Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Κατερίνα Χέλμη: «Περίμεναν να γίνω η απόλυτη πρωταγωνίστρια στις πουτάνες»


Δεν είναι η γυναίκα ελευθερίων ηθών που σερνόταν στα πόδια του νταβατζή ή έδινε μάθημα ανθρωπιάς στον υπερσυντηρητικό γυμνασιάρχη Βασίλη Διαμαντόπουλο. Ούτως ή άλλως, ζωή και τέχνη, ειδικά στον χώρο της υποκριτικής, ουδεμία σχέση έχουν. Παράξενο πράγμα που είναι η ηθοποιία πάντως! Να έχεις την εικόνα ενός ρόλου που την έκανε πανελληνίως κοσμαγάπητη, αυτόν μιας «κοινής» γυναίκας μες στην υστερία της αναξιοπρέπειας και απέναντί σου να κάθεται μια ώριμη, περιποιημένη κυρία, που είναι το ακριβώς αντίθετο, η αξιοπρέπεια ενσαρκωμένη! Διότι η Κατερίνα Χέλμη αποπνέει μιαν αριστοκρατικότητα από την εξωτερική της εμφάνιση μέχρι τον τρόπο που μιλάει. Αργή εκφορά λόγου, ήρεμη μάλλον, σαν να υπολογίζει καλά τις λέξεις που θα πει, παρά τον αυθορμητισμό και το θάρρος της γνώμης της. Μπαίνοντας στο σπίτι της, ξεχώρισα ένα μεγάλο πορτρέτο του Κωνσταντίνου Καραμανλή με ιδιόχειρη αφιέρωση στον άντρα της, τον ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Σβολόπουλο. «Συνδέονταν με φιλία», με ενημέρωσε, «ο σύζυγός μου, ξέρετε, ήταν από τους στυλοβάτες του Ιδρύματος Καραμανλή». Παρατήρησα και την πλούσια δισκοθήκη της: κλασική μουσική, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, αλλά και Tom Waits, Marianne Faithfull. Όταν ζήτησα τη γνώμη της για την τελευταία, μου απάντησε πως τραγουδάει πλέον σαν άντρας, γι' αυτό και της αρέσει. Και η ίδια άλλωστε δηλώνει «αντράκι» στην ακόλουθη συνέντευξη. Περιμέναμε την Κατερίνα Χέλμη να ετοιμαστεί για τη φωτογράφιση, να ντυθεί και να φτιαχτεί, ως γνήσια κοκέτα. «Σαν βασίλισσα μοιάζετε», της είπα για να με διορθώσει: «Πριγκίπισσα καλύτερα». Από 'κει και πέρα, η συζήτηση κύλησε σαν νερό, με την υφή ενός απολαυστικού λεκτικού πινγκ-πονγκ μεταξύ μας.

Σας θυμάμαι το 1999 στο Σύνταγμα, δίπλα μου, κ. Χέλμη, στη συναυλία κατά των βομβαρδισμών στη Σερβία. Τραγουδούσαμε παρέα «Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα» του Θεοδωράκη κι ήσασταν απ' τους λίγους που δεν ήταν άχαροι μες στο πλήθος. Στη ζωή σας έχετε κατέβει πολύ στους δρόμους;

Το θυμάμαι κι εγώ, ναι! Όχι μόνο κατέβαινα στους δρόμους, αλλά έχω φάει και ξύλο. Εργαζόμουν στη Θεσσαλονίκη, στο ΚΘΒΕ, και όταν έγινε η δεύτερη εξόρμηση των παιδιών κατά της δικτατορίας του Ιωαννίδη βγήκα κι εγώ μαζί τους στον δρόμο. Με μάζεψαν οι χωροφύλακες και, νταν-νταν, με άρχισαν στο ξύλο! Με γλίτωσε ο διευθυντής του θεάτρου που πήγε και τους είπε «οι καλλιτέχνες είναι έτσι» ή «ο ρόλος της είναι αυτός» κ.λπ.

Σας κάλυψε, με λίγα λόγια.

Ήταν χούντα και αυτό έπρεπε να κάνει.

Εσείς ήσασταν αριστερή;

Όχι, εγώ είμαι αναρχική. Δεν ήμουν ποτέ με κανέναν, δεν μπόρεσε κανείς να με «τοποθετήσει» ή να μου βάλει βραχιολάκι. Είχα χαρακτήρα αυτεξούσιο.

Έτσι ορίζετε την αναρχία;

Θέλω να κάνω ό,τι μου αρέσει εμένα. Και με τον πατέρα μου είχα κόντρες, αλλά με βοήθησε. Του άρεσε να έχω τον χαρακτήρα αυτό, γιατί ήταν σαν τον δικό του. Ούτε με στιγμάτισε το ξύλο από τους ασφαλίτες! Καλό μου 'κανε, αν και τα μάτια μου είχαν γίνει μπλε από κάτω απ' τις γροθιές. Βαράγανε τα παιδιά όπου να 'ναι, το θυμάμαι και ζαλίζομαι.

Αίσθησή μου είναι ότι μεγαλώνετε σαν το παλιό καλό κρασί, αλληλένδετα το ταλέντο και η προσωπικότητά σας.

Εγώ διαλέγω τα πράγματα! Στη Θεσσαλονίκη είχα πάει γιατί μας έκλεισαν το θέατρο της Βεργή. Όταν ήταν εδώ το ΚΘΒΕ πήγα σε μια δεξίωση, όπου μίλησα με τους συναδέλφους. Βρέθηκε ο Χρήστος Πάρλας και μου είπε: «Γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ στη Θεσσαλονίκη που σου πάει το ρεπερτόριο; Θα σε θέλει κι ο δάσκαλός σου ο Κωτσόπουλος» − ο μέγας τραγωδός Θάνος Κωτσόπουλος, αν τον γνωρίζετε.

Δεν τον γνωρίζω απλώς, τον είχα κι εγώ δάσκαλο για ένα φεγγάρι στη σχολή κινηματογράφου.

Έτσι, λοιπόν, δεν είχα δουλειά και ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορούσα να μείνω «αργή» λόγω οικονομικών προβλημάτων. Ήθελα και να παίζω σε σοβαρό θέατρο. Όταν λέμε «σοβαρό θέατρο», εννοούμε αυτό της μεγάλης κουλτούρας, το κλασικό ρεπερτόριο.

Και το μη σοβαρό θέατρο ποιο ήταν, οι επιθεωρήσεις;

Ε, ναι, δεν τα ήθελα αυτά.

Δεν πήγαιναν στο παίξιμό σας ή τα σνομπάρατε γενικώς;

Δεν μου 'κανε κέφι. Ακόμα και στα «Κόκκινα Φανάρια» που παίζαμε με τον Δαμιανό και τη Χρονοπούλου, είχαμε έναν σπουδαίο σκηνοθέτη. Από κει, στο θέατρο, με είδαν ο Φίνος με τον Δαλιανίδη και με πήραν στην ταινία «Νόμος 4000».

Καλή ταινία ήταν αυτή, που σήμερα στέκει σαν ντοκιμαντέρ περισσότερο.

Ναι, αν και μένα μου θυμίζει νεορεαλιστικό κινηματογράφο της Ιταλίας μαζί με στοιχεία κι από άλλα «μπιτνίκικα» εργάκια.

Είπατε πριν ότι είχατε τη βοήθεια του πατέρα. Ήσασταν από φιλότεχνη οικογένεια;

Κατάγομαι από την Κεφαλονιά. Ήσυχοι άνθρωποι ήταν οι γονείς μου. Ο πατέρας μου είχε συγγενείς δασκάλους, πήγα σε καλά σχολεία. Κάναμε ξένες γλώσσες, μουσική, θεατρικές παραστάσεις. Το ίδιο και από τη μεριά της μητέρας μου, είχα έναν θείο του Πολυτεχνείου. Μορφωμένοι άνθρωποι γενικά, κοινωνικά τακτοποιημένοι. Ο αδερφός μου, σπουδαίος, ακολούθησε εμένα. Αυτός πήγε στο Βερολίνο και σπούδασε θεατρικές επιστήμες, θεωρητικός δηλαδή. Πώς έχουν σήμερα στα πανεπιστήμια τη θεατρολογία; Ο αδερφός μου την έφερε πρώτος εδώ. Όταν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, μπήκε στην ΕΡΤ και ασχολήθηκε με το ρεπερτόριο στο «Θέατρο της Δευτέρας» από κοινού με τον Σπύρο Μηλιώνη.

Τον έχετε τον αδερφό σας;

Όχι, δυστυχώς.

Ήσασταν δεμένοι;

Πολύ. Γύριζα τη μία ταινία πίσω απ' την άλλη για να μπορώ να συνεισφέρω στις σπουδές του στο Βερολίνο. Έτσι ήμασταν δεμένοι! (κάνει κίνηση δένοντας τα χέρια της)

Το να δουλεύεις για να προσφέρεις στον άλλον φανερώνει κι ένα έντονο αίσθημα αλληλεγγύης.

Δεν μου αρέσει το άδικο.

Το είχατε από μικρή το αίσθημα αυτό;

Μάλλον. Δεν με πείραξε ποτέ και κανείς. Στο σχολείο που πήγαινα, το ψωμάκι που μου 'δινε η μάνα μου, το μισό το έδινα. Μια φορά πήγε μία να μου το πάρει και μου το 'ριξε κάτω. Την άρπαξα απ' τις κοτσίδες!

Είσαστε απ' τους λίγους Έλληνες ηθοποιούς που έχουν περάσει απ' όλες τις μεγάλες σχολές: Εθνικό, Τέχνης και Πέλου Κατσέλη. Πώς συνέβη αυτό;

Ήμουν καλά στο Εθνικό, αλλά ο Βασίλης Διαμαντόπουλος μου έβαλε την ιδέα: «Έλα και από τον Κάρολο, πρέπει να μάθεις απ' αυτόν, γιατί έχεις κάτι που πρέπει να το διδαχτείς». Έτσι άλλαξα σχολή, τόσο απλά. Με θέλανε.

Ποια ήταν η διαφορά μεταξύ του Εθνικού και του Τέχνης;

Το ένα ήταν κλασικό. Μάθαμε την ορθοφωνία από έναν πολύ σπουδαίο δάσκαλο, τον Βαφειά, του οποίου ο γιος συνεχίζει στις δραματικές σχολές σήμερα. Είχαμε και σπαθομαχία, ξιφασκία δηλαδή, μεταξύ κοριτσιών κι αγοριών.

Έχω ξανακούσει γι' αυτά τα μαθήματα και αναρωτιέμαι σε τι ακριβώς βοηθάνε τον ηθοποιό.

Δεν είναι απλώς σε περίπτωση που το χρειαστείς σε έναν ρόλο.

Ε, ναι, δεν παίζατε κιόλας τους «Τρεις σωματοφύλακες».

Ούτε όλες οι κοπέλες έπαιζαν την Ολίβια ή τη Βιόλα στον Σαίξπηρ. Η ξιφασκία μάς βοήθαγε στο θέμα της ετοιμότητας, να μπορείς να δημιουργήσεις στη σκηνή, αν χάσεις τα λόγια σου, ή να μπορέσεις να καλύψεις μια κίνηση που ξέχασες. Κάποια στιγμή που έπαιζα με τον Γεωργίτση στη Βεργή τη «Μαύρη Κωμωδία» κάναμε σκοτάδι με μεγάλο φως. Κρατούσε ο Φαίδωνας ένα αγαλματάκι που του είχε σπάσει το ποδαράκι και δεν έπρεπε να το δει το κοινό αυτό. Πήγα προς την κουίντα και με μια-δυο κινήσεις του έδωσα μια σπρωξιά και το πήγα μέσα, το έκρυψα. Την κινησιολογία τη σπούδασα στο Εθνικό. Στον Κουν, πάλι, εμβαθύναμε στον χαρακτήρα.

Σας συμπαθούσε ο Κουν;

Πώς; (γέλια) Ήταν λακωνικός! Δεν με χώνευε (χαμηλώνει τη φωνή της).

Δεν με εντυπωσιάζει αυτό που ακούω.

Δεν ξέρω. Εγώ ήμουν ένα γλυκό κορίτσι, λίγο κορτατζού, κι αυτός με έπιασε και μου είπε: «Δεν έχω παρουσία για εσάς στο επόμενο έργο, φροντίστε να πάτε κάπου αλλού». Έφυγα!

Σας πείραξε αυτό;

Όχι. Μπορεί να είχε αυτήν τη διάθεση, δεν αλλάζει όμως το ότι ήταν ένας υπέροχος δάσκαλος που έδειχνε πράγματα πολλά. Πηγαινοερχόταν όλη την ώρα με ένα τσιγάρο στο στόμα και σου έδειχνε πάντα. Δεν μπορείς να μη συγχωρήσεις τον χαρακτήρα του.

Μετά όμως, στο Λαϊκό Θέατρο του Πέλου Κατσέλη, δουλέψατε με τον Κατράκη.

Και με την Αλέκα Κατσέλη, τη γυναίκα του Πέλου, σε έργα του Λόρκα και πολλά άλλα. Ο Πέλος είχε ωραία κίνηση, μου έλεγε: «Πρόσεχε τις κινήσεις σου, γιατί είσαι εντυπωσιακό κορίτσι και δεν θέλω υπερβολές». Αυτό πήγαινε και στην κίνηση και στην έκφραση, τα ήθελε όλα απλά και λιτά. Ξέρετε, είναι η πρώτη φορά που τα λέω αυτά, που με «πηγαίνει» κάποιος εκεί, και στενοχωριέμαι λίγο.

Για ποιον λόγο;

Δεν ξέρω, μ' έπιασε κάτι (ακουμπάει το στήθος της με μια έκφραση δυσφορίας). Η συγκίνηση...

Είστε ευσυγκίνητος άνθρωπος;

Ναι! (ζωηρά) Είμαι!

Να μη βλέπετε δελτία ειδήσεων με τα διογκωμένα δράματά τους.

Σωστά! Είμαι πολύ ευσυγκίνητη! Να το ψάξω μέσα μου λέτε;

Ποτέ δεν είναι αργά.

Τις προάλλες κάναμε ένα μνημόσυνο για τα τέσσερα χρόνια από τη φυγή του Χρήστου Πάρλα. Αφού είπα ό,τι είχα να πω, στο τέλος έμπηξα τα κλάματα κι έφυγα κουρέλι.

Πού είναι το κακό;

Ωραίο δεν είναι; Κλαίω με την πρώτη αφορμή.

Και δεν ντρέπεστε μπροστά σε άλλους.

Όχι, δεν μου αρέσουν αυτοί που ντρέπονται. Δεν είναι αληθινοί άνθρωποι. Δεν θα τους έλεγα κακούς, αλλά ανώριμους και ανασφαλείς.

Είστε ακραία σε όλα τα συναισθήματά σας;

Άμα μου πεις κάτι αστείο, γελάω δυνατά. Φεύγει από μόνο του το γέλιο μου.

Γελάτε τακτικά;

Ναι, γελάω.

Με τι;

Και στην τηλεόραση μπορεί να δω καραγκιοζιές και να γελάσω, μ' ευχαριστεί.

Λένε πως οι άνθρωποι που εκφράζονται δυνατά, κρατάνε και καλές σχέσεις με τους άλλους. Ισχύει;

Πώς, ισχύει! Ο Πάρλας μου ζήτησε να βαφτίσω τη δεύτερη κόρη του. Γίναμε φίλοι παίζοντας στο θέατρο. Αδέλφια! Συνάδελφος, με όλη την έννοια της λέξεως, τόσο που η φιλία μας άγγιξε τη συγγένεια. Έτσι λένε οι χριστιανοί, όταν βαφτίζεις ένα παιδί, μπαίνεις στη σειρά των συγγενών του.

Ανοησίες. Εγώ έχω 30 χρόνια να δω τους νονούς μου, αν ζουν κιόλας.

Λένε πως η νονά γίνεται πνευματική μητέρα.

Εκκλησιάζεστε;

Πηγαίνω σε ένα μοναστήρι εδώ παραπάνω. Μου αρέσει η διακριτικότητα σ' αυτά.

Παρακολουθείτε τη λειτουργία και φεύγετε μετά;

Ξέρετε, πάντοτε ήμουν θεοσεβούμενη, γιατί το 'χα από την οικογένειά μου, απ' τη γιαγιά μου, η οποία μας πήγαινε στο Κατηχητικό.

Με το ζόρι;

Όχι, όχι. Έλεγε: «Πήγε στο Κατηχητικό το Κατερινιώ μου, που θα γίνει μια σπουδαία ηθοποιός σαν την Κυβέλη;». Με την Κυβέλη με παρομοίαζε! Δεν ήρθε ποτέ να με δει!

Πώς κι έτσι;

Θα 'χε τα δικά της. Έκανε οκτώ παιδιά, ανάμεσά τους τον πατέρα μου, φορούσε τα καπελίνα της... Μετά, που την είχαμε σπίτι, μπήκε στη ζωή μας. Όταν έφυγα και πήγα για δουλειά στη Θεσσαλονίκη που σας είπα, είδα ότι οι άνθρωποι εκεί ασχολούνταν πιο πολύ με τη θρησκεία, πήγαιναν στις εκκλησίες.

Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει το περίφημο: «Θεέ μου, πόσες αμαρτίες πρέπει να έχει διαπράξει αυτή η πόλη για να έχει τόσο πολλές εκκλησίες!».

Ακριβώς. Οι άνθρωποι εκεί ήταν πιο θεοσεβούμενοι συγκριτικά με τους Αθηναίους. Νοίκιαζα ένα σπίτι μαζί με μια φίλη, που έγινα και κουμπάρα της μετά, η οποία με παρότρυνε να έχω έναν σκεπτικισμό, να είμαι ταπεινή, να μη σκορπίζομαι.

Μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, που λέει κι ο ποιητής.

Τον έχω υπηρετήσει κι αυτόν!

Τι εννοείτε;

Πήγα με τον Μοσκώφ στην Αλεξάνδρεια, όπου απήγγειλα τα ποιήματα του Καβάφη.

Είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής;

Είναι! Πρέπει να μπορείς να δεις μέσα στην ποίησή του, να διεισδύσεις, αλλιώς... Αρνάκι άσπρο και παχύ.

Στη ζωή σας συγχρωτιστήκατε με ποιητές;

Όταν ήμουν μαθήτρια, είχα έναν πολύ καλό φίλο, τον Δημήτρη Χριστοδούλου.

Που έγραψε και τα καλύτερα λαϊκά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.

Αυτός, ναι! Με λάτρευε και με θαύμαζε σαν φιγούρα, σαν κορίτσι. Δεν μου «κόλλησε» ποτέ, μαζί μου ήτανε... τι να σου πω τώρα! «Κατερίνα, εσύ έχεις μυαλό», μου 'λεγε, «πρέπει να μπεις στο πανεπιστήμιο». «Δεν έχω καιρό», του απαντούσα, «πάω στη σχολή». Τελείωνα το Γυμνάσιο, πήγαινα και μπαλέτο ταυτόχρονα. Ήμουν γεμάτη. Ήμασταν μια παρέα από μικρά παιδιά με τον Ευαγγελάτο και τον Σβολόπουλο, τον μετέπειτα σύζυγό μου.

Αλέκος Αλεξανδράκης - Κατερίνα Χέλμη

Η γιαγιά σάς έβλεπε Κυβέλη, άρα να υποθέσω ότι ξέρατε από νωρίς τι θα κάνετε.

Μα, ναι, έπαιζα στο θέατρο του σχολείου. Η τάση των καλλιτεχνών φανερώνεται στα σχολεία με τις σχολικές γιορτές, τα ποιήματα, τις παραστάσεις, ακόμα και με τις εθνικές γιορτές. Εκεί γίνεται το πρώτο αλισβερίσι. Πολύ αργότερα αυτά τα πράγματα τα έβαλαν στα σχολεία η Μελίνα με τον Ντασέν. Όλα τα σχολεία από τα οποία πέρασα εγώ είχαν να κάνουν με τα καλλιτεχνικά, με το πιάνο.

Παίζετε πιάνο;

Τώρα όχι, αλλιώς θα το βλέπατε εδώ. Έπαιζα, αλλά το θέατρο σε απορροφάει. Μου έλεγε ο Γιώργος Παππάς, που τον είχα δάσκαλο στο Εθνικό, επειδή αργούσα απ' το ένα μάθημα στο άλλο: «Άκουσε να σου πω, Χέλμη, και τα δύο θέλουνε μελέτη, ή θέατρο ή μουσική!». Το πιάνο ήθελε πολλή δουλειά, δεν γινόταν! Τι γοητεία.

Ο Παππάς, ε; Εντυπωσιακός άνδρας ήταν, ο γιος της ποιήτριας Μυρτιώτισσας.

Με κοιτούσε μ' αυτά τα μάτια του και μου μιλούσε! Έπαιξε στο σινεμά πολύ με τη Λαμπέτη και με την Κυβέλη! Η μητέρα του, η Μυρτιώτισσα, εδώ παραπάνω έμενε.

Πείτε μου με ποιον τρόπο αναζητούσατε το δικό σας ερμηνευτικό στίγμα.

Ερχόταν από μόνο του. Ο Διαμαντόπουλος μου είχε πει ότι πρέπει να έχω μέσα μου άλλες ζωές.

Καλή ατάκα!

Δεν το 'πα εγώ, ο Διαμαντόπουλος το 'πε όταν έπαιζα ένα κορίτσι απ' τους «Εκατομμυριούχους της Νάπολης». Και μόνο ένα βιβλίο να διαβάσω, ξέρω τι χώρος θα του ανήκει μέσα μου.

Ο Διαμαντόπουλος, να ένας αναρχικός καλλιτέχνης.

Όλοι αυτοί ήταν τόσο χρεωμένοι, που αναγκάστηκαν να φύγουν στο εξωτερικό. Το ξέρατε αυτό;

Για πότε μιλάτε;

Για τότε. Όλοι αυτοί φεύγανε στο Παρίσι. Ο Διαμαντόπουλος, ο Κούνδουρος.

Αυτοεξόριστοι στο Παρίσι έφευγαν λόγω χούντας.

Αυτοεξόριστοι, αλλά χρωστάγανε κιόλας. (γέλια)

Ίσως ο Χατζιδάκις να ήταν πολύ ειλικρινής όταν έγραφε στο βιογραφικό του ότι έφυγε στην Αμερική λόγω χρεών προς την εφορία και όχι για αντιστασιακούς λόγους.

Σάμπως τους άλλους τους ρώτησαν για να το πουν αυτό; Ο Χατζιδάκις το είπε, αλλά ο Διαμαντόπουλος, ο Φυσσούν, ο Ληναίος, δεν το είπαν.

Καθίστε λίγο, οι άλλοι έκαναν αντιδικτατορικό αγώνα και με δυο λόγια εσείς τώρα τους αποκαθηλώνετε.

Τι να κάνω; Έτσι έχουν τα πράγματα. Έλληνες είμαστε.

Ο Έλληνας δηλαδή λέει ψεματάκια που τον συμφέρουν;

Κάποιος μου 'χε πει μια μάγκικη έκφραση για όλο αυτό − απ' τον άντρα μου την έχω ακούσει.

Πείτε τη και σ' εμένα.

Έλα ντε που δεν τη θυμάμαι. (γέλια)

Μιλάτε αυθόρμητα, σαν να μην έχετε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης από τον συνομιλητή σας.

Είμαι «sans chanson»!

Να και το γαλλικό! Τι σημαίνει ότι είστε «χωρίς τραγούδι»;

Δεν μιλάω τακτοποιημένα, «τραγουδιστά». Έτσι μιλούσε η Αρώνη κι έφτιαχνε το μαλλάκι της. Εγώ μιλάω φόρα παρτίδα, χωρίς τραγούδι.

Ανέκαθεν;

Ναι.

Δεν είχε ποτέ κόστος αυτό;

Όχι. Πολλοί το έβρισκαν έως και χαριτωμένο.

Λογικό, όταν το βλέπουν σε ένα νέο και όμορφο πρόσωπο.

«Χαριτωμενιά» το λένε αυτό σήμερα.

Χαίρεστε για τις ταινίες που κάνατε;

Ναι, και είχα κι ανάγκη όταν τις έκανα.

Για βιοπορισμό;

Ναι, δεν είπαμε; Οι σπουδές του αδελφού στο Βερολίνο! Έκανα το ντεμπούτο μου στο «Ο μπαρμπα-Γιάννης κανατάς». Μαθήτρια ήμουν, κοριτσάκι με πήραν. Πολύ ωραία ήτανε!

Το λέτε με βαθιά νοσταλγία.

Έτσι είναι. Την ταινία την έκανε ο Φρίξος ο Ηλιάδης, που δεν είχε μεγάλη καριέρα. Παραγωγός ήταν ο Στράντζαλης, ήταν η πρώτη του ταινία. Ο Ηλιάδης ήταν ηθοποιός, γυρνούσε από δω κι από κει, και παρακάλεσε τους παλιούς μεγάλους να παίξουν στην ταινία του, τον Αυλωνίτη, τον Σταυρίδη, την Αλέκα Στρατηγού, τη σπουδαία Αλέκα Παΐζη, και νέα παιδιά, εκτός από μένα, σαν τον Κούρκουλο, τον Ντούζο και τον Ληναίο. Είχατε δίκιο που μιλήσατε πριν για ντοκιμαντέρ, αυτές τις ταινίες τις βλέπεις σήμερα για να δεις πώς ήταν η παλιά Αθήνα.

Ας πάμε στα «Κόκκινα Φανάρια», όχι στην ταινία, αλλά στο θεατρικό πρώτα.

Με φώναξε η Μαίρη Χρονοπούλου...

Μιλάτε με τη Χρονοπούλου, βλέπεστε;

Την είδα προχθές.

Δεν μου την «κλείνετε» για μια συνέντευξη που την ψάχνω εδώ και τρία χρόνια;

Να πάρετε τηλέφωνο τον πρόεδρο.

Δεν παίρνω τηλέφωνο κανέναν πρόεδρο. Τι να σας κάνω που όλες μού πάτε και βγαίνετε στα κουτσομπολίστικα! Τέλος πάντων. Πού την είδατε, λοιπόν, τη Χρονοπούλου;

Δεν ήξερα ότι θα την έβλεπα στο μνημόσυνο του Πάρλα. Έπεσα στα πόδια της, γονάτισα και τη φίλησα. Ξέρετε, παίζαμε μαζί στο θέατρο, ήμασταν φίλες και συναδέλφισσες τον καιρό εκείνο. Έτσι είμαστε οι ηθοποιοί! Όταν συνεργαζόμαστε στο θέατρο είμαστε καλοί, ευγενικοί μεταξύ μας, βγαίνουμε, τρώμε μαζί τα βράδια. Μετά χανόμαστε.

Η ζωή όλη είναι έτσι.

Δεν ξέρω, έτσι είμαστε εμείς. Μου είπε, λοιπόν, η Χρονοπούλου να περάσω από το θέατρο. Με είδαν ο Δαμιανός και ο Γαλανός, ο συγγραφέας, και ήταν να πάρω τον ρόλο της Πριγκιπέσας, που τον έπαιξε η Καρέζη στην ταινία. Την ώρα της οντισιόν, ο ρόλος πήγαινε για άλλη κοπέλα, η οποία δεν είχε την πρέπουσα ένταση στον διάλογο με τον νταβατζή. Ήταν μια καθωσπρέπει κοπέλα από τον Κουν. Της δίνω μια σπρωξιά, της λέω: «Βάλε ένταση, θα τον χάσεις τον ρόλο». Πετάγεται ο Γαλανός: «Αλλαγή ρόλων! Αφού εσύ δασκαλεύεις την άλλη, πάρε τον ρόλο κι έλα να μας δείξεις τι κάνεις». Έτσι πήρα τον δικό μου ρόλο και η άλλη πήρε της Πριγκιπέσας.

Πως ήταν ο Δαμιανός ως σκηνοθέτης;

Σαν τον Κουν!

Αυστηρός κι αυτός;

Ναι, αλλά έδινε πράγμα, έβγαζε! Σπουδαία προσωπικότητα, τον λατρεύαμε. Ήταν ο αγαπημένος όλων με την έννοια του έρωτα που είχες για το θέατρο και τη δουλειά σου. Εμείς ερωτευόμασταν τον Δαμιανό γιατί μας έδειχνε τόσο άμεσα τον ερωτισμό που έπρεπε να 'χει μια γυναίκα. Πώς το ήξερε αυτό; Φαίνεται, θα 'χε μεγάλη πείρα.

Εύστοχο σχόλιο, κ. Χέλμη, αν λάβουμε υπόψη πως έκανε την «Ευδοκία», όπου υποδόρια έσταζε καύλα για την πρωταγωνίστρια του, τη Βασιλείου.

Έτσι όπως το λέτε, ακριβώς!

Το «Μέχρι το πλοίο» του Δαμιανού το 'χατε δει;

Αυτή ήταν μια ταινία πολύ δραματική εσωτερικά. Όταν με πήραν από τα «Κόκκινα Φανάρια» ο Φίνος με τον Δαλιανίδη, αισθανόμουν πως έκανα απλώς τη δουλειά μου, κι ας έπαιζα πάλι μια πόρνη. Ένιωθα άνετα, αφού στον «Νόμο 4000» παίζαμε με τον Διαμαντόπουλο, που ήταν δάσκαλός μου. Μα, είχα και ένα δέος, αυτό του κοριτσιού που παίζει δίπλα στον δάσκαλό του.

Υποδυθήκατε με εντυπωσιακή φυσικότητα την πόρνη, ήσασταν το ωραίο κορίτσι, το όχι μοιραίο, που τα έλεγε με τον λαϊκό του τρόπο.

Κοιτάξτε, ήταν έτσι όπως τα λέτε, καμία όμως απ' όλες αυτές στα «Κόκκινα Φανάρια» δεν έπαιζε τον ρόλο μου. Εγώ βρήκα την καθημερινότητα του ρόλου μου. Αν ξαναδείτε την ταινία, προσέξτε πως όλες ήταν σαν να βγήκαν απ' τον Τσούχλο ή δεν ξέρω κι εγώ από ποια μπουτίκ. Τέτοια πράγματα φορούσαν στην Τρούμπα, σαν της Καρέζη και της Χρονοπούλου;

Δεν υπήρχε και ενδυματολόγος τότε με τη σημερινή σημασία.

Πώς δεν υπήρχε; Ας ενδιαφερόταν να μάθει! Εδώ, στο θέατρο, μας πήρε μια μέρα ο Δαμιανός και μας πήγε όλες στην Τρούμπα, όλες, εκτός της Καρέζη!

Η Καρέζη δεν ήθελε;

Τα 'χε με τον Ζάχο Χατζηφωτίου τότε!

Το 'πιασα! Άρα το ψάξατε για να παίξετε την πουτάνα, sorry κιόλας για τη λέξη.

Γιατί «sorry»; Εγώ δεν είμαι πουτάνα! Μας πήγε ο Δαμιανός σε ένα καταγώγιο για να δούμε πώς ντύνονται και πώς στήνονται αυτές. Είχαμε και το μικρό το Ανουσάκι! Μας έφαγε όλες!

Στην πουτανιά;

Ε, ναι, δεν την είδες στην ταινία; Τα μαζεύει στο τέλος και γίνεται αρχηγός, πιο πουτάνα κι απ' την πουτάνα. Γίνεται χυδαία!

Το απαιτούσε ο ρόλος της.

Ναι, αλλά το 'πιασε η μικρή! Ήταν πρωτόβγαλτη. Είναι ταλαντούχα η Ανουσάκη, αλλά χάθηκε.

Ασχολήθηκε με την πολιτική.

Σιγά την πολιτική! Δεν ντρεπόμαστε λιγάκι; Η άλλη γι' αυτό παραιτήθηκε, τα είχε δει όλα!

Ποια λέτε;

Η Συνοδινού! Έφτασε μέχρι υπουργιλίκι, αλλά όταν της θίξανε το θέατρο, σηκώθηκε κι έφυγε. Της είπε κάποιος μες στη Βουλή «δεν θέλουμε θεατρινισμούς εδώ μέσα» κι αυτή πετάγεται και λέει: «Δεν σηκώνω κουβέντα για το θέατρο και την τέχνη μας! Παραιτούμαι!».

Μαγκιά της! Πάμε στην ατάκα «θα φαρμακωθώ» που λέτε στον νταβατζή σας στα «Κόκκινα Φανάρια». Είναι θρυλική πια στον ελληνικό κινηματογράφο.

Μόνο; Τη διδάσκουν σε σχολές, μου έχουν πει, τη σκηνή αυτή.

Από σχολές μέχρι τις «Κούκλες» στη Συγγρού, που σας κάνουν οι τρανς.

Τι είν' αυτό που μου λέτε, δεν το ξέρω!

Γυναίκες τρανς που σας μιμούνται, έτσι ακριβώς όπως παίζετε στη σκηνή.

Α, μπα! Και γιατί το κάνουν;

Σόου κάνουν, άλλη παριστάνει τη Βουγιουκλάκη, άλλη εσάς, έτσι πάει και διασκεδάζει ο κόσμος.

Πάρα πολλές φύσεις με λατρεύουν εμένα, όχι μόνο οι τραβεστί, αλλά και οι ομοφυλόφιλοι γενικά.

Είστε gay icon, ναι.

Βάσει αυτής της σκηνής.

Μ' ενδιαφέρει ν' ακούσω πώς το ερμηνεύετε εσείς ψυχολογικά.

Θα ήθελαν πάρα πολύ οι ομοφυλόφιλοι να πέσουν στα πόδια του εραστή τους.

Εσείς θα φαρμακωνόσασταν για έναν άνδρα στην πραγματική σας ζωή;

Όλα τα πράγματα που έπαιξα ήταν κόντρα σε μένα. Δεν παρακάλεσα κανέναν αγαπητικό να με δεχτεί. Πάντα ήμουν αντράκι, γιούργια. Δεν άφηνα ούτε να με φλερτάρουν, ήμουν αγριοκόριτσο.

Φλερτάρατε εσείς, όμως, ως κορτατζού που δηλώσατε πριν.

Ναι, ήθελα εγώ να προκαλώ, εγώ να διεκδικώ. Και τώρα που σας το λέω, το νιώθω! Είχα έναν αγορίστικο χαρακτήρα, έντονη την αρσενική και τη θηλυκή πλευρά μέσα μου. Είναι το ορμέμφυτο, το ίδιο που με έκανε να βγαίνω με τα παιδιά στους δρόμους. Πώς έτρωγα κι έριχνα χαστούκια; Έφευγε καμιά άλλη ηθοποιούλα να πάει να τα βάλει με τους αστυνομικούς;

Έχετε δακρύσει τώρα ή κάνω λάθος;

(παύση) Ναι...

Μ' αυτά που λέμε;

Προηγουμένως δεν σας είπα ότι συγκινούμαι πολύ εύκολα; Εσείς πάλι κι ένα απλό να ρωτήσετε, θα το κάνετε ψυχοβγαλτικά στον άλλον. Με πειράζουν αυτές οι θύμησες. Σκέφτομαι πόσοι μεγάλοι ηθοποιοί έχουνε φύγει. Δεν βλέπω σήμερα το έμψυχο αυτό υλικό που θα κάνει τον κόσμο να ριγήσει.

Αυτό το λέμε κι εμείς οι νεότεροι, φαντάσου να το λέει ένας ηθοποιός της γενιάς σας, που έχει ζήσει δίπλα σε πραγματικά μεγάλους ηθοποιούς.

Ελπίζω να βγουν νέα παιδιά − διδάσκω κιόλας στη σχολή Βεάκη. Εγώ έβγαλα τον Στέλιο Μάινα! Δουλειά του δασκάλου είναι να ανοίγει το μυαλό του μαθητή κι εγώ άνοιγα πόρτες όταν έβλεπα κάτι το ξεχωριστό. Και η Ελένη Κοκκίδου μαθήτριά μου ήταν, με μυαλό και φυσική ευγένεια.

Υποδυόμενη την πόρνη, αποκτήσατε αισθήματα αλληλεγγύης και για τους περιθωριακούς ανθρώπους;

Το είχα αναλύσει κοινωνιολογικά. Μου είχε πει κάποιος ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν ειρμό, πορεύονται μόνο βάσει του σεξ και γίνονται υποχείρια του προπομπού τους, του νταβατζή τους, δηλαδή.

Αυτό, όμως, δεν αποκλείει το να είναι καλόψυχοι άνθρωποι.

Δεν πάμε εκεί τώρα, γι' αυτό σας είπα ότι το έψαξα κοινωνιολογικά.

Έχει έναν κυνισμό, εν πάση περιπτώσει, η ανάλυσή σας.

Ο Νεοκλής ο Σαρρής το 'χε αναλύσει αυτό, όταν έκανε μάθημα στους σκηνοθέτες στη Σχολή Σταυράκου. Τον ξέρω από παιδί, τον είχαμε κομπαρσιλίκι όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα κι εγώ και παίζαμε με τον Κατράκη στην Τουρκία «Φουέντε Οβεχούνα».

Αληθεύει ότι θα παίζατε στην κινηματογραφική «Λόλα» στη θέση της Καρέζη;

Όχι. Πολλοί το λένε. Ίσως γιατί περίμεναν να γίνω η απόλυτη πρωταγωνίστρια στις πουτάνες! (γέλια) Ε, μα, ξέρω γω!

Τα «Κόκκινα Φανάρια» είχαν αγγίξει την υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Ναι, είχαν πάει κιόλας εκεί.

Εσείς δεν πήγατε;

Είχε πάει η Χρονοπούλου με τον Βασίλη Γεωργιάδη, τον σκηνοθέτη. Καλός ήταν ο Γεωργιάδης, σαν μπαμπά τον είχαμε. Δεν με πείραξε που δεν πήγα κι εγώ μαζί. Θέλω να σας πω ότι είχα καλές σχέσεις με τους συναδέλφους μου. Θυμάμαι την πρώτη φορά που θα 'παιζα στην Επίδαυρο την Ιοκάστη με τον Κούρκουλο συμπρωταγωνιστή. Το κοινό μάς περίμενε. Με πιάνει η Κατερίνα η Γώγου και μου λέει: «Δάγκωσέ τους τον λαιμό». «Τι λες, μωρέ;» της κάνω και γυρνάει και μου απαντάει με νόημα: «Σε ζηλεύουν!». Την καλύτερη γνώμη έχω γι' αυτήν, που έφυγε τόσο άδικα. Ήταν και καλή ποιήτρια μπορώ να σας πω.

Μιλάμε για τόσους συναδέλφους σας και ακόμα δεν είπαμε τίποτα για τη Βουγιουκλάκη, την αντίζηλό σας στην ταινία «Η αγάπη μας». Κάνατε περίπου 25 ταινίες.

Τόσες είναι, ναι. Έκανα και μερικές με τον Νίκο Αβραμέα. Στις ταινίες του Αβραμέα έπαιξα καθαρά για βιοποριστικούς λόγους, σ' αυτές αναφερόμουν πριν. Η δε Βουγιουκλάκη ήταν καλή στη συνεργασία μας, έγκυος στον Γιαννάκη της τότε. Στην ταινία με φώναξε η γυναίκα του αδελφού του Παπαμιχαήλ, με την οποία ήμουν στενή φίλη. Κολλητάρι μου απ' του Κουν, που μετά έκανε οικογένεια και τα παράτησε, αλλά εμείς ακόμη βλεπόμαστε.

Ελπίζω να μην ακούσω και από εσάς για τους βεντετισμούς της Βουγιουκλάκη.

Δεν είχε ή δεν νομίζω να είχε, μ' εμένα δηλαδή. Τα ίδια λένε και για τη Νίκη Τριανταφυλλίδη, με την οποία δούλεψα πολύ στο πλαίσιο του φεστιβάλ και ήμασταν τρεις φορές αγαπημένες. Θέλω να βγάζω μια στοργή και μια αγάπη για τον άνθρωπο δίπλα στον οποίο παίζω. Γιατί να μου φερθεί άσχημα; Αν μου φερόταν άσχημα, θα 'φευγα και θα 'μενα σπίτι μου. Με την Αλικούλα τότε φεύγαμε απ' το γύρισμα και πηγαίναμε σπίτι της για να μαγειρέψουμε να φάει ό,τι ήθελε το μωρό μέσα της.

Θυμάστε τι ακριβώς μαγειρεύατε;

Φτιάχναμε μαζί σπαράγγια και αυγά ποσέ, ότι του 'ρχόταν του γιου της να φάει. Βλεπόμασταν και τα επόμενα χρόνια. Όταν κανόνιζε κάτι στο σπίτι της, πήγαινα. Είχε μάλιστα κι ένα φλερτ με τον αδελφό μου, αφότου χώρισε με τον Δημήτρη.

Στο βιογραφικό σας αναφέρετε ότι παντρευτήκατε τον παιδικό σας έρωτα, τον ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Σβολόπουλο. Όμορφο και κομματάκι σπάνιο, θα έλεγα.

Γνωριζόμαστε από τα δέκα μας χρόνια, έχουμε έναν χρόνο διαφορά. Είναι σαν το αγοράκι που κοιτάζει με ένα βλέμμα το κοριτσάκι κι αργότερα το παρακολουθεί στις σπουδές του. Ήμασταν φίλοι. Τότε τα παιδιά, μετά τον πόλεμο, άλλο μικρό, άλλο μεγάλο, πήγαιναν σαν τα αρνάκια όπου τους οδηγούσαν. Τον ξανάδα χρόνια μετά στη Θεσσαλονίκη, που ήρθε στο Βελλίδειο να δώσει μια ομιλία για τον Βενιζέλο. Πήγα και του μίλησα σαν παλιά συμμαθήτρια. «Μη χαθούμε», μου είπε. Τελικά, ο Νεοκλής Σαρρής μας ένωσε.

Πόσα χρόνια είστε μαζί, κ. Χέλμη;

Ανεξαρτήτως της γνωριμίας τόσων χρόνων, κάναμε δεσμό το '96 και το '97 παντρευτήκαμε, άρα είμαστε 20 χρόνια επισήμως μαζί. Εμένα ήταν ο πρώτος μου γάμος, εκείνου ο δεύτερος.

Πώς και παντρευτήκατε σε ώριμη ηλικία;

Δεν ήθελα πρωτύτερα, δεν με ενδιέφερε.

Πιστεύατε ότι θα ήταν τροχοπέδη στο θέατρο;

Είχα πολλές προτάσεις, αλλά όλοι ήθελαν να παρατήσω το θέατρο.

Αλίκη Βουγιουκλάκη - Δημήτρης Παπαμιχαήλ - Κατερίνα Χέλμη

Ούτε χτύπησε ποτέ μέσα σας το καμπανάκι της μητρότητας.

Όχι. Είχα θρησκειολογικές αναζητήσεις και παρακολουθούσα σεμινάρια του «Christian Scientist»! Είναι το καλύτερο περιοδικό στην Αμερική με χιλιάδες επιστήμονες.

Καθίστε, γιατί εγώ έβγαλα λαβράκι σήμερα! Για τη Σαϊεντολογία μού μιλάτε! Ενδιαφέρον!

Ακριβώς. Η Σαϊεντολογία λέει πως δεν είναι απαραίτητο να κάνεις παιδί ως γυναίκα. Γιατί να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο και να υποφέρει;

Καλά, δεν χρειάζεται να 'σαι σαϊεντολόγος για να το πεις αυτό.

Εμένα η Σαϊεντολογία με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι δεν θέλω να 'χω ένα παιδί που να υποφέρει μελλοντικά. Έκανε ο αδερφός μου ένα κι έτσι έχω ανίψι τώρα.

Η σχέση σας με τη Σαϊεντολογία ποια είναι σήμερα; Πάρα πολλοί μεγάλοι ηθοποιοί παγκοσμίως την έχουν ασπαστεί.

Τον Ρίτσαρντ Γκιρ λέτε;

Και όχι μόνο. Ο Τομ Κρουζ, ο Τραβόλτα, μέχρι και ο Τσικ Κορία υπήρξε οπαδός της.

Η Σαϊεντολογία με εκφράζει γιατί μπορεί να απαλύνει τον φόβο του θανάτου. Σε κάνει να φεύγεις ήρεμα και ειρηνικά.

Δεν έρχεται σε σύγκρουση με την Ορθόδοξη Εκκλησία;

Ναι. Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως δεν ξέρει τίποτε άλλο από το να συγκρούεται γενικώς. Εγώ δεν έχω θέμα, ο άντρας μου ο Σβολόπουλος είναι σύμβουλος στην Ιερά Σύνοδο και τους στηρίζει κυρίως σε θέματα ιστορικής φύσης. Πολλοί άνθρωποι και από κει, φίλοι μας, με ρωτάνε πράγματα όπως εσείς για τη Σαϊεντολογία, δείχνουν ενδιαφέρον. Εγώ τους απαντάω: «Δεν ξέρω, πάρτε να διαβάσετε». Δεν μπορώ εγώ να τους εξηγώ τι πιστεύω και ως πού μπορεί να φτάσει το δικό μου μυαλό.

Είστε ο πρώτος καλλιτέχνης, πάντως, που γνωρίζω και μιλά ανοιχτά για τη Σαϊεντολογία. Δεν ξέρω αν θα το 'κανε ο οποιοσδήποτε.

Πολλοί είτε δεν γνωρίζουν είτε δεν τους ενδιαφέρει να μιλάνε για τίποτε άλλο πέρα από τη δουλειά τους. Εσείς πάλι, όπως σας βλέπω, όλα τα ψάχνετε, έχετε ενδιαφέροντα. Έχετε μια ιστορία.

Πόσο καιρό ζείτε σ' αυτή την έπαυλη;

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, από τον γάμο μου και μετά.

Δεν σας στέρησε την επαφή με το κέντρο της Αθήνας;

Όχι, καλέ. Έχουμε κι ένα διαμέρισμα-γραφείο στο κέντρο. Κάμαρα, δεύτερο δωμάτιο, σαν βεστιάριο το έχω.

Δεν αισθάνεστε δηλαδή απομόνωση, πέραν του να είστε μαζί με τον άνθρωπό σας.

Αφού μόνο αυτό μετράει. Έχουμε και γείτονες, γνωριζόμαστε, λέμε «καλημέρα - καλησπέρα», υπάρχει και το περίπτερο παραδίπλα.

Αλήθεια, υπάρχει περίπτερο εδώ κοντά;

Όπως θα βγείτε, θα το δείτε.

Πάλι καλά. Δέχεστε φίλους εδώ στο σπίτι;

Βέβαια, και είχαμε κάνει κι ένα πάρτι με την κυρία Τσαλίκογλου, τον Καρατζογιάννη και τα άλλα παιδιά με το τέλος των πρώτων παραστάσεων. Επίσης έρχεται καμιά φορά η Όλγα Τουρνάκη, αυτή η μεγάλη τραγωδός, και καθόμαστε. Δεν έχω πολλούς φίλους, παλιότερα ερχόταν ο Πάρλας με τη γυναίκα του.

Είστε αισιόδοξος άνθρωπος;

Είμαι πεισματάρα.

Δηλαδή;

Δηλαδή, άμα πονάει το πόδι, θα του πω: «Κάνε λίγο γυμναστική και σκάσε!». Δεν είναι εγωιστικό, πρέπει κι αυτό να συνωμοτήσει για το καλό μου.

Πείτε μου για έναν έντονο καβγά που είχατε κάποτε.

Δεν είχα. Εκτός από τους κινηματογραφικούς, βέβαια, ή όποτε γινόταν κάτι κακό και άδικο.

Πιστεύετε στην ουτοπία;

Είμαι τόσων χρονών κι αυτό που έχω καταλάβει είναι πόσο ήρεμοι πρέπει να είμαστε ως άνθρωποι. Εδώ που κάθομαι έρχεται κάθε πρωί ένα πουλί και μου τραγουδάει. Του είχα δώσει κόλλυβα μια φορά και από τότε με επισκέπτεται, ξέρει ότι είμαι εδώ. Του ανοίγω το παράθυρο κάθε που ξυπνάω.

Τι ώρα ξυπνάτε;

Σταθερά στις εφτά και μισή. Μόνη μου. Παίρνω τον καφέ μου και διαβάζω. Να, τώρα διαβάζω πολύ το έργο που παίζουμε. Έχει πολύ ταλέντο ο σκηνοθέτης μας, ο Μάνος. Έχει κι αυτός ορμέμφυτο, παθιάζεται πολύ στις πρόβες. Εγώ έχω δύο μονολόγους σε δύο σημεία και χθες παρακολούθησα ολόκληρη την πρόβα. Ενθουσιάστηκα!

Τι προσδοκάτε πλέον από τη ζωή, κ. Χέλμη;

Να έχω την υγεία μου, να φροντίζω τον άνθρωπό μου, να είμαι ήρεμη. Κι αν με ρωτήσετε τι θα ήθελα να παίξω, θα σας απαντούσα ένα ρωσικό έργο που λέγεται «Τα παράσημα της γριούλας».

Τα έχετε πάρει εσείς τα παράσημά σας και τα παίρνετε. Σας αρέσει που ο κόσμος σας αγαπάει, που είναι εκδηλωτικός απέναντί σας;

Με σταματάνε στον δρόμο και με παρατηρούν αν έχω κάνει καμιά επέμβαση στο πρόσωπό μου. Τίποτα δεν έχω κάνει. Μια κυρία προχθές στην Ερυθραία ήρθε και με φίλησε. Ναι, λοιπόν, τα πήρα τα παράσημά μου γιατί φρόντισα πολύ τους γονείς μου και πήρα την ευχή τους.

Το πιστεύετε αυτό;

Πολύ! Ό,τι και να θέλω, σε τρία λεπτά είναι εδώ.

Οι γονείς σας, εννοείτε, κατόπιν επίκλησης;

Ο πατέρας μου, ναι, είναι εδώ, νιώθω την παρουσία του. Νιώθω το χάδι του, την προστασία του.

Μακάρι να το 'χαν όλοι οι άνθρωποι αυτό.

Πρέπει να το πιστεύεις.

Κυρία Χέλμη, χάρηκα που σας γνώρισα από κοντά και σας ευχαριστώ γι' αυτήν τη μεγάλη συζήτηση που κάναμε.

Για μιάμιση ώρα με πήγατε μπρος-πίσω με χειρουργική ακρίβεια. Επομένως, εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

Κατερίνα Χέλμη - Μπόσκο (φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO)

* Η συνέντευξη με την Κατερίνα Χέλμη (1939 - 2023) πραγματοποιήθηκε στο σπίτι της τον Οκτώβριο του 2017

** Πρώτη δημοσίευση: LIFO.gr 

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

Νόρα Βαλσάμη: «Τα δάκρυα μας είναι η λύτρωση μας...» (μια μελαγχολική συνέντευξη της ηθοποιού από το 2021)

 

Αν ζούσε στη Γαλλία και όχι στην Ελλάδα των sixties, θα ήταν πρωταγωνίστρια της nouvelle vague. Υπήρξε ένα από τα ομορφότερα κορίτσια του ελληνικού κινηματογράφου, των «αθώων και γλυκών ταινιών του Φίνου», όπως λέει και η ίδια. Υπήρξε, ακόμη, μία καλή ηθοποιός, που αυτό της το ταλέντο αναδείχτηκε παραδόξως μέσω της τηλεόρασης. Ποιος δε θυμάται τη γλυκιά και δυναμική Δάφνη στην, κατά Διαγόρα Χρονόπουλο, «Αστροφεγγιά» του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου; Σύζυγος της και πατέρας του παιδιού τους, ο σκηνοθέτης Ερρίκος Ανδρέου, με τον οποίο επίσης δούλεψε πολύ σε κινηματογράφο και τηλεόραση. Τα τελευταία χρόνια ζουν οικογενειακώς στη Σύρο. Νιώθει ξεκομμένη από το καλλιτεχνικό κύκλωμα και επιθυμεί να ξανάρθει στην Αθήνα, όπως και να ξαναβγεί στο θέατρο με ένα έργο αντάξιο της μεγάλης πορείας της. Αυτή δεν είναι η συνέντευξη μιας «δυστυχισμένης ξεχασμένης ηθοποιού», όπως ενδεχομένως αρέσκονται να πλασάρουν όλα τα κουτσομπολίστικα sites. Είναι η αφήγηση μίας σκεπτόμενης ευαίσθητης γυναίκας που άφησε το δικό της στίγμα στον κόσμο του θεάματος, που πλέον αντιμετωπίζει προβλήματα με την υγεία της και που, βασικά, μπορεί ακόμη να κάνει όνειρα. Στη συνομιλία μας θυμάται τον ερχομό από την Αίγυπτο στην Ελλάδα, την είσοδο της στον χώρο της τέχνης και, φυσικά, τη μοναδική σχέση της με τη συνάδελφό της, Αλίκη Βουγιουκλάκη.


Κυρία Βαλσάμη, σε τι φάση σας πετυχαίνω;

Η υγεία μου είναι μέτρια. Δεν φοβάμαι τον κορονοϊό, γιατί έχω έξι μήνες να βγω έξω. Δεν μπορώ, όμως, ακόμη να περπατήσω.

Και πως περνάει ο χρόνος στη Σύρο;

Τηλεόραση, σταυρόλεξο, δουλειές του σπιτιού με τον Ερρίκο που με βοηθάει. Λίγο βέβαια, γιατί έχει δικές του δουλειές αυτός.

Ξέρετε, όταν είπα δημόσια ότι θα μου δώσετε συνέντευξη, υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον απ’ τους Αιγυπτιώτες.

Μ’ αγαπάνε! Εκεί γεννήθηκα εγώ, στη χώρα του Νείλου λέω πάντα, στο Κάιρο. Μέναμε στην Ηλιούπολη, από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Αιγύπτου, κι εκεί πήγαινα σχολείο. Δεν ήμασταν μεγάλη οικογένεια, ο αδερφός μου, ο μπαμπάς κι η μαμά. Στην Αθήνα ήρθαμε στις αρχές του ’60 όταν ήμουν έφηβη.

Είχατε βλέψεις για το θέατρο;

Καμία σχέση, καμία! Το μόνο που θυμάμαι ως κοριτσάκι είναι να φοράω κάτι πιτζάμες μπροστά σ’ έναν καθρέφτη με ντουλάπα που είχαμε κι έπαιζα και χοροπηδούσα. Έκανα τους πρώτους μου αυτοσχεδιασμούς, αλλά σαν παιχνίδι περισσότερο. Αν θέλετε να μιλήσουμε για καριέρα, αυτή ξεκίνησε όταν έπαιξα δίπλα στη Συνοδινού, που με είχε πάει η δασκάλα μου, η μεγάλη χορογράφος Αγάπη Ευαγγελίδου. Με είχε βοηθήσει πολύ η Μαίρη Χρονοπούλου στα πρώτα μου βήματα, που ήταν στον ίδιο θίασο. Η Ευαγγελίδου πήρε εμένα και την κόρη της και μας έβαλε στις «Εκκλησιάζουσες». Κάναμε ένα ντουέτο. Στην ομάδα μετείχε ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος, απ’ ότι θυμάμαι, μαζί και με πολλούς άλλους.

Καλή είσοδος, λοιπόν, σ’ αυτό που λέμε καριέρα.

Πολύ απλή και πολύ γρήγορη είσοδος. Το πιο ενδιαφέρον ήταν στον κινηματογράφο, όμως, που έκανα ένα δοκιμαστικό και μπήκε εμβόλιμο στην ταινία «Τζένη – Τζένη». Έλεγα ένα τραγούδι, αν θυμάστε, ντουμπλαρισμένη από την Καίτη Χωματά. Από εκείνο το δοκιμαστικό, ο Φίνος μ’ έβαλε κατευθείαν να υπογράψω συμβόλαιο.

Ίσως δεν υπήρχε η προοπτική καριέρας ακόμη, αλλά αυτή για τον κόσμο του θεάματος.

Εγώ νομίζω πως η καριέρα στρώθηκε νωρίς. Όσο για τον κόσμο του θεάματος, δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτά που ακούω σήμερα και τρελαίνομαι. Τώρα το τι γίνεται, δεν το ξέρω, γιατί δεν έχω και επαφή με κανέναν. Μόνο με τη Μαιρούλα τη Χρονοπούλου μιλάω δυο – τρεις φορές τη βδομάδα.

Η οποία Χρονοπούλου υποστηρίζει ότι κανείς τότε δεν παρενοχλούσε σεξουαλικά στη δουλειά.

Κανείς, κανείς, έχω να το λέω αυτό! Ποτέ, μα ποτέ, δεν είχαμε τέτοια θέματα. Πήγαινα στη σχολή Θεοδοσιάδη, απ’ τις καλύτερες σχολές του καιρού εκείνου, με δασκάλους τον Αλέξανδρο Κροντηρά, τον Τζόγια, την Αγάπη Ευαγγελίδου. Όλοι αυτοί, μαζί με τα παιδιά στη σχολή, ήταν τύπος και υπογραμμός απέναντι μου. Πώς να πω κάτι άλλο σήμερα;

Οι ταινίες έρχονταν η μία μετά την άλλη;

Ακριβώς έτσι, αφότου έκανα συμβόλαιο με τον Φίνο. Το πρώτο μου συμβόλαιο ήταν για εφτά – οχτώ χρόνια. Οι πρώτες μου ταινίες ήταν η «Στεφανία» δίπλα στη Ζωή Λάσκαρη και οι «Κυρίες της αυλής» με τον Ντίνο Ηλιόπουλο.

Τις θεωρείτε σημαντικές αυτές τις ταινίες;

Ειδικά αυτές τις δύο, ναι. Θα έβαζα και τις «Βάσεις και η Βασούλα», από τις τελευταίες, αν όχι η τελευταία ταινία του Φίνου. Οι ταινίες αυτές είχαν κάτι δικό τους συγκριτικά με τις άλλες του συρμού, αν και τότε τις κορόιδευαν. Παίρνανε κακές κριτικές απ’ τους κουλτουριάρηδες. Θεωρούσαν κακό που κάναμε ταινίες που τις έβλεπε πολύς κόσμος.

Κράτησε χρόνια αυτός ο διαχωρισμός εμπορικού και ποιοτικού;

Εγώ χαμπάρι δεν έπαιρνα τότε. Μετά, όταν μεγάλωσα, τον κατάλαβα τον διαχωρισμό. Δεν θύμωσα, βέβαια, ούτε απογοητεύτηκα. Δεν μου έκανε καθόλου εντύπωση, ίσως γιατί ο άντρας μου τότε ήταν στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Μιλάω για αρκετά αργότερα, αφού είχα ήδη γεννήσει το παιδί μου.

Κι έτσι είχατε μία επαφή με τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο.

Κάτι άκουγα και καταλάβαινα απ’ τα τηλέφωνα που μιλούσε ο Ερρίκος. Δεν μ’ ενδιέφερε, όμως, δεν ήμουν για να κάτσω ν’ ακούσω τίποτα. Το διάστημα εκείνο ο Ερρίκος γύριζε πολλές ταινίες, τον «Διχασμό», την «Αναζήτηση», την «Επιστροφή», που ήταν ωραίες, πραγματικός κινηματογράφος.

Για να θρέφεται η μνήμη σήμερα.

Τρέχει η μνήμη στα καλά. Σ’ αυτά που αγάπησα. Θυμάμαι τις ταινίες του ’60 και λέω «Μα τα έκανα εγώ όλα αυτά;» Ξυπνούσα στις 5.30 το πρωί για να πηγαίνω στο γύρισμα, εφτά με τρεις. Μου έστελνε μετά η Τζέλλα, η αγαπημένη γυναίκα του Φίνου, τον αδερφό της και μ’ έπαιρνε με το αυτοκίνητο. Έμενα στον Άι – Γιάννη τότε κι είχαν βάλει αυτοκίνητο να με πηγαίνει στο πλατό. Όλα αυτά με το που υπέγραψα το συμβόλαιο, απ’ την πρώτη μέρα. Είχαμε κι έναν φοβερό διευθυντή παραγωγής, τον Μάρκο Ζέρβα, που «έτρεχε» τα γυρίσματα των ταινιών.

Τα βρίσκατε εύκολα στις σχέσεις με τους άλλους;

Με όλους, όπως είπα πριν, είχα πολύ καλές σχέσεις. Ο χαρακτήρας μου ήταν έτσι. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν άλλο καπέλο, θα την έβγαζα απ’ τις υπόλοιπες ανθρώπινες και επαγγελματικές σχέσεις μου. Για δέκα χρόνια ακριβώς κοιμόμασταν στο σπίτι της στο χωριό. Φεύγαμε Κυριακή βράδυ κατευθείαν μετά το θέατρο, οι δυο μας, μες τα χιόνια. Η χαρά της ήταν να ειδοποιεί τη Νότα να ανάψει το τζάκι και να φεύγουμε οι δυο μας για ξεκούραση. Την άλλη μέρα έρχονταν και μας έβρισκαν ο Ερρίκος και ο Κώστας Σπυρόπουλος.

Ας πάμε στο «Η θεία μου η χίπισσα» με τη Βλαχοπούλου.

(γελάει) Μεγάλη πλάκα είχε η ταινία και αυτή ήταν πολύ καλή γυναίκα. Όταν τη συνάντησα κάποτε, στις αρχές του ’80, το πρώτο πράγμα που μου είπε, ήταν: «Έβγαλες καλό παιδί;» Της απάντησα: «Πολύ καλό παιδί»…Ήταν πέντε ετών ο γιος μου τότε. Μια γλύκα σκέτη ήταν η Βλαχοπούλου κι αν ακούγονται διάφορα για το χαρακτήρα της, μαζί μου, δεν ξέρω, αλλά ήταν κι αυτή πολύ καλή. Ακόμα κι η Ζωή η Λάσκαρη με λάτρευε. Τα τελευταία δέκα χρόνια, μετά το θάνατο της Αλίκης, είχαμε γίνει κολλητές με τη Ζωή.

Σας λείπουν οι φίλες σας;

Πάρα πολύ! Έχω αρρωστήσει. Αισθάνομαι ότι δεν έχω κανέναν πια.

Είναι που ζείτε απομονωμένη στη Σύρο.

Δεν γινόταν αλλιώς. Είχα οικονομικά προβλήματα μ’ ένα σπίτι στη Μύκονο που έπρεπε να το δώσω μετά από 22 χρόνια. Έπρεπε να φύγω για να μην το πάρει η τράπεζα. Και πως να ερχόμουν τώρα στην Αθήνα; Με τους πόνους που έχω δεν μπορώ να δουλέψω. Ίσως άμα γίνω καλά κι έχω λεφτά να μπω σε ένα καλό νοσοκομείο.

Εννοείτε ένα κέντρο αποκατάστασης.

Νοσοκομείο χρειάζομαι αυτή τη στιγμή. Ίσως χρειαστώ χειρουργείο στη μέση μου, τι να πω, δεν ξέρω…

Δεν είστε και πολύ μεγάλη, η αλήθεια είναι.

Είναι απ’ την κούραση του θεάτρου, πιστεύω. Θυμάμαι το τελευταίο έργο που παίξαμε με τον Κούρκουλο στο θέατρο Κάπα – το ανοίξαμε και το κλείσαμε το θέατρο αυτό. Ανοίξαμε με Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, αυτόν το σπουδαίο σκηνοθέτη! Ερχόταν κάθε Κυριακή με τη σύντροφο του, τη Βιβέτα Τσιούνη, και πηγαίναμε να φάμε ψάρι. Τον θυμάμαι να διαβάζει πάντα την εφημερίδα του. Έμαθα ότι πέθανε πρόσφατα η Βιβέτα, το χρυσό μου…Η Χρονοπούλου ήταν μαζί μου στο ίδιο καμαρίνι. Απ’ τη χαρά μου πήγαινα να καπνίσω ένα τσιγάρο και να πιούμε ελληνικό καφέ. Έτσι έμαθα το τσιγάρο σε μεγάλη ηλικία.

Δεν πίνατε ελληνικό καφέ;

Όχι, εκεί τον έμαθα κι αυτόν, με τη Χρονοπούλου. Αυτή ήταν η χαρά μου μόλις έμπαινα στο καμαρίνι και μέναμε οι δυο μας. Καφές και τσιγάρο.

Οι μικρές χαρές.

Μα και τώρα που σας μιλάω καπνίζω.

«Κι ας μην πάρουμε ρε αδερφέ και σήμερα προφύλαξη για την υγεία μας». Κατερίνα Γώγου.

Ε, άι στο διάολο πια! Άμα είναι κάτι να γίνει, θα γίνει. Δεν θέλω να σκέφτομαι άσχημα πράγματα. Στον ύπνο μου ας έρθει ότι είναι να’ρθει.

Ας ευθυμήσουμε λέω εγώ. Εσείς ανοίξατε ποτέ τα παράθυρα να διαμαρτυρηθείτε για το Βιετνάμ, που έλεγε κι η Βλαχοπούλου στη «Θεία μου τη χίπισσα»;

(γελάει) Όταν γινόταν η ταινία, χαμπάρι δεν έπαιρνα απ’ αυτά τα πράγματα. Μετά, όμως, στα επεισόδια του Πολυτεχνείου, βρήκαμε καταφύγιο με τον Ερρίκο στο σπίτι του Κλέαρχου Κονιτσιώτη. Κοιμηθήκαμε εκεί, παρόλο που μας έλεγαν να φύγουμε, γιατί ήμασταν υπό παρακολούθηση. Το σπίτι του Κονιτσιώτη ήταν δίπλα ακριβώς αριστερά από το Πολυτεχνείο. Ακούγαμε τις σφαίρες να πέφτουν κι εγώ φώναζα. «Πως κάνεις έτσι;» μου είπε ο Κλέαρχος…«Είσαι καλά;» του κάνω, «πάνω στο κεφάλι μας πέφτουν οι σφαίρες». Ήταν τα άσχημα μέσα στα καλά, που τα θυμάμαι κι αυτά ως ωραία, αν και τα καλύτερα μου χρόνια ήταν δίπλα στην Αλίκη και τη Ζωή.

Οι άνθρωποι μετράνε, κυρία Βαλσάμη, μέσα σε έναν ωκεανό εμπειριών.

Θέλω να μιλάω για την Αλίκη και, να με συμπαθάτε, αλλά δεν πολυμιλάω τελευταία με κόσμο. Με την Αλίκη παίξαμε στη «Λυσιστράτη» στην Επίδαυρο, εκεί γνωριστήκαμε. Από τότε εμένα μόνο έπαιρνε στο καμαρίνι της.

Σας θυμάμαι τώρα σαν όνειρο στην κηδεία της Βουγιουκλάκη. Είχατε βγει σχεδόν τρομοκρατημένη στην κάμερα κι είχατε πει πως θα πετάξετε τα φάρμακα και τα καλλυντικά, τα οποία παίρνατε κι εσείς.

Χαζομάρες ήταν αυτές της στιγμής. Λέγανε πως η Αλίκη έβγαλε τον καρκίνο από τα χημικά. Μπούρδες! Εγώ ήμουν πάντα δίπλα της, στο εξωτερικό, στην Κύπρο. Τη σχολίαζαν που έκανε λίφτινγκ. «Τι λίφτινγκ, βρε κτήνη;» Εγώ δεν την έβλεπα στο λαιμό της, στα χέρια της; Έφυγε νέα, αλλά δεν ήθελε η καημένη να φύγει. Ερχόταν το Πάσχα, το τελευταίο που περάσαμε μαζί, και μου λέει μια Τρίτη «Άντε να πάμε στο χωριό να κάτσουμε». Ο αδερφός της είχε βάλει να ψήνεται το αρνί απ’ το πρωί κι εκείνη το έτρωγε με τα χέρια πάντα. Την τελευταία φορά δεν άγγιξε ούτε μία μπουκιά. Ήταν κατακίτρινη και πήγαμε πάνω στο δωμάτιο της, όπου έβαλε λίγο ρουζ. Την πρόσεξα, έτσι που ήταν, αλλά δεν φανταστήκαμε το κακό που θα την έβρισκε.

Τι μουσική ακούγατε τη δεκαετία του ’60;

Εμπεριέχω τη μουσική πάλι μέσω των ανθρώπων. Όταν, συγκεκριμένα, πηγαίναμε στα κλαμπ και χορεύαμε με τον Ερρίκο και, αργότερα, με την Αλίκη και τον Βλάσση Μπονάτσο. Ήμουν του αγκαλιαστού μπλουζ και λιγότερο του ροκ, αν και άκουγα από Σινάτρα μέχρι Πρίσλεϊ. Αυτοί οι παλιοί ήταν οι αγαπημένοι μου. Είμαι της παλιάς σχολής.

Ποια πόλη του κόσμου αγαπήσατε στη ζωή σας;

Θα έλεγα το Λονδίνο, αφού ζήσαμε για τρεις μήνες εκεί με τον Ερρίκο. Άλλαξε λίγο τη ζωή μου το Λονδίνο. Πήγα κι είδα το «Hair» και τα άλλα μιούζικαλ και γύρισα άλλη Νόρα στην Ελλάδα! Απέκτησα μιαν άλλη αίσθηση για τη χώρα μου, τη λίγο επαρχιώτικη. Η Αθήνα μου φαινόταν αίσχος. Ακριβώς η ίδια αίσθηση που είχα όταν φτάσαμε με το καράβι από την Αίγυπτο στην Ελλάδα κι έκλαιγα. Καθώς πλησίαζε το καράβι στον Πειραιά, έλεγα «Πώς είναι έτσι εδώ πέρα που θα ζήσουμε;» και δωσ’ του κλάμα και κακό…Δικαιολογημένα, αφού είχα χάσει τις συμμαθήτριες μου όλες. Μη νομίζετε, ωστόσο, είναι ευχάριστες οι μνήμες, γιατί δεν κουβαλάω καμία πληγή από τα παιδικά μου χρόνια. Είχα ευτυχισμένη ζωή, που συνεχίστηκε με την καριέρα μου στην Ελλάδα.

Μια ζωή στρωμένη, θα λέγαμε.

Ακριβώς, σαν να έγιναν όλα μόνα τους. Ήρθαν στη σχολή και με πήραν μια μέρα οι βοηθοί του Ντίνου Δημόπουλου. Με είχαν δει στη γενική δοκιμή με μια μαύρη φόρμα και ωραία βαμμένη. «Να την πάτε στον Φίνο» τους είχε πει ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Μου έδωσαν το τηλέφωνο του Ζέρβα, τον οποίο πήγα και βρήκα με το λεωφορείο. Ήμουν μικρή και δεν οδηγούσα.

Είναι εφήμερη η νεότητα;

Μάλλον ναι, γιατί δεν τη σκέφτομαι πολύ. Μ’ απασχολούν περισσότερο τα τελευταία χρόνια που έζησα άσχημα. Πήγαινα στο νοσοκομείο, που ήταν η Αλίκη, και παίζαμε μπιρίμπα. Εκείνη ήταν με τον ορό. Έκανα ένα σήριαλ με τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου τότε και με περίμενε να πάω από κει μετά το γύρισμα. Ήμουν με το μακιγιάζ και μου έλεγε η Αλίκη: «Τα ματάκια σου είναι τόσο όμορφα, γαλανά»… Πώς μ’ αγάπαγε αυτή η κοπέλα, είναι φοβερό…

Όπως μου τα λέτε, σαν να αποτιμάτε τη ζωή σας προ και μετά Βουγιουκλάκη.

Ισχύει. Η ζωή μου είναι παιδικά χρόνια, καριέρα και Αλίκη, όπως σας το λέω. Την τελευταία εικόνα της Αλίκης δεν θα την ξεχάσω ποτέ για όσο ζω! Μπήκα στο θάλαμο και την είδα κατάμαυρη με το ένα της μάτι ανοιχτό να κοιτάει στο κενό. Καμία αντίδραση, δεν γύρισε καν να με δει. Ύστερα από δυο μέρες πέθανε…Γύρισα σπίτι κι ήπια ένα ποτήρι γάλα για να καπνίσω ένα τσιγάρο και να μπορέσω να κοιμηθώ. Με είδε ο Ερρίκος και κατάλαβε τι είχαν δει τα μάτια μου. Δεν μου είπε κουβέντα ο άντρας μου.

Μετά το θάνατο της Βουγιουκλάκη, σας πήρε η κάτω βόλτα κι εσάς;

Ναι, πολύ. Πάρα πολύ, όμως! Ακόμη δεν το’χω ξεπεράσει, ειλικρινά. Σκληρό χτύπημα ήταν κι αυτό της Λάσκαρη. Ούτε αυτό το’χω ξεπεράσει. Με τη Ζωή μέναμε μαζί στη Μύκονο…Τέλος πάντων, μη μου τα θυμίζετε άλλο αυτά.


Πείτε μου για τον Ερρίκο Ανδρέου, τον σύντροφο της ζωής σας.

Γνωριστήκαμε απ’ τον Φίνο, όταν σκηνοθέτησε με άλλο όνομα τα «Δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι». Δεν του άρεσε το σενάριο και τότε έκανε το «Εκείνος κι εκείνη» με την Καρέζη. Αυτός κι αν ήτανε κουλτουριάρης! Διεύρυνε τις γνώσεις μου για τον κινηματογράφο, σαν να μορφώθηκα απ’ τον Ερρίκο.

Το περίμενα να μου το πείτε αυτό.

Γύριζε και καλές εμπορικές ταινίες, όμως. Και σήμερα υποτίθεται ότι έχουμε ποιοτικό λαϊκό κινηματογράφο, αν και δεν ξέρω τι κάνουνε. Εγώ δεν βλέπω τέτοια πράγματα, βάλε μου καμιά ευχάριστη ταινιούλα να δω.

Τις δικές σας ταινίες τις βλέπετε;

Μπα…Μόνο αν πετύχω καμιά καλή, σαν αυτή με τον Βέγγο που κάναμε.

Λέτε το «Ένας ξένοιαστος παλαβιάρης». Συγκινητική ταινία ήταν.

Την είχα αγαπήσει πολύ αυτή την ταινία, όπως αγάπησα και τον Βέγγο, έναν εξαιρετικό και ευγενή συνάδελφο. Θα το ξαναπώ, όλοι μ’ αγαπούσαν, γιατί με έβλεπαν που δεν είχα ζήλιες κι ανταγωνισμούς. Δεν ήμουν κακιά ή πονηρή.

Υπήρξατε ένα πολύ όμορφο κορίτσι. Σας βοήθησε αυτό στην καριέρα σας;

Το’χα καταλάβει απ’ όταν με έβαφε ο μακιγιέρ ο Κελεσίδης και μου έλεγε «Δεν θες εσύ πολύ μακιγιάζ». Δεν ήθελε καν να μου βάλει πρόσθετες βλεφαρίδες. Το εισέπραττα ότι ήμουν ωραίο κορίτσι. Μου το έδειχναν και ο Φίνος με τη Τζέλλα που με φόρτωναν δώρα κάθε Χριστούγεννα. Κανονικό χρυσάφι μού έστελναν, αν και σ’ όλους το ίδιο θα έκαναν, φαντάζομαι τώρα.

Ο Ερρίκος Ανδρέου γύριζε τα μεγαλύτερα φεστιβάλ κινηματογράφου. Τον ακολουθούσατε;

Βεβαίως. Είχα πάει μαζί του στις Κάνες και είχα δει κάνα δυο ταινίες του Αγγελόπουλου, που δεν μ’ αρέσανε. Τώρα εγώ μικρό κορίτσι μ’ αυτές τις γλυκές αθώες ταινίες του Φίνου, τι να μ’ άρεσε στον Αγγελόπουλο; Παρόλα αυτά, ο «Θίασος» μου είχε αρέσει, κάποιες ολόκληρες σκηνές μού έχουν χαραχθεί.

Μελετούσατε πολύ τους ρόλους σας;

Πάρα πολύ, ειδικά όταν κάναμε την «Αστροφεγγιά» με τον Διαγόρα Χρονόπουλο. Έρχονταν φίλοι στο σπίτι, ο Αρζόγλου με την Κρούσκα, πριν χωρίσουν, και παίζαμε επιτραπέζια. Τους άφηνα εγώ, κλειδωνόμουν στο δωμάτιο και μελετούσα με τις ώρες. Διάβαζα για να είμαι έτοιμη, μη μου έλεγε κανείς ότι δεν ήμουν καλά προετοιμασμένη.

Ήταν πολύ ωραίο, πάντως, που είχατε την εκτίμηση του ίδιου του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή.

Ώστε ξέρετε αυτό που είχε γράψει για μένα; «Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτό το τόσο γλυκό πλάσμα θα έπαιζε έτσι τη Δάφνη». Κανείς δεν το ξέρει, κάπου έχω φυλαγμένο το κείμενο του. Υποδύθηκα τη Δάφνη σκληρή και τρυφερή παράλληλα, είχα δυο – τρεις μεταπτώσεις στο πλαίσιο του ρόλου. Μετά τους «Μυστικούς αρραβώνες», η «Αστροφεγγιά» ήταν το καλύτερο σήριαλ που έκανα. Θυμάμαι ότι δεν ήθελα να το κάνω. Καθόμουν με τον γιο μου στον «Μαγεμένο αυλό», που έτρωγε κι ο Χατζιδάκις, και τρώγαμε ένα σνίτσελ με το παιδί μου. Ήρθε ένας κύριος με μια βαλίτσα. Ήταν ο Στεφανάκης που μου είπε ότι ετοιμάζουν ένα νέο σήριαλ και με θέλουν. «Α, δεν μπορώ» του κάνω, «μόλις τέλειωσα τους ”Μυστικούς αρραβώνες”». Επέμενε! «Δεν υπάρχει περίπτωση, δεν θα γυριστεί αν δεν είστε εσείς» κι έτσι με έπεισε. Και με τον Διαγόρα είχαμε καλή χημεία, σκηνοθέτησε μετά και το «Άντε γεια σου», το τελευταίο έργο που κάναμε με τον Κούρκουλο και τον γιο του, οι τρεις μας.

Μεσουρανήσατε στην τηλεόραση για ένα μεγάλο διάστημα.

Έκανα πολύ μεγάλες επιτυχίες στην τηλεόραση. «Η εξαφάνιση του Τζον Αυλακιώτη», «Μυστικοί αρραβώνες», η «Αναδυομένη», πολλά, πολλά, που τα έχω ξεχάσει σήμερα. Τα πιο πολλά ήταν ωραία σκηνοθετημένα από τον Ερρίκο. Ήταν η περίοδος που γύριζα από ένα σήριαλ κάθε χρόνο, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο.

Πως τα προλαβαίνατε όλα ούσα μητέρα κιόλας;

Είχα τη μαμά μου και κράταγε το παιδί τα πρωινά που δούλευα. Σκεφτείτε ότι ήμουν και στο Εθνικό για έξι χρόνια συνολικά. Εκεί έπαιξα πολύ σύγχρονο και κλασικό ρεπερτόριο. Οι τέχνες και η ποίηση, ξέρετε, ακόμη κι αυτή η συνομιλία που κάνουμε τώρα, ίσως εξορκίζουν την απουσία στις ζωές μας. Την απώλεια. Με κάνετε να μιλάω για την Αλίκη και τη Ζωή, που εγώ το ήθελα βέβαια, και με πιάνουν τα κλάματα.

Είστε ευσυγκίνητος άνθρωπος;

Όσο δεν φαντάζεστε. Σε σημείο δακρύων. Σε όλα μου ήμουν πολύ ευαίσθητη.

Δεν είναι λίγο βασανιστικό αυτό;

Είναι, αλλά είναι και μία απελευθέρωση. Ξεσπάς κάπως. Τα βγάζεις από μέσα σου, είναι μέρος των δακρύων σου. Τα δάκρυα μας είναι η λύτρωση μας.

Πιστεύετε ότι έχετε αποτιμηθεί σωστά απ’ τους άλλους ως ηθοποιός;

Αυτό που με ρωτάτε ίσως ήρθε μετά την ερμηνεία μου στον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα. Έπαιζα τη νύφη και η Ελένη Χατζηαργύρη έκανε τη μάνα. Αποτιμήθηκα πολύ ευνοϊκά από την κριτική ως ηθοποιός. Το ίδιο έγινε και με τη «Δόνια Ροζίτα» που κάναμε με τον Αλέξη Σολομό στο θέατρο, αλλά και στην τηλεόραση με διαφορετική μουσική. Αρχική μουσική είχε γράψει ο Χατζιδάκις, τον οποίο δεν έτυχε να συναντήσω ποτέ. Μετά έγραψε τη μουσική ένας άλλος συνθέτης.

Τον Βασίλη Τενίδη λέτε, που υπήρξε στενός συνεργάτης του Χατζιδάκι.

Αυτός, μπράβο! Εκπληκτικός μουσικός, που τον χρησιμοποιούσε ο Σολομός στο θέατρο.

Τι αξίζει περισσότερο απ’ τη ζωή;

Η ίδια η ζωή. Αξίζει να ζεις, αλλά να’σαι και καλά.

Να βλέπετε τον ήλιο παρά τους πόνους σας.

Δεν θέλω καθόλου να βλέπω τον ήλιο! Κάθομαι μέσα και κλείνομαι. Έχω κατάθλιψη, όπως καταλαβαίνετε.

Αυτό, όντως, είναι ένα δείγμα κατάθλιψης.

Το είχα πάντα αυτό, αλλά τώρα τελευταία πιο έντονα. Να μη με βλέπει ήλιος και να κλείνομαι.

Κι οι καταθλίψεις για τους ανθρώπους είναι.

Είναι…Καλά που έχω και το τηλέφωνο και μπορώ να μιλάω με κάποιον, όπως μαζί σας αυτή τη στιγμή.

Καμιά φορά αρκεί η επίγνωση ενός προβλήματος, δε χρειάζεται καν η λύση του.

Τα προβλήματα είναι καλό να τα αντιμετωπίζεις και να τα λύνεις στην ώρα τους. Εκτός αν σε εμποδίζουν άλλοι λόγοι, όπως εμένα αυτοί της υγείας μου.

Μου άρεσε η γνώμη ενός ψυχίατρου κάποτε: Βάζεις τα προβλήματα αμφιθεατρικά και τα λύνεις με σειρά προτεραιότητας.

Μπορεί να μην έχεις πια τόσα πολλά προβλήματα, αλλά μόνο ένα ή δύο που να’ναι πολύ μεγάλα όμως. Εκεί δεν βάζεις καμία προτεραιότητα, απλά παλεύεις.

Μόνος ή με συμμάχους;

Δεν έχει να κάνει. Η ζωή εξελίσσεται μέσα από τον πόνο, εγώ αυτό έχω καταλάβει.

Θα θέλατε να ξαναβγείτε στο θέατρο;

Μόνο αν βρισκόταν ένας «Ματωμένος Γάμος» ξανά μανά. Εννοώ ένα παρεμφερές μεγάλο έργο, όχι μια ανοησία απλά για να βγω να ξαναπαίξω.

Μπορεί να εννοείτε τους μονολόγους;

Καθόλου δεν τους εκτιμώ τους μονολόγους. Ποιος τους βλέπει;

Μην το λέτε, ανέβηκαν μονόλογοι την τελευταία δεκαετία που έγραψαν ιστορία.

Ποιοι είναι αυτοί;

Η ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, ας πούμε.

Το άκουσα αυτό, πρέπει να ήταν καλό. Εγώ μια ζωή ήμουν τού μαζί με άλλους ηθοποιούς ώστε να με προστατεύουν.

Από ποιο πράγμα να σας προστατεύουν;

Απ’ την ανασφάλεια μου. Θέλω να έχω ανθρώπους δίπλα μου.

Ανέκαθεν;

Ανέκαθεν. Ήθελα και θέλω κοντά μου τους ανθρώπους που μ’ αγαπάνε. Απ’ τον μακιγιέρ τον Κελεσίδη μέχρι τους βοηθούς που είχα. Μου άρεσε η συντροφικότητα. Κι αν όλοι μ’ αγαπούσαν, αυτούς ήθελα κι εγώ δίπλα μου.

Γινόταν να έχετε δίπλα σας όλο το σινάφι;

Ναι, γιατί ήξερα ποιοι ήταν, όπως κι αυτοί ήξεραν ποια ήμουν εγώ.

Κανένα μυστήριο δηλαδή.

Τα μυστήρια από’να σημείο και μετά παύουν να είναι μυστήρια.

Ποια περίοδο της ζωής σας θυμάστε ως πιο δυσάρεστη;

Φεύγοντας απ’ την Αίγυπτο! Τα μαζέψαμε όλα, μας πήρε ο μπαμπάς και φύγαμε. Ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου, πραγματικά.

Θα περίμενα να μου μιλήσετε για το δυστοπικό τοπίο που ζούμε τώρα.

Δεν βγαίνω έξω, δεν κυκλοφορώ και δεν έχω άποψη τι γίνεται στον έξω κόσμο. Ακούγεται κάπως, αλλά είναι η αλήθεια. Γνωρίζω ότι η κατάσταση είναι άγρια. Τι λέτε, θα πεθάνουμε όλοι;

Όχι, δεν θα πεθάνουμε, παρότι τα κρούσματα ξανανεβαίνουν.

Ε, θα πεθάνουμε δηλαδή! (γέλια)

Γελάτε συχνά;

Παραδόξως, ναι, γελάω πολύ. Όπως γέλαγα πολύ και με τον Κούρκουλο, θυμάμαι. Κατουριόμουν απ’ τα γέλια επί σκηνής και μετά αλλάζαμε μέσα, με τη Μελίτα, καλτσόν. Είχαμε μια περίεργη σκηνή που με έσερνε στο πάτωμα, καθώς τάχα μου είχα μείνει έγκυος από έναν φαντάρο φίλο του. Αυτός μ’ έσερνε όλο νεύρα κι εγώ μια πονούσα, μια κατουριόμουν απ’ τα γέλια.

Αναρωτιέμαι αν μπορεί μια ερμηνεία να ισοδυναμεί με πολιτική πράξη.

Η ίδια η τέχνη της υποκριτικής είναι πολιτική πράξη. Θα έλεγα ναι! Το έβλεπα σε μένα και στον τρόπο που στεκόμουν στο θέατρο. Η έλλειψη πολιτικής χαρακτηρίζει μόνο τους άχρηστους και όσους δεν έχουν ιδέα τι τους γίνεται.

Αυστηρή είστε, αλλά δεν θα διαφωνήσω.

Βασικά εμένα πρέπει να αποκατασταθεί η υγεία μου. Αυτό είναι το πρώτο απ’ όλα. Έπειτα να φύγω απ’ τη Σύρο, που έχει πολλή υγρασία. Έχουν μαυρίσει οι κουρτίνες μου απ’ την υγρασία. Έχω ένα σπίτι στη Ραφήνα, αλλά φοβάμαι μη μου το πάρουν. Πως να φύγω, λοιπόν, από δω;

Έχετε και το παιδί σας κοντά σας, τον Ερρίκο τζούνιορ.

Μόνο του είναι κι αυτό εδώ, δεν έχει ούτε ένα φίλο. Ούτε εγώ έχω. Είμαστε ολομόναχοι. Τρεις μοναχοί ψηλά πάνω σ’ ένα βουνό. Πάνε μία στο τόσο στην πόλη ο Ερρίκος, ο μικρός ή ο μεγάλος, και φέρνουν τροφοδοσία με το αυτοκίνητο. Ξέρετε πως νιώθω; Εγκλωβισμένη, σαν να είμαι σε μια φυλακή.

Ότι χειρότερο είναι αυτό σε σχέση με την επιβαρυμένη υγεία σας.

Το ξέρω, αλλά και το σπίτι μου στη Ραφήνα το παράτησα μισοτελειωμένο. Είπα «Αν είναι να μου το πάρουν, τι να κάθομαι να φτιάχνω;»

Μπορώ να ρωτήσω τι περιμένετε από δω και πέρα;

Καταρχάς να γίνω καλά. Να μπορέσω να επιστρέψω στη Ραφήνα αν δεν μου πάρουν το σπίτι. Κι ας είναι μικρό, μόλις 50 τετραγωνικά. Μεγαλώσαμε, αγάπη μου…

Δεν σας πήραν και τα χρόνια, σας το’πα και πριν.

Δεν είμαι και μικρή πια. Μπορώ να πάρω ένα λεωφορείο να πάω κάπου, όπως έκανα παλιά; Δεν μπορώ! Αντώνη, ότι θέλεις και όποτε θέλεις, να με παίρνεις τηλέφωνο.

Σας το υπόσχομαι και όταν περάσει η πανδημία, θα έρθω να σας δω από κοντά.

Μακάρι, Παναγία μου! Σ’ αγαπώ, Αντώνη μου, όπως αγαπώ και όλο τον κόσμο και θέλω να’ναι καλά.

Η Νόρα Βαλσάμη δεξιά με τις φίλες και συναδέλφισσές της, Ζωή Λάσκαρη και Αλίκη Βουγιουκλάκη

* Πρώτη δημοσίευση: Documento (ένα μεγάλο μέρος). Ολόκληρη η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Οι_10» (εκδόσεις Άπαρσις, 2021)

** Η συνέντευξη με τη Νόρα Βαλσάμη πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικά τον Φεβρουάριο του 2021