Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2024

Ερρίκος Λίτσης: «Είμαι ένας καλός ηθοποιός νομίζω που προσπαθώ για το καλύτερο»

Ο Ερρίκος Λίτσης είναι ένας απ’ τους πιο επιτυχημένους ηθοποιούς – καρατερίστες που εμφανίστηκαν από το 2000 και μετά. Χαρακτηριστικός ακόμη ως προς την εκφορά του λόγου του, την ίδια του την όψη, ακόμη και την απεύθυνση του βλέμματος του όποτε παίζει σε κινηματογράφο, θέατρο και τηλεόραση. Άνθρωπος εκ φύσεως ήπιος και γλυκομίλητος, ουδεμία σχέση δηλαδή με τον φωνακλά Πατέρα Φαμίλια του «Σπιρτόκουτου» που τον έκανε ευρέως γνωστό. Είναι η δεύτερη σαιζόν που ο μονόλογος «Ο Μάκης» του Βασίλη Κατσικονούρη ανεβαίνει στη σκηνή με τον ίδιο πρωταγωνιστή και ένα…ψάρι σε ρόλο παρτενέρ του. Στη συνέντευξη του ο Λίτσης δεν θα ήταν δυνατό να μην αναφερθεί στη συνεργασία του με τον Γιάννη Οικονομίδη σε δύο εμβληματικές ταινίες, στη δραστηριότητα του με τα θεατρικά και τηλεοπτικά πράγματα, καθώς και στην ισραηλίτικη καταγωγή του.

Έτσι όπως σας έχω απέναντι μου, θα ήθελα να σας έβλεπα σε μια φωτογραφία όπως θα ήσασταν 20 χρονών.

Στα 20 μου είμαι εμφανισιακά ένας Δημήτρης του «Σπιρτόκουτου» είκοσι χρόνια νεότερος. Με γυαλιά μυωπίας και με πιο πολλά μαλλιά, το στυλ ίδιο όμως.

Που γεννηθήκατε, κύριε Λίτση;

Είμαι γέννημα θρέμμα Άνω Πετράλωνα. Ήμασταν τρία αδέρφια που τώρα έχουμε μείνει τα δύο. Η αδερφή μου η συχωρεμένη πέθανε πριν δέκα χρόνια. Λεγόταν Ρεγγίνα Λίτση κι έπαιζε ένα ρολάκι στο «Με την ψυχή στο στόμα». Τη γνώρισε ο Οικονομίδης εκτός γυρισμάτων, τότε που κάναμε στενή παρέα, και υπήρξε μία συμπάθεια μεταξύ τους. Ήταν περσόνα η αδερφή μου, έφτιαχνε και πολλά χειροτεχνήματα.

Πρόλαβαν να σας δουν οι γονείς σας σ’ αυτή την ταινία;

Οι γονείς μας πέθαναν πριν προλάβω να γίνω ηθοποιός. Αυτό ήταν το κουμπί που πατήθηκε στη ζωή μου ώστε να γίνω επαγγελματίας ηθοποιός. Τη δεκαετία του ΄80 έπαιζα μ’ έναν ερασιτεχνικό θίασο στην Εστία Νέας Σμύρνης. Είχαν έρθει οι γονείς μου, ενώ εγώ έκανα διάφορα άλλα επαγγέλματα για την επιβίωση. Το ’96 πεθαίνει η μητέρα μου και ένα χρόνο αργότερα, το ’97, ο πατέρας μου. Η μητέρα μου από ατύχημα και ο πατέρας μου από ασθένεια. Ήταν οι απώλειες που κίνησαν μέσα μου έναν υπαρξιακό μηχανισμό, αφού από το ’90 μέχρι και το θάνατο του πατέρα μου ήμουν DJ σε ελληνάδικο. Η τελευταία δουλειά μου πριν ανακατευτώ πεισμωμένα με την υποκριτική. Έπιασα δουλειά ως DJ σ’ ένα μπαρ στα Άνω Πετράλωνα κι έπαιζα ροκ, αλλά ο ιδιοκτήτης με εκπαίδευσε και έγινα «σκύλος». Είχα πάει 42 ετών και αναρωτιόμουν «τώρα τι κάνω; Παίζω καρσιλαμάδες σε σκυλόμπαρα; Πρέπει κάτι άλλο να κάνω, η ζωή τελειώνει»! Εκεί συνειδητοποίησα πως ξαφνικά υπάρχει ταβάνι πάνω απ’ το κεφάλι μου. Είχαν φύγει οι γονείς μου που πάντα έλεγα ότι προηγούνται. Με την παρότρυνση του θεατρικού συγγραφέα και παιδικού φίλου, του Γιάννη Τσίρου, πήγα στο Θέατρο των Αλλαγών και παρακολούθησα μαθήματα υποκριτικής. Το 1999-2000 έκανα κάποιες μικρές εμφανίσεις σε τηλεοπτικά ώσπου έγινε η μοιραία συνάντηση με τον Οικονομίδη, που μου άνοιξε καλλιτεχνικό δρόμο ώστε να μιλάμε σήμερα οι δυο μας. Αμέσως μετά το «Σπιρτόκουτο», όμως, έκανα και ένα διαφημιστικό για εταιρεία κινητής τηλεφωνίας δίπλα στον Θανάση Βέγγο. 

Τελειώσατε κάποια σχολή;

Τελείωσα τη σχολή στατιστικής στην Ανωτάτη Βιομηχανική. Ήταν τα χρόνια που λέγανε οι γονείς ότι έπρεπε να έχω ένα πτυχίο. Στην πολυκατοικία είχαμε ένα φοιτητή της Ανωτάτης Βιομηχανικής και μου έκανε φροντιστήριο στο σπίτι. Πήρα το πτυχίο μου, γράφτηκα στη διοίκηση επιχειρήσεων, αλλά στο τρίτο έτος τα παράτησα και πήγα στρατιώτης. Μετά το στρατό πήγα στο Ισραήλ για να ξεκουραστώ. Γιατί στο Ισραήλ; Καταρχάς είμαι Ισραηλίτης, Έλληνας Εβραίος. Ο πατέρας μου απ’ την Ξάνθη και η μάνα μου απ’ την Αργαλαστή του Βόλου, Εβραίοι και οι δύο απ’ τα βάθη του χρόνου. Οι ρίζες της μάνας μου από Κέρκυρα και του πατέρα μου από Διδυμότειχο. Στο ολοκαύτωμα έχασαν πολλούς δικούς τους, όταν κατέβηκαν το ΄40 στην Αθήνα. Το ΄46 επιζήσαντες συγγενείς του πατέρα μου μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη με καΐκι από το Λαύριο – δύο μέρες ταξίδι, ανάλογο με τα σημερινά ταξίδια των προσφύγων στην Ελλάδα. Το ’48 έγινε το κράτος του Ισραήλ υπό ένα προβληματικό καθεστώς που δεν είναι επί της παρούσης να το συζητήσουμε. Ο πατέρας μου στην Κατοχή, ας πούμε, λεγόταν Νικολάκης. Ο Άγγελος Έβερτ, αρχηγός της αστυνομίας και δωσίλογος, έβγαζε και καμιά ταυτότητα στους Εβραίους, γλίτωνε κόσμο δηλαδή. Μυστήρια πράγματα. Ήδη στο Ισραήλ βρισκόταν ο αδερφός μου και σπούδαζε στο πανεπιστήμιο του Ισραήλ.

Μιλάτε εβραϊκά;

Μιλάω, αν και δεν ξέρω να γράφω και να διαβάζω. Και στο θρήσκευμα Ισραηλίτης είμαι. Πήγα, λοιπόν, για διακοπές εκεί και έμπλεξα με δουλειές του ποδαριού. Τρία χρόνια σπαστά έμεινα.  Δούλεψα κλητήρας, όπως και σε μια ελληνική ταβέρνα του Τελ Αβίβ. Μεσολάβησαν τα γεγονότα στον Λίβανο που μου δημιούργησαν μία πολιτική απέχθεια, αφού όλο αυτό το στρατόκαυλο κλίμα εμένα με ξένιζε. Δεν μπορούσα να προσαρμοστώ ερχόμενος από μία Ελλάδα του πρώιμου ΠΑΣΟΚ, που όλα άνθιζαν. Κι ο αδερφός μου με τη γυναίκα του γύρισαν στην Ελλάδα όταν τελείωσαν τις σπουδές τους. Εγώ είχα γνωρίσει και μια κοπέλα Ισραηλινή, γίναμε ζευγάρι και μ’ ακολούθησε στην Ελλάδα. Παντρευτήκαμε και χωρίσαμε μετά από 25 χρόνια. Ακόμη έχουμε επαφές. Όταν ξανάρθα, δούλεψα στο εμπόριο βιντεοκασέτας παράλληλα με το ερασιτεχνικό θέατρο. Προσπάθησα με παραγωγούς βιντεοκασέτας να μπω στην υποκριτική και ένας απ’ αυτούς με κάλεσε να συμμετάσχω σε ένα γύρισμα. Του ζήτησα ένα σενάριο, κάτι να έβλεπα, αλλά αυτός μου απάντησε: «Έλα, μωρέ μαλάκα, ο Βουτσάς παίζει. Τι σενάριο θες;» Τελικά δεν πήγα και έχασα την ευκαιρία να μπω στο χώρο που μπορεί όμως να χανόμουν. Επίσης είχα ένα καλό φίλο, που δε ζει πια, ο οποίος έπαιζε με τον Γιώργο Κωνσταντίνου. Του’χα πει να του μιλούσε για μένα, ξέρετε πως πάνε αυτά. Το ’89 έρχεται η ιδιωτική τηλεόραση και τελειώνει η ιστορία με τη βιντεοκασέτα, οπότε άλλαξα δουλειά και έγινα DJ. Ήδη έπαιζα σ’ ένα μαγαζί στην Ίο ροκ, μπλουζ και ρέγγε. Με το φτυάρι μαζεύαμε τους θαμώνες απ’ τους δρόμους. Τελικά πιάσαμε δουλειά μαζί με την πρώην γυναίκα μου στα Πετράλωνα, εκείνη στο μπαρ κι εγώ DJ. Μετά από κάνα μήνα, έπαιζα Beatles και μου ζητούσαν Μητροπάνο κι εγώ δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Έτσι ο ιδιοκτήτης με εκπαίδευσε στα λαϊκά, επειδή όμως ήταν ωραίος μάγκας έμεινα κοντά του. Μέχρι σήμερα έχουμε επικοινωνία. Άλλαξα μερικά μαγαζιά και πέρασα μια μεγάλη στενοχώρια με το θάνατο των γονιών μου. Ευτυχώς μου συμπαραστάθηκαν οι φίλοι μου που μου είπαν: «Προχώρα, αλλού είσαι εσύ».

Το είχατε όμως μεράκι το θέατρο;

Βρήκα ένα γράμμα απ’ το στρατό που έγραφα στη μάνα μου: «Εγώ μια μέρα θα γίνω διάσημος και θα το θυμηθείς». Ήξεραν οι δικοί μου τη μούρλα μου με τα της υποκριτικής. Το πρώτο σήριαλ που έπαιξα ήταν ένα επεισόδιο με τη Ζωή Λάσκαρη, που ακόμη έχω τη σκηνή σε VHS. Ύστερα έπαιξα σε μια μικρού μήκους ταινία με τον Περικλή Μουστάκη, παλιό συμμαθητή μου, και την Πέμυ Ζούνη. Τότε όλοι αυτοί ήταν σπουδαίοι, ενώ εγώ μόλις ξεκινούσα. Σε ακόμη ένα σήριαλ έπαιξα με τον Τάκη Μόσχο, σε δύο επεισόδια εκείνη τη φορά. Είχα σεβασμό απέναντι σ’ αυτούς τους φτασμένους ηθοποιούς.

Είναι απαραίτητος ο σεβασμός στους μεγαλύτερους;

Ο καθένας εκτιμάει ότι θέλει και όπως θέλει. Με τον Οικονομίδη έπεσα πάνω σ’ ένα σκηνοθέτη που είχε όραμα και θ’ άλλαζε το τοπίο. Με την καθοδήγηση του Γιάννη, μου άνοιξε ένας δρόμος υποκριτικής. Αμέσως μετά τον Οικονομίδη, ο πρώτος σκηνοθέτης που μου πρότεινε ρόλο ήταν ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. Ήταν σαν να έπαιζες κιθάρα και να σε καλούσε να παίξεις μαζί του ο Μικ Τζάγκερ (γέλια). Λάτρευα τα «Χρώματα της Ίριδος» και τους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» σε εποχές που ούτε καν φανταζόμουν ότι μπορεί κάποτε να παίξω κι εγώ στο σινεμά. Ο Παναγιωτόπουλος με ζήτησε να παίξω στο «Delivery», μία πραγματικά πολύ καλή ταινία του.

Ας πάμε όμως στο «Σπιρτόκουτο».

Πέφτω πάνω στον Οικονομίδη και στη στιγμή που ήθελε να κάνει μία ταινία. Υπήρχε το story, αλλά δεν υπήρχαν οι διάλογοι που προέκυψαν μέσα από πρόβες και αυτοσχεδιασμούς. Κάναμε πρόβες και καταλήξαμε σε μια παρτιτούρα. Αν και δεν ήξερα από σινεμά, καταλάβαινα ότι γινόταν κάτι ιδιαίτερο απ’ τον τρόπο που δουλεύαμε. Μου έδωσε κάποια στιγμή μια βιντεοκασέτα ο Γιάννης που περιείχε τα πρώτα μονταρισμένα λεπτά της ταινίας. Έμεινα κόκαλο! Όταν τα κάναμε δεν καταλάβαινα…Είδα τον εαυτό μου και στο καπάκι τηλεφωνώ του Τσίρου: «Γιάννη, έχω την εντύπωση πως ο Οικονομίδης έφτιαξε κάτι πολύ καταπληκτικό, πάμε για κάτι πολύ δυνατό». Το 2002 έγινε μεταμεσονύκτια προβολή στη Θεσσαλονίκη με αντιδράσεις, από γιουχαΐσματα μέχρι επευφημίες. Ένα χρόνο μετά το «Σπιρτόκουτο» πήρε το βραβείο της ΠΕΚΚ και όλα τα άλλα βραβεία πήγαν στην «Πολίτικη Κουζίνα». Ήταν σαν να διαγωνιζόταν η Ρεάλ με τον Πανιώνιο.

Η αναγνώριση ήρθε αμέσως μετά το «Σπιρτόκουτο»;

Ναι, αμέσως μετά με κάλεσε ο Παναγιωτόπουλος, όπως σας είπα. Μεταξύ του «Delivery» και της «Ψυχής στο στόμα» μεσολάβησαν κάποιοι μικρότεροι ρόλοι σε άλλες ταινίες του Νιζήρη, του Σταύρακα και της Μασκλαβάνου.

Φοβηθήκατε μην μπείτε σε μια μανιέρα; Του φωνακλά, του σκληροτράχηλου…

Ναι, το είχα πάντα στο μυαλό μου αυτό. Στο «Delivery» έκανα κάτι τελείως άλλο, έναν τύπο που πουλούσε νερά στο κέντρο. Σε όλα τα άλλα, όμως, έβγαζα αυτή τη μαγκιά, έχοντας θητεύσει για χρόνια στο ελληνάδικο, που έλεγα. Μου έμεινε ακόμη και στον τρόπο που μιλούσα και γι’ αυτό με ήθελαν κι οι άλλοι σκηνοθέτες πέρα απ’ το όποιο ταλέντο μου. Έχω πιο εύκολο, ας πούμε, απ’ άλλους ηθοποιούς να πω την ατάκα: «Με θεωρείς μαλάκα;»

Εσείς ήσασταν αθυρόστομος άνθρωπος;

Όχι. Ούτε καν φωνακλάς δεν είμαι. Αντιμετωπίζω με ψυχραιμία τα πράγματα και αυτό ήταν το ωραίο, το ότι έμπαινα μέσα σε άλλους χαρακτήρες. Το 2004 ξεκινάμε με τον Γιάννη μια δεύτερη ταινία. Και λέω «ξεκινάμε» και όχι «ξεκινάει», γιατί με τον Γιάννη πηγαίναμε και λίγο πακέτο τότε, τόσο καλλιτεχνικά, όσο και σαν άνθρωποι. Η φοβερή ιδέα του Γιάννη ήταν να κάνει μία διασκευή στο «Βόιτσεκ», η ρίζα δηλαδή της «Ψυχής στο στόμα». Ο ήρωας στρατιώτης του «Βόιτσεκ», που τον είχαν της σφαλιάρας, έγινε ο καταπιεσμένος μικροαστός που τον κερατώνει η γυναίκα του. Πάλι δουλέψαμε με αυτοσχεδιασμούς και λίγο μετά ήρθαν ο Μουρίκης και ο Ξηκομηνός, πολύ καλοί ηθοποιοί. Για να'μαι ακριβής με τον Ξυκομηνό ξεκινήσαμε τις πρόβες και ο Μουρίκης προστέθηκε προς το τέλος. Ήταν πολύ σημαντική η συνεισφορά του Ξυκομηνού, αφού επρόκειτο αρχικά να έχει το ρόλο του Μουρίκη. Πιστώνω στον Οικονομίδη – κι ας τον έχω λίγο στη μπούκα τα τελευταία χρόνια (γέλια) – το ότι από έναν μικροαστό νταή με γυαλάκια με έκανε με ξυρισμένο κεφάλι και με μουστάκα που δε βγάζει άχνα. Ήταν μάστερ στην υποκριτική για μένα αυτό. Έλεγα μπράβο στον Γιάννη και μπράβο στον εαυτό μου, που άλλαξα σωματότυπο για να μπω στον ρόλο. Καμάρωνα που ήμουν καλός ηθοποιός και ίσως η βελόνα πήδηξε λίγο παραπάνω εκείνη την περίοδο.

Την «ψωνίσατε» δηλαδή;

Βαριά έκφραση είναι αυτή. Ίσως πίστεψα ότι τα είχα μάθει όλα. Από το 2006 έως το 2010 έλεγα ότι την έχω εύκολη την υποκριτική.

Τι συνέπεια είχε αυτό;

Καμία, γι’ αυτό και λέω ότι δεν την «ψώνισα». Δεν ήμουν τηλεοπτικός αστέρας, άλλωστε. Κατάλαβα πως καλό είναι να μην υπερεκτιμούμε κάποια πράγματα.

Αποκτήσατε φιλίες από το χώρο;

Φιλίες με τη στενή έννοια, όχι. Θέλω να πιστεύω ότι με όλους όσοι έχουμε συνεργαστεί, υπάρχει σχέση αλληλοεκτίμησης. Με τον Ξυκομηνό είμαστε ακόμη καλοί φίλοι. Στο μεταξύ, αμέσως μετά την «Ψυχή στο στόμα», με πλησίασε ο Μάκης Παπαδημητράτος για να έπαιζα στο «Τσίου». Του εξήγησα πως ακόμη δεν έχω τελειώσει με την ταινία του Οικονομίδη και μου απάντησε πως θα με περιμένει! Πραγματικά, αναβλήθηκαν τα χειμωνιάτικα γυρίσματα του Παπαδημητράτου και τα κάναμε καλοκαίρι. Έγινε το «Τσίου» με πρωταγωνιστή τον Αλέξανδρο Παρίση. Την άνοιξη του 2006 γίνεται μία θεατρική παράσταση με τον Παρίση και με μένα σε σκηνοθεσία Θάνου Δερμάτη. Παίξαμε μερικές παραστάσεις τον «Κοριό» χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά για μένα ήταν το τυπικό βάπτισμα στο θέατρο. Την επόμενη σαιζόν συμμετείχα στην «Οικογενειακή γιορτή» της Αλίκης Δανέζη- Κνούτσεν στο ρόλο του Πουλ. Έπαιξα μαζί με Αλέξανδρο Μυλωνά, Θέμιδα Μπαζάκα, Γιάννη Στάνκογλου και πολλούς άλλους. Μπήκα σ’ ένα κάστινγκ μεγάλων ηθοποιών στο θέατρο και κάναμε επιτυχία. Από τότε δεν υπάρχει χρονιά που να μην έχω κάνει θέατρο σε μεγάλους και μικρούς ρόλους. Σύνολο: Περίπου είκοσι παραστάσεις.

Σας αρέσει πιο πολύ το θέατρο από τον κινηματογράφο;

Και τα δύο μου αρέσουν, αν και διαφορετικά. Το σινεμά είναι και λίγο..πικ-νικ, πάμε νύχτα σε μια πλατεία και στήνουμε και την επόμενη βγαίνουμε σε μία πλατεία.

Με το χέρι στην καρδιά, θα επιθυμούσατε να παίζατε και στην επόμενη ταινία του Οικονομίδη;

Ήθελα να΄ μαι και στην επόμενη ταινία του, ναι. Του το είχα ζητήσει κιόλας. Είχα πικραθεί λιγάκι, αλλά δεν μου καθόρισε αυτό τη σχέση μου με τον Γιάννη. Εκείνος, όμως, πολύ σωστά ως σκηνοθέτης μου εξήγησε πως είχε διαλέξει άλλο πρόσωπο. Δεν με είχε παντρευτεί κιόλας, παρόλο που συναισθηματικά με πείραξε. Κάναμε μια σκηνή με μένα ως γκεστ στον «Μαχαιροβγάλτη», η οποία στο μοντάζ αφαιρέθηκε και μάλλον καλώς κόπηκε. Ίσως ο Γιάννης το είχε κάνει για να με ευχαριστήσει.

Το θεωρώ πολύ έντιμο εκ μέρους του Οικονομίδη.

Μα ναι, γι’ αυτό και όταν είδα τον «Μαχαιροβγάλτη», δεν μου έλειψε εκείνη η σκηνή. Σιγά – σιγά πήραμε το δρόμο του ο καθένας. Ας μείνουμε σ’ αυτό. Και με το μιούζικαλ του «Σπιρτόκουτου» δεν τα «έχωσα», απλώς είπα πως διαφωνώ. Ποτέ δεν μίλησα άσχημα. Καλύτερα να μην επεκταθούμε, γιατί θα αναγκαστώ να μιλήσω με μισόλογα και δεν θα το ήθελα.

Το αποκλείετε να ξαναδουλέψετε μαζί στο μέλλον;

Σαν πιθανότητα, δεν το πολυβλέπω. Πιστεύω πως το κεφάλαιο «Γιάννης Οικονομίδης – Ερρίκος Λίτσης» έχει κλείσει. Κάναμε και δύο ταινίες που θα μας ακολουθούν για μια ζωή, δεν είναι μικρό πράγμα. Τελειώσαμε με τον Οικονομίδη, πάμε γι’ άλλα (γέλια).

Φτιάξατε τη ζωή σας οικονομικά με την υποκριτική;

Ζούσα μάλλον δύσκολα, έκανα και διαφημιστικά που έβγαζα κάτι διχίλιαρα για να πληρώνω το ενοίκιο μου και να συντηρώ τη μοτοσικλέτα μου. Όταν το 2013 κάηκε το μοτέρ της μηχανής, δεν μπόρεσα να το αντικαταστήσω μέχρι το 2020. Επειδή μεσολάβησε το κάλεσμα από την τηλεόραση, μπόρεσα να το κάνω. Το πρώτο μου μεγάλο σήριαλ ήταν το «10» του Καραγάτση σε σκηνοθεσία Πηγής Δημητρακοπούλου, όπου έπαιξα δίπλα σε καταξιωμένους σπουδαίους ηθοποιούς, σαν τον Καταλειφό, τη Φωτοπούλου, την Πιττακή, τον Ήμελλο, τον Στέργιογλου κ.α. Ακολούθησε ακόμη ένα σήριαλ, το «Θα γίνει της πολυκατοικίας» το 2018 με τον Βασίλη Θωμόπουλο όπου έπαιξα έναν ολόκληρο χρόνο με μηνιάτικο και κάπως ήρθα στα ίσα μου. Ήρθαν αργότερα και τα «Καλύτερα μας χρόνια» με μηνιάτικο επίσης κι έτσι μπορώ να καλύπτω τις ανάγκες μου και να ζω αξιοπρεπώς, όπως και να βοηθήσω κάναν φίλο άμα χρειαστεί. Αγόρασα μια μοτοσικλέτα που δεν είχα και ευτυχώς έχω δικό μου σπίτι. Υγεία να έχω, καλά να είμαι και να περνάμε καλά με την κοπέλα μου, με την οποία είμαστε μαζί τα τελευταία χρόνια και δεν έχει καμία σχέση με το χώρο.

Ερρίκος Λίτσης - Βασίλης Κατσικονούρης
Ας πάμε και στον «Μάκη», το έργο του Κατσικονούρη που έκανε πρεμιέρα την περασμένη εβδομάδα.

Το 2020 έπαιξα στο «Good luck» του Κατσικονούρη στο θέατρο Ραντάρ. Ξεκινήσαμε εκεί, γνωριστήκαμε και κατενθουσιάστηκε έτσι όπως έκανα τον βασικό χαρακτήρα. Έκανα έναν ροκ μάνατζερ – μαϊμού, ο οποίος παραμύθιαζε ένα γκρουπ, τους Good Luck, ότι θα τους έκλεινε σαπόρτ στη συναυλία της Madonna στο Καλλιμάρμαρο. Λόγω πανδημίας, τα θέατρα έκλεισαν και το έργο κατέβηκε απότομα. Το Πάσχα του 2022 συνάντησα ξανά τον Κατσικονούρη.  

Συμμετείχατε και στον «Βασιλιά Λιρ» στο Εθνικό Θέατρο. Ήταν μια δικαίωση κι αυτή.

Εκεί ένιωσα τον Γιάννη Χουβαρδά πραγματικό δάσκαλο και το είπα κιόλας σ’ ένα podcast. Έπαιξα με Νταλιάνη, Ξάφη, Παπαγεωργίου κ.α. Κέρδισα ακόμη ένα σκαλοπάτι, αφού με τον Χουβαρδά κατάλαβα για πρώτη φορά το κείμενο του «Βασιλιά Λιρ». Αυτό είναι μια διδασκαλία από μόνο του.

Στο νέο έργο συμπρωταγωνιστείτε με ένα…ψάρι μέσα σε γυάλα.

Από τα παιδικά μου χρόνια είχαμε ζώα. Η μάνα μου είχε καναρίνια στο σπίτι, ενώ στου Φιλοπάππου έβλεπα χελωνίτσες. Είχα ένα σκύλο για 12 χρόνια ενταγμένος κι αυτός στα χρόνια των απωλειών μου, όταν τον έχασα. Τώρα έχω πάνω από δέκα χρόνια έναν γάτο, τον Μασκούλη.  Μετά τις πρώτες παραστάσεις που κάναμε, έζησα και ένα χρόνο με το ψάρι. Το φρόντιζα και αναπτύξαμε επικοινωνία. Μπορώ αυτή τη στιγμή να παίξω ακόμη και δίπλα σ’ ένα ψαράκι, αφού ξέρω να τοποθετήσω το βλέμμα μου όπου χρειαστεί. Έτσι πρέπει να’ ναι όλοι οι ηθοποιοί, να ξέρουμε που και πως απευθύνεται ο ένας στον άλλον. Θυμηθείτε το κινηματογραφικό παράδειγμα του Τομ Χανκς –  ναυαγού με τη μπάλα. Με τον «Μάκη» ξεκινήσαμε πάλι τα Δευτερότριτα στο θέατρο Αποθήκη. Τέλος, τηλεοπτικά φέτος θα βρίσκομαι στο «Έχω παιδιά». Το όνειρο μου είναι – να σας το πω κι αυτό – να ξαναπαίξω ένα μεγάλο ρόλο σε μια κινηματογραφική ταινία.

Κύριε Λίτση, κλείνοντας, πως θα προσδιορίζατε τον εαυτό σας καλλιτεχνικά;

Δεν ξέρω αν θεωρούμαι «καλτ» ή «αντεργκράουντ». Είμαι ένας καλός ηθοποιός νομίζω, που προσπαθώ για το καλύτερο. Είμαι ένας ηθοποιός που αγαπάω ότι κάνω.

* Η συνέντευξη με τον Ερρίκο Λίτση πραγματοποιήθηκε στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας τον Οκτώβρη του 2024

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

όταν-η-αρλέτα-τραγούδησε-στη-μπήλιω-"δε-θέλω-να-σε-ξαναδώ"


Κακά τα ψέματα, η εκπομπή της Μπήλιως Τσουκαλά που τιτλοφορείται Έχει γούστο, έχει μεγάλη δύναμη σε ότι αφορά τουλάχιστον το προμοτάρισμα των ζωντανών εμφανίσεων των καλλιτεχνών που κατά καιρούς εμφανίζονται εκεί. Θυμάμαι μία σχετικά άγνωστη νεαρή τραγουδίστρια που είχε παίξει σε μικρή μουσική σκηνή και την πρώτη μέρα είχε πενήντα άτομα. Μία εκπομπή με τη Μπήλιω ήταν αρκετή για να γεμίσει το μαγαζί στην αμέσως επόμενη παράσταση της. Γι' αυτό, άλλωστε, όταν εργαζόμουν στο Γραφείο Τύπου του Κύτταρου, κάναμε αμάν να κλείσουμε εμφανίσεις στο Έχει γούστο των καλλιτεχνών που θα έπαιζαν στο ιστορικό rock κλαμπ. Υπάρχουν και αρκετοί καλλιτέχνες που δε γουστάρουν ούτε τη συγκεκριμένη εκπομπή, ούτε την τηλεόραση γενικώς, πολύ δε περισσότερο την επιβεβαίωση ή μη, της αποδοχής τους από τον κόσμο, μέσω του συγκεκριμένου, συχνά φθηνού αισθητικά, τρόπου προβολής. Η Αρλέτα ανήκει σίγουρα στην τελευταία ή μάλλον στις τρεις τελευταίες κατηγορίες! Από καιρό άκουγα φίλους να μιλάνε για τη φοβερή και τρομερή συνάντηση της με τη Μπήλιω στο πλατό της εκπομπής, η οποία θα έκανε σίγουρα την παρουσιάστρια να χάσει τον ύπνο της! Γνωρίζω την Αρλέτα και το πόσο δύσκολη είναι στο να βγει κάθε φορά στην τηλεόραση. Ακόμη, πόσο επιφυλακτική και δύσπιστη είναι με τους δημοσιογράφους, που καλούν καλλιτέχνες στις εκπομπές τους και φαίνεται να έχουν διαβάσει στο πόδι κάποια πράγματα γι' αυτούς, πέντε λεπτά πριν βγουν στον αέρα. Στο παραπάνω απόσπασμα φαίνεται καθαρά η εκ των προτέρων αρνητική στάση της καλλιτέχνιδας και η αμηχανία της οικοδέσποινας. Προσωπικά δε γέλασα καθόλου...Λυπήθηκα τη Μπήλιω και δε θα ήθελα με τίποτα να βρίσκομαι στη θέση της! Κι αυτή, όμως, δεν τό 'κλεινε λίγο, να πάει στο διάολο η όλη φάση! Κάνει κρύο, λέει η Αρλέτα, ναι, για να ζεσταθούν οι καρδιές των ανθρώπων, απαντάει η Μπήλιω σα να πετάει κανονικό τούβλο! Χώρια που δεδομένων των γνωστών κινητικών προβλημάτων της Αρλέτας μετά την περιπέτεια με την υγεία της, τη ρωτάει με το θράσος της άγνοιας αν...περπατάει πολύ! Όχι, γιατί πονάει το πόδι μου, απαντάει η Αρλέτα, μα πρώτα απ' την αντίδραση της καταλαβαίνουμε ότι το έφαγε το τούβλο κατακέφαλα! Υποθέτω πως η Αρλέτα την ίδια μέρα θα είπε το ναι για να πάει στην εκπομπή -τρόπος του λέγειν- και κατόπιν ικεσιών από τους φίλους και συνεργάτες της. Στη διαδρομή θα το ξανασκέφτηκε, θα το μετάνιωσε και θα είπε να δικαιώσει τον χαρακτηρισμό του αντεργκράουντ ογκόλιθου, που της είχαν αποδώσει κάποτε οι συνάδελφοι της, αδερφοί Κατσιμίχα. Γιατί, απ' την άλλη, θέλει κότσια να βγεις στην αγαπημένη τηλεοπτική εκπομπή των μικροαστών κουλτουριάρηδων και να την κάνεις Ανάστα ο Κύριος με τον δικό σου τρόπο. Κάποιοι εύλογα θα ρωτήσουν γιατί πήγε η Αρλέτα, εφόσον δε γούσταρε. Είναι σαν τον Οικονομίδη, που δέχτηκε την υποψηφιότητα του για τα βραβεία της Ακαδημίας, που βραβεύτηκε τελικά και που όταν όμως έκοψαν το δρόμο της ταινίας του απ' τα Όσκαρ, τους πήρε όλους και τους σήκωσε με τις δηλώσεις του. Εδώ, λοιπόν, μπαίνει το σημαντικό ζήτημα της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας, τα χαρακτηριολογικά γνωρίσματα του εκάστοτε καλλιτέχνη, που καλώς ή κακώς ο υπόλοιπος κόσμος δε μπορεί να κατέχει. Ωστόσο, το Έχει γούστο δεν είναι η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου σε καμία περίπτωση και συνειρμικά έγινε ο παραλληλισμός Αρλέτας - Γιάννη Οικονομίδη. Πρόκειται, πάντως, για δύο απόλυτα ιδιοσυγκρασιακούς καλλιτέχνες και ως εκ τούτου απρόβλεπτους και...επικίνδυνους για τη λογική της μάζας ή, έστω, την κοινή λογική.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

γιάννης-οικονομίδης:-τα-όσκαρ-και-όλη-αυτή-τη-φάση-τα-γράφω-στον-πούτσο-μου

Μου φαίνεται, τον τίτλο του από κάτω post θα έπρεπε να τον βάλω σ' αυτό! Όπου χωριό, η περίφημη Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου- τρομάρα μας! -με τη χοντράδα, στην οποία υπέπεσε προχθές το βράδυ! Περί του κόλλα uhu, ο καθείς ας κάνει κατά βούληση τις αντιστοιχίες του. Έχουμε και λέμε, λοιπόν: ενώ ο Μαχαιροβγάλτης του Γιάννη Οικονομίδη σάρωσε τα βραβεία στη φετινή τελετή της Ακαδημίας, κάποιοι, δηλαδή οι ίδιοι που τον βράβευσαν, έκριναν ότι δεν είναι κατάλληλη η συγκεκριμένη ταινία για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στα Όσκαρ! Αντ' αυτού επέλεξαν το Attenberg της Αθηνάς- Ραχήλ Τσαγγάρη, κάτι που επί της παρούσης δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. Όπως έγραψε και η Βένα Γεωργακοπούλου στην Ελευθεροτυπία, την εφημερίδα που κατά κόρον στήριξε τον θεσμό της Ακαδημίας, είναι σα να είπαν του Οικονομίδη, καλή η ταινία σου, αλλά για τον Μικρόκοσμο, όχι για τα Όσκαρ! Ο Οικονομίδης, απ' την άλλη, όπως ήταν αναμενόμενο, λιγότερο για ότι έγινε και περισσότερο για το εκρηκτικό του χαρακτήρα του, ξεσπάθωσε και τα είπε όλα με απολαυστικό, ομολογουμένως, τρόπο στη συνέντευξη του στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου επίσης στην Ελευθεροτυπία. Επιτέλους! Να κι ένας διανοούμενος σ' αυτή τη χώρα που βγαίνει ευθαρσώς και δηλώνει Στον πούτσο μου όλα! Εύγε, Ιωάννη, I like you!

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

κάποτε-&-σήμερα-στα-εξάρχεια

Τα Εξάρχεια δεν είναι πια το μέρος που αγάπησα. Κάποτε τα πρεζόνια τους είχαν κι αυτά τη δική τους δυναμική ενάντια στο σύστημα. Προκαλούσαν έως και δέος σε εμάς τους μικρότερους που περνάγαμε απ' έξω απ' τον κόσμο τους. Σήμερα σου προξενούν οίκτο και θλίψη, ζητιανεύοντας τσιγάρα και κέρματα. Ο Νικόλας Άσιμος κρεμάστηκε στο μαγαζάκι του και μια 20ετία μετά στα περίπτερα ως προσφορά του TV-Tivo. Ευτυχώς που η Γώγου ήταν ποιήτρια και όχι μουσικός κι έτσι τα πνευματικά δικαιώματα της προστατεύονται καλύτερα. Το 1991 βλέπαμε τις ακροαριστερές τοιχοκολλημένες μπροσούρες και παίρναμε δύναμη. Τώρα, τα θεωρούμε γραφικότητες όλα αυτά και χαμογελάμε τουλάχιστον. Προλάβαμε και μερικούς πάνκηδες, παρδαλοβαμμένους και με όρθια ακτινωτά μαλλιά. Ακόμη δε μπορώ να καταλάβω αν άλλαξε η μόδα ή η εποχή, βλέποντας αδιάφορους νεολαίους- αδιάφορους ως προς το στυλ ντυσίματος και, κατ' επέκταση, προσωπικότητας. Κάποτε στα Εξάρχεια συναντιόμασταν στις καφετέριες για ν' ανταλλάξουμε χέρι με χέρι τα βιβλία του Προυστ ή της Μήτσορα με τα βινύλια από το Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου και το Never mind the bollocks των Sex Pistols. Σήμερα, οι θαμώνες των Εξαρχείων διαβάζουν τα free press που προσφέρονται με τα τσουβάλια σε κάθε γωνιά κι αν ανήκουν στους απόλυτα παραδομένους συζητάνε για ποδόσφαιρο, στην καλύτερη, και για το μουσικό σκυλολόι, στη χειρότερη.
Η πλατεία άλλαξε. Αδύνατον να την περάσεις κεντρικά αν δεν θες να σου χαλάσει η διάθεση από τα παρατημένα πρεζόνια. Οι παραπλεύρως φωταγωγημένες κρεπερί είναι δείγμα ευτελούς ευμάρειας. Το μπαράκι που δυο-τρεις φορές είχα πετύχει εκεί τον Γιώργο Σκούρτη και μου επιδείκνυε όλο περηφάνια τα τρελόχαρτα του στρατού, τα οποία άφηναν οι άρρενες θαμώνες, αδυνατώ να καταλάβω αν έγινε φαγάδικο πολυτελείας ή απλά οικοδομή. Μικρά παιδιά πουλάνε χαρτομάντιλα και αναπτήρες ακόμη και βραδυνές ώρες, μεσ' στο κρύο. Κάποτε, που καθόμασταν σωστά φίδια -από κάνα joint μάλλον- πέριξ της πλατείας, είχαμε δει ένα πιτσιρίκι, το πολύ εφτά ετών, να πουλάει την πραμάτεια του. Λίγο παρακάτω, το περίμενε ένας τύπος και μόλις είδε ότι προφανώς δεν είχε βγάλει πολλά χρήματα, το σήκωσε στον αέρα από τα...αυτιά του. Δε νομίζω να ξεχάσω ποτέ εκείνα τα παιδικά τσιρίγματα πόνου. Δε θα ξεχάσω, όμως, και τη σύρραξη που έλαβε χώρα μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Σα να βλέπαμε αμερικανική περιπέτεια, μια ομάδα φρικιών πετάχτηκε από ένα στενό, ακινητοποίησε τον τύπο και ελευθέρωσε το παιδί. Ντου από παντού, κυριολεκτικά! Το μόνο που δε θυμάμαι είναι πως βρέθηκα κι εγώ με τη φοιτητοπαρέα απ' τη σχολή κινηματογράφου πάνω απ' τον πεσμένο στο έδαφος τύπο και την κλωτσιά που τού 'χωσα στα πλευρά. Ήταν τότε που ο Α. ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και μέσα σε τρανταχά γέλια είπε την ατάκα: Τελικά απόδοση δικαιοσύνης μόνο στα Εξάρχεια μπορεί να υπάρξει!
Τα σημερινά Εξάρχεια με απωθούν. Μου θυμίζουν, όπως και το Πασαλιμάνι του Πειραιά, πράγματα και καταστάσεις που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Τα ίδια θα λέει μέσα της και η Δέσποινα Γλέζου, όποτε θυμάται τα νειάτα της, σόλο στο Κύτταρο της οδού Ηπείρου και στο Ελατήριο του Φαλήρου. Τι να έλεγε και ο μακαρίτης Ιπποκράτης Εξαρχόπουλος των Νοστράδαμος; Έσβησε στη φυλακή, δέσμιος του χειρότερου ναρκοσυστήματος, που νόμισε ότι μπορεί να παλέψει μαζί του.
Αν είχα γεννηθεί το ΄60 αντί το ΄70, σίγουρα θα είχα προλάβει τις μπουάτ της Πλάκας, όχι τις νεοκυματικές, αλλά τις ροκάδικες, τις αντάρτικες και της νεορεμπέτικες- κι αυτές στο τελείωμα τους. Στα Εξάρχεια έζησα κάποτε το ψυχεδελικό L.A. και τις Συχνότητες, τόσο ώστε να αναρωτιέμαι τώρα αν πηγαίνει κανείς. Τα μπαράκια και τους χώρους νυχτερινών συναθροίσεων τα έκοψα όταν συνειδητοποίησα πως το μόνο που έκαναν όλοι εκεί μέσα ήταν να κοιτάζουν μία την πόρτα και μία όποιον άλλο έμπαινε μέσα.
Ο Δημήτρης Ψαριανός κάποτε είχε μακρυά μαλλιά, φορούσε παλαιστινιακό μαντίλι κι ήταν επιρρεπής στις καταχρήσεις. Μόλις λίγα χρόνια προτού εγώ κλωτσήσω στα μούτρα φασίστες, αυτός πεταγόταν μέχρι τον Πύργο των Αθηνών κι άκουγε με έκσταση τη Φλέρυ Νταντωνάκη με τον Bach στο πιάνο. Σήμερα, απλά θυμάται πως τον πήγε ο Δημήτρης Βερνίκος στον Χατζιδάκι και έγραψαν στο στούντιο τον Μεγάλο Ερωτικό.
Παιδί των Εξαρχείων, παρά τα χρόνια του, παραμένει ο κιθαρίστας Αλέκος Καρακαντάς. Είναι απ' τους λίγους μουσικούς που δεν θα δεις το όνομα τους με τη φάτσα τους σε γυαλιστερές αφίσες, σωστές μοσχαροκεφαλές του άστεως, αλλά σε τοιχοκολλημένες κόλλες Α4, γραμμένες με μαρκαδόρο, ναΐφ, γοητευτικές, προσφερόμενες για ξεκόλλημα και αρχειοθέτηση. Στη χθεσινή προβολή του Ζωντανοί στο Κύτταρο- Σκηνές Ροκ μέσα στο cafe La Favorita, ο μικρός χώρος γέμισε από μια ομάδα νέων παιδιών, όλα τους ερασιτέχνες ηθοποιοί που προβάρουν αυτόν τον καιρό την Καρδιά του σκύλου. Σκηνοθετεί ο Μπάμπης (όχι ο Φλου, αν και θα μπορούσε), ιδιοκτήτης του cafe, ηθοποιός, μέλος κι αυτός της παρέας των Εξαρχείων του ΄80 και του ΄90. Το post αυτό θα ήθελα να διαβάσω σε όλους εκεί μέσα αντί τυπικοτήτων για το πως έφτιαξα την ταινία, πόσο κόστισε, πόσα βραβεία απέσπασε και πόσο άντεξε στις αίθουσες. Δεν πειράζει, σα να τους τα είπα από δω τώρα. Και κάτι ακόμη: Ευχαριστώ θερμά τον Μπάμπη και τον φίλο μου τον Οικονομίδη, όχι τόσο για την τιμητική προβολή, όσο γι' αυτή τη βραδυνή βόλτα στα Εξάρχεια που μου ξύπνησε μνήμες τρομερές, ευχάριστες και μαζί νοσταλγικές.

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

για-τον-μαχαιροβγάλτη-του-γιάννη-οικονομίδη

Τα κατάφερα επιτέλους και πέρασα απόψε απ' τον Μικρόκοσμο, όπου είδα τον Μαχαιροβγάλτη του Γιάννη Οικονομίδη, καθώς όλο το σχεδίαζα και όλο το άφηνα λόγω άλλων υποχρεώσεων. Ας ξεκινήσω απ' το ότι παρακολούθησα μία καλή ελληνική ταινία, αποψάτα σκηνοθετημένη, με στέρεες δυνατές ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό τρίο, με μια σιωπή στο ρυθμό, τόσο έντεχνα στημένη, ώστε να παραπέμπει σε ουρλιαχτό απόγνωσης, και με μια αριστοτεχνική ασπρόμαυρη φωτογραφία (ακόμη κι εγώ που ήμουν φανατικός υπέρμαχος του φιλμ στον κινηματογράφο, με τέτοιο format σαν αυτό που χρησιμοποίησε ο οπερατέρ Γιώργος Κατσαΐτης στον Μαχαιροβγάλτη του Οικονομίδη, δεν έχω πρόβλημα να πω αντίο φιλμ, για πάντα ενδεχομένως). Το σενάριο της ταινίας είναι το πιο σχηματικό και το πιο πλούσιο δραματουργικά στη μέχρι τώρα πορεία του σημαντικού νέου σκηνοθέτη: ο Νίκος (Στάθης Σταμουλακάτος), που ζει μέσα στη μόνιμα μολυσμένη ατμόσφαιρα των εργοστασίων της Πτολεμαΐδας, μετά το θάνατο του πατέρα του, πείθεται από τον θείο του, Αλέκο (Βαγγέλης Μουρίκης), να έρθει στην Αθήνα, αναλαμβάνοντας χρέη φύλακα δύο σκυλιών ντόμπερμαν. Ο Αλέκος που διατηρεί κάβα στο κέντρο ενός αθηναϊκού προαστίου έχει άσχημες σχέσεις με τους περίοικους και πέφτει συχνά θύμα ληστειών, γεγονός που τον κάνει να πιστεύει ότι κάποιοι καλοθελητές θα θανατώσουν τα σκυλιά του. Σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του ανιψιού του, του παρέχει στέγη, τροφή κι έναν βασικό μισθό. Τα πράγματα όμως δεν είναι καλύτερα για τον Νίκο στο νέο του ξεκίνημα και το μικροαστικό αθηναϊκό ντεκόρ με τα καφενεία, τα μπαρ και τα προποτζίδικα αποδεικνύεται πολύ πιο δηλητηριώδες κι από τη βιομηχανική Πτολεμαΐδα. Η αρχική κόντρα με τη θεία του, Γωγώ (Μαρία Καλλιμάνη), εξελίσσεται σ' έναν έρωτα ραγδαίο και επιβεβλημένο, σαν να γνωρίζουν για πρώτη φορά αυτοί οι δύο άνθρωποι τι πάει να πει αγάπη, έστω μέσω της σαρκικής επαφής. Όταν ο σκληροτράχηλος και καυγατζής Αλέκος πέσει θύμα ληστείας και τραυματισμού γι' ακόμη μία φορά, θα μιλήσει πολύ άσχημα στον Νίκο που τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο και θα χτυπήσει τη Γωγώ, χωρίς παρ' όλα αυτά να γνωρίζει το παραμικρό για την παράνομη σχέση τους. Η απόφαση έχει ληφθεί μεταξύ του ανιψιού και της γυναίκας του: ο Νίκος εισβάλλει ως μαχαιροβγάλτης στο μαγαζί του Αλέκου και τον σκοτώνει σε ένα καλά προμελετημένο έγκλημα. Ή, μάλλον, διαπράττει το τέλειο έγκλημα, αφού η ταινία τελειώνει με τον ίδιο κουρεμένο και ξυρισμένο, τακτοποιημένο αστό- νοικοκύρη, τη Γωγώ και τα παιδιά τους σε μία σκηνή τυπικής οικογενειακής ευτυχίας. Πιστεύω ότι κανείς άλλος σκηνοθέτης- στην Ελλάδα τουλάχιστον- δεν έχει δείξει με τέτοια αμεσότητα και ρεαλισμό τον μικροαστισμό ως φορέα δεινών και απόλυτης διάλυσης της ανθρώπινης οντότητας. Οι ήρωες του Οικονομίδη είναι για την ακρίβεια αντι-ήρωες, που τους συναντάμε είτε σε διαμερίσματα- σπιρτόκουτα της Β΄ Πειραιά, είτε στα Λιόσια και το Καματερό. Δεν ξεστομίζουν εύσχημες σεναριακές ατάκες, αλλά μιλάνε, όπως μιλάμε όλοι μας, βρίζοντας, λαχταρώντας, φωνάζοντας, ζητώντας συγνώμη ενίοτε. Ο Μαχαιροβγάλτης του Οικονομίδη με παρέπεμψε στο νευρωτικό ρεαλιστικό σινεμά του Τζον Κασσαβέτις και ειδικά στο Faces. Υπάρχουν στιγμές φτιαγμένες, λες, για να σοκάρουν, σαν εκείνη με τον Νίκο που παρακολουθεί τον καυγά ενός μεθυσμένου ζευγαριού έξω απ' το μπαρ κι ύστερα πατάει με το πόδι του το ήδη ματωμένο πρόσωπο της γυναίκας. Η απανθρωπιά της κίνησης του είναι αγγελική πράξη συγκριτικά με τον φόνο που ετοιμάζεται να διαπράξει, έναν φόνο που δεν ισοδυναμεί με την τιμωρία προς τον άκαρδο θείο, αλλά με το εισιτήριο για μια καλύτερη και πιο άνετη ζωή με σπίτι, γυναίκα και παιδιά, δηλαδή με αυτοεπιβεβαίωση, σεξ και κοινωνική αποδοχή. Υπέροχη η σκηνή με τον Νίκο και τον Αλέκο στην αλάνα. Η στάση των σωμάτων τους που δηλώνει βίαιη αντιπαράθεση διακόπτεται απ' το πλάνο των δύο σκυλιών στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Γόνιμα και τα εμμονικά, φαινομενικά άσχετα, αλλά εντούτοις πολύ παρεμβατικά, πλάνα του Οικονομίδη, όπως λόγου χάριν το καδράκι με το παλιό τοπίο στον επαρχιακό καφενέ που προσωπικά με πήγε σε μαύρες μετεμφυλιακές και βίαιες περιόδους, ακόμη και ο κροκόδειλος που βουλιάζει μεσ' στο νερό σαν ένα θηρίο καταδυόμενο όχι για να τραφεί, αλλά για να ξεψυχήσει. Κι ακόμη, η λερωμένη αιματωβαμμένη σημαία της Ελλάδας που κραδαίνουν οι ήρωες του Τάσου και της Γκόλφως του Περεσιάδη στη θεατρική παράσταση που καταφεύγει ο Νίκος, λίγο πριν την αποτρόπαια πράξη του (η μοναδική έγχρωμη sequence της ταινίας). Τό 'χω ξαναγράψει εδώ μέσα, χαίρομαι αφάνταστα με την πορεία των ελληνικών ταινιών εντός και εκτός συνόρων και καμαρώνω με την πρόοδο των συνομήλικων- άντε, λίγο μεγαλύτερων μου- σκηνοθετών. Λυπάμαι μόνο που ο Μαχαιροβγάλτης του Γιάννη Οικονομίδη βγήκε στη διανομή ταυτόχρονα με τη βαβούρα των δημοτικών εκλογών και το νέο κινηματογραφικό νομοσχέδιο. Προσωπική θερμή παράκλησις: περάστε από τον Μικρόκοσμο της Συγγρού ή κι απ' όπου αλλού παίζεται, πρόκειται για μία σπουδαία και πρωτότυπη ταινία!

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΜΑΧΑΙΡΟΒΓΑΛΤΗΣ!

Ο Μαχαιροβγάλτης του Γιάννη Οικονομίδη θα ήταν η τελευταία ελληνική ταινία που θα παρακολουθούσε πριβέ ο Αντρέας Παγουλάτος αν δεν τον πρόφταινε ο θάνατος. Από τις προηγούμενες μέρες είχε μιλήσει σε όλους μας για το πόσο περίμενε να δει τη νέα δουλειά ενός σκηνοθέτη που εκτιμούσε πολύ. Με τον Οικονομίδη, την Έλενα και τον Μιχάλη από την Κύπρο βρεθήκαμε πριν από λίγη ώρα στα Εξάρχεια, έτσι, για ένα κρασί κι ένα καφέ στη μνήμη του αγαπημένου μας φίλου. Ευκαιρία, λοιπόν, να συνδεθούμε και με το blog του Οικονομίδη (www.maxairovgaltis.wordpress.com), ειδικά φτιαγμένο για το promo της τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας του. Στους κινηματογράφους από τον ερχόμενο Οκτώβρη, αν και σίγουρα θα έχουμε πολλά να πούμε με τον σκηνοθέτη αρκετά νωρίτερα!