μένα, οι ηθοποιοί της εμβέλειας Λογοθετίδη ήταν μύθοι. Ούτε είχα γνωρίσει κάποιον απ' αυτούς, σαν τον Αυλωνίτη λόγου χάριν. Θυμάμαι μόνο ότι από καθαρή σύμπτωση έβλεπα να περνάει από το πατρικό μου ο Χρήστος ο Ευθυμίου.

Γλυκύτατη φιγούρα ήταν αυτός!

Ναι, τον θυμάμαι να πηγαίνει στο μπακαλικάκι όπου πηγαίναμε κι εμείς, να παίρνει κρασί, να κάθεται σ' ένα τραπεζάκι και να το πίνει. Πάλι σαν φιγούρα θυμάμαι να περνάει από το σπίτι μας, με το αριστοκρατικό παρουσιαστικό του, ο αδερφός του ηθοποιού Γιώργου Παππά, επίσης ηθοποιός.

Καλώς ή κακώς, ζήσατε μες στη χούντα. Είχατε πολιτική συνείδηση;

Με την έννοια της ενεργοποίησης, όχι. Είχα μωρό παιδί τότε και δεν υπήρξα πολιτικοποιημένη, όπως θα έπρεπε τουλάχιστον. Δεν το λέω με τύψεις, αφού έτσι ήταν η ζωή μου. Συνάδελφοι, όμως, ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα από τη χούντα, σταμάτησαν την τέχνη τους και βασανίστηκαν. Η Κίττυ Αρσένη, ο Παράβας και πολλοί-πολλοί άλλοι.

Πως είδατε το πέρασμα από το λαϊκό σινεμά του Φίνου στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο του Θόδωρου Αγγελόπουλου;

Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ ο Αγγελόπουλος. Έχω χάσει ταινίες του που τις ψάχνω και τις βλέπω. Εκτιμώ και το σινεμά του Βούλγαρη, που γνωριζόμαστε πάρα πολλά χρόνια, αφού ήταν βοηθός του Δαλιανίδη, όπως και ο Τάσιος. Η ατμόσφαιρα όμως του Αγγελόπουλου και όλη αυτή η ποιητική ματιά του με τρελαίνουν.

Τι σας αρέσει ακριβώς;

Η εσωτερική ερμηνεία που αποσπά από τους ηθοποιούς του. Θα ήθελα πάρα πολύ τη συμμετοχή σε μια τέτοια ατμόσφαιρα. Δυστυχώς, δεν την έζησα.

Αν, τώρα, σας έλεγα ότι θα πρέπει να διαλέξετε μεταξύ των εξής δύο πραγμάτων, να είχατε κάνει τις ταινίες που κάνατε με τον Φίνο ή να είχατε πρωταγωνιστήσει μόνο σε μία ταινία του Αγγελόπουλου, τι θα διαλέγατε;

Εσείς τι λέτε ότι θα διάλεγα; Τον Αγγελόπουλο φυσικά!

Τόσο εύκολα διαγράφετε με μια μονοκοντυλιά το παρελθόν σας;

Δεν το διαγράφω! Είναι σαν να μου λέτε να διαλέξω ανάμεσα σ' ένα κουτί σοκολάτες ή ένα κουτί κουραμπιέδες – εγώ θα διάλεγα αυτό που αρέσει περισσότερο! Την αλήθεια θα 'λεγα! Σας είπα, δεν έχω απωθημένα, έπαιξα στην Επίδαυρο, στο Ηρώδειο, εκπλήρωσα όνειρα στο θέατρο. Το μόνο που μου έλειψε ήταν το ρεπερτόριο του Καρόλου Κουν. Μου έλειψε ένας Τενεσί Ουίλιαμς! Επίσης, μπορεί ως παιδί να έκανα ταινίες, μπορεί να έκανα καλό θέατρο μετά, την εποχή όμως που γίνονταν οι βιντεοκασέτες και οι ηθοποιοί έπαιρναν πολλά λεφτά, εγώ δεν έκανα ούτε μία. Δεν ήταν ότι απαγορευόταν λόγω του Εθνικού όπου έπαιζα, αλλά αισθητικά δεν ήθελα να το κάνω. Αντιμετώπισα πρόβλημα οικονομικό, που υπήρχε και υπάρχει και που τελευταία έχει χειροτερέψει. Προτιμώ όμως να κάτσω σπίτι μου, να διαβάσω, να πιω τσάι, να μην κάνω τίποτα από το να κάνω κάτι έξω από μένα.

Σκεφτείτε, δηλαδή, να είχατε παίξει σε βιντεοκασέτες και να το 'χατε βάρος στη συνείδησή σας τόσο που έχουν απαξιωθεί οι ταινίες αυτές.

Δεν βαριέστε... Δεν πάθανε και καμιά μεγάλη ζημιά οι ηθοποιοί που τις κάνανε. Μια μικρή ζημιά ίσως έγινε στην καλλιτεχνική τους υπόσταση, αλλά, από κει και πέρα, μήπως δεν δουλέψανε;

Λίγο το 'χετε να αμαυρωθεί η καλλιτεχνική υπόσταση κάποιου; Τελικά, για όλα μιλάτε αποστασιοποιημένα.

Να ξέρετε όμως ότι είναι δύσκολο αυτό. Και επίπονο. Αναγκάζεσαι να περνάς δύσκολες ώρες λόγω των επιλογών σου μ' αυτά τα μυαλά.

Φτώχεια έχετε περάσει; Μιλάμε για φτώχεια-φτώχεια, όμως.

Ε, βέβαια. (σ.σ. με έμφαση)

Κι εκεί τι κάνατε;

Τίποτα. Όσο λιγότερες κινήσεις μπορούσα, τόσες ώστε να μη χάσω το οξυγόνο μου.

Να σας πάω σε κάτι άλλο τώρα. Μπαίνοντας στο Google για να βρω παλιότερες συνεντεύξεις σας, έπεφτα συνέχεια πάνω σε τρανταχτούς gossip τίτλους του στυλ «Η Χλόη Λιάσκου δεν μιλάει με την κόρη της» – δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό, το ερώτημά μου είναι άλλο: έχοντας δώσει πολλές συνεντεύξεις, υποθέτω, πόσο νομίζετε ότι έχει ξεφτιλιστεί πια το λειτούργημα του δημοσιογράφου;

Αποφεύγω τα πολλά-πολλά τα τελευταία χρόνια. Λέγεται κάτι δυσάρεστο και μόνο αυτό κρατιέται. Λες εκατό πράγματα και μένουν μόνο τα δύο, κι αυτά παραποιημένα. Πλέον δίνω σπάνια συνεντεύξεις κι αυτή εδώ η συνάντησή μας είναι μια εξαίρεση. Μου αρέσει να συζητώ με ανθρώπους σε άλλο επίπεδο. Ειδάλλως, σε πυροβολούν μετά, σε καλούν εδώ κι εκεί χωρίς να 'χεις να πεις κάτι. Δεν έχετε δει τους δημοσιογράφους στην τηλεόραση; Τελείως άκυρες ερωτήσεις σε άκυρες στιγμές. Πάει ένας ηθοποιός να δει μια παράσταση και τον περιμένουν απ' έξω να τους πει τα προσωπικά του ή τι κάνει ο φίλος της φίλης του... Απαίδευτοι άνθρωποι. Ευτυχώς που δεν έχω υποφέρει στη ζωή μου από το lifestyle, αφού κρατήθηκα συνειδητά απ' έξω. Τα άλλα, αν σε βρουν εκεί που τρως ξαφνικά, να ξέρετε ότι είναι στημένα.

Μην ξεχάσουμε να αναφερθούμε στον Νίκο Κούνδουρο. Στην ουσία, είστε δική του ανακάλυψη, πριν και από τον Φίνο ακόμα, κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν.

Έτσι είναι. Στον Κούνδουρο χρωστάω το μετέπειτα look μου στον κινηματογράφο. Αν δεν με έκανε ξανθιά, όπως με ήθελε για μια ταινία του, μπορεί να τα 'χα καστανά τα μαλλιά μου αργότερα. Ο Κούνδουρος είχε έρθει στη σχολή χορού για να δει τον φίλο του τον Θανάση Βέγγο που ετοίμαζε τότε κάτι με τη συμμετοχή κοριτσιών της σχολής. Εγώ ήμουν 13 ετών και με ήθελε για την ταινία «Δάφνις και Χλόη» που μετονομάστηκε σε «Μικρές Αφροδίτες». Για τρία χρόνια κάναμε περίπου 2.000 φωτογραφίσεις και πρόβες. Άργησε, όμως, κι όταν γυρίστηκε η ταινία του εγώ είχα μεγαλώσει και δεν έκανα για τον ρόλο. Είμαστε φίλοι μέχρι σήμερα, επικοινωνούμε και φυσικά εκτιμούσα από τότε την ιδιαιτερότητα και τη σπουδαιότητα του έργου του.

Μη μου πείτε ότι δεν σας είχε ερωτευθεί ο Κούνδουρος! Τόσο η ισχυρή θηλυκή παρουσία όσο και ένα παιδοφιλικό στοιχείο υπήρχαν στις «Μικρές Αφροδίτες», με την ίδια λογική της λατρείας για το 13χρονο κορίτσι στο ποιητικό έργο του Εμπειρίκου.

Ρωτήστε τον ίδιο καλύτερα (σ.σ. χαμογελάει). Με τον Κούνδουρο κάναμε στενή παρέα και ξέρω ότι και ο Φίνος σεβόταν τη δουλειά του. Με έβγαζε έξω ως νέα κοπέλα που ήμουν κι έτσι γνώρισα τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Νίκο Γκάτσο. Τότε πάλι δεν είχα επίγνωση του μεγέθους τους και πολλά χρόνια αργότερα κατάλαβα ποιους ακριβώς μού έλαχε να γνωρίσω από κοντά. Επίσης, παρόλο που ο Νίκος δεν δούλευε ποτέ με εμπορικές ηθοποιούς, δεν νομίζω να τον είχε ενοχλήσει η θητεία μου στις ταινίες του Φίνου.

Την τελευταία τριετία σάς έχει κερδίσει η τέχνη της φωτογραφίας. Πώς ακριβώς και γιατί;

Μου άρεσε ανέκαθεν η φωτογραφία, αλλά δεν είχα ιδιαίτερη γνώση. Ήθελα να «φυλακίσω» μία στιγμή, μία εικόνα, αλλά μέχρι εκεί. Μια φίλη μού χάρισε μια μηχανή και συμπτωματικά μπήκα σε ένα φόρουμ φωτογραφίας στο Ίντερνετ. Πήγα από κει, μου άρεσε και αποφάσισα να ασχοληθώ. Συνειδητοποιώ τώρα ότι περνάω στον δρόμο, βλέπω κάτι και λέω πως αν δεν είχα την αγάπη αυτή ή το χόμπι, όπως θέλετε πείτε το, δεν θα έβλεπα έτσι τα πράγματα. Δεν σκέφτομαι να κάνω έκθεση, αν και θα μπορούσα να συμμετάσχω σε ομαδική έκθεση με ένα συγκεκριμένο θέμα.

Τι σας αρέσει να φωτογραφίζετε: ανθρώπινα πορτρέτα, στιγμές της πόλης μας;

Μου αρέσει πολύ η φωτογραφία του δρόμου. Έχω εμμονή με τα παράθυρα, τα γκρεμισμένα σπίτια, λατρεύω τα Αναφιώτικα και τα σοκάκια, τα ακροκέραμα και την αγριεμένη θάλασσα, ένα φύλλο πεταμένο στη γη. Συχνά φοράω μια φόρμα, αθλητικά παπούτσια και κάνω τη διαδρομή Κυψέλη - Πλάκα με τα πόδια και πίσω πάλι, φωτογραφίζοντας!

Είναι καλό και ως σωματική άσκηση αυτό.

Γυμναζόμουν πολύ μέχρι πρότινος, πλέον όχι. Συνειδητά όμως απέχω από το κρέας την τελευταία 30ετία. Κι αυτό προέκυψε στο πλαίσιο των πιο εσωτερικών μου αναζητήσεων που λέγαμε στην αρχή. Τρέφομαι με τα ζωικά παράγωγα, αλλά σήμερα δεν το συζητώ καν, είναι αδιανόητο να τρέφεσαι με σκοτωμένα ζώα.

Ξέρετε ότι ο λόγος σας έχει μια μουσικότητα; Ποια η σχέση σας με την τέχνη της μουσικής;

Γύρω στο '65-'66 χτύπησε το τηλέφωνό μου. «Η κυρία Λιάσκου; Πατσιφάς εδώ!». «Πείτε μου, σας ακούω!». «Να έρθετε στη Lyra να σας κάνω δίσκο στο Νέο Κύμα. Είμαι ο Αλέκος Πατσιφάς». Του είπα: «Ευχαριστώ πολύ, αλλά εγώ ετοιμάζομαι για το Εθνικό, δεν με ενδιαφέρει να γίνω τραγουδίστρια». «Ποιο Εθνικό; Να έρθεις στη Lyra να πεις τραγούδια». Τελικά δεν πήγα και κρίμα, γιατί θα μπορούσα να τον έχω συναντήσει τον άνθρωπο. Αργότερα, στο θέατρο, είπα τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη για το έργο «Ένας Όμηρος» του Μπρένταν Μπίαν. Αυτή ήταν η σχέση μου με το τραγούδι κι εκεί έμεινε, καθώς στο μπάνιο μου τραγουδώ καλύτερα (γέλια). Λατρεύω όμως τη Μαρία Κάλλας και την κλασική μουσική, όπως και τη μελωδία που έχουν οι ροκ μπαλάντες.

Σας διέπει μια σπάνια εσωτερικότητα. Πώς κερδίζεται αυτό;

Ίσως με το να ξυπνάω το πρωί και να παρατηρώ το μυρμήγκι προς τα πού θα κινηθεί για να πάει στη δουλειά του. Τη φύση όταν γελάει και όταν θυμώνει. Βγαίνω στη βεράντα μου και η πρώτη κίνηση που θα κάνω θα είναι να μυρίσω το γιασεμί μου. Μου αρέσουν πολύ τα λουλούδια και τα αρώματα. Λατρεύω τα ζώα, επίσης. Έχω δύο σκυλιά και έναν γάτο που κάθομαι και τα παρατηρώ κι αυτά και καταλαβαινόμαστε από μία κίνηση. Όλο αυτό είναι η φύση για μένα!

Σας έχει απασχολήσει η πίστη στη μετεμψύχωση;

Κανείς δεν ξέρει τι υπάρχει μετά και αυτό είναι μια μόνιμη αγωνία του ανθρώπου. Θα ήθελα να με βρει ο θάνατος στον ύπνο, συνθήκη καλή γι' αυτόν που φεύγει, οδυνηρή ωστόσο για τους οικείους του. Είναι άλλο το τέλος και άλλο το να είσαι καλά μέχρι το τέλος. Αν μετεμψυχωνόμουν, πάντως, θα ήθελα να μεταφερόμουν στην εποχή της μπελ επόκ, που μου ταιριάζει, πιστεύω.

Ως γυναίκα πάλι ή ως άντρας;

Όχι ως άντρας, ως γυναίκα. Δεν θα 'θελα να ήμουν άντρας, καλά είμαι ως γυναίκα. Αυτό που θα ήθελα θα ήταν μια επόμενη ζωή με λιγότερα προβλήματα και άγχη, μια όσο το δυνατόν πιο εξιδανικευμένη ζωή.

Έχετε καλλιτεχνικά όνειρα σήμερα, κ. Λιάσκου;

Θα ήθελα να κάνω θέατρο και κινηματογράφο, αλλά μόνο σε κάτι που θα μου άρεσε. Είχα προτάσεις και πολλές κιόλας, που τις απέρριψα, καθότι δεν με εξέφραζαν. Να ξαναζήσω το ραδιόφωνο επίσης, όπως το έζησα όμως με παραγωγές δικές μου. Δεν υπάρχουν πια αυτά που κάναμε. Εκπομπές για ποίηση, για θέατρο.

Εύχομαι να είστε καλά και να τα πραγματοποιήσετε, έχετε όλο τον χρόνο.

Σας ευχαριστώ πολύ και χάρηκα ειλικρινά για τη γνωριμία μας.

* Πρώτες δημοσιεύσεις: LIFO.gr (2016) και στο βιβλίο «Οι_10» (2021, εκδόσεις Άπαρσις)