Από το διαδίκτυο ενημερώνομαι για τον θάνατο του σκηνοθέτη Νίκου Παπατάκη στο Παρίσι, σε ηλικία 92 ετών. Υπήρξε από τους αγαπημένους μου Έλληνες σκηνοθέτες της διασποράς και νομίζω ότι τον έχω- που λένε- ως προσωπικότητα. Μάλιστα, μια συζήτηση που είχαμε πριν μερικά χρόνια στο σπίτι του συνεργάτη μου, οπερατέρ Δημήτρη Θεοδωρόπουλου, με τον συγγραφέα Πάνο Κουτρουμπούση για την περίπτωση του Παπατάκη, έγινε αφορμή να ξεκοκαλίσω την ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία του με τίτλο Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην απόγνωση. Μια βιογραφία που θα έπρεπε νά 'χουν διαβάσει όλοι οι του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ σε διαδικτυακά και μη έντυπα, ώστε να μη γράφουν τη σήμερον ημέρα απίστευτες ανακρίβειες. Ξεκινάμε, λοιπόν: ο Παπατάκης μπορεί να έφυγε το 1936 από την Ελλάδα, ο ίδιος λέει όμως ότι μέσα στον πόλεμο εργαζόταν ως γκρουμ του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια. Εκεί όπου γνώρισε έναν Γερμανό γλύπτη, έγιναν εραστές και έτσι τού ανοίχτηκε ο δρόμος για τη μεγάλη ζωή στο Παρίσι παρέα με την αφρόκρεμα των διανοουμένων της εποχής. Παμ' παρακάτω: ο Παπατάκης, λέει, υπήρξε ζευγάρι με τη Nico, τη μούσα του Άντι Γουόρχολ και τραγουδίστρια των θρυλικών Velvet Underground. Τη γνώρισε, διαβάζω, στη Νέα Υόρκη του 1950! Η αλήθεια είναι διαφορετική, πολύ όμως! Τι δουλειά είχε, κατ' αρχάς, η Nico στη Νέα Υόρκη πριν τα μέσα του 1960, αφού μια δεκαετία πίσω έχτιζε καριέρα φωτομοντέλου και ηθοποιού στην Ευρώπη (Φελίνι, Dolce Vita κλπ.);
Κυρίως, όμως, αν και ο Παπατάκης στη βιογραφία του αναφέρει εκείνον τον Γερμανό γλύπτη- μέντορα του ως μοναδική ομοφυλοφιλική του σχέση, ένα παλιό αφιέρωμα στο περιοδικό ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ της Καθημερινής τον διαψεύδει! Συγκεκριμένα, το αφιέρωμα του περιοδικού αναφέρεται σε έναν άλλο Γερμανό, φωτογράφο αυτή τη φορά, ο οποίος συνήθιζε να φωτογραφίζει τις συμπατριώτισσες του Nico και Amanda Lear στη δεκαετία του 1950 ως έφηβα μοντέλα. Αυτός, λοιπόν, υπήρξε ζευγάρι με τον Παπατάκη κι όταν αργότερα ερωτεύθηκε σφόδρα την πανέμορφη Nico, της ζήτησε να την αποκαλεί με το ελληνικό όνομα του τέως συντρόφου του. Τώρα, για το αν στη συνέχεια τα έφτιαξε και ο ίδιος ο Παπατάκης με τη...συνονόματη του, Nico, θα σας γελάσω. Το όλο θέμα μού θύμισε πριν πολλά- πολλά χρόνια ένα άλλο απερίγραπτο άρθρο Έλληνα κριτικού κινηματογράφου που μας έδινε μια πρόγευση από την ταινία του Όλιβερ Στόουν για τους Doors. Τι είχε γράψει ο άνθρωπος τότε; Το ΄91 νομίζω ήτανε...Ο Στόουν, λέει, μας αποκαλύπτει ότι ο Τζιμ Μόρισον ήταν ομοφυλόφιλος, αφού δείχνει στην ταινία του μία σκηνή πεολειχίας μεταξύ του αρχηγού των Doors και κάποιου...Νίκου! Γελάστε μαζί μας! Ναι, μωρέ, τι Nico, τι Νικολάκης απ' τη Δραπετσώνα! Μ' αυτό όμως που ξεράθηκα στο γέλιο, παρ' όλο που είχα μια πολύ δύσκολη μέρα, ήταν ότι τη φωτογραφία της μικρού μήκους ταινίας που έκανε το 1950 ο Παπατάκης με τον Ζαν Ζενέ, υπέγραφε ο Ζαν Κοκτώ! Φυσικά, πρόκειται για τον Γάλλο οπερατέρ Ζακ Νατώ, συνεργάτη επίσης του Ζυλ Ντασέν, ο οποίος ουδεμία σχέση είχε με τον Ζαν Κοκτώ. Δε διάβασα άλλα στο internet για τον θάνατο του σημαντικού Νίκου Παπατάκη, αφενός γιατί βαρέθηκα και αφετέρου γιατί θά 'βρισκα κι άλλα μαργαριτάρια. Προτιμώ να φέρνω στη θύμηση μου τους ασπρόμαυρους μπουνιουελικούς Βοσκούς της συμφοράς, την υπέροχη Φωτογραφία, ακόμη και τον αριστουργηματικό Ισορροπιστή του με τον Μισέλ Πικολί. Αιωνία του η μνήμη, έφυγε ένας μεγάλος Έλληνας του διεθνούς κινηματογραφικού στερεώματος. 
Έσκυψα, τα παραμέρισα, είδα αυτό που ήθελα, το διάβασα και το εθνικό μου φρόνημα τονώθηκε πρόσκαιρα, δε μπορώ να πω. Αυτά που δεν διάβασα και μάλλον κακώς που δεν βούτηξα κανένα ήταν τα αμέτρητα χαρτιά με ποιήματα και μηνύματα στα αγγλικά, καθώς και πρόχειρα σκίτσα. Μπόρεσα παρ' όλα αυτά να διακρίνω αλλού I love you, Jim και αλλού Long live Jim, σημάδια της λατρείας σ' έναν απέθαντο μύθο της γενιάς των λουλουδιών. Τα λίγα λεπτά που στάθηκα πάνω από τον τάφο του Jim Morrison πέρασε καλειδοσκοπικά από τα μάτια μου όλο το εφηβικό μου rock πάθος. Θυμήθηκα τον Κ. από τη σχολή κιν/φου, ψυχασθενή με ιατρική γνωμάτευση, που λάτρευε τους Doors και γινόταν σωστός βάρβαρος με την εμπορευματοποίηση τους. Για εκείνη τη βιογραφική ταινία του Oliver Stone, λοιπόν, την είχε πληρώσει η Α. η Κερκυραία που σήμερα αν δεν κάνω λάθος εργάζεται στο σινεμά ως μακιγιέζ. Μια μέρα την πιάσαμε να γράφει Jim Morrison και Doors με καρδούλες στο σημειωματάριο της, λες κι ήταν δεκατριών ετών. Κοίταξε τη βλαχάρα, φώναξε δυνατά ο Κ. μεσ' στην αίθουσα, που μας ήρθε απ' την Κέρκυρα χωρίς νά 'χει φάει ένα τριπάκι στη ζωή της και μού θέλει και Doors! Κανείς μας βέβαια δεν ξαφνιάστηκε με τη βίαιη προσβλητική αντίδραση του Κ., αφού γνωρίζαμε την έφεση του, τόσο στους Doors, όσο και στις παντός είδους καταχρήσεις. Μόνο ο Π., άλλος τρελάρας, τού την έλεγε, κατηγορώντας τον ανοιχτά πως όλη του η παιδεία ξεκινάει από τους Doors και καταλήγει στους Eloy! Ήταν η ίδια περίοδος που από τον Morrison, τις πρωτόλειες κινηματογραφικές του απόπειρες και την ποίηση του, φτάσαμε και στον δικό μας Ηράκλειτο. Δεν αργήσαμε να αντιληφθούμε πως το Break on through (to the other side) δεν ήταν απλά ένα χιτάκι προς κατανάλωση και πως οι στίχοι του είχαν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.
Από τους Doors συμπάθησα και τα ναρκωτικά! Ποτέ δεν με ήλκυαν ως status- να το πούμε- της rock έκφρασης, σεβόμουν και πολύ μάλιστα, όμως, αυτό το mind expansion που είχαν προσφέρει σε αρκετούς καλλιτέχνες των 60s: ποιητές, ζωγράφους, κιν/φιστές, μουσικούς, μεταξύ αυτών και ο Morrison. Έπειτα ήταν κι η ίδια η μουσική των Doors που δεν μπορούσες να την χαρακτηρίσεις pop ή χίπικη, όπως συνέβαινε με άλλους ομότεχνους τους της ίδιας εποχής, από τους Beatles και τους Stones μέχρι τους Love και τους Iron Butterfly. Ένα κράμα από ηλεκτρικά blues, τσιτωμένες καντάτες του Bach, αφρικανικές τελετουργίες, αποψάτη ψυχεδέλεια, μπρεχτικό καμπαρέ και βέβαια με την ποίηση του Morrison στο επίκεντρο. 'Ολα αυτά σκεφτόμουν και δεν είχα πάρει είδηση μία τύπισσα γύρω στα πενήντα, σωστή χιπομάνα, σαν αυτές που πουλάνε χαϊμαλιά στο Μοναστηράκι ακόμη και σήμερα, η οποία είχε πέσει σχεδόν μέσα στον τάφο και κάτι μονολογούσε παραληρητικά. Τριπαρισμένη θά 'ναι! σχολιάσαμε με τους φίλους μου και μας έπιασαν τα γέλια. Η τύπισσα γύρισε, μας κοίταξε έναν προς έναν κι όταν έφτασε σε μένα μού είπε σε έντονο ύφος: Κατά τον δαίμονα εαυτού...Ωραία, τι να κάνω εγώ τώρα; της απάντησα όλο αμηχανία στη γλώσσα μου, παρασυρμένος κι από τα δικά της σωστά ελληνικά. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η συνέχεια της γνωριμίας μας πάνω από τον τάφο του Morrison, η κυρία ήταν όντως πρώην χίπισσα, Αγγλίδα, που από το ΄70 και μετά μοίραζε τον χρόνο της μεταξύ Λονδίνου, Μυτιλήνης και Κρήτης, εξ ου και τα άπταιστα ελληνικά της. Μένω μόνο στο σουρεάλ του αποχαιρετισμού μας. Πάρε αυτό! μου είπε και ανοίγοντας τον πολύχρωμο ινδικό σάκο της μού έδωσε ένα μεγάλο...καλαμπόκι. Χωρίς να πεί τίποτα άλλο χάθηκε μέσα στο αχανές νεκροταφείο. Μην κάνεις τη μαλακία και το φας, με συμβούλευαν οι φίλοι, αυτή η θεόμουρλη θα τό 'χει ποτίσει με LSD. Είδα και τις δικές σας τις φόλες που σας σερβίρουν, απάντησα σχεδόν θιγμένος από την προσβολή που υπέστη το ψυχεδελικό καλαμπόκι- δώρο μου! Άντε γειά σου, Δημητράκη, που αξιώθηκα νά 'ρθω και στον τάφο σου, μονολόγησα, πήρα τον Daniel και τον Seb και βγήκαμε από το κοιμητήριο. Είχε πιάσει ψύχρα. Φόρεσα γρήγορα ένα φούτερ που είχα στο ταγάρι, κάθισα σε μια γωνιά και καταβρόχθισα μετά μανίας το καλαμπόκι! Το μόνο που θυμάμαι ύστερα ήταν το καροτσάκι του μωρού που κλέψαμε από το μετρό, όση ώρα η Γαλλίδα μαμά μιλούσε σε τηλεφωνικό θάλαμο με το μωρό αγκαλιά, τους ξένους φίλους μου να σέρνονται από τα γέλια, εμένα να τραγουδάω Μάρκο Βαμβακάρη και μια φωνή να μου φωνάζει απ' την απέναντι αποβάθρα Γειά σου, ρε μεγάλε! Τελικά, μάλλον το καλαμπόκι εκείνο, LSD μπορεί να μην περιείχε, κάτι όμως τό 'χε σίγουρα ποτίσει η Αγγλίδα χίπισσα. 