Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΝΗ ΦΩΤΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΝΗ ΦΩΤΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

Δώρος Δημοσθένους: «Το σκοτάδι δεν είναι το τέλος, αλλά το μέρος ενός κύκλου»

 

Με τον Δώρο Δημοσθένους είμαστε φίλοι τουλάχιστον είκοσι χρόνια και είναι η πρώτη φορά που μου παραχωρεί μία συνέντευξη. Όχι πως δεν είχαμε ευκαιρίες τα προηγούμενα χρόνια, διότι ο Δημοσθένους και συναυλίες κάνει ακατάπαυστα, και δίσκους βγάζει, ωστόσο δεν ανήκει στους ανθρώπους που θα ζητήσουν ποτέ τίποτα, ειδικά από τους φίλους τους. Κι εγώ όλο του έλεγα «Έλα να κάνουμε μία συνέντευξη» κι αυτός μου απαντούσε «Την επόμενη φορά» κλπ. ώσπου έφτασε η στιγμή να ξαναβρεθούμε στο σπίτι του ένα μεσημέρι με το κινητό τηλέφωνο ανάμεσα μας να καταγράφει τη συνομιλία μας. Δεν παραθέτω κανένα βιογραφικό στοιχείο στον πρόλογο της συνέντευξης αυτής, καθώς τα όσα σπουδαία έχει καταφέρει ο Δημοσθένους, ειπώνονται από τον ίδιο. Αφορμή, λοιπόν, για τη δημόσια συζήτηση μας είναι ένας πολύ ιδιαίτερος δίσκος που έκαναν από κοινού με τη στιχουργό Ελένη Φωτάκη. Έχει τον τίτλο «Είχα φωνή, την πήραν τα πουλιά» και περιλαμβάνει μία σειρά λυρικών «dark» τραγουδιών σε δική του μουσική και ερμηνεία, μέσα στα οποία βρίσκει κανείς τις «συνομιλίες» του Δημήτρη Λάγιου με τον Nick Cave και του Μάνου Χατζιδάκι με τον Tom Waits. Πώς γίνεται αυτό; Αναζητήστε τα τραγούδια σ' όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες και θα το καταλάβετε. Ή καλύτερα περάστε από τον Σταυρό του Νότου τις δύο τελευταίες Παρασκευές του Οκτώβρη (24 & 31/10) όπου το έργο «Είχα φωνή, την πήραν τα πουλιά» θα παρουσιαστεί «live» ολόκληρο από τον Δημοσθένους και τους μουσικούς του.  

Αν τα λέω σωστά, με το άλμπουμ αυτό κάνετε και την πρώτη σας εμφάνιση ως συνθέτης.

Είναι η πρώτη μου ολοκληρωμένη συνθετική απόπειρα, πάντα όμως στους δίσκους μου συμπεριλάμβανα και ένα – δύο δικά μου τραγούδια Τα εφτά αυτά τραγούδια γεννήθηκαν πάνω στους στίχους της Ελένης Φωτάκη – μιας δημιουργού με ιδιαίτερη ευαισθησία και βάθος. Με την Ελένη μοιραστήκαμε τη μελαγχολία μας, και μέσα από αυτή τη συνάντηση γεννήθηκε κάτι αληθινό. Το βλέπω σαν ένα ταξίδι ψυχής που βρήκε τώρα τον χρόνο να βγει στο φως.

Πόσα χρόνια υπάρχετε στα μουσικά πράγματα;

Από τα 14 μου είχα φτιάξει στη Λεμεσό ένα ροκ συγκρότημα. Παίζαμε Beatles, Animals, Κλιφ Ρίτσαρντ κλπ. Λίγο μετά μπήκα στη «Διάσταση», ένα φωνητικό σύνολο, που υπάρχει ακόμη. Ήμουν σολίστ στη «Διάσταση» κι έτσι είχα την τύχη να γνωρίσω τον Δημήτρη Λάγιο.

Είχε κάποιος άλλος στην οικογένεια το χάρισμα του τραγουδιού;

Ο πατέρας μου έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε ερασιτεχνικά. Ο παππούς μου είχε ένα κουρείο στην πλατεία Ηρώων, κοντά στο Ριάλτο, μια περιοχή γεμάτη λαϊκά πορνεία. Θυμάμαι γυναίκες που η κοινωνία τις περιθωριοποιούσε, κι όμως για μένα ήταν φιγούρες τρυφερές και ανθρώπινες. Έχω φωτογραφίες Polaroid που με κρατάνε στα χέρια τους οι πόρνες. Μεγάλωσα με τις πουτάνες θα λέγαμε, που ήταν όμως Κυρίες. Δεν είναι τυχαίο που τη λέγαμε “πλατεία των Αγγέλων”.

«Έχω φωτογραφία Polaroid που με κρατάνε στα χέρια τους οι πόρνες»...
Μιλήστε μου για τη γνωριμία με τον Λάγιο.

Στη «Διάσταση» εντάχθηκα γύρω στο 1985. Είχε έρθει για πρόβες με τη «Διάσταση» ο Λάγιος, αφού συνεργαζόταν συχνά μαζί τους. Με άκουσε να τραγουδάω στη χορωδία και μου έκανε νόημα να πάω πιο κοντά του στο πιάνο.  «Αν είναι να σπουδάσεις στην Αθήνα, θα αναλάβω τη μουσική σου εκπαίδευση» μου είπε, αφού τότε δίδασκε στο Εθνικό Ωδείο. Παρέμεινα στην Κύπρο και στα 19 μου, έχοντας τελειώσει με τη στρατιωτική θητεία, ήρθα στην Αθήνα. Για την ακρίβεια ήρθα τον Σεπτέμβρη του 1991, ο Λάγιος δυστυχώς όμως πέθανε νεότατος τον Μάιο του ’91.  

Άρα πότε ακριβώς ηχογραφήθηκε το άλμπουμ «Ίνα τι»;

Ο Λάγιος το είχε τελειώσει το έργο αυτό, όπως και την «Ερωτική πρόβα», που κανονικά λεγόταν «Ερωτική πρόβα στο θάνατο», αλλά η εταιρεία δεν ήθελε έναν τόσο «βαρύ» τίτλο. Στα τέλη του ΄91 ηχογραφήθηκε και η φωνή μου σ’ ένα τραγούδι δίπλα σ’ αυτά με τον Νταλάρα και τη Σαβίνα Γιαννάτου. Ύμνους του Δαυίδ περιείχε το άλμπουμ.

Ήσασταν πολύ νέος. Είχατε επίγνωση του διαμετρήματος του Λάγιου;

Με είχε επηρεάσει βαθιά όλος αυτός ο μυστικισμός, με τον οποίο φλέρταρε πολύ ο Λάγιος. Παρόλο που ήταν άθεος, εμπεριείχε βαθύτατα ένα θρησκευτικό στοιχείο με την έννοια της πνευματικότητας. Συνήθιζε να λέει: «Δεν πιστεύω στον Θεό. Πιστεύω στον Άνθρωπο με άλφα κεφαλαίο». Την εποχή εκείνη που βρισκόμουν στην εφηβεία και διάβαζα Καρυωτάκη, το ίδιο διάστημα που γνώρισα τον Λάγιο, με είχαν συνεπάρει όλες αυτές οι αναζητήσεις. Ακόμη κι ως έφηβος είχα πλήρη συνείδηση του πόσο σπουδαίος ήταν ο Δημήτρης Λάγιος. Ίσως αυτή η επίγνωση ήταν και ο λόγος που πήρα τότε την απόφαση να αφιερωθώ στη μουσική. Είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν δίπλα σε έναν άνθρωπο με σπάνιο φως – και η λάμψη εκείνη συνεχίζει να με οδηγεί μέχρι σήμερα.

1987, το πρώτο εφηβικό συγκρότημα στην Κύπρο 
Μα και ο Λάγιος είχε μελοποιήσει Καρυωτάκη και κάποτε παρουσίασαν από κοινού τις συνθέσεις τους με τη Λένα Πλάτωνος.

Δεν το γνώριζα, κι όμως κάτι μέσα μου το υποψιαζόταν. Ίσως γιατί εδώ και καιρό με ακολουθεί η σκέψη μιας παράστασης αφιερωμένης στον Λάγιο και τη Λένα Πλάτωνος. Είναι δύο κόσμοι που φαινομενικά κινούνται σε διαφορετικές τροχιές, αλλά κάτω από την επιφάνεια τους ενώνει μια ίδια πνοή: μια βαθιά, σχεδόν μεταφυσική ευαισθησία. Η κόρη του, η Υακίνθη, αγαπά τη Λένα με έναν τρόπο που μοιάζει μοιραίος — σαν να συνεχίζεται μέσα της μια παλιά συνομιλία. Τελικά, οι συναντήσεις δεν συμβαίνουν ποτέ τυχαία∙ απλώς περιμένουν τον χρόνο τους για να αποκαλυφθούν.

Το ’91 που ήρθατε στην Αθήνα ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν εν ζωή και οι συνθέτες της γενιάς του επίσης παραγωγικοί. Υπήρχε όμως και η συμπατριώτισσά σας, Άννα Βίσση, που μεσουρανούσε. Αναρωτιέμαι σε ποιου είδους καριέρα στοχεύατε.

Πριν έρθω στην Ελλάδα, κάναμε παραστάσεις μιούζικαλ με τη «Διάσταση». Η Βίσση είχε έρθει σε μια συναυλία που κάναμε και, μάλιστα, όπως μου είπαν εκ των υστέρων, με είχε ακούσει και με ήθελε για τους «Δαίμονες» με τον Καρβέλα. Όμως τότε με συμβούλεψαν να μείνω πιστός στο “ποιοτικό” μου μονοπάτι — στα τραγούδια του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, σ’ εκείνον τον πιο εσωτερικό τόπο της μουσικής. Κι εγώ, νέος ακόμη, επέλεξα τη σιωπή αντί για τα φώτα. Ίσως από φόβο, ίσως από πίστη πως το φως που καίει πιο αργά, διαρκεί περισσότερο.

Ποια τροπή θα είχε η ζωή σας αν ακολουθούσατε τη Βίσση και όχι τον Λάγιο;

Αν είχα ακολουθήσει εκείνον τον δρόμο, πιθανότατα η ζωή μου θα είχε πάρει μια πιο εμπορική τροπή, ίσως πιο θορυβώδη, πιο εκτεθειμένη στα φώτα. Όμως μέσα μου υπήρχε πάντα μια συστολή, μια διστακτικότητα απέναντι σ’ αυτό το είδος της λάμψης. Είχα γερές βάσεις, αλλά και μια βαθιά ανάγκη να κατανοήσω πρώτα τη μουσική, όχι απλώς να τη χρησιμοποιήσω. Αν το είχα τολμήσει, πιστεύω πως θα το είχα κάνει με σεβασμό και ποιότητα. Κι όμως, ο νεανικός φόβος έγινε τότε φρένο, ίσως και σωτηρία. Άλλος στη θέση μου θα έπεφτε με τα μπούνια. Εγώ προτίμησα να μείνω λίγο πίσω και να ακούσω τη φωνή μέσα μου, πριν βγω στη σκηνή του κόσμου.

Ένα από τα πρώτα φωτογραφικά πορτραίτα στη ζωή αυτή
Ποιες ήταν οι πρώτες γνωριμίες που οδήγησαν σε μετέπειτα μεγάλες συνεργασίες;

Το 1993 ξεκινήσαμε κάποιες παραστάσεις με τον Μάριο Τόκα. Τραγούδησα τις επιτυχίες του, όπως και τραγούδια για την Κύπρο, που κάποια απ’ αυτά ηχογραφήθηκαν στη συνέχεια με τον Νταλάρα. Το ’94 δώσαμε μια παράσταση στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη με τίτλο «Κύπρος – 20 χρόνια μετά», δηλαδή 20 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή. Βοηθός του Κακογιάννη ήταν ο χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου, που μου έδωσε μία κασέτα με τα «Τραγούδια της αμαρτίας» του Χατζιδάκι και του Χριστιανόπουλου. Δεν τα είχα ξανακούσει, ούτε καν γνώριζα τον τραγουδιστή τους. Τα λόγια του Παπαϊωάννου ήταν τα εξής: «Τα έχει κάνει ο Χατζιδάκις μ’ ένα παιδί και τώρα θέλω να τα πεις εσύ». Και πάλι ήμουν επιφυλακτικός, αφού πριν μπω στη «Διάσταση» στην Κύπρο δεν είχα ιδέα περί Χατζιδάκι. Άκουγα τραγούδια όλων των ειδών από το ραδιόφωνο. Περισσότερο τα τραγούδια του Θεοδωράκη είχα στα αυτιά μου παρά του Χατζιδάκι.

Σας είχε κάπως ξενίσει το ομοερωτικό στοιχείο των συγκεκριμένων τραγουδιών;

Ναι, στην αρχή με είχε ξενίσει ή, καλύτερα, με είχε φέρει αντιμέτωπο με τις προκαταλήψεις της εποχής και του περιβάλλοντος μου. Θυμάμαι τον μέντορά μου στην Κύπρο να μου λέει: “Κάν’ το, αλλά πρόσεχε”. Αυτή η φράση, όσο καλοπροαίρετη κι αν ακουγόταν, φύτεψε μέσα μου τον σπόρο της αμφιβολίας. Όταν όμως γνώρισα τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και μπήκα στον κόσμο του, όλα αυτά ξεθώριασαν. Μου μίλησε με ευθύτητα, με αξιοπρέπεια, χωρίς να κρύβεται πίσω από τίποτα. Μπήκα στις πρόβες με καθαρό βλέμμα, χωρίς πια φόβο — μόνο με περιέργεια για το άγνωστο. Ήταν μια μύηση, όχι μόνο στη μουσική του Χατζιδάκι, αλλά και στην αποδοχή του άλλου, του διαφορετικού, του ίδιου του ανθρώπου. Ίσως τότε να ξεκίνησα πραγματικά να καταλαβαίνω τι σημαίνει Τέχνη.

Ο Χατζιδάκις είχε φύγει από τη ζωή ήδη.

Ναι, δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω, αν και θα μπορούσα. Ένας φίλος λίγο μεγαλύτερος από μένα τον ήξερε και θα με έστελνε να μ’ ακούσει, αλλά όμως μου είπε το εξής: «Δεν σε στέλνω, γιατί εσένα σ’ αρέσει ο Νταλάρας και ο Χατζιδάκις δεν έχει καμία σχέση μ’ όλο αυτό το κλίμα». Ο Νταλάρας, που τον ακούγαμε πολύ στην Κύπρο, ήταν το είδωλο μου.

Πάντως ήταν και η αιτία που «ψυχραθήκατε» με τον Ανδρέα Καρακότα, τον τραγουδιστή που είχε επιλέξει ο ίδιος ο Χατζιδάκις για τα «Τραγούδια της αμαρτίας».

Δεν νομίζω να είχαμε ποτέ ουσιαστικά πρόβλημα με τον Αντρέα. Εξάλλου εμένα ο Παπαϊωάννου με επέλεξε και μου έδωσε μια κασέτα να ακούσω τα τραγούδια και μου είπε να τα τραγουδήσω με τη φωνή μου και τον δικό μου τρόπο. Ο Παπαϊωάννου ήταν σαφής: «Δεν θέλω να τα πεις λαϊκά τα τραγούδια, αλλά πιο ''ίσια''». Μετά έμαθα ποιος τα τραγουδάει. Ο Αντρέας μου είναι πολύ συμπαθής ως άνθρωπος και, κυρίως, ως τραγουδιστής.  Απ’ αυτή τη δουλειά, λοιπόν, γνωρίστηκα με τον Νίκο Κυπουργό και τον Χρήστο Λεοντή. Ακολούθησαν συναυλίες με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, όχι μόνο με έργα του Χατζιδάκι, αλλά και με τραγούδια των Beatles.

Αντιληφθήκατε πια πως γίνεστε ένας λόγιος τραγουδιστής;

Αυτό το είχα αντιληφθεί απ’ όταν τραγουδούσα Χατζιδάκι – Θεοδωράκη με τη «Διάσταση». Το ΄94 είχα κάνει μια σχέση με μία κοπέλα που άκουγε πολύ Χατζιδάκι και είπα «Εδώ είμαστε»! Κόλλησα τρομερά με τον «Μεγάλο Ερωτικό» και με τη «Ρωμαϊκή Αγορά», που συνεχώς ανακάλυπτα το περιεχόμενο τους. Την ίδια περίοδο τραγούδησα δίπλα στη Νάνα Μούσχουρη στο θέατρο «Olympia» στο Παρίσι. Σε μια συναυλία με τη «Διάσταση» θα έλεγε δύο τραγούδια η Μούσχουρη και τελικά τα είπαμε μαζί. Της κράταγα το χέρι, θυμάμαι, γιατί μου έλεγε πως είχε τρακ.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης πότε μπαίνει στη ζωή σας;

Αρκετά αργότερα, το 2005. Τον γνώρισα στο σπίτι της τότε κοπέλας μου, με την μητέρα της οποίας ο Λουκιανός είχε σχέση στα νιάτα του. Πάω ένα βράδυ στο σπίτι της και βλέπω έναν τύπο μακρυμάλλη να κρατάει ένα μπουκάλι ουίσκι. Τον είχα ξανασυναντήσει, βέβαια, σ’ ένα μπαρ στην Κύπρο, αφού ήταν φίλος με έναν χορωδό  από τη «Διάσταση». Τον φοβόμουν λίγο τον Κηλαηδόνη απ’ τη φάτσα. Εκείνο το βράδυ βλέπανε μαζί με τη φίλη μου μία παράσταση του από τον Λυκαβηττό. «Θες να πούμε μαζί ένα τραγούδι;» μου πρότεινε. Είπα ναι, αλλά χαθήκαμε και κάναμε δέκα χρόνια σχεδόν να ξαναβρεθούμε. Όταν κάποια στιγμή με είδε σε εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, μου τηλεφώνησε η Βαγενά, η γυναίκα του, για να μου πει πως ήθελε να συνεργαστούμε. Πήγα στον χώρο του, τον είδα αγουροξυπνημένο, όπου γυρνάει και μου λέει: «Σε ξέρω εσένα. Εγώ τα’χα με τη μάνα κι εσύ τα’χες με την κόρη» (γέλια). Έτσι ξεκίνησε μια μεγάλη φιλία που οδήγησε σε συναυλιακές και δισκογραφικές συνεργασίες.

Ωστόσο, δισκογραφία κάνατε συνέχεια για ένα μεγάλο διάστημα.

Πριν κάνουμε με τον Μιχάλη Χριστοδουλίδη τα μεσαιωνικά κυπριακά τραγούδια με μένα και την Αλίκη Καγιαλόγλου, είχα τραγουδήσει σ’ ένα άλλο δίσκο του ίδιου συνθέτη που λεγόταν «Κύπρος Γη Εναλία» μαζί με τον Νταλάρα και τη Μελίνα Κανά. Η ζωή περνούσε καλά, θα έλεγα, με πολλές συνεργασίες: Με το Μουσικό Σύνολο Μάνος Χατζιδάκις συμμετείχα στην ζωντανή παρουσίαση και στη δισκογράφηση της «Αμοργού» του Νίκου Γκάτσου και του Μάνου Χατζιδάκι. Ο Κυπουργός μου πρότεινε να πάρω στην «Αμοργό» το ρόλο του νεαρού τραγουδιστή, όπως το’χε οραματιστεί το έργο ο Χατζιδάκις. Πάντως έχει σημασία για μένα να πω ότι πάντα ήμουν ανήσυχος και δεν μπορούσα να μείνω σ’ ένα συγκεκριμένο είδος. Όλο αυτό το χατζιδακικό κλίμα μού φαινόταν κάπως αποστειρωμένο, αφού όλοι πρόσεχαν να λειτουργήσουν με τον τρόπο που θα δούλευε ο Χατζιδάκις. Είδα στην πορεία τραγουδιστές που δεν θα συνεργάζονταν με τον Χατζιδάκι, όσο εκείνος ήταν στη ζωή, να το κάνουν μετά. Εκεί εγώ ένιωσα μια ματαίωση σε σχέση με όσα περίμενα και αποφάσισα να ακολουθήσω ότι είχα μέσα στο ταραγμένο μου μυαλό.

Ποια ήταν τα όσα περιμένατε;

Εκείνη την εποχή μου είχαν δώσει και μια κασέτα με ανέκδοτα τραγούδια του Χατζιδάκι, τα οποία είχαν αποδοθεί από ξένους ερμηνευτές. Αυτό περίμενα να κάνω και ποτέ δεν έγινε. Σε μερικά απ’ αυτά έβαλε στίχους αργότερα η Νικολακοπούλου και τα τραγούδησε η Γαλάνη. Ίσως τα έλεγα στα αγγλικά κιόλας, γιατί είχα καλή προφορά λόγω των μιούζικαλ στην Κύπρο με τη «Διάσταση».

Το 2008 κάνατε τον πρώτο σας προσωπικό δίσκο από τη Μικρή Άρκτο.

Ήταν ο πρώτος μου δίσκος που προέκυψε από μια σειρά παραστάσεων στις «Ροές», Είχα φτιάξει ένα στόρυ γύρω απ’ το αλκοόλ και τις μουσικές που θα ήθελα εγώ ν’ ακούω στα μπαρ. Το άλμπουμ λεγόταν «One more for the road», έτσι, σαν ένα τελευταίο ποτό πριν κλείσει το μπαρ. Ελευθερώθηκα εκεί θα έλεγα.

Λογικό δεν είναι όταν επί σειρά ετών δουλεύατε ως «οργανέτο» των συνθετών;

Ναι, ένιωσα μια μεγάλη ελευθερία, την ίδια που μου είχε δώσει και ο Λουκιανός. Μου έλεγε «Κάνε ότι έχεις στο μυαλό σου μέσα» και με απελευθέρωσε. Στο μεταξύ, έκανα κι έναν ακόμη δίσκο με τραγούδια που άκουγα στο κουρείο του παππού μου, τα λεγόμενα ρετρό. Ίσως να ήμουν κι ο πρώτος που ξεκίνησε όλο αυτό το κλίμα των σουίνγκ διασκευών, μετά όμως, όταν είδα ότι έγινε μόδα, το σταμάτησα. Λίγο αργότερα είπα ότι θα τον βγάλω το δίσκο, αφού είχα ξοδέψει και ώρες και χρήματα για τις ηχογραφήσεις. Η παρέα με τον Λουκιανό έπαιξε ρόλο μαζί με τα αμερικανικά του ακούσματα. Αυτή η παρέα δεν είχε καμία σχέση με τους χατζιδακικούς. Ο Λουκιανός ήταν συνθέτης – σκηνοθέτης. Στα υπόψιν, το 2000, πριν ακόμη γνωρίσω τον Κηλαηδόνη, κάναμε αρκετές περιοδείες με τη Μαρία Φαραντούρη σε Ελλάδα και εξωτερικό. Πέρασα πάρα πολύ ωραία, γιατί η Μαρία, αν και μεγαθήριο της μουσικής, διέθετε και τρομερό χιούμορ. Το δε ίνδαλμα μου, τον Νταλάρα, τον είχα γνωρίσει αρκετά νωρίτερα. Πήγα και τον βρήκα όταν ήρθα στην Ελλάδα. Η πλάκα είναι πως οι φίλοι μου, που ήξεραν πόσο τον εκτιμούσα, μου κάνανε πλάκα. Οι Κατσιμιχαίοι με είχαν συμβουλέψει να του αφήσω μία κασέτα με τη φωνή μου για να με βοηθήσει. Ένα πρωί μου τηλεφώνησε: «Γεια σου, Δώρο, είμαι ο Γιώργος Νταλάρας» κι εγώ απάντησα «Κόφτε, ρε, την πλάκα, αφήστε με να κοιμηθώ», όμως το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Όταν τον άκουσα να μου λέει «Μου άφησες μία κασέτα», τότε κατάλαβα ότι ήταν πράγματι ο Νταλάρας. Πήγα απ’ το σπίτι του, προτού ακόμη ξεκινήσω τις σπουδές στο Ωδείο. Ο Νταλάρας προθυμοποιήθηκε να με έστελνε κάπου, αλλά του εξήγησα πως προτιμώ να σπουδάσω μουσική για να δω τι μου γίνεται. Έτσι έκανα θεωρητικά μαθήματα, ενώ ένας άλλος, που ο Νταλάρας θα του έδειχνε προς τα που να πάει, αμέσως θα το έκανε. Το ίδιο και στο Ωδείο, όταν μου είπαν πως έχω φωνή για κλασικό τραγούδι, είπα πως θα το δοκιμάσω και μετά θα αποφασίσω αν θα’ναι αυτός ο δρόμος μου.

Στην Κύπρο, δεκαετία 1980, ο Δώρος Δημοσθένους με τον μικρότερο αδερφό του
Φτάνουμε στον τωρινό δίσκο, τον τρίτο προσωπικό σας.

Πριν κάνω το δίσκο αυτό, τραγούδησα τραγούδια πολλών συνθετών: Του Μιχάλη Γρηγορίου, του Γιώργου Καγιαλίκου, της Τατιάνας Ζωγράφου, του Κωνσταντίνου Στεφανή, του γαμπρού του Ρασούλη, του Κώστα Βόμβολου… Πάρα πολλές συμμετοχές. Τα τωρινά τραγούδια μου, μου πήρε τρεις εβδομάδες για να τα ολοκληρώσω. Μιλάμε για πριν μία δεκαετία περίπου με τους στίχους της Φωτάκη. Θυμάμαι πως τον καιρό που γνώρισα την Ελένη, μοιραστήκαμε τη μελαγχολία μας μ’ ένα τρόπο. Της πρότεινα να’ναι αυτό το θέμα των τραγουδιών μας. Πάνω σε μία χαρτοπετσέτα μου έγραψε το εξής: «Μιαν αγάπη έχω/ στην παλάμη μου χωράει/ με τα μάτια μου τη βρέχω/ και με συγχωράει». Γύρισα στο σπίτι και αμέσως το μελοποίησα. Την άλλη μέρα της το έστειλα και της ζήτησα να γράψει και τα κουπλέ.

Άρα μια δεκαετία περίμεναν να βγουν τα καινούργια τραγούδια.

Ναι, σωστά. Όπως ξέρετε, τις δουλειές πλέον τις πληρώνουμε μόνοι μας, επομένως έγραφα στο στούντιο μόνο όποτε είχα λεφτά. Η Φωτάκη ήθελε να έβγαινε ο δίσκος τότε που γράψαμε τα κομμάτια, αλλά συνέπεσε με το δεύτερο δίσκο μου και έτσι το άφησα. Ίσως να πίστεψε πως δεν τα εκτιμούσα — κι όμως, για μένα είναι τα πιο αληθινά, τα πιο αγαπημένα μου. Τώρα χαίρομαι που η συνεργασία μας βγήκε τόσο αβίαστα, τόσο φυσικά. Είναι σπάνιο να συμβεί αυτό ανάμεσα σε συνθέτη και στιχουργό.

Ο Δώρος Δημοσθένους ανάμεσα στους γονείς του
Εγώ, πάντως, θα χαρακτήριζα το δίσκο σαν την «Ερωτική πρόβα» του 2025 χωρίς να μιμείστε καθόλου τον Δημήτρη Λάγιο. Μιλάω σαν αίσθηση περισσότερο.

Μα ο Λάγιος και ο Χατζιδάκις με είχαν επηρεάσει βαθιά, επομένως δεν θα διαφωνήσω. Σάμπως υπάρχει παρθενογένεση στη μουσική; Τις επιρροές μας βγάζουμε όλοι. Επειδή οι στίχοι της Φωτάκη ήταν πολύ αληθινοί, βγήκε και σε μένα μία αλήθεια.

Αντιλαμβάνεστε ότι πρόκειται για έναν «ιδιαίτερο» δίσκο που μάλλον δεν θα ξεπηδήσουν «σουξέ» από μέσα του;

Δεν είχαμε καμία τέτοια πρόθεση, να πάμε δηλαδή προς την εμπορική λογική. Είναι κάτι εσωτερικό και αληθινό και μ’ αυτό το σκεπτικό προσέγγισα τα τραγούδια. Ούτε συμμετοχές ήθελα, δεν μ’ ενδιέφερε καθόλου κάτι τόσο επιτηδευμένο. Ίσως ο δίσκος εμπεριέχει κάτι «σκοτεινό», αλλά εγώ δεν πιστεύω πως το σκοτάδι είναι το τέλος. Είναι το μέρος ενός κύκλου.

Τι έχει η Φωτάκη που την έχει αναγορεύσει σε μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες στιχουργούς;

Διαχρονικά δεν θα την έβαζα στους «νέους» στιχουργούς, αυτή τη στιγμή όμως θα τη συμπεριλάμβανα μέσα στους τρεις – τέσσερις κορυφαίους. Θα το πω, η Ελένη για μένα είναι η καλύτερη στιχουργός σήμερα. Ματώνει για να γράψει κάτι, έχει κόστος ψυχικό και χωρίς να θέλει να μπει στα κανάλια της εμπορικότητας.

Εσείς ματώνετε όταν τραγουδάτε;

Όταν τραγουδάω…(σκέφτεται) Είμαι σαν να με παίρνει ο άνεμος και να με πηγαίνει πότε σε μια θάλασσα φουρτουνιασμένη και πότε σε μια ήσυχη. Τραγουδάω και στο φως και στο σκοτάδι, ταξιδεύω σ’ όλα τα χρώματα και τις εποχές. Το τραγούδι είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας που με φέρνει σε επαφή με την πρωταρχική μου αλήθεια, με κάτι πιο πρωτόγονο.

«Είχα φωνή, την πήραν τα πουλιά»: Ωραίος τίτλος για παράσταση αυτός του δίσκου.

Ναι, είναι από στίχο που εμπεριέχεται σ’ ένα τραγούδι. Ταυτίζομαι μαζί του, διότι εγώ δεν προσπάθησα καθ’ όλη την πορεία μου να έχω μια φωνή εκμεταλλεύσιμη για να πλουτίσω. Με κάποιο τρόπο είναι σαν να πήραν τα πουλιά και τη δική μου φωνή. Ανήκει στον αέρα, είναι ελεύθερη, αφού ποτέ δεν έγινα μαϊντανός για να προβάλλω τον εαυτό μου. Μπορεί και να χαθεί η φωνή μου, αλλά έχει κάτι ποιητικό όλο αυτό που το προτιμώ.

Σίγουρα πολλές καλές φωνές χάνονται ειδικά με την διαδικτυακή υπερπληροφόρηση.

Σίγουρα! Υπάρχουν καλές φωνές, όπως αγγίζουν τον καθένα. Μπορεί δηλαδή αυτή τη στιγμή να υπάρχει ένας πολύ καλός συνθέτης, που να μην τον ξέρουμε, γιατί στοχευμένα όλα τα ΜΜΕ πάνε στο αναγνωρίσιμο και το υπάρχον. Δεν προτείνουν στον ακροατή να ανακαλύψει κάτι καινούργιο. Είναι σαν ένα στημένο παιχνίδι. Πιο πολύ πουλάει η εικόνα σήμερα παρά η ουσία.

Με το «ogdoo», που εξέδωσε το δίσκο σας, πως αποκτήσατε σχέση;

Τα τραγούδια τα είχε ακούσει ο Μανώλης Φάμελλος κι αυτός μίλησε στον Δημήτρη Καρρά του «ogdoo». Ενδιαφέρθηκαν και τα βγάλαμε. Εγώ, πάντως, όντας της παλιάς κοπής, θα ήθελα να βάλω ν’ ακούσω κάτι που μ’ αρέσει σε βινύλιο. Μ’ αυτή την ευκολία, όμως, που δίνει το κινητό, έχουμε μπει όλοι μέσα. Έχει χάσει τη χάρη της η μουσική και ο κόσμος δεν ακούει με την ίδια λαχτάρα. Αν θες να κάνεις κάτι διαφορετικά, θα το κάνεις, αλλά – εννοείται – με δικά σου έξοδα. Το CD έχει πεθάνει ως format, γνωστά πράγματα λέμε τώρα.

Σκοπεύετε να κάνετε λάιβ στο πλαίσιο στήριξης του δίσκου;

Στις 24 & 31 Οκτωβρίου θα παρουσιάσω στον Σταυρό του Νότου τα νέα τραγούδια μου αλλά μαζί και μ’ άλλα τραγούδια της ίδιας αισθητικής, του Λάγιου, της Πλάτωνος, του Χατζιδάκι κ.α. Θέλω να πω ότι το υλικό άρεσε πάρα πολύ της Φωτάκη από την πρώτη στιγμή. Διαφορετικά δεν θα έβγαινε τόσο εύκολα αυτή η συνεργασία. Κάποιοι που άκουσαν τα τραγούδια μας – δεν το είπα εγώ – σχολίασαν πως βγήκε επιτέλους το κλίμα της Φωτάκη.

Έχετε ακούσει κάτι άλλο ενδιαφέρον αυτόν τον καιρό;

Πάντα έχουν ένα ενδιαφέρον οι δίσκοι του Αλκίνοου, του Δεληβοριά, υπάρχουν όμως και άλλοι δημιουργοί που σίγουρα δεν φτάνουν στα αυτιά μου. Κι αυτό είναι κάτι που με λυπεί. Τον Αλκίνοο, που είμαστε και συμπατριώτες, έχω πολλά χρόνια να τον συναντήσω.

Τι προσδοκάτε μ’ αυτό το άλμπουμ;

Είμαι χαρούμενος που άνθρωποι, τους οποίους εκτιμώ, άκουσαν το υλικό και μου εξέφρασαν το θαυμασμό τους, τόσο για τους στίχους της Ελένης, όσο και για τις μουσικές μου. Προσδοκώ να αγγίξει όσες ευαίσθητες ψυχές έχουν απομείνει.

Πως σας φαίνεται η ζωή που στρώσατε στην Ελλάδα; Θα φεύγατε οικογενειακώς για την Κύπρο όπως έκανε και ο Αλκίνοος;

Όχι. Η Κύπρος πια έχει αλλάξει, δεν θυμίζει σε τίποτα τα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια. Η εξέλιξη με τους α λα Ντουμπάι ουρανοξύστες είναι πια κάτι άλλο. Χάθηκε η αίσθηση της γειτονιάς και όλα είναι απρόσωπα. Στην Αθήνα, αντίθετα, βρίσκεις κι ανθρώπους που έχουν μια σχέση με το παλιό στοιχείο, κρατάνε ακόμα. Μην ξεχνάτε ότι στην περιοχή της πλατείας Ηρώων στη Λεμεσό που μεγάλωσα, έχω πάρει πάρα πολλές εικόνες. Έχω δει μαχαιρώματα, τους τρελούς της γειτονιάς, όπως και ξένες καλλιτέχνιδες του καμπαρέ που σύχναζαν πρώτα στο κουρείο του παππού μου και αργότερα στο κομμωτήριο της μάνας μου. Θα σας πω για το τέλος μια αστεία ιστορία: Μία απ’ αυτές τις καλλιτέχνιδες που έκανε διάφορα τρικ με ένα φίδι, είχε έρθει να τη λούσει η μάνα μου και να της φτιάξει τα μαλλιά. Επειδή φοβόταν ν’ αφήσει μόνο του το φίδι, το κουβαλούσε παντού μαζί της. Καθώς η μάνα μου την έλουζε, βλέπει να βγαίνει μέσα από το στήθος της το κεφάλι ενός φιδιού. Πάρ’ την κάτω τη μάνα μου! Λιποθύμησε! (γέλια) 

* Το άλμπουμ «Είχα φωνή, την πήραν τα πουλιά» των Δώρου Δημοσθένους - Ελένης Φωτάκη κυκλοφορεί από το ogdoo σ' όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες.

** Αυτή την Παρασκευή 24/10 και την επόμενη 31/10 γίνεται η «live» παρουσίαση του άλμπουμ στον «Σταυρό του Νότου plus» 

Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Από το live του Ηλία Λιούγκου στο live της Σοφίας Αρβανίτη - έχουν προϊστορία οι δυο τους!

Χθες βράδυ στο Polis Art Cafe που διατηρεί ο πολυπράγμων Βασίλης Χατζηιακώβου μεσ' στη στοά Πεσμαζόγλου, πάνω από το υπόγειο του Κουν, έγινε η παρουσίαση των νέων βιβλίων του Γιώργου Χρονά και του CD του Ηλία Λιούγκου - μια παραγωγή της Οδού Πανός. Κόσμος πολύς δεν υπήρχε, έχω δει δηλαδή σε παρουσιάσεις καλλιτεχνών μικρότερης εμβέλειας μαζικότερο κοινό, αλλά και ποιος νοιάζεται γι' αυτό στην τελική; Όσοι δεν ήρθαν, εκείνοι έχασαν. Εμείς περάσαμε τέλεια κι αυτό έχει σημασία! Κείμενα διάβασε η ηθοποιός Σοφία Φιλιππίδου. Μίλησε ο Χαρίλαος Τρουβάς, επίσης. Η καλύτερη εισαγωγή, πιστεύω, στο ιδιότυπο και τόσο γνώριμο μου επί σειρά ετών ποιητικό σύμπαν του Χρονά σε δύο ακόμη βιβλία: Την ''Προσωρινή μέθη'' και το ''Ο άνθρωπος Γιώργος Χρονάς'' του Θανάση Ν. Νιάρχου.  
Εδώ ο Ηλίας Λιούγκος παρακολουθεί τις ομιλίες με τη στιχουργό Ελένη Φωτάκη δίπλα του. Στην παρέα μας ήταν ακόμη οι μουσικοί Θόδωρος Κοτεπάνος, Μιχάλης Ορφανίδης και ο Φώτης Μυλωνάς που επιμελήθηκε τις ενορχηστρώσεις του δίσκου του Ηλία.  
Ο Ηλίας μου ζήτησε να μιλήσω για τη δουλειά του και δε θα μπορούσα με τίποτα να του το αρνηθώ - εδώ τό'χω κάνει γι' άλλους κι άλλους, που δεν τους ξέρω καν, στον Λιούγκο θα έλεγα ''όχι'' ή ''δεν έχω χρόνο'' που η συνεργασία και η φιλία μας μετράει πάνω από 15 χρόνια; Επειδή όμως πλέον θεωρώ βαρετό να διαβάζει κάποιος και οι άλλοι από κάτω να τον ακούνε, προτίμησα να του κάνω μια μίνι live συνέντευξη, στην οποία μιλήσαμε για τη στιχουργό του, Ζωή Παναγιωτοπούλου, το δύσκολο δισκογραφικό τοπίο με φωτεινές εξαιρέσεις σαν την Οδό Πανός, καθώς φυσικά και τον μέντορα του, Μάνο Χατζιδάκι. Στο πάνελ προστέθηκε ο Βασίλης Χατζηιακώβου, που είχε κι αυτός να θυμηθεί όμορφα πράγματα για τις λογοτεχνικές παρέες της μεταπολεμικής περιόδου στη χώρα μας. 
Ένα τέταρτο της ώρας κράτησε περίπου η συνέντευξη με τον Λιούγκο κι αμέσως μετά η βραδιά συνεχίστηκε και έκλεισε με το τραγούδι του. Ερμήνευσε live ολόκληρο σχεδόν το υλικό του δίσκου με τίτλο ''Ποιος;'', ενώ τα κομμάτια με τις φωνές των Παντελή Θαλασσινού, Μανώλη Μητσιά και Μπάμπη Τσέρτου ακούστηκαν ως έχουν, από το CD δηλαδή κατευθείαν. Ακούγοντας μάλιστα το τραγούδι ''Βάρυνε τόσο η καρδιά'' με τον Θαλασσινό, ο Κοτεπάνος μού σχολίασε πόσο ''Λιούγκος'' είναι ως σύνθεση, αλλά και ως ερμηνεία. Στην ''Εντατική'', πάλι, όλοι είχαμε βουρκώσει...Πρόκειται για το κομμάτι που τους στίχους του είχα δημοσιεύσει στα Άσματα και Μιάσματα προ ημερών. Χθες βράδυ είδα την Ελένη Φωτάκη να κλαίει ενόσω το τραγουδούσε ο Ηλίας και μετά να δίνει τα συγχαρητήρια της στη συνάδελφο της, στιχουργό και συνδημιουργό του κομματιού, Ζωή Παναγιωτοπούλου. Όπως φαίνεται, όμως, δεν ήμασταν οι μόνοι που μας κατασυγκίνησε η ''Εντατική'' του Λιούγκου. Ο κόσμος το ζήτησε ως ανκόρ, πράγμα που δείχνει τη δύναμη ενός αγνώστου ακόμη καινούργιου τραγουδιού. Μεγάλο τραγούδι, πραγματικά, που - θα δεις - δεν πρόκειται να πάει χαμένο μέσα στο ραδιοφωνικό ορυμαγδό και τις πληρωμένες λίστες τους! 
Τον Λιούγκο τίμησε με την παρουσία της η τραγουδίστρια Μόρφω Τσαϊρέλη, που συμμετέχει στο CD με το τραγούδι ''Αυτό που κρύβω μέσα μου''. ''Πόσο ωραία ερμηνεύτρια είναι αυτή'' σχολιάζαμε με τη Φωτάκη, την ώρα που η Μόρφω μας τραγουδούσε live το κομμάτι της. Λιούγκος και Τσαϊρέλη έχουν...προϊστορία, εφόσον πριν 20 χρόνια (19 για την ακρίβεια), είχε τραγουδήσει την αριστουργηματική ελευθέρων ηθών ''Ζανέτα'' του στο άλμπουμ ''Κωμοπόλεις''.  
Επιτέλους γνώρισα και τον αγαπημένο Γιώργο Παυριανό που όλο στο facebook και στο τηλέφωνο μιλάγαμε τα τελευταία δυο - τρία χρόνια, αλλά δεν είχαμε βρεθεί ποτέ από κοντά. Respect! Εγώ δε θα μιλήσω για τη σοβαρότατη στιχουργική δουλειά του Παυριανού, τα όλο μνήμες άρθρα του που τα διαβάζω πάντα με λαιμαργία και το χιούμορ του, που γνώρισα καλά μέσω διαδικτύου, αλλά θα πω ότι το άσμα του για την Έφη Σαρρή με τίτλο ''Άι σιχτίρι, θα κλειστώ σε μοναστήρι'' είναι σκέτη λατρεία, εμένα που λατρεύω το cult και το trashy στοιχείο, αποποιούμενος την κουλτουριάρικη σοβαροφάνεια!  
Μια υπέροχη παρέα χθες στο Polis Art Cafe: Ο Ηλίας Λιούγκος με τον Γιώργο Παυριανό και τη συγγραφέα Ζυράνα Ζατέλη. Με τη Ζατέλη που πολύ θα ήθελα να της πάρω μία συνέντευξη, συμφωνήσαμε να γίνει σε λίγο καιρό, καθώς τώρα γράφει το νέο της βιβλίο.  
Τη Ζωή Παναγιωτοπούλου ήθελα επίσης πολύ να τη γνωρίσω - τόσα χρόνια ακούω τους στίχους της στα τραγούδια του Λιούγκου. ''Α, εσύ' σαι δηλαδή φαν'' μου σχολίασε με χιούμορ και της απάντησα πώς να μην είμαι, εφόσον η Φλέρυ Νταντωνάκη κάποτε έβαλε στα χείλη της τον δικό της λόγο!  
Η στιχουργός Ζωή Παναγιωτοπούλου και ο συνθέτης Ηλίας Λιούγκος, σχέση ζωής πλέον! ''Μέναμε με τη Ζωή σε ένα σπίτι στην Καισαριανή τότε'' θυμήθηκε ο Ηλίας, ''όπου μέρα παρά μέρα ερχόταν ο Μάνος Χατζιδάκις! Τι κάνετε; μας έλεγε, εσείς πρέπει κάθε μέρα να γράφετε κι από ένα τραγούδι''! 
Ευτυχής και ο Βασίλης Χατζηιακώβου για την επιτυχία της βραδιάς στο cafe του. Τον εκτιμώ πολύ τον Βασίλη κι ας βρισκόμαστε πλέον σπάνια. Είναι ένας άνθρωπος που κινείται κι αυτός στην ίδια πόλη προσφέροντας της ποίηση, ήθος, χιούμορ, τρέλα! Νά'ναι καλά! ''Που πας τώρα;'' με ρώτησε ο Λιούγκος φεύγοντας. ''Στο live της Σοφίας Αρβανίτη'' απάντησα. ''Έχει πει τραγούδι μου αυτή!'' σχολίασε κι εγώ σκέφτηκα πως μάλλον λάθος θα κάνει, εφόσον ουδεμία σχέση δε μπορεί να είχαν την ίδια χρονική περίοδο ο ερμηνευτής του Μάνου Χατζιδάκι με τη μούσα του Μιχάλη Ρακιντζή! Κι όμως...
Το live της Αρβανίτη στη μικρή μουσική σκηνή ''Ρότα'' της Σόλωνος ήταν το πρώτο της μετά την κυκλοφορία του ''Αλαβαρντάχαλα'', του καινούργιου της δίσκου. Εκεί βρέθηκαν φαν της να τραγουδούν μαζί της το ''Σοκολατί'' και το ''Μη μου μιλάς για καλοκαίρια'', τα μεγάλα σουξέ της. Θαύμασα την ενέργεια της Σοφίας, τα θετικά vibes της! Εξαιρετική και η μπάντα της με το φοβερό όνομα Από την Πόλη Έρχονται και με έναν ηλεκτρικό rock ήχο που ταίριαζε πολύ στα νέα κομμάτια της σαν το ''Fuck them all'', το ''Αντέχει το καράβι'' και την αυτοβιογραφική ''Παλιοσκυλού''. Δίπλα στο δικό της ρεπερτόριο η Αρβανίτη τραγούδησε και Βιτάλη (''Εγώ τραγούδαγα στα σκυλάδικα''), Τουρνά (''Μην της το πεις''), Πυξ Λαξ (''Έπαψες αγάπη να θυμίζεις''), αλλά και μεγάλες στιγμές του λαϊκού τραγουδιού (''Άναψε το τσιγάρο'', ''Τρελή κι αδέσποτη''). Η Αρβανίτη ξέρει πια πως να επικοινωνήσει το νέο υλικό της και χρειάζεται live, πολλά live, ασχέτως αν της είναι κάπως πρωτόγνωρο να παίζει σε μικρούς ζεστούς χώρους δίχως έντονα ντεσιμπέλ!  
Όταν τέλειωσε το live, η Σοφία πέρασε από το τραπέζι μου να ακούσει εντυπώσεις ως ευγενής οικοδέσποινα. ''Σου πάει πολύ το λαϊκό ρεπερτόριο'' της σχολίασα και τι μου λέει; ''Με έχεις ακούσει να τραγουδάω τη Ζανέτα, για μια πόρνη που τά'χε μπλέξει με έναν χασικλή; Το έλεγα τότε στην πίστα με τον Στέλιο Ρόκκο και με σήκωναν στα χέρια τους οι χορευτές! Έβγαινα φορώντας καλτσοδέτες!'' Έβαλα τα γέλια! ''Ξέρεις με ποιον ήμουν πριν;'' της είπα. ''Με τον συνθέτη και τη στιχουργό της Ζανέτας, τον Ηλία Λιούγκο και τη Ζωή Παναγιωτοπούλου. Παραλίγο και θα στους έφερνα από δω''! Κόκαλο η Σοφία! Της υποσχέθηκα, ωστόσο, πως σε ένα επόμενο live του Ηλία Λιούγκου θά'ναι προσκαλεσμένη να ερμηνεύσει όπως μόνο αυτή ξέρει την ανατρεπτική ''Ζανέτα'' του! Κοίτα να δεις που είχε δίκιο ο Λιούγκος! Σωστά θυμόταν! Το καλό τραγούδι δε γνωρίζει από είδη και ταμπέλες, έντεχνο, rock, pop κ.λπ., αυτή είναι η μόνη αλήθεια!
* Το post αφιερώνεται στη συνάδελφο του REAL FM Σαπφώ Ματσιόρη. Σπάνια σου τυχαίνει να γνωρίζεις άνθρωπο για πρώτη φορά και να σας πιάνει συντονισμένο νευρικό γέλιο μέχρι δακρύων!  

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Μια μικρή μεγάλη συζήτηση με τον Λάζαρο Αντωνιάδη, νέο στιχουργό από τη Θεσσαλονίκη

Του τη χρωστούσα μία συνέντευξη του στιχουργού από τη Θεσσαλονίκη, Λάζαρου Αντωνιάδη, αφενός διότι εκτίμησα τόσο τη δουλειά του, όσο και το πώς τη διαχειρίζεται δημοσίως, αφετέρου διότι καλό είναι να δίνεται ένα βήμα και σε νέους καλλιτέχνες, ανεξαρτήτως της εξέλιξης της πορείας τους μέσα στα χρόνια. Ο Αντωνιάδης βρίσκεται στην Αθήνα αυτές τις μέρες εν όψει της παρουσίασης του δίσκου Στων άγιων τα νερά που κυκλοφόρησαν πρόσφατα μαζί με τον συνθέτη Χάρη Γκατζόφλια και έξι διαφορετικούς ερμηνευτές. Σε ένα σύντομο πέρασμα του, λοιπόν, είχαμε μία μικρή, αλλά ενδιαφέρουσα - πιστεύω - συζήτηση, η οποία αξίζει να δημοσιοποιηθεί. Έτσι, για να γνωρίσετε κι εσείς ένα νέο άνθρωπο που, χωρίς να λέω μεγάλες κουβέντες, ενδέχεται στο άμεσο μέλλον να απασχολήσει τη στιχουργική στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι!
Ο συνθέτης Χάρης Γκατζόφλιας και ο στιχουργός Λάζαρος Αντωνιάδης, οι δημιουργοί του δίσκου στων άγιων τα νερά
Θα είμαι εξ αρχής συγκεκριμένος: Παρακολουθώ στα social media διάφορους ποιητές -στιχουργούς ή σκέτο ποιητές ή σκέτο στιχουργούς, που έχουν καβαλήσει ένα καλάμι από δω ίσαμε τη Θεσσαλονίκη, την πόλη σου. Αυτό δεν ισχύει με σένα που κάνεις σχεδόν ασκητικά τη δουλειά σου, θα μου επιτρέψεις.
Παρ' ότι κατεβαίνω συχνά από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, σαφώς πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να έχουν έπαρση, διότι δεν κάνουμε τίποτα σπουδαίο, ούτε είμαστε κάτι ιδιαίτερο. Προσπαθούμε απλά να εκφραστούμε μέσα από το τραγούδι και μέσα από τον γραπτό λόγο, όσοι γράφουμε στίχους, αλλά και να αλλάξουμε - όσο είναι εφικτό - την πλειονότητα ή ένα μικρό μέρος του κόσμου.
Ποια είναι τα ερεθίσματα για έναν στιχουργό;
Να μπορέσει να αποτυπώσει όλες αυτές τις σκέψεις που τον απασχολούν κοινωνικά και πολιτικά, πέρα από το συναισθηματικό του κόσμο. Πρόκειται για μία κατ'εξοχήν μοναχική διαδικασία, ακόμη κι αν δίνει στίχους του σε ένα συνθέτη ή το αντίστροφο, να πάρει αυτός δηλαδή μία μελωδία. Όλο αυτό  γίνεται μέσα στη μοναξιά του, ανεξαρτήτως αν θα ενδιαφέρει εν συνεχεία πολύ κόσμο. Όλα τα τραγούδια που εγώ έχω γράψει είναι μέσα σε λεωφορεία, σε τρένα και σε σταθμούς. 
Λάζαρε, πιστεύεις, είσαι όχι ακριβώς θρησκευόμενος, αλλά σίγουρα χριστιανός. Αυτή είναι μία καλή όψη του ''νομίσματος'', αν σε έχει ωθήσει στην ταπεινότητα που λέγαμε.
Συμφωνώ εν μέρει. Όλα ξεκινάνε από την οικογένεια και από τις βάσεις που σου έχει δώσει. Σημαντικά επίσης ο περίγυρος σου και οι άνθρωποι που κάνεις παρέα. Όταν οι παρέες σου έχουν συγκεκριμένους στόχους, αυτό σίγουρα σε επηρεάζει. Και η θρησκεία παίζει ένα σημαντικό ρόλο στη δουλειά μου - αρκετά κομμάτια μου αναφέρονται σε θρησκευτικά σημεία. Από τη μια αυτό θέλω να το δείχνω, απ' την άλλη θέλω να το κρύβω, γιατί θεωρώ τη θρησκεία προσωπικό βίωμα που καλό είναι να εκφράζεται μόνο μέσα σου. Τη σχέση σου με τον Θεό είναι καλύτερα να μην την εξωτερικεύεις ώστε να μη φτάσεις στο σημείο ''ψηφοθηρίας''. Να λες ''Εγώ πιστεύω'' για να έρθουν έτσι κοντά σου άλλοι πέντε - δέκα πιστοί. 
Αυτή είναι λογική πολιτικάντη, όχι καλλιτέχνη.
Νομίζω ότι μπορεί να πιάσει και καλλιτέχνες...
Πες ένα παράδειγμα.
Όπως, για παράδειγμα, ο Γαϊτάνος που ασχολείται καθαρά μ' ένα θρησκευτικό τραγούδι, επηρεάζοντας πάρα πολύ το κοινό. 
Τουλάχιστον ο Γαϊτάνος, αυτό που πιστεύει και αυτό που είναι, αυτό κάνει. Εννοώ πως είναι εξαφανισμένος έντεκα μήνες το χρόνο και σκάει κάθε Πάσχα, κάθε Απρίλιο ή Μάιο. Ειλικρινής στάση, μας αρέσει - δεν μας αρέσει.
Δεν διαφωνώ, απλά εγώ διαχώρισα τη στάση μου από τη στιγμή που υπάρχει έντονο το θρησκευτικό στοιχείο και στη δική μου δουλειά. Δε μιλάω για αλληλεγγύη, αγάπη και αυτές τις έννοιες, αλλά έως και για κομμάτια από τη Βίβλο ή συγκεκριμένα ''περιστατικά'', όπως τη Σταύρωση και κατ' επέκταση τη Θυσία του Ανθρώπου μεσ' στην πορεία της ζωής...
Κάνατε έναν ωραίο δίσκο με τον συνθέτη Χάρη Γκατζόφλια. Πόσο καιρό δουλέψατε από κοινού τα τραγούδια;
Ξεκινήσαμε το καλοκαίρι του 2014, τότε γράφτηκε το πρώτο τραγούδι, αλλά ο δίσκος έχει λίγους μήνες που κυκλοφόρησε. Όταν φτιαχνόταν η δουλειά, είπαμε να πάμε στους Αγώνες της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Δεν μας πήραν, αλλά κι εμείς πήραμε την απόφαση να συνεχίσουμε με έναν ολόκληρο κύκλο τραγουδιών, αφού μας αρέσει να δουλεύουμε μαζί. Έτσι, φτιάχτηκαν αρχικώς έξι κομμάτια, ήρθε και μας βρήκε μετά η Κική Τσαλίκη και μας ζήτησε ακόμη ένα. Αποφασίσαμε να μπει κι αυτό στο CD κι έτσι τα τραγούδια έγιναν επτά. 
Τα οποία όμως αποδόθηκαν από έξι διαφορετικούς ερμηνευτές. Γιατί όχι ένας;
Πιστεύαμε ότι τα τραγούδια αυτά δεν ταίριαζαν σε ένα τραγουδιστή. Αν υπήρχε η αίσθηση του ενός δίσκου με έναν τραγουδιστή, τότε θα έπρεπε και τα κομμάτια όλα να ταίριαζαν απόλυτα στη φωνή του. Υπήρχε η σκέψη αυτή, αλλά κυρίως θέλαμε έναν πολυφωνικό ήχο, να συστηθούμε δηλαδή ως ικανοί για ένα βαλσάκι, μία μπαλάντα και - γιατί όχι; - ένα παραδοσιακό καλαματιανό. Αυτό όλο φυσικά καθοδηγείται από τον συνθέτη και όχι από τον στιχουργό. 
Μίλησες πριν για ένα δούναι και λαβείν μεταξύ στιχουργού και συνθέτη. Στη δική σας περίπτωση, ποιος δούλεψε πρώτος με την πρώτη ύλη του άλλου;
Ο Γκατζόφλιας παίρνει στίχους από μένα, διαλέγει ότι του αρέσει και γράφει τις μουσικές του. Έχει γίνει και μια προσπάθεια για το αντίθετο, αλλά δε βγήκε πολύ επιτυχημένο. Άρα κατά βάση ο Χάρης μελοποιεί στίχους μου.
Πάλι καλά, πάντως, που ως ανεξάρτητη παραγωγή βγήκατε από τον Μετρονόμο του Θανάση Συλιβού.
Όντως, η παραγωγή ήταν ανεξάρτητη, αλλά κυκλοφόρησε σε βιβλίο - CD από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Επιλέξαμε την αισθητική του ασπρόμαυρου, ναι μεν του παλιού, που δείχνει όμως κάπως σοβαρό και ξεφεύγει από τις φόρμες της ποπ, τις οποίες βλέπουμε παντού τελευταία. 
Ξέρεις ότι υπάρχουν άνθρωποι τόσο εθισμένοι στο χρώμα και την εικονική πραγματικότητα που αδυνατούν να δεχτούν κάτι ασπρόμαυρο;
Το γνωρίζω, αλλά ας πω αυτό που εμείς θέλαμε: Την αίσθηση του παλιού, που ταυτόχρονα δεν είναι παλιακό, αλλά μοντέρνο και σημερινό.
Είστε δύο δημιουργοί άγνωστοι, πρωτοεμφανιζόμενοι, που επιλέξατε και σχετικά άγνωστους ερμηνευτές, εξαιρουμένου του Θοδωρή Βουτσικάκη που βρίσκεται στην ακμή του, θα λέγαμε. Η ερώτηση μου είναι τι μπορείτε να περιμένετε από μια τέτοια καλλιτεχνική κίνηση;
Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ακουστεί η φωνή σου μέσα στο δισκογραφικό και ραδιοφωνικό τοπίο, αλλά όλα ξεκινούν από την πίστη στη δουλειά σου. Νομίζω πως όταν κυνηγάς το όνειρο σου, αυτόματα έρχεται και η τύχη. Την αισιοδοξία σου για τα πράγματα, ακολουθούν και όλα τα υπόλοιπα. Θεωρώ πως μέχρι στιγμής δεν έχουμε καταφέρει και λίγα, πάρα πολύ ωραία πράγματα, παρ' ότι δεν είμαστε προφανώς γνωστοί. Κάναμε δυο - τρεις κινήσεις, γράφτηκαν κριτικές στα sites, μας δόθηκε ένα βήμα στο ΒΗΜΑGAZINO, επομένως μας ανοίχτηκε ένας χώρος.
Μια καλή κριτική για τη δουλειά σου πόση χαρά μπορεί να σου δώσει;
Εγώ αυτό που κατάλαβα τον τελευταίο ένα χρόνο είναι πως, πέραν των κριτικών, μπορεί να λάβεις ένα απλό μήνυμα για τη δουλειά σου που σου δίνει τεράστιο χώρο. 
Και δεν υπάρχει η λογική αγωνία τού να ακουστεί η δουλειά από το τάδε ραδιόφωνο, ας πούμε;
Η αγωνία υπάρχει και πάντα θα υπάρχει, αλλά πάντα επίσης με μέτρο. Γνωρίζεις εξ αρχής ότι έχεις ένα συγκεκριμένο υλικό, που μπορεί να μην είναι ραδιοφωνικό. Συνεχίζεις λοιπόν να κάνεις τις κινήσεις σου, τα επόμενα βήματα.
Αυτές τις μέρες που είσαι στην Αθήνα θα συναντήσεις τη Λίνα Νικολακοπούλου. Θα πας να της μιλήσεις, να της δώσεις στίγμα;
Νομίζω πως η Νικολακοπούλου έχει ανοίξει πολύ την καρδιά της στα νέα παιδιά, όπως ο Βουτσικάκης. Τους έχει δώσει ένα πολύ ωραίο χώρο, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για κάθε νέο καλλιτέχνη. Τον Βουτσικάκη τον ξέραμε στη Θεσσαλονίκη, αλλά νομίζω ότι η Αθήνα τώρα τον μαθαίνει. Το δίσκο τον είχα πάει στη Νικολακοπούλου, ήταν πολύ ''ανοιχτή'' και συγκεκριμένα μου είπε ότι της άρεσε πάρα πολύ το εξώφυλλο. Ενδεχομένως τώρα που θα ξαναβρεθούμε, να τη ρωτήσω αν άκουσε τη δουλειά και αν της άρεσε. Εγώ τη θαυμάζω πάρα πολύ και τη θεωρώ ένα τεράστιο κεφάλαιο της ελληνικής μουσικής. Πάντα την αντιμετωπίζω με σεβασμό και, κυρίως, με ανοιχτά αυτιά. Μόνο έτσι, αν ακούς τους μεγάλους δημιουργούς, μπορείς να ''ρουφάς'' και τις απόψεις τους.
Αν κι είναι νωρίς, έχετε προσεχή σχέδια;
Συνεχίζουμε ακόμα με τον Χάρη, χωρίς νά'χουμε μεταξύ μας αποκλειστική συνεργασία. Θέλουμε να κάνουμε πράγματα και ανεξαρτήτως αν είναι νωρίς ή αργά, ιδανικά θα θέλαμε από το καλοκαίρι και μετά να ετοιμάσουμε κάποιο καινούργιο κομμάτι. Θα δείξει...
Ποια είναι τα πρότυπα σου στη στιχουργική;
Να ξεκινήσω από τους νεότερους: Σίγουρα η Ελένη Φωτάκη έχει δώσει ένα πολύ σημαντικό δείγμα στιχουργίας, παραδίδοντας έναν πολύ ωραίο γυναικείο σκοτεινό κόσμο, που νομίζω ότι έλειπε από το ελληνικό τραγούδι. Θεωρώ εξαιρετική τη δουλειά της στο δίσκο με την Ελεωνόρα Ζουγανέλη, παρ' όλο που αδικήθηκε και δεν ακούστηκε όσο θά'πρεπε. Τα καλύτερα περιμένω, έτσι κι αλλιώς, απ' τη Φωτάκη. Εκτιμώ πολύ επίσης τον Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο, αυτούς θεωρώ αισθητικούς συγγενείς μου σήμερα. Για να πάμε και στους παλαιότερους, θεωρώ ότι έχω ''πάρει'' πολλά κομμάτια από τη Νικολακοπούλου, όπως και από τον Κραουνάκη, αλλά και από τον ''πατέρα'' της στιχουργικής, τον Νίκο Γκάτσο. Το ίδιο φυσικά ισχύει και με τους άλλους δύο γίγαντες του στίχου, τον Μάνο Ελευθερίου και τον Άλκη Αλκαίο. 
Μου μιλάς για αμιγώς στιχουργούς, αν και ποιητές όλοι αυτοί, στη δουλειά σου όμως είναι ευδιάκριτα κάποια αμιγώς επίσης ποιητικά στοιχεία.
Κι εγώ, όπως και άλλοι συνάδελφοι στιχουργοί, δανειζόμαστε από τους ποιητές. Αγαπώ πολύ τον σουρεαλισμό και θεωρώ ότι έχω πάρει αρκετά στοιχεία από τον Ελιάρ και τον Μπρετόν. Ή από τον Ελύτη και τον Εγγονόπουλο. Έτσι θέλω να πιστεύω δηλαδή.
Και όχι από τον συντοπίτη σου, Ντίνο Χριστιανόπουλο, που είχε χεσμένους τους σουρεαλιστές.
Εξαιρετικός και μια ειδική κατηγορία από μόνος του, αλλά δε θα έλεγα ότι με έχει ''επηρεάσει'' σε καμία περίπτωση. 
Ας λήξει εδώ η μικρή ενδιαφέρουσα κουβέντα που κάναμε. Μπορείς να πεις ότι άλλο θες εσύ.
Νιώθω χαρούμενος με το σχήμα που έχουμε ετοιμάσει για την παρουσίαση του δίσκου μας. Αυτό για την ώρα!
 * Η συνέντευξη με τον Λάζαρο Αντωνιάδη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι μου, απόγευμα της 19ης Απριλίου 2017, από τις 19.30 έως τις 20.30
** Όλες οι photos είναι του Ζαχαρία Ραφαήλ Σεφερίδη πλην της τελευταίας που είναι selfie
*** Ο δίσκος στων άγιων τα νερά παρουσιάζεται απόψε, Πέμπτη 20 Απριλίου, στη μουσική σκηνή Σφίγγα με ερμηνευτές τον Θάνο Παπαγεωργίου, την Κική Τσαλίκη και guests τον Θοδωρή Βουτσικάκη και τη Δήμητρα Σελεμίδου. Ώρα έναρξης: 22.00 

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Μαρία Θωίδου - Γιώργος Νταλάρας: Δύο νέοι δίσκοι με τα δικά τους χαρακτηριστικά

Δύο δίσκους εκ διαμέτρου αντίθετους πάμε να εξετάσουμε στο post αυτό, που όμως κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα σχεδόν, ο ένας από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας σε διανομή του Μετρονόμου και ο άλλος από τη νεοϊδρυθείσα Spider Music, η οποία μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι. Πρόκειται για τα άλμπουμ ''Η Αλήθεια είναι δύο'' της Μαρίας Θωίδου και ''Πες το για μένα'' του Γιώργου Νταλάρα σε μουσικές του Ανδρέα Κατσιγιάννη και στίχους διάφορων στιχουργών. Καταρχάς με το άλμπουμ ''Η Αλήθεια είναι δύο'' η Θωίδου εξακολουθεί να βαδίζει στα γνώριμα ιδιοσυγκρασιακά μονοπάτια της, συνεπικουρούμενη από δύο διαφορετικά σχήματα: Τους Drasta (Φίλιππος Κωσταβέλης, James Wylie, Αγαμέμνων Μαρδάς, Νίκος Ψοφογιώργος) και τους Χαμένους Εραστές (Θύμιος Ατζακάς, Κώστας Ράπτης, Κυριάκος Ταπάκης, Λουκάς Μεταξάς, Νίκος Παραουλάκης). Συμμετέχει ακόμη στα φωνητικά η Έλσα Μουρατίδου. Το παράδοξο είναι πως ενώ έχουμε δύο διαφορετικά μουσικά projects της Θωίδου, ηχογραφημένα live στο παρελθόν, στο CD έχουν μπει ένα κομμάτι από το ένα και ένα από το άλλο εναλλάξ, διατηρώντας παρόλα αυτά μιαν ηχητική και υφολογική ομοιογένεια. Ίσως γιατί ο πυρήνας και των δύο projects είναι αυτός της jazz με εμβόλιμα στοιχεία από την ευρύτερη παράδοση, αλλά και από το λεγόμενο έντεχνο - το τελευταίο βασικά μέσα από καλοσχηματισμένα τραγούδια σαν το ''Κάθε φορά'', το ''Κάτι βραδάκια'' και το ''Ούτε που ξέρεις''. Υπάρχουν όμως και κομμάτια που βασίζονται κατά κόρον στο σπάσιμο της κλασικής φόρμας του τραγουδιού μέσα από ''απλωμένες'' μακροσκελείς free form συνθέσεις της Θωίδου, καθώς και με τη φωνή της, την οποία χειρίζεται σαν ένα εργαλείο ευέλικτο. Όσο για τους στίχους της μια...παραξενιά τη συναντάμε κι εδώ, εφόσον, αν και οι περισσότεροι παραπέμπουν σε μικρά δημοτικοφανή αφηγήματα με ρίμες, αυτό δε φανερώνεται κατά την ερμηνεία της και τη σύμπλευση της με τα δύο μουσικά σχήματα. Έτσι, συχνά ο λόγος ακούγεται διάσπαρτος μέσα στα κομμάτια, κάτι που σίγουρα κομίζει καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, απ' την άλλη όμως δε βοηθάει έναν αμύητο ακροατή να έρθει σε στενή επαφή με το υλικό καθ'αυτό. Ξεχωριστά για μένα κομμάτια το ''Ανείπωτο ποτό ή Το νερό της σελήνης'' και ''Το νησί των χαμένων εραστών'' (με τους Χαμένους Εραστές αμφότερα) που ανήκουν σ' αυτά της free form που λέγαμε, με τους αυτοσχεδιασμούς στην ηλεκτρική κιθάρα από τον Ατζακά! Το ακούς, αφήνεσαι ως ακροατής και άμα το ''δεις'' κι απ' τη μεριά της δημιουργού, αντιλαμβάνεσαι γιατί ενδεχομένως να μην την ενδιαφέρει ένα πιο αμύητο κοινό. Εν κατακλείδι, ένα πολύ ιδιαίτερο, στα όρια του ιδιότροπου, άλμπουμ με τη Μαρία Θωίδου να μην κάνει την παραμικρή καλλιτεχνική έκπτωση γι' ακόμα μία φορά! Προς τιμήν της! 
Στον αντίποδα, το καινούργιο άλμπουμ του Γιώργου Νταλάρα στοχεύει στις ραδιοφωνικές μεταδόσεις, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, προτείνοντας όμως έντεκα καλοφτιαγμένα αμιγώς λαϊκά και λαϊκότροπα τραγούδια με την υπογραφή του Ανδρέα Κατσιγιάννη, γνωστού από την Εστουδιαντίνα Βόλου και από τις συνεργασίες του, τόσο με τον Νταλάρα, όσο και με άλλους ερμηνευτές. Για την ακρίβεια, ήταν σίγουρο πως ο Κατσιγιάννης θά'κανε κάποια στιγμή ολόκληρο δίσκο με δικές του συνθέσεις για τον Νταλάρα. Απ' την πρώτη ακρόαση φαίνεται πως ο Κατσιγιάννης ''τό'χει'' απόλυτα! Ζεϊμπέκικα, χασάπικα, ένα σε τσιγγάνικο ύφος (το ομότιτλο του δίσκου με τη συμμετοχή της Ελένης Βιτάλη σε στίχους της Λίνας Δημοπούλου), τα αμέσως επόμενα ''Κατοστάρικα'' σε ατόφιους ρεμπέτικους στίχους της Ελένης Φωτάκη που κλείνουν το μάτι (και από μουσικής άποψης) στο ''Ρεμπέτικο'' του Ξαρχάκου, τα πιο χαμηλότονα ''Παραμύθια'' σε στίχους της Ελένης Γιαννατσούλια (κατά τη γνώμη μου το ωραιότερο ντουέτο του δίσκου, Νταλάρας - Μελίνα Ασλανίδου), τα ''Όνειρα'' με τους συγκινητικούς στίχους της Δημοπούλου (Μόνος και ρέστος έμεινα/ Εγώ που σ' όλους έδινα/ Δεν έχω πια κανένα), το ''Ασπρογάλανο χαρτάρι'' σε στίχους του Ισαάκ Σούση (η ηλεκτρική κιθάρα του Χριστόφορου Κροκίδη κάνει ένα εντυπωσιακό πέρασμα) καθώς και το ''Στα τραγούδια θα με βρεις'' σε στίχους του τραγουδοποιού Μίλτου Πασχαλίδη, ο οποίος επίσης το μοιράζεται ερμηνευτικά με τον Νταλάρα, διαφοροποιώντας το κατά ένα τρόπο από το λαϊκό κλίμα του πρώτου μέρους της δουλειάς. Προσωπικά, το ''Στα τραγούδια θα με βρεις'' μού θύμισε εκείνα τα όμορφα τραγούδια του συχωρεμένου Δημήτρη Λάγιου για τη φωνή του Νταλάρα! Μετά απ' αυτό το κομμάτι, λοιπόν, καθώς ο δίσκος φτάνει προς το τέλος του, σα να περνάμε σε άλλη ενότητα με τα έγχορδα να κάνουν την εμφάνιση τους σε συνδυασμό με έναν πιο εξηλεκτρισμένο ''έντεχνο'' ήχο. Στίχους ακόμη έγραψαν ο Χρήστος Παγώνης και ο Νίκος Μωραΐτης. Ειδική αναφορά δε θα κάνω στις ερμηνείες του Γιώργου Νταλάρα, που εξακολουθούν να κινούνται σε καλά πλαίσια, αλλά στη φωτογραφία του στο εξώφυλλο δια χειρός Μάρως Χρυσανθοπούλου. Σκέφτεται την επόμενη κίνηση του ο Νταλάρας, η οποία - αν υποτεθεί πως ηχογραφεί ακατάπαυστα είτε ολοκληρωμένα άλμπουμ, είτε συμμετοχές του σε δουλειές άλλων - δεν πρόκειται να αργήσει!

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

το-τραγούδι-''Την-λένε-Εύα''-ακούστηκε-από-την-Τάνια-Τσανακλίδου-στη-Μικρή-Επίδαυρο

Η στιχουργός Ελένη Φωτάκη και η performer Εύα Κουμαριανού κατηφορίζουν τη Φιλολάου. Αγαπιούνται αυτές οι δύο! Πάμε να βρούμε την Ελεάννα Παπασπύρου, τη φίλη μας, η οποία θα μας μεταφέρει με το αυτοκίνητο της στην Επίδαυρο. Μαζί μας είναι κι ένας άλλος φίλος, ο ηθοποιός Δημήτρης Παπαδάτος, που λατρεύει την Τσανακλίδου κι έτσι, εφόσον υπήρχε ακόμη μία πρόσκληση, τον κάλεσα νά'ρθει για παρέα. Επίδαυρος! Για σκέψου! Το τραγούδι μας θα ακουστεί σε έναν τέτοιο χώρο κι από μια τέτοια φωνή! Ένα τραγούδι για μια τρανς. ''Και να ψοφήσω και να με πετάξετε στα σκουπίδια'' σχολίασε η Εύα με τον τρόπο της, ''το τραγούδι αυτό θα υπάρχει και θα θυμίζει το πέρασμα μου από τούτο τον κόσμο μεσ' στους αιώνες''...
Το ζήσαμε κι αυτό λοιπόν! Την πρώτη live παρουσίαση του τραγουδιού ''Την λένε Εύα'' στις συναυλίες της Τάνιας Τσανακλίδου στη Μικρή Επίδαυρο!Προτελευταίο στο πρόγραμμα, πριν την εξόδιο ''Πορνογραφία'' του Μάνου Χατζιδάκι και του Άρη Δαβαράκη, παρόντος μάλιστα του Δαβαράκη στο θέατρο. Ακριβή συναυλία απ' όλες τις απόψεις! Άλλες δύο φορές είχα ξαναπάει για συναυλία στη Μικρή Επίδαυρο μέσα σε 15 χρόνια - μία του Λουδοβίκου των Ανωγείων κι άλλη μία με τον ''Καβάφη'' της Πλάτωνος - μα σίγουρα τόσο γεμάτο το θέατρο δεν τό'χα ξαναδεί. Περίπου 1.000 άνθρωποι προσήλθαν κι αν ήταν εφικτό να κρατούσαν κεριά στα χέρια τους, θα το κάνανε!
Ας τα πω λίγο πιο αναλυτικά για τη συναυλία: Μου άρεσε καταρχάς το ρεπερτόριο. Ναι μεν τραγούδια από το θέατρο (η Τσανακλίδου δεν έχει τραγουδήσει και λίγα θεατρικά τραγούδια), αλλά η πρωτοτυπία ήταν ακριβώς το ότι την ακούσαμε για πρώτη φορά σε τραγούδια του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Κραουνάκη, της Καραΐνδρου κ.α., έτσι όπως η ίδια τα αγάπησε στην πορεία της! Κομμάτια από τους ''Όρνιθες'', το ''Τραγούδι του νεκρού αδερφού'', τη ''Μήδεια'', την ''Οδό Ονείρων'', τα ''Διαμάντια και μπλουζ'' μέχρι κι απ' τη ''Γκόλφω'' του Καραθάνου - η τελευταία ήταν η παράσταση που άλλαξε, σύμφωνα με την Τσανακλίδου, τη ζωή της στο κοντινό παρελθόν.
Μου άρεσε επίσης η ορχήστρα. Όλοι τους άρτιοι μουσικοί, που φανερά η Τάνια τούς έδωσε χώρο να ''κεντήσουν'': Ο Τάκης Φαραζής στο πιάνο, ο Παναγιώτης Τσεβάς στο ακορντεόν και στο τραγούδι (εξαιρετικός στο ''Μανούλα μου'' των Μ. Χατζιδάκι - Ι. Καμπανέλλη), ο Αναστάσης Μισυρλής, που τον έχω παρακολουθήσει πολύ στα live της Σαβίνας Γιαννάτου, στο βιολοντσέλο, ο Παρασκευάς Κίτσιος στο μπάσο και ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης στις ενορχηστρώσεις. Μουσικοί σε απόλυτη σύμπνοια. Και στο κέντρο η Τάνια, ασημένια Αιγύπτια θεά, άκρως επικοινωνιακή και ταυτόχρονα σοβαρή με το κοινό της.
Το οποίο κοινό της και ποιους δεν είχε! Πρώτη και καλύτερη την Άννα Βίσση, τους συνθέτες - συνεργάτες της Τάνιας, Γιώργο Ανδρέου και Κώστα Χαριτάτο, τις ερμηνεύτριες Κορίνα Λεγάκη και Μαριαστέλλα Τζανουδάκη, τον σκηνοθέτη Γιώργο Νανούρη, τον Άρη Δαβαράκη, τον Γιώργο Καπουτζίδη, τον Ορέστη Ανδρεαδάκη, τον Φωκά Ευαγγελινό, τον Γιώργο Τσάμπρα, ραδιοφωνικούς παραγωγούς, αλλά και πολλούς ηθοποιούς, νέα παιδιά κυρίως. Αυτό πάλι πως τό'χεις; Εγώ φωτογραφία με τη Βίσση; Μια χαρά είναι η Αννούλα, συμπαθέστατη και αγέραστη, πραγματικά. ''Από που σε ξέρω εσένα;'' με ρώτησε. ''Δεν ξέρω, δεν έχουμε ξαναβρεθεί'' της απάντησα και είπαμε δυο - τρία πράγματα στο πόδι. Ειλικρινά θα με ενδιέφερε πολύ να συνομιλήσω μαζί της για περισσότερη ώρα. Θέλω να την ''καταλάβω'' καλύτερα αυτή τη γυναίκα. Σαν άνθρωπο.
Ας ξαναπάμε στην Τάνια, το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς. Ξέρεις τι μου θύμισε η φωνή της, οι ερμηνείες της; Ένα πανάκριβο κρύσταλλο που έσπασε και από μέσα χύθηκε το πιο πολύτιμο κρασί, σπονδή στον κόσμο που την αγαπάει και την ακολουθεί για περισσότερα από 40 χρόνια! Δε θα φανταζόμουν ότι θα άκουγα την καλύτερη μέχρι σήμερα live βερσιόν της ''Μπαλάντας των αισθήσεων και των παραισθήσεων (Σαν παλιό σινεμά)'' του Χατζιδάκι και του Δαβαράκη! Ούτε καν τα τραγούδια του θρυλικού ''Μορμόλη'' του Γιάννη Σπανού, με τα οποία κάποτε έγινε επίσης μια μικρή επανάσταση στα τελειώματα της χούντας. Όταν ήρθε η ώρα του δικού μας τραγουδιού, του ''Την λένε Εύα'', η Τάνια το προλόγισε ως εξής: ''Την πρώτη ώρα σας είπα το πρώτο-πρώτο τραγούδι που τραγούδησα για το θέατρο. Τώρα θέλω να σας πω και το τελευταίο. Το χειμώνα που πέρασε είχα την τιμή να τραγουδήσω ένα τραγούδι για την παράσταση Με λένε Εύα, Την λένε Εύα. Τη σκηνοθέτησε ο Αντώνης Μποσκοΐτης, μουσική έγραψε η Λένα Πλάτωνος, τους στίχους η Ελένη Φωτάκη. Στην παράσταση έπαιζε η Εύα Κουμαριανού, έτσι κι αλλιώς η ζωή της ήτανε. Η Εύα πήρε βραβείο Ορατότητας. Δικαίως. Βραβεύτηκε και το τραγούδι μας. Είναι απόψε εδώ όλοι τους, πλην Λένας. Θα μου επιτρέψετε να τους το αφιερώσω''...Και με τις πρώτες νότες του πιάνου, είδα την Εύα να κρύβει τους λυγμούς της, σκεπάζοντας το πρόσωπο της με τα χέρια της. Τρομερή στιγμή! Δεν θα την ξεχάσω ποτέ! Τι κι αν έκανε λάθος τα λόγια η Τάνια; Ας είναι! Αφορμή ήτανε να τη γνωρίσω κι αυτήν ακόμα καλύτερα. Δεν έχω δει δηλαδή πολλές ντίβες - διότι περί ''ντίβας'' πρόκειται με όλη τη μεγαλοπρεπή έννοια του χαρακτηρισμού - να ξεχνάνε λόγια από συστολή και άγχος επειδή τα ''τιμώμενα'' πρόσωπα, η δική μας παρέα εν προκειμένω, την παρακολουθούσαν από κάτω. Σ' ευχαριστούμε, Τάνια, μας χάρισες την πιο όμορφη βραδιά μεσ' στο 2016 που σε προσωπικό επίπεδο δεν ήταν-είναι και η καλύτερη μου χρονιά...
Πάμε και στα παρασκήνια τώρα αμέσως μετά το τέλος της συναυλίας που διήρκησε σχεδόν ένα δίωρο: Ο Ανδρέου ο συνθέτης μού έλεγε πόσο του άρεσε αρμονικά το τραγούδι ''Την λένε Εύα''. Το ίδιο και άλλοι άνθρωποι, που δεν ήταν μουσικοί. Η δε Εύα όλη την ώρα εισέπραττε συγχαρητήρια και αγάπη, πολλή αγάπη. Όταν πήγαμε να χαιρετίσουμε την Τάνια, τη ρώτησε με τη γλύκα της οικοδέσποινας: ''Πέρασες καλά, Ντάνα μου, ή σου έλειψε και κάνα τσιφτετέλι;'' ''Καλέ, τι λες; Όλα ήταν τόσο όμορφα'' απάντησε η Εύα, εξίσου γλυκά. Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως καθ'όλη τη συναυλία η Κουμαριανού αδημονούσε να ακούσει το τραγούδι μας. Συν τοις άλλοις πονούσε και η πλάτη της και μόνο στους ''Δρόμους του Βερολίνου'' την είδα να συμμετέχει ψυχή και σώματι. Για να καταλάβεις δηλαδή την ώρα που ακούγαμε το ''Τραγούδι της λίμνης'' της Καραΐνδρου, γύρισα και της είπα όλο συγκίνηση: ''Άκου εδώ, οι στίχοι είναι της Αρλέτας'' για να εισπράξω την εξής απάντηση: ''Στο μουνί μου!'' (μια κι όξω). Η Φωτάκη δίπλα μου χτυπιόταν απ' τα γέλια. Κάναμε σίγουρα ένα 10λεπτο να επανέλθουμε στη μυσταγωγία της συναυλίας!
Άσε που όταν η Βίσση φώναξε την Κουμαριανού, εκείνη μας παράτησε όλους κι έτρεξε να φωτογραφηθούν. ''Μωρή, με άφησες εμένα τώρα και έπιασες τη Βίσση;'' της έλεγε η Τάνια και δωσ'του εμείς τα γέλια! Ένα παιδί είναι η Εύα, πραγματικά. Ένα αγρίμι που κοντά μας μοιάζει να ημέρεψε και να το χαίρεται αυτό. Μόνο όποιος τη ζήσει, το καταλαβαίνει.
Προ συναυλίας φυσικά τσακίσαμε τα φαγητά της ταβέρνας...Και δίπλα στα κύματα κιόλας! Αυτά λοιπόν έλαβαν χώρα στη δεύτερη και τελευταία συναυλία της Τάνιας Τσανακλίδου στη Μικρή Επίδαυρο. Που να το φανταζόμουν ότι ένα τραγούδι που θα γραφόταν από την Πλάτωνος και τη Φωτάκη με τη φωνή της Τσανακλίδου για μιαν άλλη γυναίκα, μια τρανς, για μια θεατρική παράσταση, για το πρώτο θεατρικό έργο μου, θα ακουγόταν σε έναν τέτοιο σημαντικό χώρο...Μεγάλη τιμή μας κάνατε, κυρία Τσανακλίδου!

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

ένας-μήνας-επιτυχημένων-παραστάσεων-στο-Θέατρο-Αλκμήνη-με-μιαν-υπέροχη-Εύα-Κουμαριανού

 
Ένας μήνας παραστάσεων έκλεισε στο Θέατρο Αλκμήνη με απόλυτη επιτυχία! Και εξηγούμαι: Και όλες τις μέρες - πέντε διήμερα, σύνολο δέκα παραστάσεις - παίξαμε με φουλ θέατρο, και μέχρι στιγμής δεν έχει γραφτεί καμία αρνητική κριτική! Μιλάω πιο πολύ για τον κόσμο που έρχεται και βλέπει το έργο και για θεατρικά sites κυρίως, αφού ο επίσημος Τύπος - αυτός που εγώ έχω ''συνηθίσει'' τόσα χρόνια με τις προηγούμενες δουλειές μου - μάλλον δύσκολα θα παραστεί ή θα στηρίξει μία παράσταση με τη ζωή μιας τρανς! Δεν ξέρω, αυτό έχω καταλάβει δηλαδή. Ίσως είναι που η Κουμαριανού ταυτίστηκε τα προηγούμενα χρόνια με την trash TV και αρκετοί συνάδελφοι δημ/φοι είναι επιφυλακτικοί. Κι όμως! Από στόμα σε στόμα η παράσταση ''πάει'' και όλοι μιλάνε για μία γνωστή τρανς περσόνα που μετατρέπεται σε κανονική τραγωδό κάθε Κυριακοδεύτερο στο Αλκμήνη. Υπάρχει στ΄αλήθεια ωραιότερο σχόλιο;
Τις προάλλες έσκασε στο θέατρο και η επιτροπή για τα βραβεία θεάτρου. Ήρθαν δηλαδή μέλη της επιτροπής και είδαν την παράσταση ώστε να την προτείνουν για τα αντίστοιχα βραβεία στο τέλος της σαιζόν. Συνέβη κάτι φαινομενικά δυσάρεστο, το οποίο παρ' όλα αυτά ξεπεράστηκε: Έσπασε η πολυθρόνα που καθόταν η Κουμαριανού την ώρα μάλιστα που ''βρισκόταν'' στο πιο δραματικό σημείο του μονολόγου της. Κανένας δε γέλασε, κιχ δεν ακούστηκε! Και η Εύα σαν την πιο άψογη επαγγελματία ηθοποιό έβγαλε όλο το υπόλοιπο έργο όρθια, αεράτη, με την πρέπουσα κινησιολογία! Μπράβο της! Το ό,τι ο κόσμος δεν γέλασε, εμένα μου φανέρωσε πόσο κρεμόταν από τα χείλη της Εύας στην εξιστόρηση των εσώψυχών της, πόσο τελικά η ίδια έχει τη δύναμη να καθηλώνει το κοινό της και να το παρασέρνει σε μία εσωτερική περιπέτεια - αυτήν του ίδιου της του βίου! 
Αν πρέπει να κρατήσω κάτι απ' τον πρώτο μήνα των παραστάσεων στο Θέατρο Αλκμήνη θα ήταν συνολικά τα εξής: Το θερμό χειροκρότημα του κοινού που κάθε φορά φέρνει δάκρυα χαράς και συγκίνησης στα μάτια της Εύας! Τα σχόλια των ανθρώπων μετά, έξω, στο φουαγιέ, που είναι από πολύ καλά έως και διθυραμβικά για την προσπάθεια όλων μας! Το επίπεδο της παραγωγής που είναι ιδιαίτερα υψηλό για μία εκ των ενόντων θεατρική απόπειρα, δίχως μεγάλο κεφάλαιο από πίσω, αλλά με πολλή αγάπη και γούστο - υπήρξαν άνθρωποι που χαρακτήρισαν ''βασιλικό'' το τυπωμένο πρόγραμμα μας, το οποίο επιμελήθηκε ο συμπρωταγωνιστής της Εύας, ο Απόλλων Μπόλλας! Το τραγούδισμα του τενόρου μας, του Αναστάσιου Στέλλα, που ταλαιπωρήθηκε από το άσθμα του για τουλάχιστον έξι παραστάσεις, μα γίνεται ολοένα και καλύτερος κι αυτός! Τις αυτοσχεδιαστικές ξεκαρδιστικές ατάκες της Εύας προς τον ''πελάτη'' της, τον τενόρο δηλαδή: Τι ''σημαδούρα'' τον λέει, τι ''βραχονησίδα'', τι ''βούζα'', και δωσ'του η αίθουσα να σείεται από τα γέλια του κοινού! Τέλος, το πανέμορφο τραγούδι που έγραψαν ειδικά για την παράσταση η Λένα Πλάτωνος και η Ελένη Φωτάκη για τη φωνή - ψυχή της Τάνιας Τσανακλίδου. Τι περίεργο να έχει τελειώσει το έργο, να έχουν αποχωρήσει οι ηθοποιοί μετά το χειροκρότημα και να μη φεύγει κανείς από τους θεατές μέχρι να τερματιστεί το κομμάτι! Υπήρξαν φορές που ζήτησα να ανοίξουν οι πόρτες, καθώς νόμισα πως περιμένουν να ξανακούσουν όλοι ακόμη μία φορά το τραγούδι. Αυτό γίνεται κάθε φορά και ομολογώ πως δεν θα το φανταζόμουν! Συνεχίζουμε γερά, λοιπόν! Μέχρι τέλη Απριλίου θα μας βρίσκετε στο Αλκμήνη κάθε Κυριακή και Δευτέρα στις 11.30 το βράδυ με εισιτήριο 12 ευρώ. Μπορείτε να τηλεφωνείτε για κρατήσεις στο 210 - 3428650.