Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΟΥΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΟΥΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

Χάρις Αλεξίου: «Ποτέ στη δουλειά μου δεν πήρα παραπάνω χώρο απ' τους άλλους»

 


Συνάντησα τη Χαρούλα Αλεξίου στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» και πετάξαμε μαζί για την Κύπρο. Εγώ θα πήγαινα για ένα τριήμερο σε φίλους κι εκείνη θα έδινε δύο παραστάσεις με το έργο «Αυτός που βρίσκεται παντού» σε μουσική του Θωμά Κωνσταντίνου και σε σκηνοθεσία του Ζαχαρία Καρούνη (στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα). Η Αλεξίου, όπως και η ηθοποιός Δήμητρα Στογιάννη, συμμετείχαν στην παράσταση απαγγέλλοντας κείμενα του Ρωμανού Μελωδού σε απόδοση του ιερέα Ανανία Κουστένη. Την επόμενη μέρα η Αλεξίου αποδέχτηκε την πρόταση μου για μία συνέντευξη, που προέκυψε τελείως απρογραμμάτιστα και που τελικά βασίστηκε εξ ολοκλήρου στην καλή διάθεση της. Είναι επίσης μία συνέντευξη, που εμπεριέχει συγκίνηση και άλλο τόσο χιούμορ μαζί με μία σπάνια εξομολογητική διάθεση, δείγμα – κατά τη γνώμη μου – της γενναιοδωρίας της.

Από τότε που κάνατε εκείνη τη δήλωση πώς σταματάτε το τραγούδι, έχετε επιδοθεί σε ένα σωρό άλλα πράγματα: τηλεόραση ως ηθοποιός και ως παρουσιάστρια, αφήγηση, θέατρο κλπ. Δεν έχετε ησυχία θα λέγαμε.

Ησυχία θα έχω μόνο όταν πεθάνω, δεν το καταλαβαίνω αυτό το «ησυχία δεν έχω». Δεν έκανα καμία δήλωση και κυρίως ότι σταματάω από τα πάντα. Τέλος πάντων, αυτό που δεν μπορώ να κάνω πια είναι να τραγουδήσω. Απ’ τη στιγμή, όμως, που μου ζητούνται άλλα πράγματα από ανθρώπους που εκτιμώ πάρα πολύ και θαυμάζω, τι καλύτερο; Γιατί να μην το κάνω; Μου αρέσει ακόμη να μαθαίνω κάτι καινούργιο, να παρακολουθώ πώς παίζουν οι άλλοι ηθοποιοί, πώς τσαλακώνονται, πώς ταλαιπωρούνται από τον ρόλο τους ή από τον σκηνοθέτη τους – όλα αυτά με γοητεύουν να μην το βλέπω έτοιμο το έργο αλλά να  γίνομαι μέρος αυτού. Νομίζω πως στην τελική αφού μπορώ και το κάνω, θα το κάνω! Να, όπως αυτή η παράσταση τώρα του Θωμά Κωνσταντίνου με τα κείμενα του Ρωμανού του Μελωδού. Δεν θα  τραγουδήσω, αλλά θα διαβάσω ή θα απαγγείλω. Βλέπεις; μου ζητούν τώρα όλοι να μιλάω ή να διαβάζω (γέλια). Αυτό με κινητοποιεί, είμαι μέσα στο καλλιτεχνικό δρώμενο χωρίς να με νοιάζει πόσο χώρο θα πιάνω μέσα του, μικρό ή μεγάλο. Θέλω να είμαι εκεί που γεννιέται πάλι το καλλιτεχνιλίκι, αυτό που μας κρατάει υγρούς, ρε παιδί μου. Και σ’ αυτό το πλαίσιο θα συμμετάσχω στη συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής με τον «Χορό των Πυρσών» του Βασίλη Ρακόπουλου. Θα βρεθώ με την αφρόκρεμα των μουσικών, όλοι τους συνεργάτες του Ρακόπουλου.

Αισθάνεστε και λίγο δέσμια της αγάπης του κόσμου; Χθες αμέσως μετά την παράσταση είδα άνθρωπο να κάθεται απ’ έξω απ’ το θέατρο μόνος του και ν’ ακούει από το κινητό του την «Οδό Αριστοτέλους» με τη φωνή σας…

Δεν την καταλαβαίνω αυτή την έκφραση. Μπορείς να πεις ποτέ είμαι δέσμια της αγάπης; Όχι, δεν είμαι δέσμια, είμαι ευγνώμων γιατί μ’ αγαπάνε.

Και πως εξηγείτε το ότι ακόμη και ενώ διαβάζετε, είναι σαν να τραγουδάτε;

Ίσως γιατί είμαι ολόκληρη μέσα σ’ αυτό που συμβαίνει εκείνη την ώρα. Και μιλάμε πάλι για μουσική, δεν μπορώ να διαβάζω και να λέω απλώς τα λόγια σαν να είμαι αλλού. Εφόσον ακόμη με διακατέχει η μουσική, αυτό που βγάζω θα έχει και μουσική.

Ο Γιώργος Νταλάρας πιστεύει πως ακόμη μπορείτε να τραγουδήσετε, αλλά ενδεχομένως να έχετε πάθει κάποια φοβία.

Να σκίσει το δίπλωμα του, να του πείτε, γιατί δεν μπορώ να τραγουδήσω (σ.σ. γελάει πολύ). Εγώ ξέρω πιο καλά απ’ όλους όσοι εύχονται να ξανατραγουδήσω και ειδικά ο Γιώργος που μ’ αγαπάει πολύ, θέλει πάλι να το κάνω. Εγώ, όμως, ξέρω ότι δεν μπορώ πια να τραγουδήσω και ας το κλείσουμε εδώ.

Σας είδα σε μία παράσταση με κείμενα του Ρωμανού Μελωδού. Πόσο κοντά είστε σαν προσωπικότητα με τα εκκλησιαστικά κείμενα;

Κοιτάξτε, δεν είμαι κοντά, δεν είμαι ένας άνθρωπος που έχει στενή σχέση ή επαφή με την εκκλησία. Μέχρι οχτώ χρονών που ζούσα ακόμη στη Θήβα πηγαίναμε οικογενειακώς στην εκκλησία. Όταν πέθανε ο μπαμπάς και ήρθαμε στην Αθήνα, περνούσαμε δύσκολα. Βγήκε στη δουλειά η μάνα μου, οπότε ποια εκκλησία και που να πηγαίναμε; Μόνο Πάσχα και στις γιορτές. Παρόλα αυτά οι ύμνοι της εκκλησίας έχουν μπει στο DNA μας, ξέρουμε πολλά χωρίς να είμαστε οι πιστοί χριστιανοί. Εγώ ψάχτηκα είτε με ανατολίτες γκουρού είτε με την ορθοδοξία. Γενικά πιστεύω στις ιερές φωτισμένες ψυχές που έχουν υπάρξει και που μπορούν να στάξουν σε όλους μας λίγο από το φως τους. Συχνά έχω σταθεί κι εγώ  επικριτικά απέναντι στους κληρικούς και λέω εντέλει, πως είμαστε όλοι άνθρωποι με τις πληγές μας και τις διαστρεβλώσεις του σύνθετου της ύπαρξης μας. Κάθε άνθρωπος κουβαλάει τον σταυρό του και καθένας έχει την ανάγκη να βρεθεί σε μια φωλιά, σ’ έναν πυρήνα που τον παρηγορεί.

Εσείς σε ποια πράγματα αναζητάτε σήμερα την παρηγοριά;

Σε  σχέσεις αγάπης. Κάθε φορά που χαλάει μία σχέση, η οποία γεννήθηκε από αγάπη, είναι κάτι που με πονάει. Θέλω να είμαι δίπλα σε ανθρώπους που αγαπάω και, βεβαίως, να μ’ αγαπάνε.

Κι όταν σας αγαπάει ο κόσμος όλος; Επιλέγετε τους λίγους και καλούς;

Δε μπορώ εγώ να περιμένω κάποιον, επειδή αγαπάει το «Όλα σε θυμίζουν», ότι θ’ αγαπάει και μένα. Αυτό που έχω δώσει στον κόσμο είναι άξιο ν’ αγαπηθεί. Άλλο αυτό και άλλο η προσωπική σχέση με τους ανθρώπους: Ποιος είναι ο φίλος σου, ποιος είναι ο «συγγενής» σου που θες να μοιράζεις μαζί του τη ζωή σου. Μιλάω για κάτι απόλυτα ιδιωτικό.

Είδατε μέσα στα χρόνια να συγκεντρώνεται «αυλή» γύρω σας, ερήμην σας ενδεχομένως;

Τις «αυλές» δεν τις ξεκινάνε συνήθως οι καλλιτέχνες, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να είναι κοντά τους. Το φαν κλαμπ, ας πούμε, μπορεί να γίνει «αυλή». Πολλές φορές αυτό είναι βάρος για τον καλλιτέχνη παρόλη την γοητεία του.  Έχω ζήσει τέτοια συνθήκη με νέα παιδιά που με ακολουθούσαν σχεδόν παντού, σαν ένα σπορ μέσα στα νιάτα τους, όμως ο καλλιτέχνης δεν το έχει ανάγκη αυτό. Όχι… Όταν φεύγεις απ’ τη σκηνή, έχεις ξοδευτεί, έχεις δώσει ενέργεια. Γυρίζεις σ’ ένα άδειο δωμάτιο κι εκείνη την ώρα θέλεις δύο χέρια να σου χαϊδέψουν την πλάτη, να σου ξεκουράσουν τις γάμπες, να σου φέρουν ένα τσάι, να σου πουν μια «καληνύχτα» και να σου κλείσουν την πόρτα. Όταν δεν τους έχεις εκεί αυτούς τους ανθρώπους, τότε έρχονται οι μεγαλύτερες μοναξιές. Τι να σου κάνουν οι αυλές και τα φαν κλαμπ;

Διάβαζα τίτλο από κυπριακό site που μιλούσατε για τον έρωτα προς τον Χριστό μ’ αυτή την παράσταση.

Μα μέσα στο κείμενο η Μαρία Μαγδαληνή μιλάει γι’ αυτό τον έρωτα  προς τον Ιησού.

Ο έρωτας, η έλξη των σωμάτων, δεν είναι καταδικαστέος από την εκκλησία;

Όχι αυτός ο έρωτας όπως τον εννοούν. Ο έρωτας για τον Χριστό, ναι. Είναι ο έρωτας με την έννοια της υπέρτατης αγάπης, όποιος μπόρεσε να τον ζήσει. Και δεν ήταν μόνο ο έρωτας της Μαγδαληνής για τον Ιησού, αλλά κι αυτός των μαθητών του.

Υπάρχει κι η φροϋδική άποψη που λέει πως το κερί που ανάβουν οι παρθένες στην εκκλησία είναι ένα είδος φαλλικού συμβόλου.

Τι μου λες τώρα! Κάτι έμαθα σήμερα με σένα! Αυτό δεν πρόλαβα να το διαβάσω, το ομολογώ. Και; (μου δείχνει από το παράθυρο που βλέπουμε έξω έναν τεράστιο γερανό). Αυτός εδώ ο γερανός, φαλλικό σύμβολο είναι; (σ.σ. έχουμε σκάσει στα γέλια).

Παρακολουθείτε την τρέχουσα μουσική επικαιρότητα;

Θέλω – δεν θέλω κάτι φτάνει στα αυτιά μου. Αυτό που μπορώ να σου πω ότι ζω περισσότερο τώρα είναι ότι απολαμβάνω τον απίστευτο μουσικό θησαυρό που έχω. Δεν εννοώ τον προσωπικό μου θησαυρό, αλλά τα τόσα πολλά τραγούδια που έχουμε, που δεν έχω ίσως προλάβει κι εγώ ν’ ακούσω ή να ξαναθυμηθώ. Η μουσική όμως δεν τελειώνει ποτέ, μπορεί στη νεότερη γλώσσα των τραγουδιών να ευχαριστιέμαι λιγότερο, αλλά όταν γεννηθεί κάτι νέο και το πιάσουν οι κεραίες μου τρελαίνομαι από χαρά.   

Δεν έχει μία γενναιοδωρία όλη αυτή η αποστασιοποίηση από τον εαυτό σας;

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ακούω π.χ. αλλιώς σήμερα ένα παλιό τραγούδι της Τσανακλίδου ή του Μητσιά, βλέπω πόσο ωραία το είπαν ή το ξαναθαυμάζω διαφορετικά πια. Ένα τραγούδι της Σαβίνας Γιαννάτου ή της Ρίτας Σακελλαρίου.  Απολαμβάνω, κάνω λίστες τραγουδιών για να παίζουν στο spotify μου. Ε, καμιά φορά μαγκώνομαι λίγο που πάω να τραγουδήσω μαζί τους και δεν πάει η φωνή, αλλά πια μου περνάει γρήγορα.

Τη στιγμή πάντως που πήγατε να ψάλλετε τη «Ζωή εν Τάφω», εισπράξαμε ένα αμιγώς τραγουδιστικό συναίσθημα και μόνο από το ηχόχρωμα της φωνής σας.

Αυτό που δεν θέλω να συμβεί είναι να δημιουργείται προσδοκία στο κοινό και που αν δεν εκπληρωθεί θα απογοητευτεί. Γι’ αυτό ακριβώς δεν τολμάω να το κάνω. Ακόμη και σε στιγμές που μπορεί να γίνει, να βγει η φωνή μου ας πούμε. Δεν θέλω να δημιουργήσω ελπίδες στον κόσμο.

Κι όταν είστε μόνη, ολομόναχη, σιγοτραγουδάτε;

Ραπάρω πολύ! Αυτό κρατήστε!

Πάντως θα έχετε συμμετοχή και στον επερχόμενο δίσκο της Λένας Πλάτωνος σε στίχους του Νίκου Μωραΐτη.

Κατάλαβες; Μάθαμε τώρα ότι η Χαρούλα μιλάει και θα τη βάζουμε να μιλάει (σ.σ. γελάει πολύ). Σε λίγο θα βγάζω λόγους!

Η Δήμητρα Γαλάνη μου’χε πει «Μην τη βλέπεις drama queen, η Χαρούλα είναι μεγάλη κωμίκα».

Δεν τα βγάζεις πέρα χωρίς χιούμορ.  

Το χιούμορ εμπεριέχεται στην ελληνική δισκογραφία μ’ ένα τρόπο;

Εγώ γουστάρω πάρα πολύ τους μουσικούς. Είναι μια δύσκολη, αλλά ωραία φάρα κι εκεί μέσα θα βρεις πολύ χιούμορ. Ανέκαθεν πέρναγα καλά με τους μουσικούς μου, είτε σταθερούς, είτε αλλάζοντας τους ανά δεκαετίες.

Όταν βλέπετε εκείνη την παλιά ταινία που τραγουδάτε «Ήτανε το όνειρο μικρό» κι είστε είκοσι χρονών, τι σκέφτεστε;

Αυτή με τον Βοσκόπουλο λες; Τραγουδούσαμε με τον Βοσκόπουλο τότε και την Πίτσα Παπαδοπούλου…Τι νιώθω, τι σκέφτομαι; «Αχ, κοριτσάκι μου» λέω και θυμάμαι το φουστανάκι που’ χα ράψει για να το φορέσω στην ταινία, το ότι είχα βάψει τα νύχια μου…Τέτοια θυμάμαι.

Έχω πετύχει συνάδελφό σας λίγο πριν βγει να τραγουδήσει, να λέει «Αξίζω , αξίζω , αξίζω» κόβοντας βόλτες πάνω – κάτω. Τι είναι αυτό που κάνει έναν κορυφαίο τραγουδιστή να έχει τόση ανασφάλεια;

Α, δεν ξέρω, γιατί εγώ πριν βγω να τραγουδήσω ή μάλλον όποτε με επευφημούσαν  αναρωτιόμουν: «Αξίζω άραγε; Αξίζω»…Πολλές φορές το έλεγα αυτό στον εαυτό μου. Δεν είναι ανασφάλεια, αλλά ένας κριτής – τύραννος που υπάρχει μέσα μας και σου λέει «Το έκανες καλά; έδωσες ότι είχες;  Δούλεψες αρκετά;». Αυτό μετά γίνεται ντροπή, θες να εξαφανιστείς. Έτσι εξηγείται και πως πολλοί καλλιτέχνες δεν μπορούν μετά να δουν τον εαυτό τους στο βίντεο ή ν’ ακούσουν τη φωνή τους. Πάντοτε έχεις μέσα σου μια φωνή αμφιβολίας που σου λέει πως έπρεπε να κάνεις  κάτι παραπάνω.

Πάντως είστε απ’ τις λίγες που το ψάχνατε πολύ με τη μουσική. Να είναι φιλοπεριέργεια απ’ τα παιδικά χρόνια;

Ισχύει, ναι, έτσι είναι. Κάποτε ήθελα να βρω τον Ντέιβιντ Σύλβιαν (σ.σ. τον leader του new wave συγκροτήματος Japan). Υπάρχουν κάποιες ψυχές που νιώθεις σύνδεσμο πολύ μακριά από τη χώρα σου ή από σένα. Το ίδιο και με τον Άντζελο Μπανταλαμέντι όταν είχε κάνει εκείνο το δίσκο με τη Μαριάν Φέιθφουλ. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες έχουμε τέτοια κολλήματα, όχι μόνο εγώ.

Κι εκείνη η φωτογραφία στα πατώματα με τον Νικόλα Άσιμο και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο διαμέρισμα – κοινόβιο;

Αυτό δεν ήταν προϊόν ψαξίματος μου. Ο Αχιλλέας Θεοφίλου θα έκανε την παραγωγή στο δίσκο του Άσιμου και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ήταν πιο κοντά του. Δεν είχα προλάβει να καταλάβω τον Νικόλα. Ήξερα ότι ήταν ένας αναρχικός τύπος, έκανε τις σουρεαλιστικές πλάκες του, πούλαγε τις κασέτες στο δρόμο, αλλά δεν είχα επίγνωση της σημαντικότητας του ή της συμμετοχής μου. Εγώ θέλω όταν οι άνθρωποι επαινούν κάποιον, να ξέρουν και ποιος είναι. Πολλές φορές μιλάμε για ανθρώπους με λόγια που τα παίρνουμε έτοιμα από κάποιον άλλον. Δεν έχουμε προσωπική άποψη κι εγώ πολύ αργότερα κατάλαβα τι ψυχή ήταν ο Νικόλας.

Το αγαπάτε το «Παπάκι» του όπως το τραγουδήσατε;

Ναι, μωρέ, πολύ…

Ισχύει πως όταν το γράφατε στο στούντιο, εκείνος παραπίσω δάκρυζε;

Έλα, καλέ, αυτά είναι φωτορομάντζα. Δεν έγινε έτσι. Εντάξει, όλοι έχουμε δακρύσει μέσα στο στούντιο. Αυτά τα κάνετε κι εσείς οι δημοσιογράφοι ....(γέλια).

Έβλεπα χθες τη μεγάλη Δέσποινα Μπεμπεδέλη να πέφτει στην αγκαλιά σας και να σας αποκαλεί «θρύλο».

Κάτι που είπα και στην ίδια είναι πως την ώρα που διάβαζα τα κείμενα, τη σκεφτόμουν. Έλεγα πώς θα το πω τώρα αυτό ενώ από κάτω είναι η Μπεμπεδέλη; Δεν γίνεται άμα έχεις από κάτω ένα κολοσσό και σ’ ακούει. Φτάνει το φως της μέχρι τη σκηνή απάνω!


Χάρις Αλεξίου - Δέσποινα Μπεμπεδέλη (φωτογραφίες: Μπόσκο)
Υπάρχουν πολλές νέες και καλές ερμηνεύτριες. Το ερώτημα είναι αν το τραγούδι τους μπορεί να περάσει στις λαϊκές σφαίρες όπως περάσατε εσείς το λαϊκό τραγούδι.

Δεν το πέρασα μόνη μου εγώ το τραγούδι, είμαι κι εγώ ένας φορέας του. Δεν σου κάνω τη σεμνή, ξέρω τι έχω κάνει στο τραγούδι, αλλά είχα και τραγούδια! Είχα μαζί μου ταιριαστό  και το γούστο του κόσμου, δηλαδή αλλιώς άκουγε ο κόσμος. Από ένα σημείο και μετά η σύγχρονη παραγωγή τραγουδιών δεν με κάνει να θέλω ν’ ακούσω το μεγαλύτερο κομμάτι της. Κάποτε τα έψαχνα, όπως είπαμε, ενώ τώρα δεν θα ψάξω την τραπ, με την οποία τσίμπησα στην αρχή. Μου άρεσε ρυθμολογικά χωρίς να καταλαβαίνω φυσικά τίποτα από τα λόγια, όπως θα άκουγα και ένα ινδιάνικο τραγούδι πάλι χωρίς να έχω ιδέα τι λέει. Μετά θύμωσα μ’ αυτά που έλεγε και δεν ασχολήθηκα.  Δεν πειράζει που δεν τα ξέρω, τώρα είναι άλλων η σειρά να τα μαθαίνουν.

Ποια είναι η δική σας σειρά;

Θέλω να πω ότι υπάρχει ένα πεδίο για να χωρέσουν γνώσεις και πληροφορίες. Κάποια στιγμή «μπουκώνεις». Έχω τόσα ωραία πράγματα να ανακαλύψω και να ξανακούσω  θα προλάβω άραγε– ε, δεν είναι ανάγκη να τα ξέρω και όλα.

Σ’ όλα αυτά που κάνετε, δεν σας επιβαρύνει ο βιολογικός παράγοντας, η κούραση;

Αμέ! Όταν κάνεις, όμως, κάτι που χαίρεσαι, ισοδυναμεί με βιταμίνη. Βασικά τρεις μέρες τη βδομάδα θέλω να δουλεύω και τις υπόλοιπες να κάθομαι. Είμαι και άνθρωπος της οικογένειας, γιατί έτσι μεγάλωσα και μ’ ακολουθεί αυτό. Είναι σκοτεινό πράγμα να έχεις να κάνεις μόνο με τον εαυτό σου, πάντοτε πρέπει να ’χεις και ένα δεύτερο πιάτο την ώρα που μαγειρεύεις διότι κάποιος μπορεί να περάσει ή κάποιον να φωνάξεις εσύ.

Υπάρχει κάποια μεγάλη προσωπικότητα που την κουβαλάτε μέσα σας απ’ το ξεκίνημα σας;

Φοβάμαι να σου πω μην αφήσω απ’ έξω κάποιον…Θα σου πω ανθρώπους που μπορεί να μην τους βλέπω συχνά, αλλά υπάρχει σύνδεση: Τον Δημήτρη Αρβανίτη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Μάνο Λοΐζο όταν, τον Νίκο Καρούζο όταν, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που πήγαινα και τον έβλεπα στη Διαγώνιο…Πεθαίναμε με τις ατάκες του Χριστιανόπουλου! Το βράδυ, πάντως, που θα σκέφτομαι τη συνέντευξη μας, θα λέω ότι έπρεπε να αναφέρω κι αυτόν και τον άλλον κλπ. Έζησα στον χρυσό αιώνα του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, του Τσαρούχη, του Ελύτη..... τι μου ζητάς τώρα να σου πω.

Νιώσατε ποτέ να πέφτετε στη φάση μιας ανταγωνιστικότητας;

Νομίζω πως όλοι όσοι πήραμε πρωτιές, θέλαμε – δεν θέλαμε το περάσαμε. Δεν ξέρω αν είναι σωστό να το πω «ανταγωνιστικότητα» όταν αυτό που έλεγα ήταν: «θέλω η δουλειά μου να σκίσει και να την κάνω έτσι και όχι αλλιώς». Επειδή μου ήρθαν και τα πράγματα έτσι, να κάνω επιτυχία, να πουλάω δίσκους, να κόβω εισιτήρια, είμαι εντελώς χορτασμένη. Τον ανταγωνισμό, ωστόσο, τον ένιωσα κάποιες στιγμές. Ποτέ, όμως, στη δουλειά μου δεν πήρα παραπάνω χώρο απ’ τον άλλον.

Σας κούρασα μ’ αυτή τη συνέντευξη;

Κοίταξε, με έπιασες στον ύπνο. Δεν φανταζόμουν ότι θα ερχόμουν στη Λευκωσία και θα έδινα μια τέτοια συνέντευξη.

Info: Η Χάρις Αλεξίου θα είναι η αφηγήτρια στη μουσική παράσταση «Ο Χορός των Πυρσών» του Βασίλη Ρακόπουλου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Τετάρτη 14 Μαΐου)

* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε σε ξενοδοχείο της Λευκωσίας το μεσημέρι της Τρίτης 8 Απριλίου 2025 

** Οι φωτογραφίες από τη συνέντευξη είναι του Ζαχαρία Καρούνη

*** Πρώτη δημοσίευση: Docville/ Documento 

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

''Είμαι'': Η μουσικοθεατρική παράσταση - group therapy του Ζαχαρία Καρούνη και του Χρήστου Δήμα στις ''Ροές''

Θα μπορούσε κανείς να έχει πολλές επιφυλάξεις για τη μουσικο-θεατρική παράσταση του ερμηνευτή και τραγουδοποιού Ζαχαρία Καρούνη στο θέατρο ''Ροές'': Ο Καρούνης καταρχάς δεν έχει την τεράστια δισκογραφία, ούτε και τα ''άπειρα'' χρόνια στο χώρο, ώστε να δικαιολογείται μία παράσταση αυτοβιογραφική. Να το έκανε αυτό ο Νταλάρας, λόγου χάριν, να μη μπορούσες να έλεγες κουβέντα ή, τέλος πάντων, ένας άλλος τραγουδιστής με μιαν ανάλογη ιστορία. Ο Καρούνης, ωστόσο, δεν το έστησε όλο αυτό στο Παλλάς ή στο Μέγαρο Μουσικής, ξερωγώ, αλλά σε μία εναλλακτική και ταπεινή σκηνή της Αθήνας χωρητικότητας 200 ατόμων. Έπειτα, ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης ποτέ δεν ανήκε στους υπερπροβεβλημένους από τα ΜΜΕ, επομένως αυτή του η κίνηση περιορίζεται μάλλον σε ένα στενό κύκλο ανθρώπων που γνωρίζουν την πορεία του και τον παρακολουθούν όσα χρόνια δραστηριοποιείται στη μουσική. Κι όμως! Ο Ζαχαρίας Καρούνης έστησε κάτι εντυπωσιακά μοναδικό, θα έλεγα, με τη συμβολή του Χρήστου Δήμα στα βίντεο και στην όλη εμπνευσμένη σκηνοθεσία. Ευθύς αμέσως σταχυολογώ τα στοιχεία εκείνα που κάνουν ακριβώς μοναδική και πρωτότυπη την παράσταση του:
Ο τίτλος ''Είμαι'', για τον οποίο επίσης θα μπορούσαν να υπάρχουν ενστάσεις, δηλώνει απόλυτα το περιεχόμενο. ''Είμαι'' δηλώνει ο Καρούνης, ''Είναι'' ή, για την ακρίβεια, ''Είναι όλα αυτά μαζί'' θα απαντούσαν οι θεατές του, που για μιάμιση ώρα παρακολούθησαν ένα οδοιπορικό της μέχρι τώρα ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια στη Λακωνία, την εμπλοκή του με την παραδοσιακή και τη βυζαντινή μουσική, το συνταξίδεμα του με σημαντικούς καλλιτέχνες (από τη Δόμνα Σαμίου μέχρι τον Σταύρο Ξαρχάκο), ακόμη και τις πιο προσωπικές του στιγμές, είτε αυτές είναι οι συντροφικές του σχέσεις, είτε οι κρίσεις πανικού - ποιος καλλιτέχνης, αλήθεια, δεν έχει περάσει από το λούκι των κρίσεων πανικού; Ήταν και το κομμάτι της παράστασης που εγώ ταυτίστηκα περισσότερο!
Η παράσταση είναι ένα κράμα λαογραφίας, ιστορίας της μουσικής, πρωτότυπης αφήγησης σε α' πρόσωπο, ψυχολογίας και ενδοσκόπησης όλων των πραγμάτων - όλων, όμως! Τίποτα, καμία ατάκα από το κείμενο, δεν ακούγεται τυχαία κι έτσι οι ιστορίες του ερμηνευτή μαζί με τα εμβόλιμα τραγούδια και τα βίντεο από τη γιγαντοοθόνη συνθέτουν το παζλ ενός βίου που θα μπορούσε να είναι και βίος του καθενός ανθρώπου με ευαισθησίες και καλλιτεχνικές ανησυχίες. 
Εξαιρετική η επιλογή των τραγουδιών! Παραδοσιακά και βυζαντινοί ύμνοι, όπως δηλαδή μας συστήθηκε ο Καρούνης, για να περάσει εν συνεχεία στο ρεπερτόριο των αμιγώς έντεχνων συνθετών, με τους οποίους συνεργάστηκε στις συναυλίες και στη δισκογραφία. Ακούγονται, έτσι, το ''Μάνα μου Ελλάς'' των Ξαρχάκου - Γκάτσου, το ''Ζεϊμπέκικο (Μ' αεροπλάνα και βαπόρια)'' του Σαββόπουλου, το ''Πάτωμα'' των Κραουνάκη - Νικολακοπούλου, αλλά και το ''Ο άνθρωπος μπορεί'' από την προτελευταία δισκογραφική συνεύρεση του με τον νέο συνθέτη Σπύρο Παρασκευάκο. Εννοείται πως τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα πρόσφατα τραγούδια του σε δικές του μουσικές και σε στίχους του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου και του αδερφού του, Γιάννη Καρούνη. 
Είναι φανερό πως ο Καρούνης έχει πια την ευχέρεια του ηθοποιού, κάτι που ενδεχομένως αν όχι να το κατέκτησε, τουλάχιστον να το εξάσκησε καταλλήλως δίπλα στη Δέσποινα Μπεμπεδέλη και την περσινή άκρως επιτυχημένη παράσταση τους για τη Φιλιώ Χαϊδεμένου. 
Τα πλάνα, με τα οποία ο έμπειρος Χρήστος Δήμας έντυσε την εξιστόρηση της πορείας του, φέρουν 100% τη σφραγίδα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη: Χέρια που ζυμώνουν, η ηλικιωμένη Μανιάτισσα που πλένει το σώμα του νεκρού, ένα περιστρεφόμενο δέντρο, η διαδικασία μιας αγιογράφησης, η ακίνητη φιγούρα του Καρούνη, άλλοτε μέσα στα ανθισμένα τοπία της γενέτειρας του και άλλοτε στην ταράτσα του σπιτιού του στην Αθήνα - κομμάτια δηλαδή της σταθερής σκηνοθετικής γραμμής του Δήμα που τον έχουν αναγάγει σε έναν λαϊκό διανοούμενο κινηματογραφιστή. Αυτό που είδα με έκανε να συνειδητοποιήσω για μία ακόμη φορά τους λόγους που μου αρέσει το πιο προσωπικό σινεμά του Δήμα, η μόνιμη γείωση του με το χώμα του δικού του τόπου, οι μεταφυσικές τάσεις του που συχνά έχουν τις ρίζες τους στη λαογραφία και ένα ποιητικό εθιμοτυπικό, ακόμη και η ικανότητα του να αναδεικνύει τον ερωτισμό των πιο τσακισμένων ανθρώπινων σωμάτων λίγο πριν τον ενταφιασμό τους. 
Ο Δήμας ξορκίζει τον θάνατο κάθε φορά και αυτό κατάφερε τώρα με την παράσταση του Καρούνη, στην οποία το στοιχείο της απώλειας είναι έντονο, αν και το Φως νικάει ως κύριο ζητούμενο! Για το τέλος, δε, μας πρόσφερε ακριβές ποιητικές εικόνες, βάζοντας τον Καρούνη να κρατάει ένα αναμμένο κερί με φόντο το υγρό στοιχείο και την παντοδυναμία του νερού. Ένα φινάλε που σίγουρα χρωστά πολλά στη ''Νοσταλγία'' του Ταρκόφσκι! 
Τέλος, αυτό που κατάφερε ο Ζαχαρίας Καρούνης είναι το εξής: Φεύγοντας από την παράσταση, αισθάνεσαι πως ίσως να μην γνώρισες τόσο καλά τον ίδιο, όσο τον εαυτό σου και κανέναν άλλο! Συνθήκη σπανιότατη βάσει της ταύτισης κοινού και καλλιτέχνη. Έτσι, η παράσταση ξεπερνά τον σκόπελο μιας αυτοβιογραφίας και γίνεται μάθημα αυτογνωσίας στα όρια μιας άτυπης ψυχανάλυσης, ένα group therapy στην ουσία, όλο μνήμες, εσωτερικές εντάσεις και, φυσικά, πολύ τραγούδι! 
Δηλώνω ειλικρινώς εντυπωσιασμένος και χαρακτηρίζω το ''Είμαι'' σαν μία από τις πιο επιτυχημένες - από καλλιτεχνικής άποψης - μουσικοθεατρικές παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια!
Τον Ζαχαρία Καρούνη συνοδεύουν επί σκηνής ο Θόδωρος Κουέλης στο κοντραμπάσο, ο Κωνσταντίνος Καλατζής στα κρουστά, ο Νίκος Βελώνιας στο πιάνο και ο Δημήτρης Μπρέντας στο κλαρίνο, στη γκάιντα και στο καβάλ.
* Η παράσταση ''Είμαι'' ολοκληρώνεται την ερχόμενη εβδομάδα (Δευτέρα 26 & Τρίτη 27 Μαρτίου) στο θέατρο ''Ροές'' (Ιάκχου 16, Κεραμικός)

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Ζαχαρίας Καρούνης: ''Αποστολή'' εξετελέσθη!

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΟΥΝΗΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΗ
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ/ ΔΙΚΤΥΟ
Ο δίσκος ξεκινάει με ένα κομμάτι τσιγγάνικων καταβολών και σε μία ακατανόητη, ενδεχομένως και ανύπαρκτη γλώσσα, σε στίχους του Γιάννη Καρούνη, του αδερφού του τραγουδοποιού και ερμηνευτή. Ουδέν πρόβλημα! Σάμπως ήταν κατανοητοί οι στίχοι του ''Ζαβαρακατρανέμια'' του Γιάννη Μαρκόπουλου, που θεωρείται κιόλας all time classic το τραγούδι; Το ''Ζαρενάι'' - έτσι λέγεται το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου και σημαίνει ''Άνθρωπε της γης'' - διαθέτει ένα αλήτικο και ταυτόχρονα ''μαζεμένο'' συναίσθημα που είχαμε ν' ακούσουμε από το ''ROM'' του Κυπουργού. Το ίδιο ακριβώς συναίσθημα, πολύ πιο εξωστρεφές όμως στα όρια του χορού, έχουμε και στο επόμενο τραγούδι που ενορχήστρωσαν οι POLIS Ensemble, ''Το ριζικό μου'' σε στίχους πάλι του Γιάννη Καρούνη. Οι τόνοι πέφτουν πρόσκαιρα με τη σμυρναίικη μπαλάντα ''Η καρδιά της μάνας'', στην οποία ο Γιώργος Παυριανός ανέλαβε να κάνει στιχούργημα το γνωστό λαϊκό μύθο του γιου που ξεριζώνει την καρδιά της μάνας του κι αυτή δεν χάνει ίχνος της ανιδιοτελούς αγάπης της. Η ''Αποστολή'' σε στίχους του Γιάννη Καρούνη, ενορχηστρωμένο κι αυτό από τους POLIS Ensemble, είναι ακόμη ένα διονυσιακό τραγούδι που, προσωπικά, με εντυπωσίασε με τις δυνατές εικόνες των στίχων του: ''Βγάλε τη μάσκα/ το είναι σου δωσ'μου/ πλανήτες με κέρατα θερίζουν το φως μου/ η ώρα ξεχείλισε και σβήνει τα χνάρια/ ελάφι τα χνώτα σου, σπασμένα πυθάρια''. ''Το τραγούδι της Φιλιώς'' γράφτηκε για την άκρως επιτυχημένη εμπορικά και καλλιτεχνικά παράσταση με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη ως Φιλιώ Χαϊδεμένου. Ένα συγκινητικό τραγούδι, ντουέτο της Μπεμπεδέλη με τον Καρούνη, στο οποίο ο στιχουργός Χ. Γ. Παπαδόπουλος μέσα σε τρεις στροφές κατάφερε να ''κλείσει'' μια ανθρώπινη προσωπικότητα 107 ετών μαζί με τη νεότερη ιστορία του ελληνισμού. Επιπλέον, για ιστορικούς και μόνο λόγους και, συγκεκριμένα, για την επάνοδο της Μπεμπεδέλη στη δισκογραφία, ''Το τραγούδι της Φιλιώς'' χρήζει ξεχωριστής σημασίας. Το αμέσως ακόλουθο, το ''Στον τόπο μας'', κανονικά θα άνοιγε το δίσκο, με μια εμπορική λογική. Πρόκειται για ένα ρυθμικό ''Balkan'' τραγούδι, πάλι σε στίχους του Παπαδόπουλου, με ραδιοφωνικό air play βάσει της συνθήκης κουπλέ - ρεφραίν. ''Το αποχαιρέτισμα'' με το νέι του Νεκτάριου Σταματέλου να πρωτοστατεί, ανήκει στις καλύτερες στιγμές του CD. Η φωνή του Καρούνη αποδίδει τους υπέροχους λιτούς στίχους του Παπαδόπουλου σαν να πρόκειται για βυζαντινή υμνωδία. ''Το ταξίδι'' είναι ένα καλοφτιαγμένο απ' όλες τις απόψεις κομμάτι στο μεταίχμιο ''έντεχνου'' και ''δημοτικοφανούς'' τραγουδιού με τους στίχους του Γιάννη Καρούνη και την ενορχήστρωση του Αλέξανδρου Καψοκαβάδη. Το ''Νυχτερινό'', η επόμενη μπαλάντα σε στίχους του Παπαδόπουλου, υφολογικά διασπά το έντονο παραδοσιακό - σμυρναίικο ύφος του δίσκου και με το βιολί του Διονύση Βερβιτσιώτη, λειτουργεί σαν μιαν απρόσμενη σχεδόν ακουστική ανάπαυλα. ''Η σιωπή'' με τα λόγια του Γιάννη Καρούνη, είναι ένα χαμηλότονο λαϊκό τραγούδι, μια ζεϊμπέκικη μπαλάντα, που επίσης διαθέτει ραδιοφωνικό air play. Ανήκει στα τραγούδια που ακούγονταν κατά κόρον από τα ραδιόφωνα προ 20ετίας και που, κατά προσωπική εκτίμηση, μάλλον λείπουν σήμερα. Με τους ''Φίλους μου'' σε στίχους του Παπαδόπουλου γίνεται σαφές πως ο δίσκος χωρίζεται σε δύο μέρη μεταξύ του δημοτικοφανούς και του αμιγώς λαϊκότροπου ύφους. 
Τα δύο τελευταία κομμάτια είναι πολύ ιδιαίτερα: Το ''Ζωή - Γυναίκα'', αφιερωμένο στον Μάνο Χατζιδάκι, δεν θα μπορούσε να μη φέρει στοιχεία της δικής του μουσικής. Ένα γλυκό ρυθμικό τραγούδι που παραπέμπει στις χατζιδακικές δημιουργίες για τον ελληνικό παλιό κινηματογράφο, κλείνοντας το μάτι και στον Nino Rota. Μου άρεσε που ο στιχουργός Γιάννης Καρούνης δεν έφτιαξε ένα ''πορτραίτο'' του Χατζιδάκι, καθώς οι στίχοι του είναι ελεύθεροι και που μοιραία, έτσι, η μουσική του Ζαχαρία Καρούνη είναι αυτή που μας παραπέμπει στο χατζιδακικό σύμπαν. Ο εξόδιος ''Μορφέας'' κλείνει το CD με το ίδιο τσιγγάνικο αίσθημα του εναρκτήριου ''Ζαρενάι'': Στην ουσία είναι ένα νανούρισμα σε στίχους του Γιάννη Καρούνη, λιτά ενορχηστρωμένο για κανονάκι και μπάσο, με τη φωνητική συμμετοχή του νεαρού Ρομά Χρήστου Δημητρίου σε μία ταιριαστή συγκινητική ερμηνεία. Εν κατακλείδι, η ''Αποστολή'' είναι η πιο προσωπική μέχρι σήμερα δισκογραφική εργασία του Ζαχαρία Καρούνη που εκτός των ερμηνειών υπογράφει και τη μουσική σε όλα τα κομμάτια. Στην ουσία μας τον συστήνει τον τραγουδοποιό - συνθέτη, με σημεία εκκίνησης του τα τέσσερα σημεία της ελληνικής παράδοσης: Τη Θράκη και την Κρήτη, τα νησιά του Ιονίου και την εγγύς Ανατολή. Πιο συμπαγές ως κόνσεπτ, ειδικά αν συγκριθεί με το παλιότερο πολυσυλλεκτικό άλμπουμ ''Τα υλικά των μυστικών'', έχω την αίσθηση πως χαράζει κανονικά το δρόμο πάνω στον οποίο κινείται εδώ και μια 20ετία. Αυτή ακριβώς είναι και η ιδιαιτερότητα του ή, κατά μία έννοια, και η διαφορά του απ' άλλους ερμηνευτές: Ο Ζαχαρίας Καρούνης είναι ένας σύγχρονος φορέας της βυζαντινής και της σμυρναίικης παράδοσης με ελιγμούς προς το σήμερα, βάσει της παιδείας και των καταβολών του. Έτσι, δεν ξέρω κατά πόσο οι ευχαριστίες προς τον αδερφό του, στο ένθετο της έκδοσης, που ''τον έβαλε στη διαδικασία να σκεφτεί τι είναι αυτό που πραγματικά θέλει απ' την τέχνη του'', ακούγονται ακριβείς, δεδομένης της πορείας του. Η φωνή του Καρούνη έχει μνήμη πάνω απ' όλα. Τώρα, το πώς ακούγεται και μοντέρνος, ενώ υπηρετεί ένα μουσειακό (για τη μάζα) είδος, είναι σχεδόν εντυπωσιακό. Τη χειροποίητη έκδοση με όλα τα κείμενα γραμμένα στο χέρι κοσμούν σκίτσα του Γεράσιμου Παπαδόπουλου.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Πόσο έτοιμη είστε για μία αυθόρμητη συνέντευξη, κυρία Μπεμπεδέλη;

Πόσο έτοιμη είστε για μία αυθόρμητη συνέντευξη, κυρία Μπεμπεδέλη;
Είμαι αυθόρμητη σαν άνθρωπος, σε κάτι που θα ακούσω, θα δω, αντιδρώ άμεσα.
Χωρίς να έχετε δεύτερη σκέψη από πίσω;
Αν έρθει η δεύτερη σκέψη και ειν' αργά να το διορθώσεις (γελάει)...Αν δεν ειν' αργά, όμως, μπορώ να το διαχειριστώ με ένα τρόπο.
Ο παρορμητισμός και το ένστικτο είναι απαραίτητα στοιχεία σε έναν καλλιτέχνη;
Απαραίτητα είναι, αλλά θέλουν πάρα – πάρα πολλή δουλειά για να μπουν σε ένα δρόμο τεχνικής. Ο αυθορμητισμός και το ένστικτο είναι στοιχεία που συχνά σε οδηγούν στην επανάληψη, η οποία τείνει να γίνει μανιέρα, εξ ου και κάθε ρόλος είναι ίδιος. Η δουλειά μας πάντα είναι να γινόμαστε το εκάστοτε θεατρικό πρόσωπο μέσα από τη δική μας υπόσταση. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει ένστικτο και αυθορμητισμό. Και τα δύο μπορούν να τον οδηγήσουν σε λάθος δρόμο. Άμα ξεκινήσεις χωρίς μυαλό και χωρίς σκέψη...
Τι πιο ωραίο όμως απ' το να μην απωθείται το ένστικτο;
Εκτός σκηνής ας κάνουν ότι θέλουν, όταν όμως επί σκηνής υπηρετούν κάποιο ρόλο, αυτό θέλει μια προσεχτική διαχείρηση.
Πως τα καταφέρνετε εσείς και δεν επαναλαμβάνεστε; Είδα δυο φορές το έργο σε διάστημα δέκα ημερών και παράλληλα είδα και μία άλλη Μπεμπεδέλη, όχι ακριβώς διαφορετική, αλλά όχι και ίδια σίγουρα.
Έχετε δίκιο σ' αυτό, το συζητάμε και με τον Ζαχαρία τον Καρούνη αμέσως μετά από κάθε παράσταση, λέμε ''Απόψε κάναμε κάτι άλλο''. Όταν εδραιωθεί ο ρόλος μέσα σου και ''μπεις'' μεσ' στην παράσταση, ακολουθείς έναν κανόνα, τον κανόνα της μελέτης. Έχεις χτίσει έναν χαρακτήρα και όσο τον ''χωνεύεις'', έχεις την ευχέρεια, χωρίς να βγαίνεις απ' τον άξονα σου, να κάνεις μερικές διαφοροποιήσεις φωνητικές, κινησιολογικές, ακόμη και ερμηνευτικές. Όλο αυτό κάνει τον ηθοποιό να μην πλήττει και να μην επαναλαμβάνεται στο βαθμό του να μηχανοποιηθεί ο ρόλος. Δεν αφήνω ποτέ το ρόλο να γίνει μέσα μου μαγνητόφωνο!
Άρα πρώτα αποσκοπείτε στη δική σας ικανοποίηση και μετά σ' αυτήν του κοινού.
Πάντα, αν κι αυτά τα δύο πάνε μαζί. Η ουσία είναι να ξεκινήσω την παράσταση μου με κέφι και περιέργεια για το τι θα μου προκύψει.
Σας παρατηρούσα να εισέρχεστε στη σκηνή, υποτίθεται κουρασμένη, αλλά η αίσθηση ήταν ότι θα ανέβετε και θα πιάσετε τον θεατή από τα μαλλιά κυριολεκτικά.
Θα σας πω! Η λειτουργία μου η πρώτη είναι αυτή: Αρχίζω να ανεβαίνω και ακούω μουσική, ακούω φωνή. Αυτό με παραπέμπει κάπου. Που; Στην πατρίδα! Κι ενώ ανεβαίνω, κάτι σταματήματα, κάτι αυξομοιώσεις στη φωνή μου, είναι μέσα στο ρόλο, τι να πω; (γελάει) Σταματάω, κοιτάω το τοπίο και ανακαλώ τη μνήμη μου.
Πόσο εύκολο είναι να σκηνοθετηθείτε με την τόση εμπειρία σας;
Δεν είναι δύσκολο, γιατί δεν είμαι δύσκολος άνθρωπος. Δεν πάω ποτέ στην πρόβα, στην ανάγνωση, ''έτοιμη''. Φυσικά και έχω μιαν άποψη, έχοντας διαβάσει το έργο, όμως το πρώτο πράγμα είναι ν' ακούσω τι θα πει ο σκηνοθέτης. Εάν συμπίπτουμε, θά'ναι ευχής έργον. Εάν δε συμπίπτουμε, θα τα βρούμε. Ή θα τον πείσω ή θα με πείσει. Το θέμα είναι ποιο είναι το πιο σωστό, το δικό του ή το δικό μου. Στην πορεία θα φανεί ποιανού ήταν το σωστό.
Σας έχει τύχει να μην είναι σωστό το δικό σας;
Ναι, ναι, γιατί δεν το είχα σκεφτεί σε βάθος τόσο, όσο ο σκηνοθέτης μου.
Κι εκεί τι κάνατε, το αλλάξατε;
Το άλλαξα και το έκανα όπως τό'θελε ο σκηνοθέτης. Μιλώντας για την πρόβα πάντα, έτσι; Το στάδιο των δοκιμών. Ακόμα και τώρα που έχουμε δώσει τόσες παραστάσεις, λέω ''Για σιγά! Γιατί μέχρι τώρα αυτό το λέω έτσι; Αφού υπάρχει κι αυτό το στοιχείο μέσα''. Έτσι, μπαίνει μια καινούργια συμπεριφορά.
Να πάμε στο ξεκίνημα σας, 1962, το ''Τραγούδι του νεκρού αδερφού'', Λαϊκό Θέατρο Πέλλου Κατσέλη. Τι θυμάστε από εκείνες τις μέρες;
Ήταν η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά. Τελείωνα τη σχολή του Πέλλου Κατσέλη, δίναμε εξετάσεις για το δίπλωμα και ο Κατσέλης σκηνοθετούσε. Πήρε εμένα μαζί με άλλους δύο συμμαθητές μου στη διανομή, τη Μπέττυ Αρβανίτη και τον Μάκη Πανώριο. Αντιλαμβάνεστε ότι όταν έχω τον Μάνο Κατράκη μπροστά μου, τη Βέρα Ζαβιτσιάνου, τον Μίκη – Χριστέ μου! –, τον δάσκαλο μου που πια είναι σκηνοθέτης μου και όλους τους άλλους συντελεστές, τη Λούλα Ιωαννίδου και τον Νίκο Ξανθόπουλο, έναν παλιό ζεν πρεμιέ...
Ποιον; Τον Ξανθόπουλο των ''μελό για όλη την οικογένεια'';
Ναι, αυτός (χαμογελάει). Τη Ζουζού Νικολούδη, επίσης, που χορογραφούσε και χόρευε κάθε βράδυ στη σκηνή το ''Δυο γιούς είχες, μανούλα μου''. Μπροστά, λοιπόν, σε όλα αυτά τα ιερά πρόσωπα, τι μπορεί να κάνει ένα νέο παιδί, ένας νέος άνθρωπος που πατάει πρώτη φορά πόδι στη σκηνή; Μένει άλαλος και ακούει. Μόνο! Είτε τον σκηνοθέτη, είτε τον Κατράκη όπως έπαιζε εκείνον τον γέροντα.
Ήταν ταραγμένη πολιτικά εκείνη η περίοδος...
Εγώ, αγαπητέ, εκείνο που θυμάμαι ήταν να κατεβαίνουν σε διαδήλωση οι οικοδόμοι – προσέξτε, οι οικοδόμοι – και έτρεμε το σύμπαν! Και όταν ο Μίκης Θεοδωράκης έδινε συναυλίες με τον ''Επιτάφιο'', τις ''Μικρές Κυκλάδες'' και τους ''Λιποτάκτες'', γέμιζε το θέατρο Κεντρικόν από νέους ανθρώπους, φοιτητές, που τραγουδούσαν αυτά τα τραγούδια. Εκεί βγήκαν τότε και με τα δικά τους μεγάλα ελληνικά τραγούδια ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, τέτοιοι συνθέτες.
Θα σας ήταν άγνωστος, να υποθέσω, ο κόσμος της δισκογραφίας. Σας πηγαίνω, αν καταλάβατε, στη μέρα που γράψατε το ''Κοιμήσου, αγγελούδι μου'' στο στούντιο.
Ω, ναι, αλλά θα σας πω εγώ κάτι άλλο! Όταν κάναμε πρόβες, ακόμα δεν είχαμε πάρει το δίπλωμα. Ετοιμαζόμουν να πάρω την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος, ωστόσο οι πρόβες για το τραγούδι γίνονταν επί σκηνής με ζωντανή ορχήστρα: Τα δυο μπουζούκια, Καρνέζης – Παπαδόπουλος, ο Διδήλης στο πιάνο, ένας κιθαρίστας ακόμα. Ένα πρωί κάναμε στη σχολή μάθημα προ εξετάσεων και μπαίνει μέσα ο Γραμματέας, ένας Λευκορώσος ήτανε, που λέει: ''Ντέσποινα, τηλέφωνο!'' Εγώ κοκάλωσα, μπροστά στον δάσκαλο μου, λέει ''τηλέφωνο'' ο άλλος. ''Ποιος είναι;'' έκανε εκνευρισμένος ο Κατσέλης και μετά: ''Άντε, πήγαινε''. Είναι ο Μίκης στο τηλέφωνο από το στούντιο! ''Μπορείς να έρθεις να πεις το τραγούδι;'' με ρωτάει, ''έχω εδώ τον Μπιθικώτση και μόλις γράψαμε τα Περβόλια''. Τι να πω εγώ τώρα; Μπαίνω στην τάξη, λέω ''Κύριε Κατσέλη, αυτό κι αυτό μού'πε ο κύριος Θεοδωράκης''... ''Άντε, λοιπόν, πήγαινε'' μου κάνει, έτσι, με την πρώτη. Και πήγα και το γράψαμε πρίμα βίστα, αν και τό'χα μάθει καλά απ' τις πρόβες.
Ήταν κι ο Βίρβος στο στούντιο;
Όχι, δεν ήταν, δεν τον γνώρισα ποτέ. Τον είδα μια φορά σε μια τηλεοπτική συνέντευξη και θυμάμαι ότι αναφερόταν σε μένα και στην ερμηνεία μου. Η εκπομπή αυτή ξαναπαίχτηκε μετά το θάνατο του. Ήταν πολύ συγκινητικό για μένα.
Τουλάχιστον ο Βίρβος έφυγε πλήρης ημερών και με τιμές.
Έτσι. Όπως του άξιζε!
Άλλη επαφή με το τραγούδι είχατε;
Ο Μίκης ήθελε να με κρατήσει στις συναυλίες του, αλλά εγώ είχα μπει στο Θέατρο Τέχνης. Όταν έμαθε ο κύριος Κουν ότι τραγουδώ, με έβαλε στο δύστρατο, μου λέει '''Η Θέατρο Τέχνης ή τραγούδι''...Και είπα Θέατρο Τέχνης!
Μου κάνει εντύπωση που λέτε ''ο κύριος Κουν''.
Δε μπορώ να εκφραστώ αλλιώς για τους μεγάλους δασκάλους.
Το ότι είστε παρορμητική εξηγείται και από το ότι εγκαταλείψατε την Ελλάδα για την Κύπρο πάνω στο πικ σας, θα λέγαμε.
Ε μα ναι, γιατί στο μεταξύ είχα παντρευτεί τον Κύπριο ηθοποιό Στέλιο Καυκαρίδη. Δεν ήμασταν συμμαθητές, αλλά συνάδελφοι, γνωριστήκαμε στο Θέατρο Τέχνης και εντάξει...(γελάει).
Ο Κουν δε συμπαθούσε τα ζευγαρώματα μεταξύ των μαθητών του.
Τά'χω ξαναπεί, τα συμπαθούσε – δεν τα συμπαθούσε, ο έρωτας μπαίνει έτσι, χτυπάει. Όχι, όμως, δε μπορώ να πω τίποτα, μετά καμάρωνε.
Συνεχίσατε να έχετε σχέσεις;
Βέβαια, όταν ερχόμασταν από την Κύπρο στην Αθήνα, η πρώτη επίσκεψη που κάναμε με τον Στέλιο ήταν να κατέβουμε στο υπόγειο να δούμε τον δάσκαλο. Εκεί ήταν ακόμη και δημιουργούσαν ο Χατζημάρκος, ο Μίμης...Μετά χάθηκαν ένας – ένας...
Παραμένετε ερωτευμένη, κυρία Μπεμπεδέλη;
Πενήντα χρόνια γάμος, ε; Αν δεν ήμουν ερωτευμένη, θα τον άφηνα ή θα με άφηνε.
Ο έρωτας με τα χρόνια χάνεται και γίνεται φιλία.
Ο έρωτας είναι έρωτας και μετά έρχεται ο έρωτας και η αγάπη μαζί, μετά η αγάπη, μετά η συντροφικότητα, μετά όλα μαζί, αλλά το καθένα με τη δόση του. Η κάθε δόση έχει την αξία της για να στηρίξει την κοινή ζωή και τη σχέση.
Τι θα λέγατε αν ακούγατε από μένα ότι εκπέμπετε θηλυκότητα έντονη και ερωτισμό στην ηλικία που είστε;
Ο Χριστός κι η Παναγία (ξεκαρδίζεται)
Μη γελάτε καθόλου! Χθες καθόμουν στον εξώστη και την ώρα που λέγατε χαδιάρικα ''Γιώργο μουουου'', γυρνάει ένας τύπος και κάνει στη γυναίκα του: ''Άκου την άτιμη πως το λέει!'', οπότε του απαντάει αυτή: ''Εγώ δε σ'το λέω έτσι;''
(ξεκαρδισμένη) Δεν το ξέρω αν με χαρακτηρίζει το στοιχείο του ερωτισμού, τι να σας πω...
Σας εκπλήσσει;
Πάρα, μα πάρα πολύ!
Σχεδόν ντρέπεστε. Τόση συστολή πια;
Όχι, απλά μέσα στο έργο, τόσο στο σημείο που λέτε, όσο και σε άλλες φάσεις στην πορεία της ιστορίας της Φιλιώς, οι άνθρωποι έχουν εκφραστεί, ρωτώντας με πόσες φωνές έχω! Ή και πόσες ηλικίες έχω!
Το καταλαβαίνω. Στο σημείο που κάνετε τη Φιλιώ σε παιδική ηλικία, αν κλείσεις τα μάτια, φαντάζεσαι ένα κοριτσάκι μικρό να μιλάει.
Ας πούμε ότι είναι φυσικό χάρισμα αυτό, αλλά ας πούμε και ότι δουλεύτηκε πάρα πολύ, γιατί εγώ όταν ήμουν πιτσιρίκα, ήμουν υψίφωνη. Μετά στη διάρκεια των σπουδών υπήρχε ένα πολύ σκληρό μάθημα, που οι σπουδαστές γενικώς το απεχθάνονταν: Το μάθημα της ορθοφωνίας και της τοποθέτησης της φωνής και της γκάμας της φωνής. Σκληρή άσκηση για να αποκτήσεις αυτόν τον φωνητικό και αναπνευστικό εξοπλισμό. Αυτά όλα, λοιπόν, τα δούλεψα και όχι ότι σ' αφήνουν ποτέ, αλλά πάντα κάνω προθέρμανση. Ακόμα κι εδώ με τον Ζαχαρία, όταν ήταν και η κυρία Κεφαλά, νόμιζες ότι ήταν Ωδείον πίσω (γελάει).
Ποια η σχέση σας με τη Σμύρνη;
Η σχέση μου με τη Σμύρνη ξεκινάει απ' τη Νέα Σμύρνη που γεννήθηκα και τους μικρασιάτες που ήρθα σε επαφή. Όλες οι οδοί στο προάστιο αυτό θύμιζαν πόλεις, ονόματα και γεγονότα της Μικράς Ασίας. Εγώ ας πούμε έμενα στην Ελευθερίου Βενιζέλου. Ως παιδί έβλεπα, χωρίς να μπορώ να το αιτιολογήσω, τη διαφορά εκείνων των Ελλήνων από των ντόπιων Ελλήνων. Χωρίς να είναι μορφωμένοι οι άνθρωποι αυτοί, είχανε ένα άλλο μυαλό, μιαν άλλη σκέψη, μια καλλιέργεια περίεργη, άγνωστη σε μένα. Στα οκτώ μου άκουσα πρώτη φορά από το στόμα Μικρασιατών – τι περίεργο πράγμα – να απαγγέλουν Καβάφη. Είχαν έντονο μέσα τους το συναίσθημα της αλληλεγγύης και της προσφοράς. Οι δικοί μας άνθρωποι ήτανε ρημαγμένοι, γιατί είχαν υποστεί και τον Εμφύλιο. Και θα σας πω κάτι τώρα που δείχνει την εξοικείωση με το θάνατο: Εγώ είχα φίλες, κοριτσάκια, τη Φανή και τη Λιωλιώ, που πέθαναν από φυματίωση. Ένα αγόρι, ο Βαγγελάκης, έσκασε χειροβομβίδα μέσα στο χωράφι και του κόπηκαν τα χεράκια του. Δυσάρεστα πράγματα, καθώς το κλάμα συνεχίστηκε και μετά τον Εμφύλιο.
Περάσατε και τη δικτατορία της 21ης Απριλίου.
Ναι, του '67, αλλά το '68, ένα χρόνο μετά, έφυγα για την Κύπρο.
Όπου ζήσατε μιαν άλλη τραγωδία, αυτήν της τουρκικής εισβολής.
Ναι, πράγματι. Κάναμε πρεμιέρα Σάββατο στη Σχολή Τυφλών το ''Παραμύθι χωρίς όνομα'' του Καμπανέλλη. Θα παίζαμε και Κυριακή, Δευτέρα αργία και μετά από Τρίτη πάλι. Δευτέρα πρωί έχουμε πρόγραμμα να φύγουμε απ' το σπίτι με τον άντρα μου και τα δυο μου παιδιά. Χρώσταγε κάτι γυρίσματα σε μία ταινία ο άντρας μου και θα τον συνοδεύαμε κι εμείς. Το πραξικόπημα μας βρήκε καθ'οδόν! Στις 8.30 το πρωί περνάγαμε από το αεροδρόμιο της Λευκωσίας, ολοκαίνουργιο, του κουτιού ήτανε, κι εκεί έγιναν όλα. Θέλετε να σας πω πώς;
Φυσικά, συνεχίστε!
Μπροστά ήταν ένα μάζντα μπλε και μπροστά του ένα φορτηγό. Λέει ο άντρας μου ''Θά'χει έρθει κάνας Καλαμαράς διοικητής μάλλον και τον πάνε στο παραπλεύρως στρατόπεδο''. Στρίβει το φορτηγό στην πύλη του στρατώνα, το μάζντα λοξοδρομεί και εμείς δεν έχουμε κάνει ούτε εκατό μέτρα και ακούμε πυροβολισμούς. Πιστολίδι άγριο. Κατέβηκαν από μέσα στρατιώτες, μπήκαν στον στρατώνα και τον ρήμαξαν. Δευτέρα έγινε λοιπόν το πραξικόπημα. Εμείς χαθήκαμε στα χωράφια, μείναμε λίγες μέρες στο χωριό και δε μπορούσαμε να γυρίσουμε στη Λευκωσία, αφού καιγόντουσαν τα πάντα γύρω μας. Πουθενά δε μπορούσαμε να πάμε, το αυτοκίνητο μας είχε γίνει διάτρητο από τις σφαίρες κι είχαμε πάει να κρυφτούμε σε κάτι συγγενείς εκεί. Ο Πενταδάχτυλος καιγόταν...Γυρίσαμε σπίτι κακήν – κακώς, εισερχόμενοι πια σε μία δικτατορία. Περνάνε οι μέρες και φτάνουμε στο Σάββατο. Κοιμόμαστε. Νύχτα. Τα μωρά μου στο δωμάτιο τους, εμείς στο δικό μας. Ξαφνικά ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούγεται. Πετάγεται ο άντρας μου επάνω και λέει: ''Εισβολή''! Να, σας ορκίζομαι (κάνει τον σταυρό της)! Μεσ' στο σκοτάδι, ούτε φως είχαμε ανάψει. Λέω ''Τι εισβολή, τι εισβολή;'' Μου κάνει ''Τρέχα ξύπνα τα παιδιά και βάλτα στο διάδρομο''. Μπαίνουμε μέσα, αρπάζω εγώ τον γιο μου, εκείνος την κόρη μας και τα βάζουμε στο διάδρομο. Ανοίγει το παράθυρο ο Στέλιος και βλέπει αλεξιπτωτιστές! Γυρνάει και μου λέει, δε θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου: ''Δέσποινα, χωρίζουνε την Κύπρο στα δυό'' (κλαίει). Εκείνη την ώρα που πατήσαμε το κουμπί για να ανοίξει το ραδιόφωνο, ανακοινωνόταν η επιστράτευση. Η μικρή έκλαιγε και μου λέει ο Στέλιος: ''Ετοίμασε μου τα χαρτιά μου''...Τά'χασα εκείνη την ώρα, του κάνω ''ποια χαρτιά;'' Έκλαιγαν τα μωρά, από πάνω μας περνούσαν σβουρηχτά τα αεροπλάνα. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι έκαναν λάθος (φωνάζει) και αντί να χτυπήσουν το ΡΙΚ, χτυπήσαν το φρενοκομείο!
Με τους ασθενείς μέσα;
Με όλους! (φωνάζει) Πρώτα χτύπησαν το φρενοκομείο και μετά τον ραδιοσταθμό! Με πήρε ο άντρας μου, ετοίμασα κρέμες, γάλατα, φασκιές και με πήγε δίπλα στης αδερφής του. Έφυγε...Επιστράτευση...Δε μπορώ να το πιστέψω, σας λέω αλήθεια, νομίζω ότι το ξαναζώ τώρα (κλαίει)
Συγγνώμη, αλλά ποια ''Φιλιώ Χαϊδεμένου''; Εδώ έχουμε τον μονόλογο ''Δέσποινα Μπεμπεδέλη''...
Μα ξέρετε πόσα πολλά κοινά στοιχεία έχουν οι ζωές μας; Πάρα πολλά! Ξέρετε τι τράβηξαν αυτοί οι άνθρωποι εκεί; Εγώ θεωρώ τους εαυτούς μας, μαζί με όλη την οικογένεια, πάρα πολύ τυχερούς, γιατί δεν είχαμε ούτε νεκρούς, ούτε αγνοούμενους, ούτε προσφυγιά, τίποτα...Η μόνη λαχτάρα ήταν ένα βράδυ που καθόμουν μόνη σπίτι με το τηλέφωνο δίπλα μου μπας και χτυπήσει κι έχω καμιά είδηση. Είχα τα μωρά στο παρκάκι τους μέσα. Ξαφνικά άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι φίλοι, συνάδελφοι και συγγενείς. Μου λέει ο συχωρεμένος ο κουνιάδος μου: ''Τι είναι αυτή η βίζιτα τώρα εδώ πέρα;'' ''Ε, θα ήρθαν να μου συμπαρασταθούν'' απαντάω ''που ο άντρας μου είναι στον πόλεμο''. Άλλος όμως ερχόταν με ρύζι, άλλος με μακαρόνια, περίεργα πράγματα. Κάποια στιγμή έρχεται ένας συνάδελφος, καλή του ώρα, με ένα φάκελλο. ''Κράτα τα αυτά, Δέσποινα, μπορεί να χρειαστούν...'' ''Τι είναι, βρε;'' του κάνω και ανοίγω και βλέπω λεφτά. ''Μπορεί να σου χρειαστούν'' μου λέει...Καμιά φορά δεν κουνάει το μυαλό μου, ίσως βλέπεις από αυτοπροστασία...(ανάβει τσιγάρο) Ξέρετε γιατί είχαν έρθει όλοι αυτοί;
Νομίζοντας πως είχε σκοτωθεί ο σύζυγος σας!
Ναι, είχε βγει φήμη ότι είχε σκοτωθεί ο Στέλιος και τον ψάχνανε στα νοσοκομεία και στους Ερυθρούς Σταυρούς κι όταν πια βεβαιώθηκαν ότι δεν ήταν νεκρός, τότε μου το είπανε!
Πότε ξαναμπήκε σε μια σειρά η ζωή σας, κυρία Μπεμπεδέλη;
Αυτό έγινε 20 Ιουλίου, ακολούθησε μια εκεχειρία και στις 14 Αυγούστου μπήκαν εν θριάμβω οι Τούρκοι στην άδεια Αμμόχωστο. Ένα μήνα μετά, στις 15 Σεπτεμβρίου, είχαμε ήδη μαζευτεί όλος ο θίασος του Θ.Ο.Κ., έχοντας ετοιμάσει δύο έργα, τους ''Όμηρους'' του Λουκή Ακρίτα και ένα κυπριακό, το ''Νερό του Δρόπη'' ενός πολύ σπουδαίου θεατρικού συγγραφέα, του Πασιαρδή. Μ' αυτά τα δύο έργα, αγαπητέ, κάναμε μία πολύ μεγάλη περιοδεία στην Ελλάδα, από την Καβάλα μέχρι την Κρήτη, και όσα λεφτά μαζεύτηκαν ήταν η προσφορά ημών και του Θ.Ο.Κ. στο ταμείο για τους πρόσφυγες. Από κει και πέρα ολόκληρη η Κύπρος άδειασε από άντρες. Φύγαν όλοι στα Αραβικά Εμιράτα για να δουλέψουνε, αφήνοντας πίσω χήρες και ορφανά με τους παππούδες.
Σήμερα, ζώντας μόνιμα εκεί, πως τη βλέπετε την Κύπρο;
Έχω δύο πατρίδες, η μία είναι ο γενέθλιος τόπος μου και η άλλη η Κύπρος, ο τόπος μου. Έχετε έρθει εσείς;
Έρχομαι τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο την τελευταία δεκαετία. Συμμετέχω ως εισηγητής στο Φεστιβάλ Εικόνες και Όψεις Εναλλακτικού Κινηματογράφου της Λευκωσίας.
Αλήθεια; (λάμπει το πρόσωπο της) Εγώ, με συγχωρείτε κιόλας, αλλά τον κινηματογράφο δεν τον συμπαθώ καθόλου. Μ' αρέσει να βλέπω, η διαδικασία του σινεμά δεν μου κολλάει σαν ιδιοσυγκρασία. Έχω κάνει σινεμά...
Δέσποινα Μπεμπεδέλη - Bruno Ganz στο ''Μία αιωνιότητα και μια μέρα'' (1998) του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Πείτε μου μερικές ταινίες που έχετε παίξει.
Εντάξει, έπαιξα στο ''Μια αιωνιότητα και μια μέρα'' του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Συγγνώμη εγώ τώρα, αλλά λίγο είναι νά'χετε παίξει στον μοναδικό ελληνικό Χρυσό Φοίνικα των Κανών;
(γελάει) Έχω κάνει και μια ταινία με τον Καζάκο, του Παπαγιαννίδη. Και μιαν άλλη με τη Μαίρη Χρονοπούλου και πάρα πολλούς, ηθοποιούς και τραγουδιστές.
Το ''Προς την Ελευθερία'' του Χάρη Παπαδόπουλου!
Αυτό! Μπράβο, ευτυχώς που το θυμηθήκατε!
Μα έγραψε για σας δημόσια πολύ ωραία πράγματα.
Μάνα μου! Φχαριστώ τον!
Μιλάτε και τα κυπριακά, βλέπω.
Ναι, μου φεύγει. Ε, τόσα χρόνια πια στην Κύπρο! Ίσως είμαι απ' τις λίγες Καλαμαρούδες που έχουν μάθει τα κυπριακά!
Στην Κύπρο, πάλι, επελαύνει η ακροδεξιά, όπως και σε όλη την Ευρώπη.
Βεβαίως, είναι το ΕΛΑΜ, μαύρη κηλίδα στην Κύπρο!
Τα γράφουμε αυτά;
Αστείο πράγμα, σιγά! Ας πάνε να μου κάψουν το σπίτι (γελάει) Κοιτάξτε, από δω προέκυψε το ΕΛΑΜ, από τη Χρυσή Αυγή, και από δω κατευθύνονται κιόλας. Αποτελούν όμως μειονότητα εκεί, δεν είναι σαν εδώ και ούτε τους δέχονται εύκολα οι Κύπριοι.
Να σας πω έναν διάλογο που παρακολούθησα έξω από το θέατρο, στο διάλειμμα, την ώρα που εσείς μέσα παίζατε; Εκείνη την ώρα η Χρυσή Αυγή έκανε πορεία στη Μεσογείων για τα Ίμια. Μία γυναίκα, σαφώς εθνικίστρια, διαφωνούσε με έναν αριστερό θεατή. Του έλεγε γιατί δεν κάνουν κι οι άλλοι πορεία για τα Ίμια και τα καρπώνεται η Χρυσή Αυγή, ενώ εκείνος αποφαινόταν σνομπ απέναντι στο γεγονός των Ιμίων καθ'αυτό. Να σας πω την αλήθεια, αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν που ήρθα να δω μια παράσταση και έβλεπα τη διαφωνία ενός δεξιού κι ενός αριστερού εν έτει 2017.
Καταλαβαίνω...Ενώ μέσα παιζόταν ένα έργο που αφορούσε πάρα πολύ την Ελλάδα ολόκληρη και που βγαίνοντας ο κάθε ακροατής πρέπει να κουβαλήσει κάτι, τη δική του αλήθεια της ιστορίας. Η Φιλιώ αφηγείται την αλήθεια της καταστροφής και το λέει κι η ίδια! Ότι βγάζω από το στόμα μου, να ξέρετε, είναι της Φιλιώς λόγια. Λέει ''Πρέπει να λέμε την αλήθεια, με τα καλά και τα άσχημα της''. Κι ένα βράδυ ήρθε κάποιος κύριος κι έκανε παρατήρηση στον Καρούνη ότι τάχα οι Έλληνες δεν έκαναν βιαιοπραγίες κατά των Τούρκων!
Θεώρησε δηλαδή ότι σας έβαλαν κάποιοι λόγια στο στόμα σας που δεν ήταν αληθινά;
Ναι, ναι, αυτό. Τον αποστόμωσε όμως μια χαρά ο Καρούνης.
Αισθάνεστε ότι παίζετε σε μία πολιτική παράσταση;
Βέβαια. Το θέατρο έτσι κι αλλιώς είναι πολιτική πράξη, ότι και να παίξεις. Τη Φιλιώ ο Θεός μου την έστειλε, είμαι πεπεισμένη γι' αυτό. Θέλετε να σας πω κι άλλη μια ιστορία;
Σας ακούω!
Είχαμε κάνει την πρεμιέρα και ένα βράδυ ξανάρθαν εδώ τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Μου λέει ο εγγονός της: ''Κυρία Μπεμπεδέλη, αυτό είναι για σας''. Ένα νάιλον τσαντάκι ήτανε και μέσα είχε ένα βιβλίο. ''Το βιβλίο της Φιλιώς'' μου λέει, ''Αα'', κάνω, ''η καινούργια έκδοση, φαντάζομαι'', μου απαντάει ''Όχι, η παλιά''. Και μετά: ''Το ανοίγετε, σας παρακαλώ;'' Βλέπω με τα γραμματάκια της Φιλιώς: ''Με πολλή αγάπη, Φιλιώ Χαϊδεμένου – Σιδερή''. Τι είχε γίνει; Όταν πρωτοβγήκε το βιβλίο της, η γιαγιά υπέγραφε ''στον Μήτσο'', ''στον Γιώργο'', ''στη Μαρία'' κλπ. Σε ένα δεν είχε βάλει όνομα. Είπε στα παιδιά της: ''Εδώ δε θα βάλω όνομα. Θα το δώσετε όπου θέλετε εσείς''! Γι' αυτό σας λέω, ο Θεός μου την έστειλε!
Πιστεύετε στο Θεό, κυρία Μπεμπεδέλη; Κάνατε και το σταυρό σας πριν.
Κοιτάξτε, μεγάλωσα μεσ' στην εκκλησία. Ο πατέρας μου ήταν ψάλτης. Είμαι θρήσκα, αλλά δεν πάω συχνά στην εκκλησία. Επικοινωνώ και προσεύχομαι με τον τρόπο μου.
Έναν άθεο θα τον καταλαβαίνατε;
Ναι, τον καταλαβαίνω. Πολύ. Εκείνος μου λέει: ''Εγώ άμα πεθάνω θα γίνω πετρέλαιο''. Κι εγώ του λέω: ''Εγώ όταν πεθάνω η ψυχούλα μου θα πάει να βρει τη μάνα μου''. Δε δικαιούμαι κι εγώ να το πιστεύω αυτό; Εσύ πίστευε ότι θες! Χους θα γίνεις κι εσύ (γέλια)
Είναι κι ο μόνιμος φόβος απέναντι στο θάνατο.
Τον σκέφτομαι το θάνατο τώρα τελευταία. Σκέφτομαι απλώς ότι μεγάλωσα και ότι τα χρόνια μου είναι λίγα. Παλιότερα έλεγα ''θα φύγω στα 82 μου, όπως η μάνα μου'', αλλά τώρα με τη Φιλιώ λέω ''θα φύγω στα 107''! (γέλια) Έχω την ευλογία και της Φιλιώς τώρα, σίγουρα την έχω. Στενοχωριέμαι όμως, η ζωή όσο να πεις φεύγει πολύ γρήγορα, πάρα πολύ γρήγορα. Άμα βλέπω τα παιδιά μου, λέω ''χθες τα μεγάλωσα, χθες τα ντάντεψα, όλα γίνανε χθες''.
Ίσως αν ήμασταν ολομόναχοι ο καθένας μας στον κόσμο αυτό να μην σκεφτόμασταν τόσο έντονα το θάνατο.
Μέσα μου έχω ένα δίλημμα. Όταν πεθάνω θα πονέσουν πάρα πολύ τα παιδιά μου, αλλά έτσι πρέπει να γίνει.
Να βιώσουν το πένθος, εννοείτε.
Ε, βέβαια! Όχι το ανάποδο. Είναι η ροή της ζωής. Θα γίνει ότι υπαγορεύει η φύση, αλλιώς δεν πάει τίποτα άλλο στο μυαλό μου. Από κει και πέρα, ότι άλλο προλάβω... (χαμογελάει)
Έχετε πραγματα ακόμη. Στην Κύπρο παίζετε.
Δεν παίζω συχνά από το 1996 που έφυγα από τον Θ.Ο.Κ. Είχα έρθει εδώ με άδεια άνευ αποδοχών και έπαιζα στο ''Χάρολντ και Μοντ'' στο Αλάμπρα. Πήγε για δεύτερη σαιζόν, εγώ ζήτησα πάλι άδεια άνευ αποδοχών, αλλά εκεί μου βάλανε μια τρικλοποδιά που δε θα μπορούσα να φανταστώ, ως υγιής νους που λέω ότι είμαι, και με απέλυσαν!
Τι κάνετε όταν σας αδικούν;
Να σας πω κάτι; Όσες φορές με αδικήσανε, μου βγήκε σε καλό. Με διώξανε; Ήρθα εδώ. Και όταν ξαναπήγα Κύπρο, κάναμε ένα θέατρο, βάζοντας το κεφάλι μας στο ντορβά. Χρεωθήκαμε, αλλά έτσι γίνονται οι δουλειές και τα όνειρα, εξ ου και τώρα πια δεν δουλεύω πολύ συχνά. Κάνω ότι μ' αρέσει στην Κύπρο, σκηνοθετώ, παίζω, αλλά εκείνο που με θέλγει είναι η διδασκαλία στη σχολή.
Στην Κύπρο σας αποκαλούν και Μπεμπέ.
(γελάει) Χάριν συντομίας. Αφού κι εγώ, όποτε στέλνω μηνύματα, Μπεμπέ υπογράφω και καταλαβαίνουν.
Δέσποινα Μπεμπεδέλη - Θανάσης Βέγγος στη σειρά των Κάκιας Ιγερινού - Γιάννη Λαπατά ''Καθρέφτη - καθρεφτάκι μου'' (2006 - 2007) για τον ΑΝΤ1
Πείτε μου κάτι τώρα μην τό'χω απορία, γιατί δεν σας αρέσει ο κινηματογράφος;
Γιατί δεν έχω την εποπτεία. Όταν είμαστε στη σκηνή τους βλέπεις όλους. Στον κινηματογράφο, χωρίς να ξέρω τι κάνουν οι μεγάλοι σταρ και πως επιβάλλονται στο σκηνοθέτη, εγώ που δεν είμαι απόλυτη, δε μπορώ να είμαι μόνο αντικείμενο στα μάτια και στα χέρια του σκηνοθέτη. Να είμαι μέσα σ' ένα κουτί και να υπάρχω από δω και πάνω ή από δω και κάτω, μέσα στο πλάνο δηλαδή. Στο θέατρο είσαι ολόκληρος, χέρια, πόδια, ακινησία.
Απ' την άλλη έχετε κάνει και τηλεόραση, μέχρι και στις ''Επτά θανάσιμες πεθερές'' είχατε παίξει.
(γελάει) Εκεί μπήκα γιατί ήξερα έναν Κωνσταντινουπολίτη παραγωγό, έκανα την καλή πεθερά. Έχω κάνει όμως καταπληκτικές δουλειές στην τηλεόραση με μια κορυφαία σεναριογράφο, την Κάκια Ιγερινού. Δεν υποτιμώ τους άλλους, αλλά όσα έπαιξα της Κάκιας, στον ''Βίο ανθόσπαρτο'' και στο ''Περί ανέμων και υδάτων'', τα θεωρώ εξαιρετικές δουλειές.
Και δεν αισθάνεστε περιχαρακωμένη στην τηλεόραση και αισθάνεστε στον κινηματογράφο; Με εκπλήσσετε.
Ήταν εξαιρετικά τα σενάρια, δε χρειαζόταν να αλλάξουμε ούτε μία φράση, ενώ με διαολίζει να πιάνω ένα κείμενο και να προσπαθώ να το πω στην ελληνική γλώσσα και όχι σ' αυτήν που εν τέλει μας έχει απομείνει. Και στην Κύπρο έχω κάνει καλά τηλεοπτικά πράγματα. Και να σας πω και κάτι; Μπήκα πολύ αργά στην τηλεόραση, δε βγήκα απ' τη σχολή για να γίνω σταρ. Πρωτόκανα τηλεόραση το 1998, είχα βγει το '62 όμως στο θέατρο. Δε μπορούσε να μου κάνει κακό εμένα η τηλεόραση, δεν αλλοιώθηκε δηλαδή η υποκριτική μου από την τηλεόραση.
Πως είναι κάθε βράδυ για έναν ηθοποιό να τον αποθεώνουν όρθιοι οι θεατές;
Πως να σας το πω, τελειώνει η παράσταση κι είμαστε όλοι λιωμένοι απ' τη χαρά μας. Κάθε βράδυ. Είναι καταπληκτικό! Είμαστε δεμένη ομάδα και το παρατηρούσαμε απ' τις πρόβες. Δεν ερχόμασταν για να κάνουμε απλά πρόβα ένα θεατρικό έργο, αλλά συμμετείχαμε σε μια λειτουργία. Όλοι μας είχαμε σεβασμό γι' αυτή τη γυναίκα, τη Φιλιώ, αυτό το τόσο δα γριουλάκι που τελικά ήταν παλίκαρος. Κανένα παράπονο, καμιά γκρίνια, καθόμαστε στα καμαρίνια κι εγώ είμαι πραγματικά η Φιλιώ που τους φέρνω από καραμέλες και σοκολάτες μέχρι ντεπόν και ασπιρίνες (γελάει) Με τον Ζαχαρία έχουμε ένα απερίγραπτο δέσιμο, πρόκειται για απίστευτα καλό παιδί με αρχές, ανοιχτοσύνη και εντιμότητα. Κι εδώ αποδείχτηκε ότι διαθέτει καλά υποκριτικά στοιχεία. Το υποκριτικό αντανακλαστικό του είναι perfect! Δεν έχω κανένα παράπονο, Παναγία μου, όλοι με αγαπάνε εδώ και με προστατεύουν.
Τελευταία ερώτηση: Νιώθετε ευτυχισμένος άνθρωπος;
Ε, να μην είμαι, μωρέ; Από τότε που αποφάσισα να γίνω ηθοποιός όλα μού ήρθαν σωστά και βολικά. Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, ταξίδεψα, γνώρισα μεγάλους ανθρώπους. Μόνο δυο μήνες έμεινα άνεργη στη ζωή μου, από τότε που κατέβηκε βίαια το ''Τραγούδι του νεκρού αδερφού'', όπως θα γνωρίζετε, μέχρι που ένα πρωί με ειδοποίησε ο Πέλλος Κατσέλης να πάω επειγόντως να περάσω από ακρόαση στο Θέατρο Τέχνης. Την υγειά μας νά'χουμε. Τέλη ειρηνικά, όσα σου είναι γραμμένα, που λέει κι η Φιλιώ.
Κυρία Μπεμπεδέλη, σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που μου διαθέσατε.
Εγώ ευχαριστώ. Ωραία συνέντευξη! Με αφήσατε τελείως ελεύθερη και δε νομίζω νά'χω ξαναμιλήσει με τέτοιον αυθορμητισμό! 
* Η συνέντευξη με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017, από τις 5 έως τις 6 το απόγευμα, στο καφέ του θεάτρου Βεάκη. Στις 7 θα είχε ακόμη μία κυριακάτικη απογευματινή παράσταση. Στη βραδινή, στις 9, μεταξύ του κοινού θα ήταν και ο Γιώργος Νταλάρας. Ευχαριστίες στον Ζαχαρία Καρούνη που μου έκλεισε το ραντεβού μαζί της.