Αρκετά χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε ένας άλλος δίσκος που μπορεί να μην είχε καμία σχέση με ροκ και ηλεκτρικό ήχο, σίγουρα όμως άλλαξε το τοπίο του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα. Αναφέρομαι στην «Εκδίκηση της γυφτιάς» των Νίκου Ξυδάκη - Μανώλη Ρασούλη από το 1978 με βασικό ερμηνευτή τον Νίκο Παπάζογλου, γνωστό στους ροκ κύκλους της Θεσσαλονίκης. «Chunga' s revenge» ονομαζόταν το άλμπουμ του Frank Zappa, «Η εκδίκηση της γυφτιάς» βαφτίστηκε το άλμπουμ με τον Παπάζογλου: Η λέξη «Chunga» δεν μεταφράζεται ακριβώς ως «Γυφτιά» στα ελληνικά, αλλά στο πλαίσιο της ισπανικής αργκό επιδέχεται πολλές ερμηνείες με ορισμένες απ' αυτές να σημαίνουν o «κακός», ο «χάλιας» κλπ. Στο ένα εξώφυλλο ακόμη εικονιζόταν ο Frank Zappa σε μία στιγμή έντασης, από κάποιο live προφανώς, ενώ στο άλλο ο ερμηνευτής Νίκος Παπάζογλου σε μία μάλλον χαλαρή στιγμή. Και φτάνω τώρα στον Διονύση Σαββόπουλο, ο οποίος υπήρξε παραγωγός του δίσκου των Ξυδάκη - Ρασούλη. Ο ίδιος μου είχε πει το 2005, στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ», πώς ακριβώς την ίδια περίοδο με τον Πουλικάκο και τον Σιδηρόπουλο, δηλαδή το 1970 - 71, άκουγε πολύ τον Frank Zappa ταυτόχρονα με τον Bob Dylan και τους άλλους τροβαδούρους. Το «Chunga' s revenge» ήταν αγαπημένος δίσκος του, επομένως θέλησε ούτε μία δεκαετία μετά να κλείσει το μάτι στο έργο αυτό μέσω ενός άλλου έργου με τη δική του σφραγίδα. Ένα πραγματικά πολύ ωραίο κλικ του ματιού του Σαββόπουλου στον Zappa, ένα από τα μουσικά του ινδάλματα όταν διένυε την ροκ περίοδο του.
ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΦΛΕΡΥΣ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ, ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΤΕΠΕΣ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΤΗ FATA MORGANA, ΤΟΥΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΥΣ, ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ MAYA DEREN, ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ WOODSTOCK, ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ
Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025
Frank Zappa - Νίκος Παπάζογλου: 1 - 1
Παρασκευή 25 Ιουλίου 2025
Θέκλα Τσελεπή: «Η ηρωίνη ήταν εκείνη που μου πάτησε κάτω τον εγωισμό μου, κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να το κάνει»
Δεν υπάρχει
περίπτωση να μην γνωρίζεις τη Θέκλα Τσελεπή αν η ζωή σου είναι ταυτισμένη με
την ομορφιά σε μικρές καθημερινές δόσεις, είτε αυτές έχουν να κάνουν με τη
ραδιοφωνική ακρόαση, είτε με τη μουσική, είτε και με τη συμμετοχή σε μία δράση αλληλεγγύης και διαμαρτυρίας.
Ζωή όχι εύκολη,
για τον μέσο όρο τουλάχιστον: Είκοσι χρόνια πάλη με την ηρωίνη, δύο φορές
φυλακή – ζωή, εν ολίγοις, σμιλεμένη από τον πόνο του κόσμου όλου. Κι απ’ την
άλλη, μια ζωή, απ’ την οποία η ίδια δεν πετάει τίποτα. Ίσως γιατί η Θέκλα
Τσελεπή είναι ένα ζωντανό κράμα συσσωρευμένων εμπειριών, συναισθημάτων, γνώσης
και μνήμης, που γνωρίζει σε βάθος πώς το καθετί στον κόσμο αυτό δεν γίνεται
τυχαία.
Τη συνάντησα στην
πλατεία Βικτωρίας παρόλο που αφορμή για την κουβέντα μας ήταν μια άλλη πλατεία,
αυτή των Εξαρχείων. Εκεί που από την Πέμπτη 29 Αυγούστου μέχρι την Κυριακή 1
Σεπτεμβρίου του 2019 τα φώτα της πλατείας άναψαν «κόντρα στα σκοτάδια των καιρών μας»
και ο κόσμος μπόρεσε να ακούσει μουσική από πολλούς καλλιτέχνες και να
αγοράσει βιβλία από ανεξάρτητους εκδοτικούς οίκους. Γι’ αυτά τα σκοτάδια των
καιρών, σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο, συνομίλησα με τη Θέκλα Τσελεπή.
Εκ των υστέρων, την ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη και την εξομολογητική της
διάθεση:
Ναι, αυτή ήταν η
πρώτη καταγεγραμμένη εμπλοκή μου στη δισκογραφία και η πρώτη δημόσια
«καταγραφή» μου, αν και είχε προηγηθεί η ταινία «Σουβλίστε τους» του Νίκου
Ζερβού, όπως και ο «Δράκουλας των Εξαρχείων». Στο «Σουβλίστε τους» συμμετείχα
και στη συγγραφή του σεναρίου μαζί με τον Κωνσταντίνο Χρηστίδη, τον Δημήτρη τον
Πουλικάκο και τον Ζερβό.
Πως καταφέρατε να
συνεννοηθείτε όλοι αυτοί;
Δεν
συνεννοηθήκαμε, αλλά καμιά φορά τα πράγματα γίνονται μεσ’ στην ασυνεννοησία.
Μπορεί να συμβεί κι αυτό, έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα. Μετά, στον
«Δράκουλα των Εξαρχείων», συμμετείχα και ως ηθοποιός δίπλα στον Πανούση, τον
Κωνσταντίνο Τζούμα, τον Πουλικάκο. Εκεί καταγράφηκε για πρώτη φορά και η
διασκευή του Πουλικάκου στο «Υπάρχω» του Καζαντζίδη. Μιλάω για καταγραφή, αφού
η πρώτη παρουσίαση είχε γίνει στου «Crazy Love στου Ζωγράφου» το
’79.
Σε μικρή ηλικία
όλα αυτά.
Δεν ήμουν τόσο
μικρή, μικροέδειχνα…Πότε έγινε το «Zorba the Freak»;
Το ’84.
Ήμουν 24 ετών,
δεν θα με έλεγες και μικρή. Είμαι γεννημένη το ’60.
Ε, και 24 ετών,
κορίτσι λέγεσαι.
Μπα, εγώ ήμουν
στα κλαμπ και στους δρόμους από 14 – 15 χρονών. Δηλαδή, σήμερα πιθανότατα να
είχαν φωνάξει κάποια κοινωνική υπηρεσία του δήμου να μαζέψει τους γονείς μου
που διέφυγα της προσοχής των! Ήταν μια εποχή ασφαλώς συντηρητική, αλλά υπήρχε η
άγνοια υπό την έννοια ότι δεν είχαμε τα ΜΜΕ που τα διογκώνουν όλα και δίνουν
έτοιμες εικόνες της παραβατικότητας και των παραβατικών συμπεριφορών. Ξέρεις,
σε σημείο να παρανοεί ο γονιός: «Το παιδί μου ξύπνησε μια ώρα πιο αργά, μήπως
παίρνει ναρκωτικά;» ή «Την κοπανάει απ’ το σχολείο, μήπως έχει μπλέξει άσχημα;»
και τέτοια «ωραία» πράγματα.
Αυτή η τάση
φυγής…
(με διακόπτει)
Αναζήτησης θα τό’λεγα…
Έστω, αυτή η τάση
αναζήτησης πως προέκυψε;
Σάμπως ξέρω κι
εγώ; Μεγάλωσα σε μια μόνιμη ανατροπή. Θα σου πω ότι στο δημοτικό σχολείο που
πήγαινα, ήμουν στην τάξη μου το μόνο παιδί χωρισμένων γονιών. Ήμουν το μόνο
παιδί που στις σχολικές γιορτές ερχόταν ο μπαμπάς μου. Δεν υπήρχε μαμά,
μεγάλωσα με νταντάδες. Αυτή ήταν η πρώτη ανατροπή. Η δεύτερη ήταν στην εφηβεία,
όταν μια μέρα μέσα στο σχολικό βλέπω στις εφημερίδες, τις κρεμασμένες στα
περίπτερα, τον μπαμπά μου σε μία φωτογραφία! Είπα μέσα μου: «Λες νά’ναι ο
μπαμπάς μου στα μπουζούκια;», γιατί ήταν και μεγάλος γλεντζές. Δεν έδωσα
σημασία, πιτσιρικάκι ήμουν, αλλά με το που μπαίνω σπίτι, διαπιστώνω μια
αναταραχή. Είχαν συλλάβει τον μπαμπά μου, διότι συμμετείχε σε ένα οικονομικό
σκάνδαλο της εποχής. Για δεύτερη φορά, λοιπόν, ανατράπηκε το σκηνικό της ζωής
μου.
Ναι, ωστόσο είχε
έρθει λίγο πριν και η μαμά μου με τον αδερφό μου που ζούσαν στο εξωτερικό.
Φεύγω από τον μπαμπά και πηγαίνω να μείνω με τη μαμά. Εκεί το περιβάλλον ήταν
τελείως διαφορετικό: Ο αδερφός μου, οχτώ χρόνια μεγαλύτερος μου, με τον οποίο
υπήρχε και υπάρχει πάντα λατρεία, παρότι είχαμε χωριστεί για πολύ, είχε ένα
μαλλί μέχρι τη μέση. Χαϊμαλιά, παντελόνια καμπάνες, επί χούντας λέμε τώρα. Η δε
μαμά με μίνι φούστα και μπότα κόκκινη μέχρι το γόνατο, μια άλλη κατάσταση! Λέω:
«Όπα, εδώ είμαστε»! Αρχίζει και με παίρνει ο αδερφός μου απ’ το χεράκι στα 11 –
12 μου και γνωρίζω όλα τα κλαμπ της εποχής. Να σου πω, όμως, ότι κι από πριν
ήμουν πολύ μεσ’ στη μουσική και το θέατρο. Η νταντά, η οποία με μεγάλωσε, ήταν
λάτρης του θεάτρου και με πήγαινε μια φορά τη βδομάδα οπωσδήποτε. Τους είδα
όλους μικρή: Λαμπέτη, Χορν, Μερκούρη. Ο δε μπαμπάς πήγαινε μία στο τόσο στο
δισκοπωλείο της γειτονιάς και μου έπαιρνε δισκάκια 45άρια με όλες τις νέες
κυκλοφορίες, από Chuck Berry μέχρι Al Bano και Romina Power.
Επομένως, αυτές
οι αναζητήσεις σου άρχισαν απ’ τη στιγμή που επανεμφανίστηκαν η μάνα σου κι ο
αδερφός σου.
Όχι, από πριν,
αυτό είναι κάτι που γεννιέται μάλλον μαζί με τον άνθρωπο. Ήμουν ένα παιδάκι με
πολλές παρέες, αλλά μοναχικό κατά βάθος. Η μεγαλύτερη χαρά μου ήτανε ν’ ακούω
δισκάκια και να χαζεύω από το παράθυρο του σπιτιού μας, στον 4ο όροφο, δίπλα στην πλατεία Αμερικής. Να σκέφτομαι, να
φαντάζομαι ιστορίες…Ζω λοιπόν σ’ ένα σπίτι που ολημερίς ακούμε Animals, Janis Joplin, Jimi Hendrix, Led Zeppelin, τα γνωστά της εποχής. Στην παρέα μας
βρίσκομαι με παιδιά πολιτικοποιημένα, παρότι υπήρχε χούντα. Όχι αναρχικούς,
αλλά παιδιά οργανωμένα στον Ρήγα Φερραίο και σ’ άλλες οργανώσεις. Στη
Μεταπολίτευση, χώθηκα κι εγώ σ’ όλα αυτά.
Πέρασες ποτέ από
την ΚΝΕ;
Ποτέ! (με έμφαση)
Πέρασα, όμως, από το μαθητικό του ΕΚΚΕ και μετά ξεχύθηκα σε πιο ελευθεριακούς
και αστέγαστους ευρυ-χώρους. Μαζί με τα διαβάσματα των πολιτικών και κλασικών
βιβλίων, κυλούσε και το ποτάμι του rock’ n’ roll, το οποίο άσκησε μεγάλη γοητεία σε μένα.
Ήσουν απ’ τα
τυχερά παιδιά, διότι το rock’
n’ roll το σνόμπαραν οι πολιτικοποιημένοι νεολαίοι.
Υπήρχε αυτό, ναι.
Δεν το σνόμπαραν απλά, το ΚΚΕ και όχι μόνο, το βρίζανε! Το αντιμετώπιζαν με
φόβο, γιατί ο καθένας μπορούσε να διακρίνει ότι το rock’ n’ roll φέρει μέσα του μία
μεγάλη ανατροπή και μια βαθιά αμφισβήτηση. Σου λέει: «Άμα μπλέξουν αυτοί εκεί
μέσα, άντε μετά να τους μαζέψεις». Ήταν και η ταμπέλα του αμερικανόφερτου,
ξέρεις, οι Αμερικανοί ήταν τότε οι φονιάδες των λαών, που ήταν δηλαδή, αλλά δε
μπορεί να γίνει αυτό μια κουβέρτα που θα καλύψει τα πάντα. Απ’ την Αμερική, ως
γνωστόν, βγήκαν και σπουδαία πράγματα, όχι μόνο στη μουσική, στη λογοτεχνία και
στο σινεμά, αλλά και στα κινηματικά! Τι να πούμε, για τους Μαύρους Πάνθηρες;
Για το αντιπολεμικό κίνημα; Για τα κινήματα σεξουαλικής απελευθέρωσης; Για
φεμινισμό; Απλώς αυτά τα κρύβανε!
Να φανταστώ ότι
μ’ αυτόν τον τρόπο ζωής θα’χες γνωρίσει κι ένα σωρό σημαντικά πρόσωπα.
Ο αδερφός μου
υπήρξε και συγκροτηματίας εκείνη την εποχή. Τους ήξερε όλους! Έτσι κι εγώ
γνώρισα τον Άγγελο Μαστοράκη, που τον ήξερα απ’ όταν ήμουν 12 χρονών, αλλά και
πολλούς μουσικούς, διανοούμενους, καλλιτέχνες. Τον Πουλικάκο τον άκουγα από
τότε που πήγαινε και τον άκουγε ο αδερφός μου, στο «Cin – Cin», στο «Κύτταρο», μέσα προς τέλη του ’70. Στη συναυλία του «Crazy Love στου Ζωγράφου» είχα πάει μάλιστα με το αγόρι μου! Μεγάλη ήμουν, 19 ετών
γαϊδάρα! Να πω εδώ ότι στα 15 μου είχα σπίτι δικό μου. Ζούσαμε μαζί με το αγόρι
μου και μάλιστα είχαμε τέτοιο θράσος που είχαμε ανοίξει βιβλιοπωλείο. Το
«σήκωνε» και η εποχή, βέβαια. Πουλάγαμε πολιτικά βιβλία και βιβλία τέχνης.
Εκείνος ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος μου, τελειώναμε κι οι δυο το σχολείο και
βιοποριζόμασταν φτιάχνοντας στο σπίτι μικροαντικείμενα και κοσμήματα. Μπορούσες
τότε να ζήσεις απ’ αυτά. Ήταν μια εποχή που δεν είχε κορεστεί η αγορά των
χειροτεχνημάτων.
Και πως την
βγάζατε με τα γραφειοκρατικά ενός μαγαζιού;
Δεν υπήρχαν,
αγάπη μου, τα γραφειοκρατικά τότε. Είχαμε βρει έναν άδειο χώρο και τον κάναμε
μαγαζί. Ούτε αποδείξεις, ούτε ταμειακές μηχανές, τίποτα δεν είχαμε, αυτά ήρθαν
μετά. Εμείς ζήσαμε από δίπλα κι είναι κάτι που προσπαθώ ακόμα να κάνω. Δεν θέλω
να συμμετέχω και παλεύω με νύχια και με δόντια χωρίς αυτός ο αγώνας να γίνει
βραχνάς και να μαυρίζει την ψυχή μου: Παλεύω να μείνω έξω απ’ αυτούς τους
μηχανισμούς!
Τό’χεις
καταφέρει;
Σε μεγάλο βαθμό,
ναι. Όταν θα βρεθώ σε μία αδιέξοδη συνάντηση, την οποία δεν μπορώ να αποφύγω,
θα υποχωρήσω. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Για μένα ειν’ αυτό το θέμα, να ζεις τη
ζωή σου όπως τη φαντάζεσαι. Να μη ζεις μια ζωή μίζερη, περιμένοντας την
επανάσταση. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ. Δεν περιμένω από κανέναν την
άδεια για να ζήσω. Με όποιο κόστος…Και όσο αντέχει ο καθένας με τις αξίες του,
τα πιστεύω του και την τρέλα του. Ας μη χρησιμοποιούμε και βαρύγδουπες λέξεις,
γιατί μέσα στη διάχυση της υπερπληροφόρησης, έχουμε σκάσει, έχουμε πήξει από τα
βαρύγδουπα. Λέμε τις λέξεις με τόση σημασία πια που σιχαινόμαστε να τις ακούμε.
Μια αλόγιστη χρήση λέξεων για εγωιστικούς και μόνο λόγους, όπως και
επιδειξιομανίας της ταυτότητας. Λέει ο άλλος: «Εγώ ειμ’ αυτό», άσε μας παιδάκι
μου, το τι είσαι το δείχνει η ζωή σου! Άμα ο καθένας δηλώνει τι είναι, άσ’τα να
πάνε.
![]() |
| Θέκλα Τσελεπή - Δημήτρης Πουλικάκος |
Όλους τους
ξέραμε, όσους ήταν εκεί: Τον Άγγελο Μαστοράκη, τον Γιώργο Κυριακόπουλο που
αμόλησε τα κοτόπουλα στο τραγούδι «Στο σούπερ μάρκετ», τον Παύλο Σιδηρόπουλο,
τη Sigma Fay, τον Λουκά Σιδερά, τη Ράντι Μακ Κίνον – Άντριου,
τον Πολύτιμο, τον Αλαχαδάμη, τον Λογαρίδη, τον Βασίλη Ντάλα, τη Μπέττυ
Λιβανού…Θυμάμαι τον Άσιμο που ήταν στο κοινό και πέταξε ένα μπουκάλι. Το έπιασε
ο Μήτσος, το πέταξε πίσω κι εκεί έληξε το συμβάν. Μετά κάθισε φρόνιμα κι ο
Νικόλας (γέλια). Ήτανε προβοκάτορας αυτό το παιδί, απρόβλεπτο, αλλά ήθελε την
αγάπη του. Τον Πουλικάκο τον ήξερα από πιο πριν, όπως σου είπα, αλλά δεν είχα
καμία πρεμούρα να γνωρίσω κάποιον ιδιαίτερα. Μπορεί να μην κάναμε παρέα, αλλά
τους ανθρώπους αυτούς τους έβλεπα να κινούνται μέσα σ’ ένα χώρο που ήθελα να
κινηθώ κι εγώ.
Απ’ την άλλη, πως
βίωνες το πολιτικό τραγούδι της Μεταπολίτευσης; Έχει σημασία η δική σου
απάντηση σ’ αυτό.
Κοίταξε, εγώ
ένιωσα έναν διχασμό, που ποτέ δεν τον είδα έτσι: Για μένα ήταν κάτι φυσικό για
την πολυδιάστατη φύση του ανθρώπου. Με τη Μεταπολίτευση, δηλαδή, έκλαιγα. Στις
μεγάλες συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη συγκινούμουν κι έκλαιγα, γιατί την είχα
ζήσει τη χούντα. Ήξερα το σκοτάδι της. Τη χρονιά του Πολυτεχνείου ήμουν 13 ετών
κι έχασα τη χρονιά μου
στο σχολείο. Γυρνάγαμε μετά τις συναυλίες του Μίκη στο σπίτι με τα πόδια για να
αποφορτιστούμε και σ’ όλη τη διαδρομή τραγουδάγαμε τα τραγούδια του. Παράλληλα,
όμως, γούσταρα τις ροκιές μου και τους «τεχνητούς παραδείσους», κατάλαβες; Κι
όταν είδα ότι αυτά τα δύο πάλευαν μεταξύ τους, εγώ δε μπορούσα να το καταλάβω.
Το τραγούδι του Θεοδωράκη και του Μαρκόπουλου το είχα χωνεμένο μέσα μου, ενώ,
ας πούμε, το τραγούδι του Χατζιδάκι υπήρχε στο περιβάλλον μου μέσα από τις
ταινίες και τις παραστάσεις. Ο Χατζιδάκις έχει μία άλλη λεπτότητα και μία άλλη
ευγένεια, που πρέπει να πας εσύ σ’ αυτόν. Ο Χατζιδάκις δεν έχει την ορμή να
έρθει να σε αρπάξει αυτός και να σε πάει στα κοινωνικά γεγονότα. Το σώμα μου,
ωστόσο, τον ήξερε τον Χατζιδάκι, ήταν καταγραμμένος μέσα μου, αλλά αργότερα τον
«συνάντησα» και τον προσέγγισα. Είναι διακριτική η φύση της μουσικής του
Χατζιδάκι.
Πιστεύω, πάντως,
πως ο Νίκος Κούνδουρος στο ντοκιμαντέρ «Τραγούδια της Φωτιάς» παρουσίασε μια
φοβερή εικόνα του Θεοδωράκη σε συνάρτηση με τον παλμό του κόσμου.
Δεν με ένοιαξε
ποτέ η εικόνα του Μίκη, εμένα με συνέπαιρνε αυτό ακριβώς, ο παλμός του κόσμου
στις συναυλίες του! Και μια χαριτωμένη ιστορία σου λέω τώρα: Όταν σπούδαζα στη
σχολή Χατζίκου είχα τα μαλλιά μου με πολλά μικρά κοτσιδάκια, τα οποία μετά
έλυνα και γινόμουν στυλ Αναγέννηση! Με είδε ο Κούνδουρος και πιάνει τη μάνα
μου: «Πω, πω, είναι σαν τη Τζοκόντα, τη θέλω να παίξει σε μία ταινία μου»! Μου
το λέει περιχαρής η μάνα μου και κάνω: «Έτσι είστε;» Πάω την άλλη μέρα και κόβω
το μαλλί μου στο μισό εκατοστό.
Γιατί αυτή η
αντίδραση;
Ε, αντίδραση,
παιδί ήμουν, τι να έκανα; Έτσι έζησα τη ζωή μου όλη κι άντεξα κι έφτασα εδώ που
έφτασα: Αντιδρώντας! Ακόμη κι αν δεν ήταν έτσι, ένιωσα πως ο Κούνδουρος πήγαινε
να με βάλει σε ένα καλούπι δικό του και όχι δικό μου.
Κι από τότε,
λοιπόν, έχεις αυτό το κοντοκουρεμένο look;
Ναι. Είχα
βαρεθεί, άκουγα συνέχεια «Είσαι σαν τη Τζοκόντα», ενώ εγώ αισθανόμουν μέσα μου
να βράζω. Ο Πουλικάκος, βέβαια, το έλεγε από τότε: «Μην την κοιτάτε έτσι, είναι
η δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο» (τη στιγμή αυτή, όλως τυχαίως, χτυπάει το
κινητό της Θέκλας Τσελεπή και είναι ο Δημήτρης Πουλικάκος: «Ε, δεν το πιστεύω
όποτε μιλώ για σένα, σαν να μ’ ακούς»…)
Αυτά είναι!
(γέλια) Τι να πω,
ρε παιδί μου, του έχω τέτοιον έρωτα αυτού του ανθρώπου, που’χει ξεπεράσει και
τον έρωτα τον φυσικό!
Ωραία, και πότε
ξεκίνησε αυτός ο έρωτας ακριβώς;
Το 1979 πάω στον
«Σκορπιό» στην Πλάκα να εργαστώ ως βοηθός φροντιστή σκηνής. Ήταν σε μία
παράσταση του Σαββόπουλου.
Για το
«Μετεώρημα» θα λες.
Ναι, ακριβώς.
Ήταν η τελευταία χρονιά που δούλεψε η Πλάκα. Η Μελίνα μετά την έκλεισε και την
έκανε τόπο πολιτισμού (το λέει με ειρωνεία). Εκεί συμμετείχε η Οπισθοδρομική
Κομπανία, με την οποία τραγουδούσα εγώ πριν την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Ήταν ο
Άγγελος Σφακιανάκης, ο Εμμανουήλ και ο Γιάννης Εμμανουηλίδης, ο Κωνσταντίνος
Χρηστίδης κι εγώ. Βαρούσα το ντέφι, έλεγα και κάνα τραγουδάκι, ρεμπέτικο, αλλά
έκανα την πιο σημαντική εργασία: Παίζαμε σε ταβέρνες κι έβγαζα το καπέλο,
μάζευα το χρήμα. Μετά το ρεμπέτικο απλώθηκε, έγινε πιο δημοφιλές και εκείνη τη
χρονιά, το ΄79, μαζί με την Οπισθοδρομική Κομπανία και την Αρβανιτάκη,
συμμετέχει και ο Μήτσος στην παράσταση του Σαββόπουλου. Γνωριζόμαστε και
ερωτευόμαστε! Ο έρωτας όταν σε χτυπάει, δεν ενδιαφέρεται για γνωριμίες, για να
κάτσει να σου πει τη ζωή του ο άλλος. Σε βαράει για τα καλά! Την Πρωτοχρονιά
εκείνη, αμέσως μετά την παράσταση, κλεφτήκαμε! Μπήκαμε σ’ ένα αμάξι και φύγαμε!
Έκτοτε, ζήσαμε μαζί 10 – 11 χρόνια και μετά την είδαμε φίλοι – σύντροφοι! Εκτός
απ’ το παιδί μου δηλαδή, που έχεις εσύ την έννοια του και τη φροντίδα του, ο
Μήτσος είναι ο άνθρωπος μου. Αυτοί είναι οι άνθρωποι μου, δεν έχω άλλους!
Εντάξει, δεν λέω, έχω και το αδερφάκι μου, αλλά αυτός είναι περιπετειώδης
τύπος, ταξιδεύει, σήμερα είναι στην Αφρική, μεθαύριο στη Ρωσία. Κι εγώ για τον
Μητσάκο πέφτω στη φωτιά!
Τη δεκαετία ’80 συμμετείχα στην μπάντα
Αδέσποτα Σκυλιά στα φωνητικά και τα κρουστά, μαζί με Tsiko, Ηλία Τσαγκάρη, Πέτρο Σκούταρη, Σωτήρη Δανό, Τάκη
Κανέλλο, Ανδρέα Μνιέστρη, Ντίνο Αποστόλου, ενώ κατά καιρούς πέρασαν και ο Κλέων Αντωνίου, Χρήστος
Καρακούσης κ.α. Όταν παίζαμε στο Άλσος ερχότανε κι ο Παύλος κι ανέβαινε στη σκηνή παρέα
μας. Σημασία έχει ο τρόπος που γνώρισα τους φίλους του Μήτσου, υπήρχε ένα κλίμα
απλής χαράς, οικειότητας και φιλίας. Συνάντησα τον Πάνο Κουτρουμπούση, όλους
τους γνωστούς σκηνοθέτες εκείνης της εποχής, τη Μαρία Μήτσορα. Συγχώρα μου που
δε μπορώ να αναφερθώ σε ονόματα, αλλά όλα έχουν κατασταλάξει μέσα μου σαν μια
ολόκληρη ατμόσφαιρα. Τον Σιδηρόπουλο, ας πούμε, τον ήξερα γιατί ήταν φίλος με
το αγόρι που είχα πριν τον Μήτσο. Εννοείται πως μείναμε φίλοι με το παιδί αυτό,
γιατί ανέκαθεν πίστευα πως κανείς δε μπορεί να σε ξέρει πιο καλά απ’ ότι ένας
πρώην εραστής. Είναι ωραίο αν υπάρχει η πιθανότητα να διατηρείται φιλία μετά
από μια σχέση. Τον Παύλο, λοιπόν, μαζί με τη μαμά του, την κυρία Τζένη, τους
είχα γνωρίσει για τα καλά στο σπίτι της Δροσοπούλου. Την αδερφή του, τη Μελίνα,
τη γνώρισα πολύ αργότερα.
Και μπαινόβγαινες
στα στούντιο, φυσικά.
Μπαινόβγαινα,
είναι αλήθεια. Σε όλους τους δίσκους που εμπλεκόταν ο Μήτσος ως παραγωγός, όπως
σε εκείνον της Ράντι Μακ Κίνον – Άντριου. Από τότε, μπορούσα να κάθομαι μέσα σ’
ένα στούντιο, ν’ ακούω και να ξανακούω. Μου άρεσαν οι χρόνοι του στούντιο.
Είμαι κι ένα άτομο που ανέκαθεν ήθελε να φροντίζει τα άλλα παιδάκια! Στο «Zorba the Freak» του Παύλου, συνεργάστηκα με τον Χάρη
Χρηστίδη, που έκανε το εξώφυλλο, μαζεύαμε τον κόσμο όλο, επωμίστηκα να είναι οι
μουσικοί στην ώρα τους και να έχουν ότι χρειαζόταν ο καθένας στη διάρκεια των
ηχογραφήσεων. Είναι μια σοβαρή δουλειά κι αυτό, να έχει ο καθένας τα δέοντα για
να αποδώσει τα μέγιστα.
Μεγάλη θητεία,
όμως, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχεις και στο ραδιόφωνο.
Ραδιόφωνο ήδη
έκανα από το 1980. Η πρώτη μου εκπομπή ήταν στο Τέταρτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ.
Λεγόταν «Το πάρτι του Σαββάτου», ήταν δίωρη, 10 με 12 κάθε Σαββατόβραδο κι
έπαιζα χορευτικές ροκιές. Είχα καλεσμένους ενίοτε. Μια εποχή πήρα σβάρνα όλους
τους γνωστούς DJs, θυμάμαι
που είχα φέρει τον Γιώργο Πολυχρονίου μαζί με τη Μάγκυ Χαραλαμπίδου – μόλις
είχαν γνωριστεί. Μετά, προέκυψε το Κανάλι 15, εκεί που ήταν μαζεμένο όλο το
αφάν γκατέ: Δανίκας, Πάσσαρη, Θοδωρής Μανίκας, Μάκης Μηλάτος, Δασκαλόπουλος,
Πουλικάκος. Τότε για να κάνεις εκπομπή στο ραδιόφωνο, έπρεπε να πληροίς δύο
προϋποθέσεις: Η μία ήταν να μπορείς να μιλάς την ελληνική και η δεύτερη να
έχεις δισκοθήκη. Δεν είχαμε τότε YouTube, στικάκια, «κατεβάσματα», έπρεπε να παίρνεις παραμάσχαλα τα βινύλια.
Μίλαγα λοιπόν καλά ελληνικά, ήξερα από μουσική, τό’χα, το γνώριζα το
αντικείμενο. Στα τέλη ’80 – αρχές ’90 πέρασα από τον FLASH 9.61, τον 902 και τον ROCK FM, όπου έμεινα για μία δεκαετία, ίσως και παραπάνω. Εκτός απ’ τα ραδιόφωνα,
δούλευα και στη νύχτα ως DJ,
τότε που σε όλη την Αθήνα υπήρχαν τρεις – τέσσερις DJs. Ποιος να είχε στις αρχές του ’80 τόσους δίσκους
ώστε να παίζει κάθε βράδυ;
Το DJ-λίκι έχει λεφτά καλά μέχρι τις μέρες μας.
Ασφαλώς. Ζούσα
άνετα. Δεν ήμουν πλούσια, αλλά ζούσα καλά.
Και η μία δουλειά
έφερνε την άλλη, έχοντας «φτιάξει» όνομα.
Αυτό είναι
αλήθεια, η μία δουλειά έφερνε την άλλη! Σήμερα πατάμε σε καμμένο χωράφι…
Έχεις μιλήσει
αρκετά δημοσίως για την ηρωίνη.
(γέλια) Ναι, αν
και κανονικά, για το σεξ και τα ναρκωτικά δεν μ’ αρέσει να μιλάω, μ’ αρέσει
μόνο να τα κάνω! Αλλά τι να κάνουμε τώρα; Αφού μπλέξαμε με σένα, Μποσκοΐτη, θα
σου μιλήσουμε και γι’ αυτό. Δεν έχω να κρύψω τίποτα, απ’ τη στιγμή που για σένα
ξέρει η ΓΑΔΑ, το να φοβηθείς να ξαναμιλήσεις σε μία συνέντευξη, είναι γελοίο!
Σίγουρα δεν θα
υπήρχε φοβία στο θέμα αυτό από μικρή ηλικία.
Όχι, τι φοβία να
έχω; Λέει ο Ζαν Κοκτώ σ’ αυτό το πολύ ωραίο βιβλίο του, τα «Ημερολόγια μιας αποτοξίνωσης»: «Το όπιο πρέπει να το
αντιμετωπίζεις όπως τα άγρια ζώα. Χωρίς φόβο, ο φόβος τρώει τον άνθρωπο»…Από
κει και πέρα, παίζουν πολλά πράγματα ρόλο, όπως τα απρόβλεπτα γεγονότα.
Τι θα σου κάτσει,
ας πούμε;
Ναι, βέβαια, τι
θα σου κάτσει…Και πόσο θ’ αντέξεις. Κανείς δεν το υπολογίζει, όλοι ξεκινάνε τα
ναρκωτικά για ν’ αντέξουν. Άλλωστε, το πιστεύω κι εγώ: Δεν πήρα ναρκωτικά για
να πεθάνω, σε καμία περίπτωση. Πήρα ναρκωτικά για ν’ αντέξω τη ζωή μου ή, αν
θες, για να τη δω κάπως διαφορετικά. Μήπως καταφέρω να δω αν υπάρχει κάτι άλλο
πίσω απ’ την εικόνα που μου δίνεται έτοιμη…
Οξύμωρο, αφού
τόση ώρα μου περιγράφεις τη ζωή που επιθυμούσες ανέκαθεν.
Ποτέ κανείς δεν
κάνει τη ζωή που επιθυμεί.
Με την έννοια του
ανικανοποίητου;
Πάντα υπάρχει
κάτι το άπιαστο, εννοώ.
Που μήπως έχει να
κάνει και με το σύνολο;
Ασφαλώς,
εννοείται. Δεν ζούμε σε δοκιμαστικό σωλήνα, επηρεαζόμαστε και επηρεάζουμε ανά
πάσα στιγμή. Πως να χωνέψεις αυτή την αντίφαση; Έχεις ένα πλάσμα, τον άνθρωπο,
που καλείται να χτίσει έναν κόσμο, ενώ γνωρίζει πως θα πεθάνει. Πως να
συμφιλιωθείς με το ότι οι άνθρωποι μπορούν να αγκαλιάσουν το σύμπαν και ζουν
πατώντας τον διπλανό τους;
![]() |
| Η Θέκλα Τσελεπή βαδίζοντας στην 3ης Σεπτεμβρίου (φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης) |
Α, πολλά…Ξεκίνησα
να φλερτάρω, δηλαδή να πίνω μια εδώ, μια εκεί, από τις αρχές του ’80. Από τα
μέσα του ’80 και μετά έγινα συστηματική χρήστρια. Ε, βάλε μια εικοσαετία
περίπου.
Μια εικοσαετία
που θα έβλεπες τον Χάρο
με τα μάτια σου.
Ο Χάρος δεν είναι
το τρομακτικότερο που θα συναντήσεις όταν είσαι μέσα στην ηρωίνη. Το τρομακτικό
είναι η στέρηση και το αδιέξοδο, όταν πια αποφασίσεις ότι θέλεις να
«καθαρίσεις» και δεν έχεις τρόπο. Ζούμε σε μία χώρα πρωτόγονη, συντηρητική,
φοβική και σοβαροφανή, που όλοι ξέρουν και παριστάνουν ότι δεν ξέρουν…Εκεί
είναι ο τρόμος. Τον Χάρο πως να τον φοβηθείς; Όταν θα έρθει, δεν θα έχεις τις
αισθήσεις σου, δεν θα φοβηθείς καθόλου.
Σχηματικά το
είπα…
Κατάλαβα, αλλά
θέλω να σου πω ότι και η ηρωίνη έχει μία συγκεκριμένη πορεία. Με πόσα λεφτά
δηλαδή θα την ταΐσεις; Πόσο θα κρατηθείς σ’ αυτή τη λεπτή ισορροπία που να
μπορείς να πίνεις και ν’ανταπεξέρχεσαι στις δουλειές σου ή να κρατάς το σπίτι
σου; Κάποια στιγμή, επειδή η ηρωίνη ακριβώς είναι παράνομη, έρχεται και φέρνει
τούμπα όλα τα άλλα. Ο χρόνος που θα πρέπει να αφιερώνεις μαζί με το χρήμα και
τους σκοτεινούς δρόμους, που θα περπατήσεις για να βρεις το φάρμακο σου,
υποσκελίζουν όλα τα άλλα. Καταντάς να δουλεύεις μόνο για να πίνεις και όλα τ’
άλλα τα κάνεις διεκπεραιωτικά. Άμα χαθεί η χαρά, τότε είναι που λες: «Μάγκα
μου, τι κάνω εγώ εδώ τώρα; Ταΐζω την αρρώστια μου;» Και, ok, λες θέλω να σταματήσω! Πως σταματάς;
Έχεις το ΚΕΘΕΑ που σου λέει «Έλα εδώ, κλείσου μέσα ένα χρόνο, φόρα και μια
ταμπέλα που να λέει ποιος είσαι και τι κάνει, μάθε τα όλα απ’ την αρχή και
αποκήρυξε το παρελθόν σου και το σατανά» κι απ’ την άλλη έχεις τον ΟΚΑΝΑ που
σου λέει: «Γράψου και θα σε καλέσουμε» και περνάνε τρία – τέσσερα χρόνια κι αν
ζήσεις…Απελπισία δηλαδή…
Υπάρχει αυτό που
λέμε ψυχική ανάταση για κάθε άνθρωπο που «καθαρίζει» οριστικά;
Καμία, έτσι όπως
το λες, μ’ αυτή την έμφαση. Ήταν κάτι που το ήθελα, το είχα ανάγκη. Είχε
τελειώσει το έργο για μένα, το είχα δει κι ήθελα να πάω παρακάτω. Αυτό ζει μέσα
μου, δεν εξαφανίστηκε μαζί με τα συναισθήματα, τα βιώματα, τις εικόνες, τις
μυρωδιές…Μπορεί ένα γεγονός να ανακαλέσει τα πάντα κι εγώ αυτά τα χρόνια δεν τα
πολεμάω, τα αγαπάω, γιατί έμαθα πάρα πολλά. Η ηρωίνη ήταν εκείνη που μου πάτησε
κάτω τον εγωισμό μου, κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να το κάνει.
Φοβερό αυτό που
λες, όσο και κατανοητό.
Έκλεισε ο κύκλος,
πληρώθηκε! Σταμάτησα γιατί δεν είχα πλέον καμία επιθυμία. Εγώ, ξέρεις, μέχρι
σήμερα που θα ξυπνήσω το πρωί, δεν είμαι απ’ τους ανθρώπους που θα σηκωθούν με
συναισθήματα χαράς. Ξέρω ότι τη χαρά μέσα στη μέρα θα πρέπει να τη δημιουργήσω
εγώ κι αυτό είναι κουραστικό πράγμα, όταν το συνειδητοποιήσεις.
Και παράλληλα,
εκείνη την περίοδο, ήσουν απίστευτα πολυάσχολη.
Μα, πλάκα κάνεις;
Τρεις – τέσσερις δουλειές την ημέρα έκανα! Υπάρχουν πολλοί μύθοι: Ένας απ’
αυτούς λέει πως το πρεζάκι είναι ένας εξαθλιωμένος που ζει στους δρόμους. Οι
άνθρωποι συνήθως δεν πεθαίνουν από την πρέζα! Πεθαίνουν από την εξαθλίωση, από
τη φτώχεια, τις ανύπαρκτες συνθήκες υγιεινής – δρόμοι που τους οδηγεί η
παρανομία. Μην τρελαθούμε, όλοι έχουμε φίλους πρεζάκια, είτε με την πρέζα, είτε
με την κόκα, είτε με άλλες ουσίες, οι οποίοι όμως έχουν την οικονομική
δυνατότητα και συντηρούν χρόνια ολόκληρα τους εαυτούς τους. Ως επιλογή τους,
φυσικά! Ανοίγεις το facebook
σήμερα και γράφει η άλλη: «Αχ, μου λείπουν τα xanax μου ή τα tavor μου»…Στα δικά μου τα χρόνια, για να έβρισκες
αγχολυτικό ή υπνωτικό ή βαρβιτουρικό, θα έπρεπε είτε να σπάσεις φαρμακείο, είτε
νά’χες κολλητό γιατρό να σ’το γράψει. Κάθε εποχή φτιάχνει τους δαίμονες της και
τα γιατρικά της.
Μην ξεχνάς ότι οι
φαρμακοβιομηχανίες κυβερνάνε τον κόσμο μαζί με τις βιομηχανίες όπλων και τις
τράπεζες. Ασφαλώς υπάρχει η υπερβολική ψυχιατρικοποίηση, που λες. Είναι οι
αμερικανιές που τις καταπίνουν αμάσητα και οι αριστεροί και μετά τους πειράζουν
οι αμερικανιές της έμπνευσης, της ελευθεριακότητας και της δημιουργικότητας.
Δεν τους νοιάζει που όταν ένα παιδάκι στην Αμερική είναι λίγο πιο ζωηρό, το
τρέχουν στο γιατρό και το πλακώνουν στις ριταλίνες. Δεν είμαστε σε καθόλου καλό
δρόμο. Ακόμα και οι ελαφρώς αποκλίνουσες συμπεριφορές από το μοντέλο του ήπιου,
του συνεργάσιμου, του παραγωγικού, του χαρούμενου, του νοικοκύρη πολίτη, έχουν
ταυτοποιηθεί και μπει στο στόχαστρο ως ψυχικές διαταραχές.
Κι ήμουν έτοιμος
να σε ρωτήσω αν κατά τη γνώμη σου έχει προοδεύσει η νεοελληνική κοινωνία απ’ το
’80 και μετά.
Σε τίποτα! Ίσα –
ίσα τότε υπήρχε μια άγνοια της καθολικής εικόνας των πραγμάτων. Σήμερα κάθεται
ο άλλος στο μπαλκόνι του και βλέπει στο απέναντι πεζοδρόμιο δύο παιδιά με
κουκούλες. Θα πιστέψει ότι είναι εκεί για να ληστέψουν το ΑΤΜ – λέμε τώρα,
παράδειγμα. Άσε πλέον και την ηλεκτρονική ρουφιανιά, που πάνε να την περάσουν
ως κοινωνικό ενδιαφέρον και συμμετοχή. Άλλο είναι η συμμετοχή στο κοινωνικό
γίγνεσθαι και άλλο η ρουφιανιά! Ο άνθρωπος πρέπει να μαθαίνει απ’ το
νηπιαγωγείο κάποια βασικά πράγματα: Δε χτυπάμε τα παιδάκια τα άλλα χωρίς λόγο,
μοιραζόμαστε τα πράγματα μας και δεν μαρτυράμε!
Πέραν της
ρουφιανιάς, που σωστά επισημαίνεις, τα social media ήταν μία
επανάσταση.
Μεγάλη κιόλας!
Αυτά τα έχουν πει άνθρωποι στην Αίγυπτο, στη Μεσοποταμία, στην Κίνα και στην
Ελλάδα. Τα πάντα πάνε παρέα με το αντίθετο τους, οι ποιότητες δεν αναπτύσσονται
μονόπαντα, γιατί θα γύρουν, θα βυθιστούν και θα εξαφανιστούν.
Σαν το γιν-γιαν,
δεν υπάρχει πρόοδος χωρίς την καταστροφή.
Αυτό είναι…Η ζωή
είναι μια πάλη σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο.
Ας πάμε τώρα στα
Εξάρχεια.
Άντε να πάμε κι
εκεί.
Τα θεωρείς φυσικό
σου χώρο;
Απόλυτα! Κοίτα,
στο λόφο του Στρέφη είναι και το πατρικό της μάνας μου. Τα Εξάρχεια είναι ένας
οικείος χώρος που έχω ζήσει πολλές περιόδους της ζωής μου.
Και που εν έτει
2019 ελάχιστη σχέση έχουν ακόμη και με τα Εξάρχεια του 2000.
Η ζωή προχωρά. Η
ζωή αλλάζει ακόμη και με τρόπους που μπορεί να μη μας αρέσουν. Τα Εξάρχεια
είναι μια εικόνα κι αυτά, εδώ και χρόνια, που ο καθένας τη χρησιμοποιεί για
τους δικούς του λόγους. Η εξουσία τη χρησιμοποιεί ως φόβητρο και ως πεδίο
πρόκλησης προς άγραν ψηφαλακίων, όπως και τη χρησιμοποιούν και ελευθεριακοί
χώροι για τους δικούς τους λόγους κι αυτοί.
Ο καθένας
οικειοποιείται κάτι.
Ναι, όπως το
είπαμε πριν: Η ζωή είναι ένας αγώνας. Εδώ που καθόμαστε εμείς, αν πάμε
παραδίπλα, θα’ρθει ένας άλλος να μας πάρει τη θέση. Τι θα του πεις; «Συγγνώμη,
εδώ καθόμουν εγώ πριν;» Δεν υπάρχει το πριν! Πρέπει μετά να φτιάξεις μια
καινούργια τοποθέτηση.
Άλλοτε με
δυσαρέσκεια, άλλοτε με κατανόηση. Και περί πρέζας στην πλατεία, ερωτώ: Αφού των
μπάτσων είναι η πρέζα, ως γνωστόν, μπορεί να πάει αυτός με τη στολή να την
πουλήσει; Ποιος θα πλησιάσει; Σου λέει «Μία που θα μου την πουλήσει και μία που
θα μου περάσει τη χειροπέδα». Κάπου πρέπει να τη δίνει κι ο μπάτσος για να
πουλιέται, συμφώνως με την παλιά ιστορική αφίσα «Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη» – με ποια
έννοια, όμως; Εφόσον είναι παράνομο και γίνεται σε τέτοιας έκτασης εμπόριο,
είναι δυνατόν να έχει άγνοια η αστυνομία; Εδώ ολόκληρα πλοία με πρέζα έρχονται
και φεύγουν (γελάει), τι να λέμε τώρα; Το μαύρο χρήμα κρατάει όρθια την
οικονομία, αγαπητέ μου κύριε!
Πάντως, για να
ευθυμήσουμε και λίγο, το βιντεάκι με τον Πλεύρη στα Εξάρχεια ήταν όλα τα λεφτά.
Είναι γελοίοι,
αλλά το γεγονός πως όχι απλά τους ψηφίζουν, αλλά υπάρχουν πολίτες που τους
πιστεύουν και τους επικροτούν, το κάνει και τρομαχτικό όλο αυτό. Να τα κακά
αποτελέσματα της ερήμωσης της πλατείας! Την ώρα που έλεγε αυτές τις βλακείες
στο βίντεο, έπρεπε να του έρχονται τα γιαούρτια απ’ όλες τις πλευρές! Όχι ξύλο,
όχι…Γιαουρτάκι! Αντ’ αυτού, μια ερημιά…Κι ενώ τα Εξάρχεια σφίζουν από ζωή, όλα τα μπαράκια γύρω – γύρω, η
πλατεία έχει καταληφθεί απ’ την οργανωμένη παραβατικότητα.
Έχει σημασία να
το λες εσύ αυτό.
Μα δεν τολμάει να
περάσει κανείς.
Θυμάσαι ότι πριν
λίγα χρόνια «φάγανε» έναν Άραβα πρεζέμπορα στην πλατεία. Ακούγεται από παντού
για την αραβική μαφία που λιμαίνεται την πλατεία Εξαρχείων.
Ευρώπη δεν
είμαστε, Ευρώπη δεν θέλαμε; Σε όλες τις μητροπόλεις της Ευρώπης υπάρχουν
γειτονιές που συμβαίνει αυτό το πράγμα. Είναι ένα μητροπολιτικό φαινόμενο. Ας
προσέχαμε κι εμείς που ζούμε και δραστηριοποιούμαστε στα Εξάρχεια…
Να το ελέγξετε;
Ποιο, το
παραεμπόριο; (γέλια) Δεν είναι ηττοπάθεια, αλλά στα αλήθεια δεν ξέρω κατά πόσο
μπορούν διάφορες ομάδες ανθρώπων να σταματήσουν τον ρου των αλλαγών στην
ιστορία της ζωής. Η ανάγκη είναι μια τρομερή δύναμη που δεν της αντιστέκεται
τίποτα. Δεν έχει να χάσει τίποτα ο άλλος, έχει φτάσει ως εδώ μέσα από τα πιο
άγρια σκοτάδια της ύπαρξης του. Βρίσκει ένα τρόπο να βιοποριστεί, γιατί μπορεί
αυτό να ήταν το πεδίο του; Παίζει κι αυτό…Δεν είναι εύκολο να τον
αντιμετωπίσεις, αν σκεφτείς ότι αυτή η ιστορία σίγουρα έχει τις πλάτες της
αστυνομίας. Προσωπική μου εκτίμηση ειν’ αυτή! Κι ας έρχονται κάθε τόσο να
συλλαμβάνουν δυο – τρεις για τα μάτια του κόσμου. Θα μου πεις, θες να πλακώσει
η αστυνομία να τους μαντρώσει όλους; Ούτε κι αυτό είναι λύση για μένα, εγώ δηλαδή
δεν θα κατέφευγα στην αστυνομία για τέτοιου είδους προβλήματα, όταν το ίδιο το
σύστημα επ’ αυτού είναι πολύ σάπιο. Ο κόσμος είναι κουρασμένος, τα ίδια τα
κινήματα είναι καταπονημένα…
Κι απ’ την άλλη,
μιλάς με διανοούμενους, μορφωμένους ανθρώπους, μαγαζάτορες, που σου λένε ότι
καθαρίζουν κάθε πρωί με τις μάνικες τα σκατά απ’ τις πόρτες τους.
Είναι αλήθεια!
Δεν πρόκειται φυσικά για ρατσιστές ή φασίστες, αλλά για ανθρώπους, που δεν
αντέχουν άλλο το λουμπεναριό. Ένα λουμπεναριό, επίτηδες ταυτισμένο με τον
ελευθεριακό ή τον αντιεξουσιαστικό χώρο που κινείται στα Εξάρχεια. Όλο αυτό
το’χουν βαφτίσει ανομία και εν ονόματι του νόμου, θέλουν να μπουν να το
σαρώσουν όλο.
Πιστεύεις ότι θα
μπουν, θα το σαρώσουν;
Κοίτα να δεις, αν
μπουν, θα χυθεί αίμα…
Δε νομίζω την
παρούσα κυβέρνηση να τη συμφέρει κάτι τέτοιο στην τωρινή φάση.
Είναι ανοιχτές
όλες οι πιθανότητες. Οπότε παλεύουμε με άλλους τρόπους, παλεύουμε με την
παρουσία μας. Αυτοί οι άνθρωποι που βιοπορίζονται με μαφίες, ναρκωτικά και
πορνεία, στην καλύτερη περίπτωση θα σπρωχτούν και θα πάνε κάπου αλλού. Ωραία,
λένε να φύγει η πιάτσα των τοξικομανών. Και τι θα τους κάνεις; Θα τους ρίξεις
στο φούρνο τύπου Άουσβιτς; Θα φύγουν από κει, θα πάνε πιο πέρα. Γεννήματα αυτής
της κοινωνίας είναι τα συγκεκριμένα φαινόμενα, του σκληρού απάνθρωπου τρόπου
που δουλεύει το σύστημα.
Στο πλαίσιο,
λοιπόν, της παρουσίας όλων, όπως είπες, οργανώνεται και το φετινό φεστιβάλ στην
πλατεία.
Ακριβώς.
«Ανάβουμε τα φώτα στην πλατεία» λέγεται. Είχε ξεκινήσει από πέρσι και ήρθε ένας
κόσμος, που κατά δική του ομολογία, είχε να έρθει χρόνια. Από γονείς με μωρά
παιδιά μέχρι θαμώνες του παλιού «Τσαφ». Πέρσι, βέβαια, λόγω των πυρκαγιών στο
Μάτι, το φεστιβάλ θα διαρκούσε 14 νύχτες, αλλά διακόπηκε στη μέση του. Έγινε
μια συνέλευση στο πόδι κι αποφασίστηκε πολύ γρήγορα να σταματήσει το φεστιβάλ.
Αυτό έγινε, η αλήθεια είναι, με τρόπο άκομψο. Ανέβηκαν πάνω δυο – τρεις τύποι,
πήραν το μικρόφωνο απ’ τον Μανώλη τον Αγγελάκη κι είπαν «το φεστιβάλ
διακόπτεται, γιατί έχουμε νεκρούς» κλπ. Κατά την άποψη μου, διότι δεν
ερωτήθηκα, μια και βρισκόμουν μονίμως στο stage, είναι πως αντιμετωπίζεις το πένθος συλλογικά και
συναποφασίζεις δράσεις. Ήταν μια αυθόρμητη και άδικη απόφαση.
Ναι, πιο πολύ
γίνεται και φέτος λόγω της ανάγκης μας να σταθούμε πάνω στην πλατεία Εξαρχείων
και να αρθρώσουμε έναν άλλο λόγο με τα φώτα ανοιχτά.
Είναι πιο
επιτακτική η ανάγκη φέτος;
Κάθε φορά η
ανάγκη είναι πιο επιτακτική απ’ τη στιγμή που πέρασε.
Σε όλα τα
πράγματα;
Ναι. Αυτή είναι η
στιγμή, στο «τώρα» ζούμε. Μπορεί το φεστιβάλ να μην έχει άμεσο πολιτικό
πρόταγμα, να μην το ακολουθεί δηλαδή μία προκήρυξη πολιτικής τοποθέτησης, αλλά
είναι μια πολιτική δήλωση κατά βάθος: Στην πλατεία αυτή χωράμε όλοι, αλλά με
όρους σεβασμού. Χωράμε όλοι, συνομιλώντας, όχι πλακώνοντας ο ένας τον άλλο στο
ξύλο. Ας γίνει κατανοητό: Στην πλατεία Εξαρχείων δεν χωράει η οργανωμένη
παρανομία! Τα Εξάρχεια προστατεύουν τον εαυτό τους, όσο υπάρχουν άνθρωποι στα
Εξάρχεια.
Εσύ θα είσαι επί
του μουσικού κομματιού σίγουρα.
Αυτό ξέρω καλά,
αυτό έχω αναλάβει. Αρωγοί μας θα’ναι εκδοτικοί οίκοι, συλλογικότητες και
επαγγελματίες της γειτονιάς.
Με ποιο κριτήριο
έγινε η επιλογή των καλλιτεχνών και των συγκροτημάτων;
Αυτό μπορούμε να
το συζητήσουμε λίγο! Δίνουμε βήμα σε νέα κυρίως σχήματα που έχουν να προτείνουν
κάτι καινούργιο, μουσικά και στιχουργικά. Από πέρσι, όμως, που έπαιξαν τριάντα
μπάντες, «ευθέως όχι, δεν θέλω να παίξω» δεν μου είπε κανείς απ’ τα μεγάλα ονόματα.
Μιλάω για φέτος. Ευθέως
όχι δεν είπε κανείς και κάποιοι πράγματι είχαν υποχρεώσεις τις μέρες εκείνες.
Κάποιοι άλλοι, παρ’ όλη την ανατρεπτική φύση και θέση των στίχων και της
μουσικής τους, μου δήλωσαν ότι το συμβόλαιο με την εταιρεία τους, τους
απαγορεύει ένα μήνα πριν και ένα μήνα μετά την κεντρική τους συναυλία, να
εμφανιστούν οπουδήποτε.
Σώπα τώρα,
γίνονται ακόμη συμβόλαια
με εταιρείες; Γελοιότητες!
Αυτό συμβαίνει
γιατί στην Ελλάδα οι μανατζαραίοι διακατέχονται από μία επαρχιώτικη νοοτροπία,
διότι όχι μόνο δεν θα έβλαπτε εμπορικά, αλλά θα ωφελούσε έναν καλλιτέχνη να
συμμετέχει αφιλοκερδώς σε μία αυτοδιοργανωμένη συναυλία σε έναν εμβληματικό
χώρο. Η υποκρισία, αλλά και ο φόβος περισσεύουν. Απ’ όλους τους μουσικούς,
επίσης, που ήρθα σε επαφή πέρσι και φέτος, δύο μόνο μού είπαν ευθέως και μπράβο
τους, «Δεν έρχομαι, γιατί δεν παίζω τζάμπα». Αυτά!
Θέκλα, δεν
μπορούμε να μην πούμε και για το ραδιόφωνο «Στο Κόκκινο», που μας κρατάς
συντροφιά κάθε βράδυ μια ώρα μέχρι τα μεσάνυχτα.
Είμαι μια
δεκαετία ακριβώς «Στο Κόκκινο», ξεκίνησα το 2009 επί Βαγγέλη Βέκιου. Δεν
περιμένω πλέον να βγάλω λεφτά απ’ το ραδιόφωνο, αφού αυτό το κάνουν μόνο κάτι
μεγαλοδημοσιογράφοι και παραγωγοί. Εμένα το μέσο αυτό μου προσφέρει κάτι, που
είναι πολύτιμο και αδιαπραγμάτευτο συγκριτικά με το πως δουλεύουν σήμερα τα
άλλα ραδιόφωνα. Μιλάω για την ελευθερία λόγου, να καλώ όποιον θέλω στην εκπομπή
μου και να παίζω ότι μουσική γουστάρω. Δεν με ενδιαφέρει να ακούγεται η φωνή
μου και να λέω «Ακούτε τον πιο ”χάι” σταθμό της πόλης». Θέλω να’χω ένα
μικρόφωνο και να μπορώ να μιλάω, αν μου δοθεί η ευκαιρία, για τις φυλακές, για
τους αποκλεισμούς, για κοινωνικά και πολιτικά θέματα. Το θέμα των φυλακών και
του υποτιθέμενου σωφρονιστικού συστήματος είναι κάτι που με ενδιαφέρει.
Γνωρίζω ότι μιλάς
βάσει προσωπικής εμπειρίας. Θα ήθελες να μιλήσουμε γι’ αυτό;
Ναι, βάσει
προσωπικής εμπειρίας μιλάω, αλλά και όχι μόνο. Κοίτα, για να μιλήσουμε για τις
φυλακές θα χρειαστούμε μιαν άλλη συνέντευξη μόνο γι’ αυτό το θέμα. Θα
προσπαθήσω, λοιπόν, να σου μιλήσω επιγραμματικά: Συνέβη στη ζωή μου από μικρή
ηλικία να γνωρίσω ανθρώπους, που κάποια στιγμή συγκρούστηκαν με το νόμο. Για
διάφορους και διαφορετικούς λόγους, είτε αντιστασιακοί μέσα στη χούντα, είτε «ποινικοί». Ασφαλώς
και το ποινικό έχει την πολιτική του διάσταση. Κατάλαβα ότι οι άνθρωποι που
έχουν περάσει από τη φυλακή δεν είναι τέρατα. Η δικαιοσύνη δεν είναι
ανεξάρτητη! Η δικαιοσύνη υπηρετεί ένα σκοπό: Να προστατεύει τον εαυτό της και
τον πολιτικό της προϊστάμενο. Η Θέμις δεν είναι τυφλή! Βλέπει πάρα πολύ καλά
και, μάλιστα, έχει το μάτι του αρπακτικού. Σε εντοπίζει, σε αρπάζει και σε
εξαφανίζει αν δεν συνεργαστείς! Υπάρχουν πάντα οι φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά το
σύστημα είναι τόσο συμπαγές που αν κάποιοι έχουν διατηρήσει την ανθρωπιά τους,
δεν μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Συχνά στις δικαστικές αίθουσες δεν κρίνονται
υποθέσεις. Κρίνονται υπολήψεις! Αν είσαι δηλαδή ευυπόληπτος πολίτης, πλούσιος,
επιχειρηματίας, πολιτικός, μαφιόζος ή ρουφιάνος, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα.
Αν δεν ανήκεις στις κατηγορίες αυτές, την έβαψες. Η δικαιοσύνη μας είναι
ταξική. Όλα αυτά τα συγκοινωνούντα δοχεία, δικαστές, αστυνόμοι, εισαγγελείς,
δικηγόροι, σωφρονιστές, φτιάχνουν ένα δίχτυ, στο οποίο παγιδεύουν τους
ανθρώπους με σκοπό να τους ελέγξουν και να τους εξοντώσουν αν δεν σωφρονιστούν.
Εξαρτάται,
βέβαια, κι απ’ το πως αντιλαμβάνεται κανείς το σωφρονισμό…
Δεν υπάρχει!
Τιμωρία ξεκάθαρη λέγεται, ένα deal. Ή γονατίζεις και συμμορφώνεσαι ή σε λιώνουμε! Εγώ, Αντώνη μου, για να
μιλήσουμε για μένα, δεν το πήρα προσωπικά. Πρώτη φορά έκανα φυλακή το 2000 για
λίγους μήνες. Δεύτερη φορά το 2005 για δυο χρόνια περίπου, που σημαίνει ότι την
πρώτη φορά δεν σωφρονίστηκα.

Απρίλιος 2025, Μαρία Παπαγεωργίου - Μπόσκο - Θέκλα Τσελεπή
Όταν βγήκα τη
δεύτερη και τελευταία φορά, πήγα σπίτι μου, πέταξα τα ρούχα που φορούσα, έκανα
ένα ντουζάκι και όλη η φυλακή κύλησε μαζί με το νερό και κατέληξε εκεί που
ανήκει: Στον υπόνομο. Δεν τους χάρισα ουδέποτε ούτε ένα δάκρυ μου, ούτε ένα
ψήγμα φόβου, άσχετα με το πως μπορεί να ένιωθα μέσα μου. Δεν τους έδειξα καν το
θυμό και την οργή μου. Το μόνο που εισέπραξαν ήταν η απεριόριστη περιφρόνηση
μου. Δεν μπορούσαν να με αγγίξουν σε τίποτα, στην ψυχή μου κυρίως.
Το 2001 γυρίζαμε
ένα ντοκιμαντέρ μεσ’ στις φυλακές του Κορυδαλλού. Έμεινα για δύο 24ωρα και απ’
αυτά που είδα, έφυγα άρρωστος σχεδόν. Θυμάμαι ότι αμέσως μετά δούλεψα σε μιαν
άλλη ταινία με γυρίσματα στο Δρομοκαΐτειο. Το ψυχιατρικό περιβάλλον μου’χε
φανεί Παράδεισος συγκριτικά μ’ αυτό των φυλακών. Εκεί είπα μέσα μου πως δεν
πρέπει να υπάρχει χειρότερη εμπειρία από τη φυλακή. Για κάθε άνθρωπο…
Έτσι είναι. Αν
πάρεις στα σοβαρά και πιστέψεις το τι γίνεται, την πάτησες! Η φυλακή είναι ένα Matrix, μπορεί να μη μπορείς να φύγεις, αλλά δεν
μπορούν να αγγίξουν την ψυχή και το μυαλό σου. Στη ζωή μου έχω κινηθεί σε πολλά
περιβάλλοντα, από πολιτικών ιστάμενων μέχρι παρανόμων ποινικών. Τι να μασήσω με
τη φυλακή; Είπα θα το ζήσω κι αυτό! Αφού «συναντηθήκαμε», θα το υποστώ και θα
συνεχίσω τη ζωή μου. Οι μόνες στιγμές που λύγισα χωρίς να πέσω κάτω, γιατί δεν
θα υπήρχε κανείς να με σηκώσει κι έτσι θα γινόμουν άχρηστη, ανήμπορη να βοηθήσω
αυτούς που αγαπάω και τον ίδιο μου τον εαυτό, ήταν όταν σκεφτόμουν την κόρη
μου, το παιδί μου, που ήταν έξω. Σίγουρα ένα κοριτσάκι που’ναι μόνο του και η
μάνα του βρίσκεται στη φυλακή, θα περνούσε πολλά προβλήματα. Κρατήθηκα, όμως,
γιατί αν δεν κρατιόμουν, πως θα τη βοηθούσα κι εκείνη;
Το ότι ήσουν
τοξικοεξαρτημένη και έγκλειστη ταυτόχρονα, δεν το’κανε όλο πιο δύσκολο;
Ισχύει, αλλά την
ήξερα την κατάσταση. Δεν ξαφνιάστηκα, ήξερα τι πάω ν’ αντιμετωπίσω. Υπήρχαν
στιγμές δύσκολες, στιγμές κτηνωδίας και αλληλεγγύης. Στιγμές, όμως! Εντάξει, το
αντιμετωπίζεις…Γνώρισα πολλούς ανθρώπους, μα δεν κράτησα επαφές. Δεν είμαι
τέτοιος τύπος, πέραν μιας κοινωνικής επαφής αν βρεθούμε κάπου τυχαία. Δεν κάνω
εύκολα φιλίες εγώ, Αντώνη, κι όταν κάνω, δεν τις κάνω υποκριτικά. Την καλημέρα
και την αγκαλιά την πιστεύω, αλλά είμαι δύσκολος άνθρωπος. Στο σπίτι μου πέντε
άνθρωποι μπαίνουν και μπορεί να λέω και πολλούς τώρα…
Σ’ ευχαριστώ για
όλη αυτή την εξομολόγηση. Να πούμε ότι πολιτική πράξη εσύ, βέβαια, μπορείς να
κάνεις στο ραδιόφωνο ακόμη και με τα τραγούδια που μεταδίδεις.
Ασφαλώς. Το κάνω.
Τα τραγούδια και οι μουσικές είναι οι μυστικοί μας κώδικες. Δράττομαι της
ευκαιρίας να πω ότι τελευταία με έχει στενοχωρήσει λίγο το «Κοκκινάκι». Από
τότε που μετακομίσαμε στα νέα γραφεία μας, τα οποία είναι υπέροχα, πλάκωσε κι
εκεί αυτό το κύμα του υγιεινισμού και της σοβαροπρέπειας. Εννοείται πως δεν
καπνίζουμε ποτέ μέσα στο στούντιο που απορροφώνται όλα από τα μονωτικά υλικά.
Και έξω, φυσικά, εννοείται πως δεν θα καπνίσουμε όταν δίπλα μας υπάρχει ένας
συνάδελφός, ένας άνθρωπος, που ενοχλείται. Αλλά δεν γίνεται να μην επιτρέπεται
να καπνίζουμε ποτέ! Όλες αυτές τις απαγορεύσεις τις βλέπω σαν ασκήσεις υπακοής,
στις οποίες εθίζεται η κοινωνία με προσχήματα καθωσπρεπισμού και βελτιωτισμού.
Ύπουλες απαγορεύσεις που κάνουν τον άνθρωπο «υπάκουο» αδιακρίτως και ακρίτως.
Αναφέρθηκες
αρκετά στο παιδί σου, στην κόρη σου, στη διάρκεια της συζήτησης μας.
Ναι…Η κόρη μου
είναι η κόρη μου και δεν θέλω να την πειράζω με κανένα τρόπο. Δεν θέλω να μιλάω
γι’ αυτή. Θέλω μόνο να τη στηρίζω και όποτε αυτή μου το ζητήσει. Τη λατρεύω την
κόρη μου, πεθαίνω για την κόρη μου, είναι η πρώτη κι η τελευταία σκέψη μου μεσ’
στην ημέρα, ξέρω όμως και ότι είναι ένα πολύ ιδιαίτερο πλάσμα που δεν της
αρέσει να μιλάω γι’ αυτή.
Ας κλείσουμε εδώ,
λοιπόν. Εύχομαι κάθε επιτυχία και στο φετινό «άναμμα των φώτων» στην πλατεία
Εξαρχείων.
Ευχαριστώ πολύ!
Να είσαι, όμως, γιατί εγώ στο φεστιβάλ – να ξέρεις – γυρνάω με ένα
απουσιολόγιο. Όποιον φίλο δεν βλέπω, του βάζω απουσία!
* Η συνέντευξη με τη Θέκλα Τσελεπή πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2019 σε καφέ της πλατείας Βικτωρίας
** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr
*** Αφιερώνεται στη Θέκλα που χθες, 24 Ιουλίου 2025, είχε τα γενέθλια της
Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2025
Δημήτρης Πουλικάκος: «Είμαι ένας περαστικός παρατηρητής» (η συνέντευξη της ζωής του πολυσχιδούς καλλιτέχνη από το 2009)
Όχι απλά πήγαινα, κάθε μέρα ήμουν εκεί. Παίζαμε μπιλιάρδο από το πρωί μέχρι να πάει δέκα η ώρα και να χωθούμε σε κάνα πρωινό σινεμά της Πανεπιστημίου και της Ομόνοιας, από Rex και Τιτάνια μέχρι Κοτοπούλη και Αλάσκα! Το Βυζάντιο ήταν κάτι μεταξύ ανοιχτού πανεπιστημίου και ουδετέρας ζώνης. Στο ένα τραπέζι καθόντουσαν μεγαλοεκδότες και στο διπλανό, έμποροι ναρκωτικών και υπόκοσμος. Συνυπήρχαν μια χαρά όλοι αυτοί μεταξύ τους! Εκεί έβλεπα συχνά και τον Μάνο Χατζιδάκι μαζί με τον Γιώργο Εμιρζά ή τον Κόκα, τον διευθυντή της εφημερίδας Ελευθερία. Ήταν κι οι δυο μεγαλόσωμοι και καπνίζανε ναργιλέ, με καπνό βέβαια, μη φανταστείτε τίποτα παραβατικά πράγματα! Νομίζω πως το Βυζάντιο ήταν ένας χώρος που έλειψε από τη στιγμή που έκλεισε.
Μιλήστε μου λίγο για το οικογενειακό σας background. Γιατρός δεν ήταν ο πατέρας σας;
Και οι δύο ήταν γιατροί. Ο πατέρας μου καρδιολόγος – παθολόγος και η μητέρα μου μικροβιολόγος.
Τους έχετε χάσει πολλά χρόνια;
Όχι, όχι πολλά χρόνια. Καμιά δεκαριά. Φύγανε πλήρεις ημερών.
Τους άρεσε που ο γιος τους βγήκε καλλιτέχνης;
Δε νομίζω ιδιαιτέρως. Ο πατέρας μου, ας πούμε, δε μου είπε ποτέ να του βάλω ν’
ακούσει κάτι δικό μου ή να πάμε να δούμε μια ταινία που έπαιζα. Μια φορά που
τον πήγαμε μαζί με τη γυναίκα μου να δει τη Δονούσα της Αγγελικής
Αντωνίου, βγαίνοντας μου είπε: «Πολύ καλή αυτή
η σκηνοθέτις» (γέλια)!
Κοιτάξτε, ο πατέρας μου ήταν γιατρός με όλη τη σημασία της λέξεως. Ενώ έμενε
στο Κολωνάκι και η αδερφή του, η θεία μου, ήταν σύζυγος του Παναγιώτη του
Κανελλόπουλου, στα 75 του κατάφερε να αγοράσουνε ένα σπίτι με τη
μάνα μου, να μπουν μέσα και να περάσουν τα τελευταία τους. Θα σας πω μόνο ότι
το ΄60, όταν η μάνα μου είχε πάθει ένα ατύχημα και ήταν σε κώμα για οχτώ μήνες,
εκείνος, ο number one καρδιολόγος, παραιτήθηκε από τη δουλειά του.
Του έλεγες γιατρέ, τι σας
οφείλω; κι απαντούσε ελάτε, αφήστε τα αυτά τώρα. Τέτοιος άνθρωπος
ήτανε!
Νοσταλγείτε την παρουσία των γονιών σας;
Ε, ναι, βέβαια. Ερωτευμένοι, δε, ως το τέλος! Τρώγανε το μεσημέρι, της έπιανε
το χέρι, κοιταζόντουσαν και της έλεγε: πουλάκι μου! Μπορεί να μην είχαμε καλές σχέσεις, να ονειρεύονταν άλλα
για μένα κι εγώ να τους στενοχώρησα. Το 1968, θυμάμαι, με έπιασαν για «μαύρα».
Άντε τώρα να έχεις τον γιο σου στη φυλακή την ίδια στιγμή που είσαι γιατρός στο
Καρδιολογικό του Αγίου Παύλου, δηλαδή στο νοσοκομείο των φυλακών. Γάμησε τα!
Για να σας δώσω να καταλάβετε, την ώρα που με βάζανε μέσα, ο αρχιφύλακας είδε
το όνομα και κάνει: Πουλικάκος! Εδώ, του απαντώ! Τον Πουλικάκο το γιατρό τι τον έχεις; με ρώτησε! Ποιο
γιατρό; κάνω εγώ…
Το ΄64, μόλις απολύθηκα από φαντάρος. Έμενα περιοχή Notting Hill Gate, κοντά στο Portobello. Η πρώτη μου σύζυγος ήταν Αγγλίδα και
πάνω – κάτω έμεινα εκεί εφτά – οχτώ χρόνια. Εννοώ, οχτώ μήνες το χρόνο στην
Αγγλία κι άλλους τέσσερις στην Ελλάδα, τα καλοκαίρια συνήθως.
Εκεί πρωτοήρθατε σε επαφή με τη rock μουσική;
Εγώ rock' n' roll άκουγα από το ΄55, από τότε δηλαδή που έσκασε
μύτη. Ήδη από την Ελλάδα, πριν φύγω έξω, ήξερα τους Beatles, τους Stones, τους Animals, όλα αυτά.
Υπήρχε μουσική ενημέρωση τότε στην Ελλάδα;
Όποιος ψάχνει, βρίσκει! Το θέμα είναι να ψάχνεις!
Το 1967, τι θυμάστε από τη συναυλία των Rolling Stones στην Αθήνα;
Στις 14 Απριλίου είχα έρθει εγώ από την Αγγλία, 17 έγινε η συναυλία και 21 το
πραξικόπημα. Είχα πάει ως θεατής και νομίζω ότι παίξανε αρχικώς οι We Five και οι M.G.C., των οποίων δεν ήμουν ακόμη μέλος. Δεν πέταξε γαρίφαλα ο Mick Jagger στον κόσμο, όπως λέγεται, απλά ένας πιτσιρικάς πήγε να δώσει λουλούδι ή
κάτι άλλο στον Jagger. Αμέσως
τρέξανε καμιά πενηνταριά μπάτσοι κι έπεσαν πάνω του να τον φάνε! Νομίζω πως
είχαν προηγηθεί κι ένα – δυο περιστατικά, όπου ο Jagger είχε χώσει χαστούκι σε κάποιον αξιωματικό εδώ και
ο Keath Richard σ’ έναν άλλο μπάτσο στο αεροδρόμιο!
Με τον Εξαδάχτυλο ξεκινήσατε από τη Θεσσαλονίκη, δεν είναι έτσι; Τι υποδοχή είχε αυτό το γκρουπ;
Ναι, ξεκινήσαμε από ένα ανοιχτό μαγαζί της Θεσσαλονίκης και παίξαμε για είκοσι
μέρες περίπου, οπότε καταλαβαίνετε δεν ήταν και η πιο επιτυχημένη πρώτη
εμφάνιση συγκροτήματος. Μετά από μας, νομίζω, φωνάξανε τον Βλάσση Μπονάτσο κι
εμείς αφού ψάξαμε λίγο από δω κι από κει με τον Αντώνη Τριανταφύλλου, με τ’
αυτοκίνητο, καταλήξαμε στη Σκιάθο.
Αληθεύει ότι υπήρξατε ο πρώτος που έφερε LSD το 1970 στην Ελλάδα;
Όχι το ΄70, το ΄67! Είχα φέρει οδικώς περίπου 250.000 δόσεις σε μορφή
κρύσταλλου σ’ ένα πακετάκι, σαν από χαρτοπετσέτες. Κανείς δεν είχε καταλάβει
τίποτα! Μου την είχε δώσει μάλιστα κι ήθελα να πάω να το ρίξω στη λίμνη του
Μαραθώνα. Αλλά μετά σκέφτηκα, στρατός, όπλα έξω, άντε να σε πιάσουν οι
παραισθήσεις και να μην καταλαβαίνεις τι σου συμβαίνει, μπορεί να γινόταν
μακελειό! Αντ’ αυτού, σηκώθηκα κι έφυγα, πήγα στα Μάταλα, όπου έμεινα τέσσερις
μήνες στις σπηλιές!
Είχαν πολύ κόσμο τότε τα Μάταλα, ξένους ε;
Πολύ κόσμο! Μόνο ξένους! Ήμουν ο μόνος Έλληνας ανάμεσα σε τετρακόσιους ξένους!
Κανονικός χίπης, δηλαδή.
Ε, όχι και χίπης!
Μα πώς; Μάταλα, 1967, LSD, τι άλλο;
Όποιος βρισκόταν στα Μάταλα, δεν ήταν χίπης! Το θέμα είναι πως αισθανόσουν
εκεί. Οι χίπις ήταν η διεθνής εμπορευματοποίηση του beatnik κινήματος.
Δηλαδή, ο Sky Saxon, ο Rocky Erikson, δεν ήταν χίπις;
Αυτούς να πάτε να ρωτήσετε! Δεν έχει κανένα νόημα να βάζουμε εμείς ταμπέλες
στους άλλους. «You can’t judge a book by looking at its cover»: Bo Diddley! Το παίζαμε κι εμείς κάποτε με τους M.G.C.!
Ας πούμε ότι ήταν η τρίτη θητεία μου (γέλια) μετά από την πρώτη που σας είπα,
το ΄68, και μετά τον στρατό. Επρόκειτο για την υπόθεση με τη δεύτερη γυναίκα
μου, τη Λίλη, με την οποία έχω και μια κόρη. Κάποια στιγμή είχαμε χωρίσει κι
εκείνη είχε πάει Ολλανδία να παντρέψει κάτι φίλους της, έναν Έλληνα με μια
Ολλανδέζα. Το βράδυ πέθανε στον ύπνο της από αναρρόφηση. Σα μωρό παιδί…
Από ναρκωτικά, να υποθέσω;
Όχι, όχι, καμία σχέση…
Και πως βρεθήκατε κατηγορούμενος;
Θεωρήθηκε ότι είχα δώσει εγώ εντολή να τη σκοτώσουν ως Ντο Βίτο Κορλεόνε, να
πούμε. Μιλάμε για το 1975 – 76. Πάλι καλά που δεν ήταν χούντα δηλαδή γιατί οι
γονείς της γυναίκας μου ήταν κάργα χουντικοί. Αυτοί τα κανόνισαν όλα!
Πόσο κάνατε στη φυλακή;
Έξι μήνες, προφυλάκιση. Για να σας δώσω να καταλάβετε, ο ανακριτής κατά
σύμπτωση- και καλά- ήταν συγχωριανός της πρώην πεθεράς μου!
Θα είχατε φρικάρει τελείως, φαντάζομαι.
Όσο να’ ναι, δεν είναι μικρό πράγμα να σου’ ρχεται ένα χαρτί που σου λέει ότι
είσαι ηθικός αυτουργός σε ανθρωποκτονία. Μιλάμε τώρα εγώ εδώ και η Λίλη στην
Ολλανδία, ότι έδωσα τηλεφωνική εντολή να δολοφονηθεί με ένεση ηρωίνης και
διάφορα άλλα…Πήγα εκεί και τα κανόνισα με την αστυνομία, καθώς είχα υπόνοιες
ότι θέλανε να μπλέξουν και τον μπάρμπα μου τον Κανελλόπουλο. Σκεφτείτε ότι η
ιστορία ξεκίνησε από τα πεθερικά μου έναν ολόκληρο χρόνο μετά το θάνατο της
Λίλης και ξέροντας ότι είχα κάνει ξανά φυλακή για «μαύρα», μερικά χρόνια πριν.
Ποτέ δεν έχω κρύψει τίποτα, ότι είμαι και ότι κάνω, είναι φως – φανάρι. Αφού
λοιπόν δε μπόρεσαν στα αστικά δικαστήρια να μου πάρουν το παιδί, γι’ αυτό
περισσότερο έστησαν όλη αυτή την κατάσταση.
Με την κόρη σας βλέπεστε, έχετε καλές σχέσεις;
Έχω να τη δω κάμποσο. Έχει παντρευτεί και ζει μόνιμα στην Αμερική. Έχει δυο
παιδιά. Ναι, καλές σχέσεις έχουμε.
Έξι μήνες έκανα προφυλακισμένος, όπως είπα. Έκανα μία, δύο, τρεις αιτήσεις
αποφυλακίσεως, την τρίτη βγήκα. Για να καταλάβετε, ο Φάκος ο εισαγγελέας που
είχε την υπόθεση, την απαλλακτική του πρόταση την εξέδωσε σε βιβλίο και τη
μοίρασε σε όλους τους σημαντικούς νομικούς στην Ελλάδα!
Απίστευτο!
Πράγματι, πρωτοφανής υπόθεση! Γενικά, στην Ελλάδα είναι έτσι τα πράγματα που ο
καθένας μπορεί να βρει δυο ώρες που είσαι κάπου μόνος σου, χωρίς να σε έχει δει
κάποιος, χωρίς άλλοθι δηλαδή, και να πει ότι την τάδε ώρα βίασες ή σκότωσες
κάποια! Άντε ν’ αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας! Δέκα χρόνια μου πήρε μέχρι
να βγει το απαλλακτικό βούλευμα και μάλιστα όταν βγήκε, ο πεθερός μου έστειλε
υβριστικά τηλεγραφήματα στις δικαστικές αρχές! Τριάμισι χρόνια μέσα!
Ο πεθερός σας;
Ε, ναι, αφού έβρισε τους δικαστές! Εν τω μεταξύ, μου είχαν πάρει λάθρα το παιδί
και το είχαν πάει στην Αγγλία. Εγώ είχα προσπαθήσει να την προστατέψω την κόρη
μου, δεν ήταν καλό για ένα παιδί τριών ετών ν’ ακούει τέτοια πράγματα. Αυτός
όμως μετά απ’ αυτή την ιστορία δε μπόρεσε να ξανάρθει στην Ελλάδα.
Ζει εκεί τώρα;
Έχουν πεθάνει και οι δύο. Μόλις έφυγε η γιαγιά, τον πιάσανε οι συγγενείς εκεί
πέρα: τι θες, εσύ,
ογδόντα χρονών και κρατάς ένα κορίτσι δεκάξι ετών σε μια άγνωστη χώρα, που δεν
ξέρεις ούτε τη γλώσσα; Διότι,
η μικρή μου έλεγε ότι σηκωνόταν στις οχτώ το πρωί, ντυνόταν, καθόταν μπροστά
στην τηλεόραση, έβγαινε έξω σε κάνα σούπερ – μάρκετ, ψώνιζε, αυτή ήταν η ζωή
του όλη.
![]() |
| Δημήτρης Πουλικάκος - Μαρίζα Κωχ (φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης, 2019) |
Για μένα, η ιστορία υποκινήθηκε από την Απογευματινή, τον Οικογενειακό Θησαυρό και την Ελεύθερη Ώρα. Η Ελεύθερη Ώρα, ειδικά, που τα πρώτα δύο φύλλα της
είχαν πρωτοσέλιδο αυτή την υπόθεση, ξέρω ότι βγήκε με λεφτά των πεθερικών μου!
Ευκαιρία, επίσης, να την πούμε και σε πολιτικούς σαν τον Κανελλόπουλο, κατάλαβες; Δεξιός
μεν, αλλά…
Με τον Κανελλόπουλο είχατε σχέσεις;
Σας είπα, ήταν άντρας της αδερφής του πατέρα μου. Ήταν φίλοι με τον πατέρα μου
από την εφηβεία τους. Κάθε χρόνο κάναμε Ανάσταση όλοι μαζί στο σπίτι του
Αναστάση Κανελλόπουλου, του αδερφού του! Ήταν πάντα εκεί ο Καραμανλής και η
Αμαλίτσα, η οποία ήταν επίσης ανιψιά του Κανελλόπουλου. Δηλαδή, όσο ο
Καραμανλής υπήρξε παντρεμένος με την Αμαλία, άλλο τόσο ήταν ξάδερφος μου
(τρανταχτά γέλια).
Γενικά δεν ανήκα και δεν ανήκω σε κανένα κόμμα. Δεν υπήρξα ποτέ πουθενά
οργανωμένος!
Ούτε και στον αναρχικό χώρο;
Αναρχικός, το λέει κι από μόνη της η λέξη, κανονικά δεν ομαδοποιείται. Θα έλεγα
ότι είμαι άναρχος!
Μόλις αποφυλακίζεστε, λοιπόν, πως μπαίνετε στο Τρίτο Πρόγραμμα;
Πήγα στον Χατζιδάκι, του είπα έτσι κι έτσι, καμιά εκπομπή στο ραδιόφωνο κλπ. Πάρε, μου λέει, κάνε ότι θέλεις! Με ήξερε σαν μουσικό και
γνωριζόμασταν, παρ’ ότι δεν είχαμε ποτέ σχέσεις. Έτσι ξεκίνησα τότε τα Ταχυδράματα, τον Θείο Νώντα με blues- rock παιξίματα και
εικοσάλεπτα πρωινά σήριαλ σαν το Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές! Πουαρό, θυμάμαι, είχα τον Θύμιο Καρακατσάνη!
Η δισκογραφία σας γιατί ήταν περιορισμένη; Θα μου πείτε, με τόσα που τραβήξατε!
Εντάξει, μωρέ, είναι δυνατόν να συνεννοηθείς με όλους αυτούς στις
δισκογραφικές; Σήμερα είναι πιο εύκολα τα πράγματα, με έναν υπολογιστή, το cubase και με οδηγό ένα πλήκτρο ή μια κιθάρα,
μπορείς κάτι να κάνεις! Τότε για να έμπαινες στούντιο, ήθελες εκατομμύρια!
Με τον Άσιμο είχατε νταλαβέρι; Δε σας ρωτάω για τον Σιδηρόπουλο, αφού κάνατε και δουλειές μαζί του.
Με τον Παύλο έχουμε ζήσει και μαζί. Τον Άσιμο τον ήξερα, γνωριζόμασταν, αλλά δε
μπορώ να πω ότι είχαμε καμιά σχέση, θα τη χαρακτήριζα επιδερμική τη γνωριμία
μας.
Ποιοι ήταν οι φίλοι σας από το χώρο της μουσικής;
Ο Παύλος, ο Βλάσης και ο Σταύρος ο Λογαρίδης. Δε λέω φίλοι, γιατί κι αυτή η
λέξη, όπως όλες, έχει εκφυλιστεί στις μέρες μας. Για να πεις φίλος, πρέπει να
εννοείς κάτι πολύ βαθύ.
Ο Σαββόπουλος;
Όχι, ούτε ήμουν, ούτε είμαι, ούτε θέλω να είμαι. Δε μπορώ εγώ να είμαι φίλος με
τον Σαββόπουλο. Μπορώ με τον Λογαρίδη, όπως και είμαστε!
Η Λένα Πλάτωνος;
Μ’ αυτήν έχουμε γνωριστεί, έχω ακούσει τη μουσική της και τη θεωρώ ενδιαφέρουσα
περίπτωση! Κάτι έχει η γυναίκα αυτή, δεν είναι τυχαία! Όπως και η Αρλέτα, την
οποία ξέρω από πολύ παλιά, αφού την πρωτογνώρισα το ΄69.
Τον Καζαντζίδη δεν ξέρω αν θα ήθελα να τον γνωρίσω. Δεν μου πήγαινε αυτό που
έβγαζε σα χαρακτήρας τουλάχιστον. Δε με έλκυε ιδιαίτερα αυτό που έβλεπα. Ο δε
Νικολόπουλος είχε έρθει τότε στον Σκορπιό, σε μια παράσταση που κάναμε με τον Σαββόπουλο, κι έλεγα το Υπάρχω. Τον θυμάμαι με την Τάνια
Τσανακλίδου στην παρέα του, να κάθονται μπροστά, να το ακούν και να γελάνε. Δε
νομίζω να του άρεσε του Καζαντζίδη όπως το έκανα το Υπάρχω κι ειδικά αν ζούσε κι έβλεπε στο παλιότερο premium cd του διφώνου τη δική μου κι όχι τη δική του εκδοχή, θα πάθαινε!
Μιλάτε σα να τον ξέρετε και καλά μάλιστα! Πως τα λέτε όλα αυτά;
Εντάξει, μπορεί ο άνθρωπος να ήταν μεγάλος τραγουδιστής και να σφράγισε το
ελληνικό τραγούδι, αλλά δε νομίζω ότι ήταν σα χαρακτήρας κι απ’ τους
καλύτερους.
Πώς βλέπετε τη σκηνή των τραγουδοποιών σήμερα; Μάλαμας, Ιωαννίδης, αυτοί.
Δε μπορώ να σας πω, δεν τους «έχω» και δε νομίζω να με αφορά και πολύ το θέμα.
Η κλαψομουνία με εκνευρίζει αφάνταστα! Αντίθετα, γουστάρω το σκυλέ, το real όμως, όχι το Romeo! Μου αρέσουν οι σκύλοι γιατί είναι ορίτζιναλ σε
αντίθεση με τους έντεχνους που είναι δήθεν.
Και πού κοιτάνε την κονόμα;
Κονόμα – ξεκονόμα, δήθεν είναι! Δεν είναι ούτε ατόφιοι, ούτε απευθύνονται σε real ανθρώπους. Στον πολιτισμό της Ελλάδας
βλέπουμε την απόλυτη δηθενιά και τις μεγαλύτερες τάσεις αναρρίχησης.
Το πολιτικό τραγούδι της Μεταπολίτευσης έβλαψε το ελληνικό rock εκείνων των χρόνων;
Το έβλαψε είναι μεγάλη κουβέντα. Στην Ελλάδα μια ζωή ήμασταν και θα είμαστε
μπουζουκόβιοι. Το ροκ υπήρξε μια μικρή παρένθεση μέσα σε όλο αυτό. Είπαμε,
μέχρι σήμερα το τελευταίο πράγμα που ενδιαφέρει τις δισκογραφικές εταιρείες
είναι η μουσική η ίδια. Πάλι καλά που δεν εμπεριέχεται η λέξη μουσική μεταξύ
των δύο άλλων λέξεων, δισκογραφική και εταιρεία. Κάποτε έκανα παραγωγή σε ένα
δίσκο της Αριάδνης – Ράντι Μακ Κίνον – Άντριου. Στο εξώφυλλο έγραψαν λάθος το
όνομα της, δεν μπήκαν καν στον κόπο να δουν πως γράφεται το σκοτσέζικο πρόθεμα!
Εδώ πας στην Πλάκα και βλέπεις Μούσες (Musses), που το γράφουν με «γιου» και δύο «ες». Μεσ’ στη
μαλακία είναι οι τύποι! Για σκέψου και τη διαφήμιση Love in the Test Drive! Τι σημαίνει αυτό; Τίποτα! Άμα ρωτήσεις
έναν Εγγλέζο, θα σε κοιτάει με ανοιχτό στόμα! Βαρβαρισμοί, greeklish της
κακιάς υποστάθμης!
Λίγο μουσική, λίγο σινεμά, τέτοια πράγματα. Αν θέλετε ένα χαρακτηρισμό για τον
εαυτό μου, θα σας έλεγα περαστικός παρατηρητής.
Έχετε σκεφτεί ότι μετά το θάνατο σας, θα σας γράφουν ύμνους, θα σας κάνουν αφιερώματα;
(δυσανασχετεί) Αφήστε με τώρα μ’ αυτά…Ιδέα δεν έχω! Θα προτιμούσα να μ’ αφήσουν
ήσυχο, καθώς εδώ ούτε να πεθάνει δε μπορεί κανείς! Δε βλέπετε τι γίνεται στις
κηδείες διαφόρων; Αυτό που θα ήθελα είναι να μαζευτούν οι φίλοι με τα όργανα
τους και να κάνουν πάρτι εκεί απάνω! Αν και θα προτιμούσα να με κάψουν παρά να
με θάψουν. Αυτή είναι η επιθυμία μου!
Την έχετε μεταφέρει σε φίλους;
Την έχω πει σε κάποιους, αλλά ξέρω γω από τώρα τι θα κάνει ο καθένας; Εντάξει,
λοιπόν, ας το αφήσω παραγγελιά στη διαθήκη μου (γέλια).
Τώρα σοβαρά, έχετε κάνει διαθήκη;
Όχι βέβαια, αλλά καλό είναι να κάνει κανείς. Σε θέματα γραφειοκρατικά είμαι
τελείως άσχετος, σα μωρό παιδί. Πλήρης αταξία στη γραφειοκρατία και στα
νομότυπα, γενικώς!
Κλείνοντας, πείτε μου λίγα λόγια για τη συμμετοχή σας, τόσο στην πρόσφατη συναυλία κατά της αστυνομικής βίας, όσο και σε άλλες εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας.
Ήμουν εκεί, στήριξα τα παιδιά, γιατί σ’ αυτά ανήκει ο κόσμος και μπορούν να
τρέξουν επίσης. Ενώ εγώ, 66 χρονών, πώς να τρέξω πια; Συμμετείχα και στις
εκδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά του σωφρονιστικού συστήματος. Επειδή έχω κάνει
μέσα, τρέφω ιδιαίτερη ευαισθησία για τους κρατούμενους που τους έχουν σαν τα
ζώα. Είναι η μεγαλύτερη ντροπή για την κοινωνία μας το πώς φέρονται σε
κρατούμενους και σε αρρώστους. Ντροπή και ξανά ντροπή, πώς να χαρακτηρίσεις
αλλιώς την κατάσταση;
** Η συνέντευξη με τον Δημήτρη Πουλικάκο πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2009 σε καφέ της πλατείας Βικτωρίας
*** Οι φωτογραφίες είναι του Βασίλη Κώτσικα
**** Σήμερα, 21 Ιανουαρίου του 2025, ο Δημήτρης Πουλικάκος γίνεται 82 ετών ζωή νά'χει.


















