Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2025

Μήτσος Κασόλας: «Μες στο μυαλό μου έχω πεθάνει πολλές φορές»

 

Ο Μήτσος Κασόλας είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, σεναριογράφους και δημοσιογράφους. Τα έργα του, «Η Άλλη Αμερική» (1973) και ο «Πρίγκιπας» (1981) έχουν τιμηθεί με μεγάλα βραβεία, ενώ το μυθιστόρημα του, «Αγγελίνα», όπως και ο «Πρίγκιπας», μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση. Ταυτισμένος με τον ποιητή Νίκο Καββαδία μέσα από μελέτες που συγκέντρωσε σε δύο βιβλία (το 2004 και το 2009), ο Κασόλας επέστρεψε πρόσφατα με ένα καινούργιο έργο μυθοπλασίας, το «Κατά Ιούδαν Ευαγγέλιο» (εκδόσεις ΚΨΜ), στο οποίο αναδεικνύει την επαναστατική φύση της χριστιανικής αγάπης. Στα 89 του χρόνια ο Κασόλας δηλώνει μαχητικά το παρόν του, φιλοσοφώντας ταυτόχρονα για το επερχόμενο βιολογικό τέλος.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το εικοστό πρώτο βιβλίο σας, που σημαίνει πως στα 89 σας χρόνια παραμένετε παραγωγικός και δραστήριος.

Άρχισα να γράφω απ’ τα 14 μου και μέχρι τα 28 μου έγραφα μόνο ποιήματα. Κάποια στιγμή μου πρότειναν απ’ τον Κέδρο να δείξω τα ποιήματα μου στον Γιάννη Ρίτσο. Πράγματι, ήταν μια καλή ιδέα παρόλη τη συστολή μου μπροστά σ’ ένα τέτοιο μεγαθήριο. Ήμουν και 28 χρονών, για τη δεκαετία του 1950 μιλάμε. Τόλμησα να συναντήσω τον Ρίτσο, που του είπα πως στην Ελλάδα οι περισσότεροι γράφουν, αν και δεν διαβάζουν ποίηση. Του εξήγησα πως άμα δεν αξίζουν, να μην ταλαιπωρώ κι εγώ τους αναγνώστες και τον εαυτό μου. «Θα τα διαβάσω, κύριε Κασόλα» απάντησε ο Ρίτσος, «και θα σας πω τη γνώμη μου, όπως μου τη ζητάτε, αλλά σε δύο μήνες από τώρα, γιατί έχω να ταξιδέψω στο εξωτερικό». Το απόγευμα της ίδιας μέρας μου τηλεφωνεί η Νανά Καλλιανέση από τον Κέδρο, φίλη όλων των αριστερών ποιητών.

Τη θυμάμαι την Καλλιανέση, κόντεψε ν’ αφήσει τα κόκαλα της στις εξορίες.

Ακριβώς. Μια μέρα την έπιασε και της είπε ο Κώστας Βάρναλης: «Νανά, όταν πεθάνω θα είσαι μπροστά από το φέρετρο μου, όχι από πίσω». Κι όταν αυτή τον ρώτησε: «Γιατί, βρε γεροξεκούτη;», της απάντησε: «Για να βλέπω τα ωραία σου τα πισινά».  Τέλος πάντων, μετά από το τηλεφώνημα της, πάω στη στοά Πανεπιστημίου 44 και Χαρ. Τρικούπη και πέφτω πάνω στον Ρίτσο, Μου χαμογέλασε κι είπα πως πάει να μου χρυσώσει το χάπι. Μου λέει: «Κύριε Κασόλα, τελικά θα σας απαντήσω τώρα. Παίρνοντας το τρόλεϊ να γυρίσω στο σπίτι, έριξα μια ματιά στα ποιήματα σας. Όταν έφτασα, μου φώναξε η γυναίκα μου να κάτσουμε στο τραπέζι, αλλά δεν γινόταν ν’ αφήσω στη μέση κάτι που άρχισα. Να τα δημοσιεύσεις σαν μια δωρεά στη νεοελληνική ποίηση»!

Τι όμορφο!

Έτσι βγήκαν οι «Μικρές μαρτυρίες», η πρώτη ποιητική συλλογή μου. Το άφησα το βιβλίο στο θυρωρείο της «Αυγής» για τον Μποστ. Την επόμενη κιόλας μέρα, κάτω απ’ το χρονογράφημα του, είχε βάλει υστερόγραφο: «Προς τον Μήτσο Κασόλα. Είσαι ποιητής μέχρι το κόκαλο, σε διάβασα όλη τη νύχτα και για να μ’ ευχαριστήσεις, πέρνα να γνωριστούμε». Γίναμε φίλοι με τον Μποστ επί σειρά ετών κι έχω πολλές ιστορίες γι’ αυτόν.

Είχατε ένα καλό βάπτισμα στην ποίηση με Ρίτσο και Μποστ.

Κι αμέσως ο Τάσος Λειβαδίτης είπε το εξής: «Με το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, ο Κασόλας μπαίνει στη χωρία των ποιητών μας». Έμπνευση είχα αντλήσει απ’ τη ζωή τη δική μου και των φίλων μου, Είμαι θαυμαστής αυτού του κόσμου, ξέρετε, που θα τον χάσω σε λίγα χρόνια (χαμογελάει). Η ανάπτυξη των επιφωνημάτων θαυμασμού γεννάει την ποίηση και τη ζωγραφική πόσω μάλλον όταν εγώ ήμουν χωρικός από ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας. Εκεί κάτω από το όνομα «Ανάληψη» που δόθηκε στο χωριό και με τόσα χωριά «Ανάληψη» που υπάρχουν, χάθηκε η ιστορία του.

Πείτε μου επιγραμματικά την ιστορία της γενέτειρας σας.

Είχε ένα πύργο εκεί, που κάποτε ο Καραϊσκάκης οργάνωνε τις επιδρομές του προς το Μεσολόγγι. Μετά ήταν ανταρτοχώρι και πέρασαν όλοι οι αρχηγοί από κει, καθήμενοι στο παραγώνι του τζακιού. Με τέτοια βιώματα μεγάλωσα εκεί ως τα 14 μου πριν έρθω στην Αθήνα το 1951. Ο πατέρας μου ήταν αριστερός και εδιώκετο συνεχώς. Αποφάσισε να βρει ένα τσαγκαράδικο στην Αθήνα ως τσαγκάρης που ήταν και σιγά – σιγά μας τράβαγε έναν – έναν εδώ. Ήμασταν οχτώ άτομα, έξι παιδιά και οι γονείς. Απ’ τα οχτώ παιδιά ζούμε τα τρία σήμερα, εγώ και οι δύο αδερφές μου.

Σαν μια εξορία δεν ήταν να αφήνεις το χωριό σου για την Αθήνα;

Έχω ένα στίχο σχετικό στις «Μικρές μαρτυρίες»: «Από μικρό με πήραν και μ’ έφεραν στους κάμπους και μαθημένος ως ήμουν στις πέτρες να πατώ, βουλιάζω τώρα μες στους βάλτους της ασφάλτου». Γνώρισα όμως τον Ρίτσο και βγήκε η συλλογή μου – ποιος αγόραζε τότε ποίηση; Κι όμως, μπαίνανε άνθρωποι στα βιβλιοπωλεία και ζητούσαν τις «Μικρές μαρτυρίες». Τρελάθηκα εγώ τότε! Μετά ακολούθησε η «Συγκομιδή» και το «Δελτίο καιρού» με το ομότιτλο ποίημα, ένα απ’ τα πιο σκληρά ποιήματα που έχω γράψει. Κατά τον Πάνο Γεραμάνη, ίσως ήταν το καλύτερο τραγούδι του αιώνα μας.

Βέβαια, το μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος και το τραγούδησε η Μαρία Δημητριάδη.

Η Δημητριάδη μου έλεγε πως συγκινούνταν κάθε φορά που το τραγουδούσε. Ο Μαρκόπουλος είχε μελοποιήσει και το «Παπαντόπ» με τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Μου είχε πει ο Μαρκόπουλος ότι τη βραδιά του Πολυτεχνείου, που ήταν μέσα, έπαιζε το «Παπαντόπ» και δεν αναφέρεται πουθενά. Έπεφτε η πύλη από το τανκ και ακουγόταν το «Παπαντόπ». Τώρα που μεγάλωσα πολύ και κάποιοι καταγράφουν τα γεγονότα, καλό είναι να τα λέμε αυτά. Για το ίδιο τραγούδι, μου τηλεφώνησε η Μελίνα Μερκούρη από τη Νέα Υόρκη. Το θέλανε για την ταινία «Δοκιμή» που κάνανε με τον Ντασέν. Περιαυτολογώ τώρα, αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω και πως πάει με τις συνεντεύξεις. Όταν φτάνεις βέβαια στα 90 σου, δεν ξέρεις τι να πεις και τι ν’ αφήσεις.


Στιχουργός επαγγελματίας δεν σας ενδιέφερε να γίνετε ποτέ.

Όχι. Η ποίηση δεν είναι μέρος του όλου, είναι το όλον. Έτσι προέκυψε ο Όμηρος που γέννησε τα παιδιά του, τον Ευριπίδη, τον Αισχύλο και όλους εμάς. Η ποίηση είναι σκληρό πράγμα, καμιά φορά αιμορραγείς γράφοντας ποίηση. Εγώ πάλι δεν είμαι της γνώμης να κάνεις δυσνόητη την ποίηση σου, μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Όχι, ένα κι ένα κάνουν δύο, θα προκύψει είτε ποίηση, είτε μια μαλακία. Αργότερα ακολούθησαν το «Χρονικό», η «Άλλη Αμερική».

Στην Αμερική που βρεθήκατε κιόλας.

Ναι, βρέθηκα. Μεγάλη περιπέτεια. Αν δεν υπήρχε η Αλίκη Βουγιουκλάκη να μεσολαβήσει, δεν θα έφευγα ποτέ. Δούλευα τρία χρόνια στη ΦΙΝΟΣ ως β’ βοηθός του Ντίνου Δημόπουλου. Κάναμε τη «Δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά», την «Αρχόντισσα και ο αλήτης» κ.α. Η Αλίκη που μ’ αγαπούσε πολύ με είδε μια μέρα στενοχωρημένο στο στούντιο. Είχα περάσει πάλι από την Ασφάλεια που με φώναζαν κάθε τρεις και λίγο. «Τι έχεις, ρε Μητσάκο;» με ρώτησε, παρόλο που δεν ήταν αριστερή, αλλά ούτε και δεξιά του κερατά. Ήταν καλός άνθρωπος και αντικειμενική. «Θα το τακτοποιήσουμε» μου είπε. Ίσως είμαι ο μόνος ποιητής στην Ελλάδα που τον διάβασαν αστυνομικοί και, μάλιστα, ο αρχηγός της αστυνομίας. Ήθελα να φύγω απ’ την Ελλάδα γιατί έτσι και κάποιον τον τραβούσαν, έτρωγε ξύλο. Η θεία της Αλίκης, που ήταν φίλη με τον αρχηγό της αστυνομίας, μεσολάβησε κι έφυγα. Θέλω να σας πω ότι η συζήτηση που είχα μ’ αυτόν τον άνθρωπο, διήρκεσε μιάμιση ώρα, γιατί ήθελε να δει για ποιον θα υπόγραφε ώστε να έβγαινε εκτός Ελλάδας. Το ερώτημα του ήταν ένα: «Μορφωμένος άνθρωπος και γράφετε ωραία ποίηση, γιατί είστε κομμουνιστής;» Απάντησα: «Ότι γράφω, είναι υπέρ της πατρίδας». Την επόμενη που ξαναπέρασα από την αστυνομία, οδός Ομήρου, είδα στο γραφείο του τον Εσταυρωμένο δακρυσμένο, το πουλί της χούντας και τα πορτραίτα του Παπαδόπουλου και των βασιλέων. Δεν ξέρω πως μου ήρθε και είπα πως θα το πάρω το διαβατήριο εξ αιτίας της εικόνας του Εσταυρωμένου. «Είμαι υποχρεωμένος να σας ακούσω» μου έλεγε αυτός, «που έχασα τέσσερα μέλη της οικογένειας μου από τους κομμουνιστοσυμμορίτες». Εκεί τον ρώτησα να μου πει για ποιο λόγο, όμως, έγινε ακροδεξιός. «Κι εγώ πιστεύω στον Εσταυρωμένο» άρχισα να του λέω, «εξακολουθεί όμως να είναι κρεμασμένος γιατί δεν υπάρχει αγάπη». Τα έχασε όταν του είπα πως έγινα αριστερός γιατί άκουγα στο χωριό μου τις κραυγές των αριστερών από τα βασανιστήρια. «Ήταν και ο πατέρας μου ανάμεσα σ’ αυτούς. Πως θέλετε, λοιπόν, να μη γινόμουν κομμουνιστής; Ή θα πήγαινα με τη μεριά του ΕΛΑΣίτη πατέρα μου ή θα χανόμουν» του έλεγα. Έπειτα άρχισα να του λέω απ’ έξω ολόκληρα εδάφια από την Καινή Διαθήκη. Είμαι παραμυθάς καλός, βλέπετε.

Πράγματι, ωραία τα λέτε. Συνεχίστε.

Εν κατακλείδι,  βρεθήκαμε να μιλάμε για τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ που παιζόταν από το Εθνικό. «Α, το ρομάντζο» μου είπε κι εγώ του απάντησα: «Κάνετε λάθος, δεν είναι ρομάντζο. Είναι ολόκληρη η διχασμένη ανθρωπότητα, η πάλη για την αγάπη απέναντι σ’ ένα σύστημα». Του απήγγειλα στίχους από το φινάλε του έργου. Έφτασα στο σημείο να του πω πώς όταν τελειώσει η δικτατορία, τα παιδιά θα διαβάζουν Κασόλα! Έτσι επιβεβαιώθηκα, αφού όταν ήρθε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ, με βάλανε στα βιβλία της σχολικής μέσης εκπαίδευσης. Σκέψου δηλαδή, ακόμη και αστυνομικοί με διάβαζαν εμένα.

Αυτή ήταν μία μεμονωμένη περίπτωση. Είχατε υποστεί κυνηγητό από τη χούντα.  

Πράγματι, ένα απ’ τα βιβλία που είχαν απαγορεύσει ήταν και το δικό μου, το «Δελτίο καιρού», που είχε βγάλει ο Κουλουφάκος. Αυτός μου είχε πει πως έμπαινε η αστυνομία στα βιβλιοπωλεία και μάζευε το βιβλίο. «Τρέξε να σώσεις όσα αντίτυπα μπορείς» με συμβούλεψε. Γυρνούσα στα βιβλιοπωλεία και είτε αγόραζα το βιβλίο μου, είτε μου το έδιναν οι άνθρωποι.

Πείτε μου όμως πως πήγατε τελικά στην Αμερική.

Αρχικά πάω στο Λονδίνο. Έβλεπαν οι αστυνομικοί του Λονδίνου το διαβατήριο μου, όταν έφτασα στο αεροδρόμιο τους, και γελούσαν. Ήταν διαβατήριο για ένα μήνα μόνο, για ένα ταξίδι αεροπορικώς. Υπήρχε ένας άλλος αστυφύλακας ονόματι Πάνου που απασχολούνταν στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας. Αυτός γύρισε και μου είπε: «Τα κατάφερες, θα σου δοθεί διαβατήριο, αλλά εγώ το ξέρω πως θα μας καταγγείλεις διεθνώς και δεν θα ξαναγυρίσεις στην Ελλάδα». Εγώ του απαντούσα: «Μα τι λέτε; Εργάζομαι βοηθός στη ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ. Θα παρατήσω τη δουλειά μου για να μείνω έξω;» Του είχε μπει η ιδέα ότι θα μιλούσα στο BBC κι εγώ σκεφτόμουν: «Ρε μαλάκα, θα σε κανονίσω τώρα. Μου άνοιξες το δρόμο»! Φτάνω λοιπόν στο Λονδίνο, όπου σπούδαζε η γυναίκα μου, η Αριάδνη…

Σας είχε κοστίσει πολύ ο θάνατος της.

Είμαι δυστυχής. Την έχασα πριν από τέσσερα χρόνια. Μεγάλη απώλεια. Έξυπνος άνθρωπος. Πληκτρολογούσε όλα μου τα βιβλία στον κομπιούτερ για να τα αρχειοθετήσει. Ήταν 74 ετών. Την τσάκισε ο καρκίνος στους πνεύμονες. Στο Λονδίνο τότε τη ρώτησα: «Που είναι εδώ η ελληνική πρεσβεία;» Συμπτωματικά, ήταν κοντά μας. Της ζήτησα να με οδηγούσε εκεί την επόμενη κιόλας μέρα. «Βρε Μήτσο, γλίτωσες από την Ελλάδα και θες τώρα να μπλεχτείς εδώ;» μου έλεγε, όμως ήμουν αποφασισμένος. Πήγαμε μαζί στην πρεσβεία και ζήτησα τον μορφωτικό ακόλουθο. Περνάω μέσα και χωρίς να πω κουβέντα, πετάω πάνω στο γραφείο του το διαβατήριο της χούντας. «Μια χαρά διαβατήριο είναι» μου κάνει αυτός. «Ωραία, αφού είναι μια χαρά διαβατήριο, λέω να το πάω κι από το BBC» απάντησα. «Ε, καλά, μη φτάσουμε και ως εκεί. Παρεξήγησις!»… Έτσι κατάφερα να μου βγάλουν πενταετές διαβατήριο, έχοντας βέβαια φάει μέσα σ’ ένα χρόνο στο Λονδίνο όλες τις οικονομίες μου.

Σας άρεσε το Λονδίνο;

Ωραία πόλη! Καταλαβαίνεις ότι εκεί γεννήθηκε ο καπιταλισμός. Δεν είναι αστεία πράγματα αυτά. Και οι πόλεις μετράνε! Το αντιλήφθηκα όταν το αεροπλάνο πετούσε από πάνω λίγο πριν προσγειωθούμε. Το περπάτησα πολύ το Λονδίνο. Ήταν κι η εποχή των Beatles τότε. Όταν ξεμείναμε από λεφτά, σκέφτηκα έναν ξάδερφό μου που είχε μαγαζί εστίασης στο Νιού Τζέρσεϊ στην Αμερική. Αυτός με κάλεσε να δουλέψω εκεί για μερικά χρόνια μέχρι να επαναπατριστώ. Είπαμε να πάμε, αλλά πως ξεπερνάς το γνωστό πρόβλημα με τα διαβατήρια και τις ρετσέτες που σου έδιναν να υπογράψεις; «Καθίστε έξω και θα σας φωνάξω» μας είπε ο υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο. Χωρίς να το περιμένουμε, μας φωνάζουν: «Μήτσος Κασόλας – Αριάδνη Κυριακίδη να πάνε στο τάδε γραφείο». Πάμε και βρίσκουμε έναν μαύρο γραφιά πίσω απ’ το γκισέ. «Θα το πάρουμε το διαβατήριο» γυρίζω και λέω της γυναίκας μου και όταν με ρώτησε από που το συμπέρανα, της απάντησα: «Κοίταξε, εμείς σαν φυλή κρατάμε για 10.000 χρόνια, ίσως και παραπάνω. Αυτοί είναι νέοι. Δεν πρέπει να νικήσει η ιστορία μας;» Μας ρώτησαν αν έχουμε χρήματα. Καλά κρασιά…Στο μεταξύ, είχα ζητήσει από τον Βότση και τον Κοροβέση να βάλουν ρεφενέ λεφτά στον λογαριασμό μου για το ταξίδι. Συνηθιζόταν αυτό τότε, τα βάζανε σήμερα, τα παίρνανε αύριο οι άνθρωποι. Έτσι δηλώσαμε συνάλλαγμα, απάντησα στις ερωτήσεις του γραφιά, του έδειξα το δίπλωμα των κινηματογραφικών μου σπουδών και του εξήγησα πως θέλω να πάω στο Χόλιγουντ. Εδώ να πω πώς όταν γυρίσαμε από την Αμερική και πέρασα να δω τον Φιλοποίμενα Φίνο, που ήθελε να κάνει ταινία τον «Πρίγκηπα», το μυθιστόρημα μου, με τον Βέγγο, γύρισε και μου είπε: «Βρε Κασόλα, πριν κάνα δυο χρόνια, μου τηλεφώνησαν από την αμερικανική πρεσβεία και με ρωτούσαν για σένα αν δουλεύεις εδώ. Κατάλαβα και τους είπα τα καλύτερα». Επομένως, μέσω Αλίκης έφτασα στο Λονδίνο και μέσω Φίνου έφτασα στην Αμερική.

Ο Μ. Κασόλας σε καφέ της Χαλκίδας (φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης)

Πόσο μείνατε στην Αμερική τελικά;

Ένα χρόνο. Η Νέα Υόρκη είναι μια ζωντανή πόλη, που κανείς δεν κοιμάται. Η πρωτεύουσα του καπιταλισμού. Νοικιάσαμε ένα σπίτι μιας Εβραίας και κοντά μας ήταν ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε φαρμακευτικούς χάρτες. Ήμουν παράνομος, αφού είχε λήξει η προθεσμία της εξάμηνης παραμονής, εκεί όμως είχαν ανάγκη από έναν κουβαλητή. Υπήρξε κι ένας Έλληνας προϊστάμενος τμήματος που ζήτησε να με γνωρίσει. Αυτός μου έδωσε τη δουλειά με έναν όχι πολύ υψηλό μισθό.

Η Ελλάδα σας  έλειπε;

Αν μου έλειπε; Ούτε μια μέρα δεν ήθελα να καθίσω έξω. Ο τόπος μας είναι ευλογημένος, χθες βροχή και σήμερα ηλιοφάνεια. Επιστρέψαμε το 1971 και μπήκα στην αντιστασιακή ομάδα του Λέοντα Λοΐσιου. Τυπώναμε παράνομες προκηρύξεις μέχρι που σε μια επιχείρηση της αστυνομίας ανακάλυψαν τον τηλέγραφο και σκόρπισαν το υλικό. Έτσι συνελήφθησαν τα μέλη της ομάδας. Κρατούσα κάποιες σημειώσεις απ’ τη ζωή μας στην Αμερική, που δεν της άρεσε καθόλου της γυναίκας μου. Ζητούσα πληροφορίες κοινών βιωμάτων, που είχαν σβηστεί τελείως στο μυαλό της. Έτσι προέκυψε η «Άλλη Αμερική», το πιο γνωστό μου βιβλίο. Ζήτησε να με γνωρίσει ο Νίτσος και μου υπέδειξε ο Γιάννης Μαρκόπουλος να τον γνωρίσω κι εγώ. Ρουμελιώτης κι αυτός, τα βρήκαμε. Μου ζήτησε κομμάτια από το βιβλίο προς δημοσίευση. Φώναξε τον Λευτέρη Παπαδόπουλο στο γραφείο του: «Πάρε αυτά τα κείμενα και κάνε επιμέλεια». Ο Παπαδόπουλος, λοιπόν, ονόμασε το βιβλίο μου «Η Άλλη Αμερική», που του άρεσε και γίναμε φίλοι έκτοτε. Μιλήσαμε πριν ένα μήνα, πάω καμιά φορά και τον βλέπω. Η «Άλλη Αμερική» δημοσιεύθηκε σε έντεκα ολοσέλιδα στα ΝΕΑ και πρέπει να’χε διαβαστεί από τουλάχιστον 400.000 ανθρώπους.

Είστε και τυχερός άνθρωπος πέρα απ’ το όποιο ταλέντο. Συμφωνείτε;

Αστειεύεστε; Πολύ τυχερός! Η γραφή η δικιά μου άρχισε απ’ τα 13 μου, όταν δώσαμε εξετάσεις περίπου 600 παιδιά για το Γυμνάσιο. Ήρθα πρώτος, δηλαδή η μοίρα μου ήταν προγεγραμμένη κατά ένα τρόπο. Ας πούμε προορισμός, όχι μοίρα…

Πότε ξεκινά η σχέση σας με τον ποιητή Νίκο Καββαδία;

Από ένα φίλο που ήταν στην Αμερική και είχε διαβάσει στην ΑΥΓΗ τους «Επιθανάτιους λόγους». Ήμουν ο πρώτος που μίλησα στην ΑΥΓΗ για τον Καββαδία και μετά προέκυψαν δημοσιεύσεις εφτά δοκιμίων. Από το 1975 που δημοσιεύθηκαν τα άρθρα μου, λίγο καιρό μετά το θάνατο του ποιητή, ξεκίνησε η Καββαδιομανία που εκτινάχθηκε με τις μελοποιήσεις του Μικρούτσικου.

Όταν το ΠΑΣΟΚ πήρε την εξουσία το ’81, είδατε να συμβαίνει η πολυπόθητη Αλλαγή;

Δεν το πολυκαταλάβαινα τότε. Ο Ανδρέας ταρακούνησε λίγο την Ελλάδα, την εκσυγχρόνισε ειδικά στα κοινωνικά φρονήματα που ήταν μέγας βραχνάς. Κάλεσε κάποια στιγμή τους Έλληνες της Αμερικής σε ομιλία του, εποχή ΠΑΚ. Μας φάνηκαν ανεδαφικά αυτά που έλεγε. Οι άλλοι συνέρρεαν να τον ακούσουν κι εμείς φεύγαμε. Είχε πολλές όψεις και που να ήξερα ότι ο καθηγητής αυτός ήταν επιδέξιος και παμπόνηρος. Ποτέ δεν έγινα Παπανδρεϊκός, αφού μια ζωή ήμουν στην Αριστερά κι εκεί παραμένω. Στο ΚΚΕ Εσωτερικού με αρθρογραφία μου φανατική κατά του ΚΚΕ, για την οποία έχω μετανιώσει λίγο. Έχω επιφύλαξη για τη στάση μου, αφού ΚΚΕ και αστική διακυβέρνηση ταυτίζονται. Και ο Γενικός Γραμματέας τέκνο της αστικής διακυβέρνησης είναι, ένας ανώτερος κρατικός υπάλληλος.

Ωστόσο, επί Μελίνας, εκτιμήθηκε πολύ το συγγραφικό σας έργο.

Η Μελίνα με βράβευσε για τον «Πρίγκηπα» με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος. Ισχύει. Ευνοήθηκα από την Αλλαγή, αφού ήταν ώριμο τέκνο της οργής του λαού που την εξέφρασε ο Παπανδρέου και όσες δυνάμεις της Αριστεράς είχαν ανοιχτά τα μάτια τους. Η Αριστερά ήταν μην πεινώσα, μη διψώσα, μην κυβερνώσα, μην αλλοιώσα! Τέλος πάντων, άσε, μη συνεχίσω άλλο…

Φιλίες είχατε κρατήσει μεγάλες και ισχυρές.

Οι περισσότεροι άνθρωποι φύγανε από τη ζωή…Ο Αγγελόπουλος, ο Κούνδουρος, ο Μίκης…Τα’χει πει ο Σολωμός: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα». Ότι και να λέμε, όταν αισθάνεσαι την απώλεια, ζωντανός τη ζεις! Εγώ δε φοβάμαι θάνατο όσο φοβάμαι τους θανάτους των άλλων. Αυτοί που αγαπάς, φεύγουν, κι αισθάνεσαι μια ματαιότητα, διότι ο χρόνος είναι άπειρος και μέσα στην απεραντοσύνη του, εμείς μπορεί να εκπροσωπούμε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. Κι αυτό, όμως, το ένα χιλιοστό, έχει μεγάλη αξία. Αγαπούσα και τον Μιχάλη Κατσαρό που δεν ξέρω αν τρελάθηκε, επειδή είδε την αλήθεια. Πρέπει να βρω την κασέτα που είχε έρθει σπίτι μου και κατέγραψα τη συνομιλία μας. Ήταν στενός φίλος του Μίκη και του Μαρκόπουλου.

Φτάνουμε στο τωρινό 21ο βιβλίο σας.

Το έγραψα πρόπερσι το καλοκαίρι στα 86 μου.  Τριάντα χρόνια είχα στο μυαλό μου την ιδέα του. Κάποια στιγμή γελούσα με τις ανατροπές που σκεφτόμουν, έλεγα «κάτσε γράφε για να μην τα ξεχάσεις». Μέσα σε σαράντα μέρες το έγραψα στο χωριό μου απάνω στα βουνά.

Γράφετε στο χέρι ή στον κομπιούτερ;

Δεν ξέρω ούτε γραφομηχανή, ούτε κομπιούτερ. Όλα στο χέρι και μετά τα δακτυλογραφούσε η γυναίκα μου. Έχω τώρα ένα βιβλιοπωλείο στη γειτονιά που τους πηγαίνω τα χειρόγραφα μου και μου τα «χτυπάνε».  Ενώ είμαι έμπειρος γραφιάς, συχνά βιάζεται το χέρι μου ή το μυαλό μου και είμαι ανορθόγραφος. Μπορείς να το φανταστείς;

Μπορεί να είστε δυσλεκτικός. Δεν σημαίνει ότι δεν έχετε ευχέρεια λόγου.

Όχι, δεν είμαι…Τίποτα δεν αποκλείεται, βέβαια. Η ιδέα του βιβλίου είναι η εξής: Μαζεύει ο Χριστός τους μαθητές για ένα δείπνο, μοιράζει το ψωμί και το κρασί. Όταν λέει «Κάποιος από εσάς θα με προδώσει» και φτάνει στον Ιούδα:

-Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;

-Εσύ, εσύ!

-Εγώ, ο αδερφός σου, θα σε προδώσω; Κάνεις λάθος! Δεν θα σε προδώσω ποτέ.

-Κανόνισε την πορεία σου, Ιούδα!

-Εγώ δεν πιστεύω ότι πατέρας σου είναι ο Θεός! Σ’ έπαιξε ποτέ στα χέρια του ο πατέρας σου;

-Ήταν από πάντα γραμμένο ότι θα με προδώσεις!

-Από πάντα; Με ρωτήσατε εμένα αν ήθελα να γεννηθώ για να γίνω προδότης; Λάθος κάνεις! Δεν πρόκειται να σε προδώσω! 

Στο τέλος ο Ιούδας τον προδίδει από αγάπη και όχι από φιλαργυρία.

Γράφετε μονίμως κάτι;

Όχι πια. Μάζεψα μόνο όλα τα ποιήματα μου από το 1964 μέχρι το 1976 που αφοσιώθηκα στην πεζογραφία. Παράλληλα, όμως, έγραφα όποιο ποίημα μου «ερχόταν» και το τοποθετούσα σ’ ένα κουτί. Είδα ότι μερικά άντεχαν και τώρα ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις ΚΨΜ.

Εισπράττετε δικαιώματα από τα έργα σας;

Μεταξύ μας τώρα, δεν καταλαβαίνεις με τη σύγχρονη τεχνική των πωλήσεων. Που να ξέρεις πόσα εξέδωσε ο εκδότης και πόσα πούλησε; Τελείωσε η ιστορία που υπόγραφες ένα συμβόλαιο για χίλια αντίτυπα. Μέχρι πριν πέντε χρόνια, υπόγραφα. Συνήθως, π.χ., το τιράζ στον Καστανιώτη ήταν δύο χιλιάδες αντίτυπα. Τελείωναν και επανεκδίδονταν. Τα παιδιά του ΚΨΜ είναι καλοί άνθρωποι, έχουν κάποιον που διεκπεραιώνει τα των πωλήσεων, αλλά που να ξέρουν κι αυτοί με ακρίβεια τι γίνεται; Δεν ελπίζω σε τίποτα, για το βιβλίο για τον Καββαδία ότι ήταν να κερδίσω, το κέρδισα μέχρι την έβδομη έκδοση που έκανε. Ίσχυαν τα συμβόλαια ακόμη. Απ’ το μισθό μου ζω, δεν εισπράττω τρομερά δικαιώματα και επειδή έχω ένα σπίτι δικό μου, μπορώ και τα φέρνω βόλτα.

Που μένετε, κύριε Κασόλα;

Στην Αγία Παρασκευή, αλλά έχω γυρίσει ένα σωρό γειτονιές. Έμενα για χρόνια στην Καισαριανή, μετά στη Νέα Σμύρνη και τώρα εκεί που σας είπα. Σε λίγα χρόνια θα μένω στην πιο μικρή κουκέτα της γης. Στον τάφο! Είμαι μπερδεμένος με την καύση ή την ταφή. Ως χωρικός θέλω τα κλασικά, τις νεκρώσιμες καμπάνες και όλα αυτά. Απ’ την άλλη, επειδή έχω παραμεγαλώσει κι έχω σκεφτεί, σαν να μην έχουν αξία όλα αυτά. Πέθανες; Τελείωσαν όλα, είτε σε χώσουν στη γη, είτε σε κάψουν. Έλα όμως που η ιστορία διδάσκει τον απαραίτητο ύστατο χαιρετισμό στο νεκρό. Θέλει τάφο και στην Ελλάδα εν ονόματι των τάφων νίκησαν οι Αθηναίοι στην αρχαιότητα. Στις κόρες μου, πάντως, είπα: «Να κάνετε ότι δεν σας κάνει κόπο, εγώ ούτως ή άλλως τίποτα δεν θα καταλαβαίνω». Μες στο μυαλό μου, να ξέρετε, έχω πεθάνει πολλές φορές. Και όχι μόνο στο μυαλό μου. Ο ένας μου νεφρός κόντευε να σαπίσει από καρκίνο. Με πρόλαβαν στο παρά πέντε και με βάλανε στο χειρουργείο. Είμαι μ’ ένα γερό νεφρό και αυτό με ζει τώρα. Το άλλο ήταν μεταστατικός καρκίνος από τον πνεύμονα, που με χτύπησε πριν από δεκαπέντε χρόνια. Μετά είχα καρκίνο στον προστάτη. Τον αφαιρέσαμε και τώρα είμαι απροστάτευτος. Στα 89 μου δεν νομίζω να πεθάνω από καρκίνο. Σκέφτομαι καμιά φορά: «Ολόκληρο σύμπαν, εσύ, γιατί με παίρνεις τώρα; Άφησε με να πάω 200 ετών, κάνε και στους άλλους το ίδιο άμα θες»…

Είναι τα ζώα πιο ευτυχισμένα που δεν έχουν επίγνωση του τέλους;

Οι ελέφαντες καταλαβαίνουν και έχουν δικό τους νεκροταφείο. «Έχω το ωκεάνιο μέσα μου και περισσεύει τόπος» γράφω σ’ ένα ποίημα μου. Αναλύω την απώλεια στην ουσία. Κι αν έχω μέσα μου τη γνώση του ωκεάνιου, ζήτημα είναι αν έχω την γνώση του απέραντου χρόνου.

Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνομιλία.

Εγώ σ’ ευχαριστώ. Αν τυπωθεί στην εφημερίδα, θα τη διαβάσω. Από το ίντερνετ, δεν θα τα καταφέρω…

* Πρώτη δημοσίευση: Documento (ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης)

** Το βιβλίο «Το κατά Ιούδαν Ευαγγέλιο» του Μήτσου Κασόλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ

Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Τετ α τετ ιστορίες με τον Μίκη Θεοδωράκη: Πως έγινε ο - κατά Μάνο Χατζιδάκι - Επιτάφιος του με τη Νάνα Μούσχουρη!

Εγώ τον Επιτάφιο δεν ήθελα καθόλου να τον κάνω. Είχα γυρίσει στην Αθήνα το 1960 και έγραφα τη μουσική για τις Φοίνισσες, ενώ είχα πολλά συμβόλαια για να συνεχίσω τη δουλειά μου στην Ευρώπη. Δεν σκόπευα καθόλου να μείνω στην Ελλάδα. Πως έγινα όμως λαϊκός συνθέτης; Ήταν καλοκαίρι, οι Φοίνισσες είχαν παιχτεί κι ετοιμαζόμασταν οικογενειακώς να πάμε πάλι στο Παρίσι. Ήρθε και με βρήκε, όμως, ένας αδερφικός φίλος που ήταν καταδικασμένος σε θάνατο, όπως κι εγώ άλλωστε, τον οποίο είχαν στείλει στον Άι-Στράτη. Δημήτρης Δεσποτίδης λεγότανε. Γεννούσε η γυναίκα του και τότε, το 1960, τους δίνονταν άδειες μιας εβδομάδας για να δουν το νεογέννητο. ''Τι θα γίνει με τους 6.000 κρατούμενους που έχουμε ακόμα;'' με ρωτάει ο Δεσποτίδης και μου ζητάει να μιλήσω του Χατζιδάκι για να μιλήσει με τη σειρά του στον Καραμανλή που ήταν φίλος του. Είχε το θάρρος ο Δεσποτίδης, γιατί τον Χατζιδάκι κατά ένα τρόπο εμείς τον είχαμε αναδείξει στην ΕΠΟΝ. Του είχαμε δώσει την πρώτη του δουλειά, το Καλοκαίρι θα θερίσουμε με τον Αλέξη Δαμιανό. ''Αν θες να μιλήσεις του Χατζιδάκι πάμε τώρα να τον βρούμε στου Φλόκα, εκεί θα τον πετύχουμε'' πρότεινα του Δεσποτίδη στις δύο το μεσημέρι.
Πάμε, ήταν πράγματι εκεί ο Χατζιδάκις, ωραίος, άνετος, ευάερος, ''Δημήτρη μου, εσύ;'' λέει του Δεσποτίδη μόλις τον βλέπει, αγκαλιές, φιλιά. ''Πες του Μάνου, Μίκη, τι τον θέλουμε'' με παρότρυνε ο Δεσποτίδης κι άρχισα εγώ: ''Μάνο μου, ο Δημήτρης είναι σύντροφος μας από την ΕΠΟΝ και ήρθε γιατί γεννάει η γυναίκα του, αλλά από αύριο θα ξαναπάει εξορία. Υπάρχουν 6.000 ακόμα κρατούμενοι σύντροφοι μας, όπως ξέρεις. Μήπως να έλεγες μια κουβέντα του Καραμανλή να έκανε κάποια δήλωση τουλάχιστον;'' Τον Μάνο εκείνη τη στιγμή τον έπιασε το κακό του, το πολύ αντιδραστικό του. ''Ακούστε να δείτε'', σηκώνεται πάνω, ''εγώ τα έχω ξεχάσει αυτά! Έχω το διαβατήριο μου και πηγαίνω όπου θέλω, μ' αρέσει αυτή η κατάσταση''! ''Πάμε να φύγουμε, Μίκη!'' μου κάνει ο Δεσποτίδης, αλλά ο Μάνος κατάλαβε αμέσως ότι δεν μίλησε καλά. ''Με συγχωρείς, έκανα λάθος'' λέει...''Ρε, άντε φύγε από δω'' του απαντάει ο Δημήτρης και βγαίνουμε μαζί έξω. Αύγουστος μήνας ήταν, αυτοκίνητο ούτε για δείγμα στην Αθήνα, 45 βαθμοί έξω. Θυμήθηκα τότε ότι από το '58 είχα στείλει τον Επιτάφιο από μπομπίνα σε φίλους στην Αθήνα και τους άρεσε. ''Δε μου λες'' ρωτάω τον Δεσποτίδη, ''ο Χατζιδάκις είναι διάσημος, τον αγαπούν, αλλά γιατί πήγαμε σ' αυτόν; Γιατί τον αγαπούν;'' Μου απαντάει: ''Γιατί γράφει ωραία τραγούδια''...Ακολουθεί ο διάλογος μας:
- Κι εγώ γράφω ωραία τραγούδια!
- Τι τραγούδια;
- Τον Επιτάφιο!
- Ρε άντε από δω κι εσύ, τραγούδι είναι ο Επιτάφιος; Πως να διασκεδάσει ο κόσμος;
- Μα είναι ωραία λαϊκά τραγούδια. Τα έστειλα εδώ σε μερικούς και τους άρεσαν. 
- Άντε, άσε μας τώρα...
Τον ''ψήνω'' όμως και πάμε στο Zonars για να του τα τραγουδήσω. Μου λέει: ''Ξεκίνα''!
Παραγγέλνουμε δυο μπίρες ξεροσφύρι κι αρχίζω εγώ να χτυπάω το μάρμαρο στο ρυθμό: ''Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου''...Με σταματάει: ''Παρακάτω''! ''Δεν είναι δυνατόν'' λέω μέσα μου, ''ας το πιάσω πιο μαλακά'' κι αρχίζω ''Μέρα Μαγιού μου μίσεψες''...Σηκώνεται απάνω ο Δεσποτίδης ''Τώρα αυτό τραγούδι είναι;'' 
(Παρεμβαίνει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας στην αφήγηση): Τι νόμιζε αυτός, τον Επιτάφιο στην εκκλησία;
Ε, σου λέει, ''τίτλος για τραγούδι ειν' αυτό;'' Θυμηθείτε ότι τότε είχα κάνει το ''Μάνα μου και Παναγιά'', ''κλαίει η μάνα μου στο μνήμα'', μετά ήρθε το ''Τραγούδι του νεκρού αδελφού'', μια ζωή νεκρολογία ήμουν εγώ, νεκροταφείο (γέλια). ''Συνέχισε'' μου λέει αυτός, και μετά;
- Καλά, δε θα περάσουν από λογοκρισία;
- Πως δεν θα περάσουν...
- Καλά, εσύ είσαι κομμουνιστής, ο Ρίτσος είναι κομμουνιστής, πως θα περάσουν;
- Μα, είναι δύο εταιρείες που τα θέλουν, η μία είναι του Πατσιφά κι η άλλη...
(Παρεμβαίνει πάλι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας): Συγγνώμη, το '60 υπήρχε λογοκρισία;
Σαφώς και υπήρχε, βέβαια! Η λογοκρισία υπήρχε από καταβολής ελληνικού κράτους. Ανέκαθεν μας είχαν υπό έλεγχο. Όπως τον Κολοκοτρώνη τον είχαν όχι κάτω απλά, αλλά σε ένα λάκκο μέσα. Τον Κολοκοτρώνη που μας απελευθέρωσε. Σαν οι Αμερικανοί να βαράνε τον Ουάσιγκτον. Αφού έβαλαν, λοιπόν, τον Κολοκοτρώνη στη φυλακή, με μας θα έκαναν πίσω; Λοιπόν, συνεχίζω...''Αυτές οι δύο εταιρείες'' λέω του Δεσποτίδη, ''έχουν πιο μεγάλη δύναμη απ' τη λογοκρισία''! ''Τότε τι κάθεσαι;'' μου κάνει αυτός κι αποφασίζω να ξεκινήσω από τον Πατσιφά. Του άρεσαν του Πατσιφά τα τραγούδια, με πίστευε, του εξήγησα πως θέλω λαϊκά με μπουζούκια, ''πάρε την Άννα Χρυσάφη'' μου λέει. Τότε τα γραφεία του Πατσιφά έβλεπαν προς το Σύνταγμα.
Η Νάνα Μούσχουρη το 1960
Με πιάνει μια μέρα και μου λέει: ''Άκουσε να δεις, άκουσε τα τραγούδια η Μούσχουρη και της άρεσαν. Μήπως να τα δίναμε σ' αυτήν;'' ''Και τη Χρυσάφη τι θα την κάνουμε, θα την πετάξουμε;'' ρωτάω εγώ για να λάβω την απάντηση του: ''Άσ' τη τη Χρυσάφη, θα την κανονίσω εγώ, θα της δώσω κάτι άλλα τραγούδια που θα της πηγαίνουν''. Εγώ σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό, τη στιγμή που Χατζιδάκις - Μούσχουρη ήταν το Νο 1 εκείνη την εποχή. Θα είχα τα μπουζούκια, αλλά με τη Μούσχουρη δεν θα μ' άκουγε μόνο η εργατιά, θα περνούσα και στους αστούς. ''Κύριε Θεοδωράκη'' μου είπε η Μούσχουρη, ''μου άρεσαν πάρα πολύ τα τραγούδια σας, αλλά θα πρέπει να πάρω άδεια από τον κύριο Χατζιδάκι, καταλαβαίνετε. Να έρθετε το μεσημέρι από δω που θα είναι κι ο κύριος Χατζιδάκις για να του μιλήσουμε μαζί''. ''Μάλιστα'' λέω εγώ! Έρχεται ο Χατζιδάκις, κατευθείαν λέει ''Όχι''. Πετάγεται η Μούσχουρη (κάνει τη φωνή του παραπονιάρικη): ''Κύριε Μάνο, ο κύριος Θεοδωράκης μου έδωσε κάτι τραγουδάκια που μ' αρέσουν πολύ. Μπορώ να τα τραγουδήσω;'' (γέλια). ''Υπό έναν όγον'' κάνει αυστηρά ο Μάνος, ''Ότι θέλετε, κύριε Χατζιδάκι'' του απαντάει ο Πατσιφάς, κάθεται στο γραφείο, του δίνουν πένα κι αρχίζει να γράφει: ''Εδώ μαντολίνο, εδώ βιολί, εδώ φλάουτο, εδώ τσέλο'' και στο τέλος ''Πιάνο: Μάνος Χατζιδάκις''! Εγώ τά'χασα! ''Μάνο μου,σ' ευχαριστώ, με τιμάει πολύ αυτό που κάνεις τούτη τη στιγμή''! Έτσι αρχίσαμε, αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα: Πως θα ξύπναγε ο Μάνος, αφού εμείς γράφαμε στις 2 το μεσημέρι κι εκείνος κοιμότανε. Πηγαίνουμε, λοιπόν, στο σπίτι του, τρία δωμάτια όλο κι όλο. Στο ένα ήταν το πιάνο του, στον προθάλαμο ας πούμε, μια κουρτίνα υπήρχε για να απομονώνει το κρεβάτι του και στ' άλλο κοιμόταν η Μιράντα, η αδερφή του, με τη μαμά. Η κουζίνα ήταν. Τον ξυπνάμε, του φτιάχνουμε καφέ, ροχάλιζε ο Μάνος στην κουζίνα (μιμείται το βαρύ ροχαλητό του) και με τα πολλά, μετά από κάνα δίωρο, ξύπνησε και τον πήραμε για την Κολούμπια. Πάμε, ''Μάνο μου, που είναι τα αναλόγια;'' τον ρωτάω, ''ποια αναλόγια;'' μου απαντάει και μου εξηγεί πως έχουμε λαϊκούς μουσικούς και θα τα μάθουν με τ' αυτί. ''Πότε θα γίνει αυτό;'' ξαναρωτάω, ''Τώρα, αυτή τη στιγμή'' λέει ο Μάνος. Τέλος πάντων, αρχίζω εγώ να διευθύνω και κάνουμε τα πρώτα τρία κομμάτια. Μετά από λίγο, όμως, μου λέει ο Μάνος: ''Βλέπω ότι δεν είσαι στα νερά σου. Θες να διευθύνω εγώ και να παίξεις εσύ πιάνο;'' ''Οπωσδήποτε'' απαντάω και αρχίζει ο Μάνος να κάνει την ''κουζίνα'', που τα ήξερε καλά αυτά, κι εγώ να παίζω πιάνο. Εκείνο τον καιρό εγώ με τη γυναίκα μου, τη Μυρτώ, είχαμε αυτοκίνητο, απ' τα ελάχιστα στην Αθήνα, και πηγαίναμε στην Πατριάρχου Ιωακείμ, που έμενε ο Αλεξανδράκης με τη Γεωργούλη. Εκεί υπήρχε κι ένα εστιατόριο που πήγαινε ο Σπυρομήλιος, πρόεδρος του ΕΙΡ τότε. Μας πετυχαίνουν ο Σπυρομήλιος, ο Γκάτσος κι ο Χατζιδάκις, ''Μίκη, έλα εδώ'' μου κάνουν. Ο Σπυρομήλιος ήταν μεγάλο κεφάλι, δεν μάσαγε. Τον έπαιρνε τηλέφωνο ο Καραμανλής και τού'λεγε ''Γιατί μου βάζεις τα τραγούδια αυτού του κομμουνιστή;'' και του απαντούσε  ''Γιατί έτσι μου γουστάρει''! Ήταν κι ο μεγάλος έρωτας της Μελίνας ο Σπυρομήλιος!

(παρεμβαίνω εγώ: Γι' αυτόν ο Χατζιδάκις με τον Γκάτσο έγραψαν το ''Κουρασμένο παλικάρι'')
Ναι, ακριβώς. Ωραίος τύπος ήταν αυτός και τη μεγάλη ιστορία του με τη Μελίνα θα την αφήσουμε για μιαν άλλη φορά. Την άλλη μέρα, στου Φλόκα, επειδή ο Χατζιδάκις ζήλευε και δεν άφηνε τον Γκάτσο να μου δίνει στίχους του - το ξανάπαμε και στη συνέντευξη - μου βάζει ένα σκονάκι στην τσέπη και μου λέει στ' αυτί συνομωτικά: ''Να, να, διάβασε το αυτό όταν θά'σαι μόνος σου''...Το ανοίγω και βλέπω τους στίχους της ''Μυρτιάς''! Μου άρεσαν πολύ! Λέω του Γκάτσου συνομωτικά κι εγώ: ''Αύριο! Μεσ' στην ίντριγκα ήμασταν'' (γέλια) Την επόμενη, είμαστε ο Πατσιφάς, ο Γκάτσος, εγώ και μετά ήρθε κι ο Χατζιδάκις. Τους παίζω τη ''Μυρτιά'', όπως είχα ήδη μελοποιήσει το ποίημα. Κάνει ο Πατσιφάς: ''Πολύ ωραίο είναι, πάμε να το γράψουμε αύριο. Ποιος θα διευθύνει; Μάνο, εσύ θα το κάνεις''. Εκεί τους ενημερώνω για ένα άλλο τραγούδι που είχα γράψει και που είχε γίνει πολύ μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό (τραγουδάει τη μελωδία από το ''Honeymoon song''). 
Τους το παίζω στο πιάνο και λέω στον Γκάτσο ''Νίκο, γράψε ελληνικούς στίχους εσύ''. Τους έγραψε επί τόπου ο Νίκος. ''Ποιος θα τα πει τα τραγούδια;'' λέμε κι ακούμε ξαφνικά μια φωνή από το βάθος: ''Εγώ θα τα πω''! Γυρίζουμε, βλέπουμε μια ξανθιά κοπέλα με τουπέ, ''ποια είσαι εσύ;'' τη ρωτάει ο Πατσιφάς, ''είμαι η Γιοβάννα'' λέει αυτή, ακριβώς έτσι όπως σας το λέω! ''Που τραγουδάς;'' τη ρωτάμε, ''Πουθενά'' απαντάει (γέλια) και αμέσως μετά: ''Μπορώ να τα πω εγώ; Τά'μαθα κιόλας απ' έξω''. Ξανακάθομαι στο πιάνο, βρίσκω τον τόνο της και την άλλη μέρα πράγματι γράψαμε σε δισκάκι τα δύο κομμάτια.  
''Πήγαν'' αμέσως, είχαν ωραίο τέμπο, έβαλε ο Μάνος και τα όργανα που ήθελε, τα είπε και εξαιρετικά η Γιοβάννα. Υπήρχε μεγάλο κέφι στην ηχογράφηση τους. Έλα, όμως, που μια μέρα μετά θα συνεχίζαμε με το τέταρτο τραγούδι του ''Επιταφίου''! Στην ίδια μπομπίνα είχαμε βάλει μέσα τα δύο νέα τραγούδια με τη Γιοβάννα. Τσιμουδιά, μην το πάρει χαμπάρι η Μούσχουρη! Στο διάλειμμα, όμως, λέει ο Μάνος: ''Ας ακούσουμε κι αυτά που γράψαμε χθες''. ''Τι γράψατε χθες;'' πετάγεται η Μούσχουρη. ''Θ' ακούσεις'' της απαντάει ο Μάνος. 
- Τι τραγούδια ειν' αυτά;
- Κάτι τραγούδια που έγραψε ο Μίκης.
- Πότε τά'γραψε;
- Χθες! 
- Και ποια ειν' αυτή που τα τραγούδησε;
(γέλια) Και την πιάνει μια υστερία τη Μούσχουρη, ήθελε να τα σπάσει όλα! Υπήρχαν κάτι τασάκια εμαγιέ, της τά'δινε ο Πατσιφάς: ''Να, πάρε, Νάνα μου'' κι αυτή τα έσπαγε το ένα μετά το άλλο! Σκηνή κινηματογραφικής ταινίας, μεγάλη κωμωδία! 
Μετά η Μούσχουρη δήλωσε ''Μ' αυτόν δε θέλω να ξανασυνεργαστώ'', δεν το είπε όμως έτσι σε μένα. Εμένα μου είπε κάτι άλλο. Μπαίνουμε όλοι σ' ένα ταξί να μας πάει στου Φλόκα - απορώ πως χωρέσαμε - και μου λέει: ''Κύριε Θεοδωράκη, θέλω να σας μιλήσω. Δε νομίζω ότι μπορούμε να συνεργαστούμε, εσείς έχετε τραγουδίστρια αυτήν τη Γιοβάννα - πως τη λένε''...Ύστερα απ' αυτό έπιασα εγώ τον Πατσιφά: ''Άκουσε να δεις, εγώ δεν σου ζήτησα τίποτα. Εσύ ήθελες να γραφτεί ο Επιτάφιος, αφού όμως η Μούσχουρη είπε έτσι, δεν θέλω, αποχωρώ. Ποιος θα μου πει εμένα τι θα κάνω; Ξέρεις ποιος ειμ' εγώ και πόσο έχω υποφέρει για να κάνω ότι έκανα; Τι πράγματα είναι αυτά;'' ''Έλα, μωρέ, αφού την ξέρεις'' ήταν η απάντηση του Πατσιφά. ''Όχι'' του λέω και κατευθείαν στην Κολούμπια! Στην Κολούμπια διαπιστώνω πως έδιναν τόση σημασία στη δισκογραφία, ώστε ο διευθυντής της εταιρείας ήταν και ο υπεύθυνος του λογιστηρίου. Περιμένοντας, βλέπω μια μεγάλη ουρά που περίμεναν οι καλλιτέχνες να πληρωθούν. Ξεχωρίζω έναν αδύνατο τύπο. ''Με συγχωρείτε'' ρωτάω κάποιον, ''μήπως αυτός εκεί είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης;''
- Ναι, αυτός είναι!
- Και κάθεται στην ουρά;
- Που να κάτσει;
- Μα ξέρετε τι γίνεται στη Γαλλία; Ξέρετε πως παίρνει τα λεφτά του ο Charles Aznavour; Του τα πηγαίνει η Ρολς Ρόις στο σπίτι του τα λεφτά του! 
Εμένα μου έδωσαν εφάπαξ 1500 δραχμές το τραγούδι, πήρα συνολικά 12000. Ο δε Μπιθικώτσης πήρε 500 δραχμές το τραγούδι. Αυτά δίναν τότε. Η Παπαγιαννοπούλου το ''Δυο πόρτες έχει η ζωή'' το πούλησε 50 δραχμές, που παιζόταν παντού. Ερχόταν πολλές φορές σπίτι μου μετά απ' τη χαρτοπαιξία για να μου δώσει τραγούδια. Εγώ δεν ήθελα να της πάρω στίχους - είχα στήσει κατάσταση ήδη με τους ποιητές - της έφτιαχνα όμως καφέ, της έδινα κι ένα πεντακοσάρικο, λέγοντας της ''Πάρε να βολευτείς και δώσ' τα αλλού''. Μετά έδωσε μια συνέντευξη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τού'πε ότι μου είχε φέρει το ''Ειμ' αϊτός χωρίς φτερά'', δεν το πήρα εγώ κι έτσι το έδωσε στον Χατζιδάκι. Αυτή είναι κι η ιστορία μου με την Παπαγιαννοπούλου. Πάμε πάλι στην Κολούμπια, όπου τους δηλώνω ότι θέλω τραγουδιστή τον Μπιθικώτση. ''Ποιος ειν'αυτός;'' με ρωτάνε, ''αυτός που είπε το Γαρίφαλο στ' αυτί'' τους απαντάω. Αυτό ήξερα εγώ! Στη Μακρόνησο, που λένε, ο Μπιθικώτσης δεν τραγουδούσε, ήταν συνθέτης. Μάλιστα το πρώτο τραγούδι του, το ''Καντήλι τρεμοσβήνει'', το τραγούδησε ο Βαμβακάρης. Εγώ τη φωνή του, λοιπόν, την είχα ακούσει στα όμορφα τραγούδια του Χατζιδάκι, την ''Κυρά'', το ''Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω'' και το ''Γαρίφαλο στ' αυτί''. Τότε ήρθε ο Τάκης Λαμπρόπουλος εξ Αμερικής. ''Κύριε Θεοδωράκη'' μου λέει, ''θέλετε οπωσδήποτε τον Μπιθικώτση; Εδώ έχουμε εξαιρετικές γυναικείες φωνές, τη Γιώτα Λύδια, την Πόλυ Πάνου, τη Μαίρη Λίντα, πείτε, ποιαν θέλετε;'' ''Τον Μπιθικώτση θέλω!'' επέμενα. Τότε ο Μπιθικώτσης ετοιμαζόταν να τα παρατήσει. Αυτοκράτορας ήταν ο Καζαντζίδης, ο οποίος έπαιρνε 5000 μεροκάματο στις Τζιτζιφιές. Ο Μπιθικώτσης πήγε σε μαγαζί απέναντι με 50 δραχμές μεροκάματο. Αυτή ήταν η διαφορά στις τιμές τους. Ο Μπιθικώτσης δεν είχε καριέρα σαν φωνή, ήταν έτοιμος να γίνει υδραυλικός και να παρατήσει το τραγούδι. Εγώ τον καθιέρωσα σαν τραγουδιστή. 
Θυμάμαι το ίδιο πάνω - κάτω διάστημα που γράφαμε την ''Πολιτεία Α'' να είμαστε ο Καζαντζίδης, ο Χιώτης, η Μαίρη Λίντα κι εγώ και να μπαίνει μέσα ο Μπιθικώτσης ντυμένος με ένα ωραίο μακρύ σακάκι. Μάγκας αυθεντικός. Δεν υπήρχε άνθρωπος, άντρας, που να χορεύει ωραιότερο ζεϊμπέκικο από τον Μπιθικώτση. Είχε αυτό το στρατιωτικό όνομα και το αρχοντικό παρουσιαστικό, που κανείς δε μπορεί να καταλάβει πόσο ευαίσθητος άνθρωπος ήτανε. Πριν βγει στη σκηνή έκανε εμετό απ' το άγχος του. Ήταν μέχρι να βγάλει την πρώτη νότα, εκεί μεθούσε ο ίδιος με τη φωνή του και άλλαζε! Ποιος θα είχε φωνές σαν του Μπιθικώτση, της Φαραντούρη και του Πανδή; Άλλοι θα πλήρωναν, όχι θα πληρώνονταν, για να τους ερμηνεύουν τέτοιες φωνές! Τέτοια ήταν η χαρά μου που τους άκουγα στα τραγούδια μου και χανόμουν!
Μίκης Θεοδωράκης - Θέμης Ροδαμίτης - Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Η συνομιλία με τον Μίκη Θεοδωράκη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του, απόγευμα Πέμπτης 11 Μαΐου 2017, παρουσία της κόρης του, Μαργαρίτας, του Γιώργου Λιάνη, του Θέμη Ροδαμίτη, του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και της Παυλίνας Βουλγαράκη.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

πρωινό-άστρο-με-την-αύρα-του-κλασικού

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΠΡΩΙΝΟ ΑΣΤΡΟ

ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ Ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ

ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ

Πιάνοντας κανείς στα χέρια του το καινούργιο cd του Χρήστου Λεοντή σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου αναρωτιέται: Ποιος να τραγουδάει άραγε; Ο Λεοντής ή ο...Ρίτσος; Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θεωρώ χονδροειδές ατόπημα να απουσιάζει το όνομα του ερμηνευτή Παντελή Θεοχαρίδη από το εξώφυλλο. Απορώ: Κανείς από τον Μετρονόμο δεν πρόσεξε τις λεπτομέρειες της έκδοσης, λίγο πριν αυτή πάει για τύπωμα; Θέλω να πιστεύω πως ότι έγινε, έγινε από αβλεψία και όχι από άποψη, αφενός γιατί δεν αξίζει τέτοια συμπεριφορά σε έναν τραγουδιστή του επιπέδου του Θεοχαρίδη και αφετέρου γιατί η ερμηνεία του είναι αυτή που και εδώ κλέβει την παράσταση, θα λέγαμε. Λυπάμαι αν γίνομαι ελαφρώς δυσάρεστος, αλλά δε μπορούσα να αφήσω ασχολίαστη μια τέτοια κίνηση. Επί του παπλώματος, τώρα, ο Χρήστος Λεοντής εξακολουθεί να δικαιώνει τον τίτλο ενός από τους πιο γλυκούς μελωδούς που αξιώθηκε το ελληνικό έντεχνο τραγούδι. Κρητικής καταγωγής δημιουργός, στις δουλειές του για το Θέατρο Τέχνης κυρίως, αλλά και για τη δισκογραφία, ο Λεοντής καλλιέργησε περισσότερο τις βενετσιάνικες δυτικότροπες φόρμες παρά το αρχαϊκό παραδοσιακό στοιχείο της γενέτειρας του, σε αντίθεση με τον ομότεχνο του, Γιάννη Μαρκόπουλο, λόγου χάριν. Αποτέλεσμα ήταν να καταθέσει ορισμένους αριστουργηματικούς κύκλους τραγουδιών, σαν το Αχ Έρωτα του 1974 σε ποίηση F.G.Lorca (σε μετάφραση Λευτέρη Παπαδόπουλου) και τις Παραστάσεις της επόμενης χρονιάς με συγκεντρωμένα τραγούδια του από το θέατρο. Θα μπορούσα να παραθέσω απ' αυτή την άποψη και έναν αρκετά μεταγενέστερο κύκλο τραγουδιών του, τις Πυγολαμπίδες, για τις φωνές της Λυδίας Κονιόρδου, της Νένας Βενετσάνου και του Γιώργη Μπαγιώκη. Οι μπαλάντες του Λεοντή με τη συχνή χρήση της φυσαρμόνικας και τις αρμονικές δομές τους παραπέμπουν στα άγνωστα πονήματα των πιο γλυκόλαλων τροβαδούρων της Αναγέννησης. Ανέκαθεν θαύμαζα το προσωπικό συνθετικό του στίγμα, αυτό που με την πρώτη νότα αντιλαμβάνεσαι πως πρόκειται για δική του εργασία και κανενός άλλου δημιουργού. Λεοντής με τη βούλα, σα να λέμε!
Ευτυχώς, και στο τωρινό Πρωινό άστρο του, οι μελωδίες για μιαν ακόμη φορά κυριολεκτικά ξεχείλισαν από μέσα του! 37 ολόκληρα χρόνια μετά το Καπνισμένο τσουκάλι, έργο-ορόσημο της Μεταπολίτευσης, ο Χρήστος Λεοντής συναντήθηκε και πάλι με τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Όχι βέβαια μέσω ενός πολιτικά στρατευμένου ποιητικού λόγου, αλλά με το πιο τρυφερό του έργο, αφού γράφτηκε για τον ερχομό στη ζωή της μοναχοκόρης του. Ωστόσο, ο πάντα πολιτικοποιημένος και κοινωνικά ευαίσθητος συνθέτης είναι σαφής στον πρόλογο της έκδοσης: Αφιερώνω αυτά τα τραγούδια σε όλα τα παιδιά και σε όλους εκείνους που δείχνουν την ίδια τρυφερότητα σ' αυτά, όπως και ο Ρίτσος, με την ευχή, όλοι μαζί ν' αλλάξουμε τον κόσμο. Κι όμως, το συγκεκριμένο Πρωινό άστρο δεν είναι παιδικός δίσκος, όπως πιθανώς να νομίσουν πολλοί, ορμώμενοι κι από το σχέδιο της Ελένης Ζωγράφου στο εξώφυλλο. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν μικρό κύκλο τραγουδιών, ένα μίνι άλμπουμ, αποτελούμενο από έξι κομμάτια και για την ακρίβεια έξι λυρικές μπαλάντες, οι οποίες ευτύχησαν και στον νευραλγικό τομέα της ενορχήστρωσης, που επιμελήθηκε ο συνθέτης. Τα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν είναι η φυσαρμόνικα (από τον maitre Μάνο Αβαράκη), οι κιθάρες και το μαντολίνο (Μανώλης Ανδρουλιδάκης), το πιάνο (Νεοκλής Νεοφυτίδης, στενός συνεργάτης του Λεοντή), το κοντραμπάσο (Χάρης Μέρμηγκας) και το ακορντεόν (Νίκος Παπαναστασίου). Το μπουζούκι και τα άλλα λαϊκά όργανα απουσιάζουν - ευφυώς, κατά τη γνώμη μου - και εάν δεν υπήρχε το προαναφερόμενο ισχυρό συνθετικό ύφος θα μιλούσαμε για μια μουσική εργασία χατζιδακικής κατεύθυνσης. Τώρα, όμως, όλα συνηγορούν στο ότι ο Λεοντής πλησίασε την τρυφερότητα του πατέρα-ποιητή Ρίτσου με μιαν ισάξια τρυφερότητα εκ μέρους του. Σε πείσμα των καιρών που θέλουν το έντεχνο ξοφλημένο, αν και φρόντισαν πολλοί δηλωμένοι έντεχνοι δημιουργοί να το ξοφλήσουν μιαν ώρα αρχύτερα την τελευταία 15ετία, όπως και πολλοί alternative (τάχα μου) δημοσιογράφοι την τελευταία 5ετία, κομμάτια του Λεοντή μέσα από το Πρωινό άστρο, σαν το Ήθελα κάτι να σου πω (με τη συγκινητική απαγγελία της ηθοποιού Ουρανίας Μπασλή στην εισαγωγή του) και το Εκεί που σμίγει η αγάπη, προσφέρονται για τις πιο όμορφες και μυσταγωγικές ραδιοφωνικές ακροάσεις και βασικά για τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων του κοινού με το καλό ελληνικό τραγούδι. Άψογος στο πόστο του ο Παντελής Θεοχαρίδης, ο ένας και μοναδικός έντεχνος τραγουδιστής της γενιάς του, που δεν έχει βγάλει πότε ανοησίες από το λαρύγγι του και την ψυχή του, χάριν εμπορικότητας και καλλιτεχνικών εκπτώσεων, παρ' ότι οι τελευταίες θα μπορούσαν να του αποφέρουν και χρήμα και μεγαλύτερη φήμη. Το έχουμε δει να συμβαίνει συχνά με γνωστότερους συναδέλφους του τού λεγόμενου ποιοτικού λαϊκού ρεπερτορίου. Ας είναι! Γνωρίζω πόσο ενθουσιασμένος είναι ο Θεοχαρίδης που τραγούδησε σε α΄εκτέλεση Χρήστο Λεοντή σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, όπως και παλαιότερα Μιχάλη Τρανουδάκη σε ποίηση Κ. Π. Καβάφη και σίγουρα τα εξαιρετικά Τραγούδια του Χαμένου Ποιητή των Δημήτρη Μαρκατόπουλου-Χ. Γ. Παπαδόπουλου από τον μεταχατζιδακικό Σείριο.
Δεδομένης της ιστορίας του συνθέτη και της δουλειάς που έγινε από την ομάδα των συνεργατών του, χαρακτηρίζω το Πρωινό άστρο ως τη φυσική συνέχεια των μεγάλων έντεχνων ελληνικών έργων του 1960 και του ΄70. Πιστεύω ακόμη πως μέσα στην πληθώρα των δισκογραφικών εκδόσεων της εποχής, το cd αυτό δεν πάει στην...άκρη, αλλά τοποθετείται κάλλιστα δίπλα στους all time classic δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη, του Μάνου Χατζιδάκι, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Γιάννη Μαρκόπουλου και βέβαια του Χρήστου Λεοντή. Κι ας προχωρούν ταυτόχρονα η Monika, ο The Boy, ο λόλεκ, οι Electric Litany κι ένα σωρό άλλα ταλαντούχα νέα παιδιά. Εμένα μου αρέσει όλο αυτό που γίνεται και δε χωρίζω την τέχνη της μουσικής σε μοντέρνα και παλιομοδίτικη, πασέ και τρέντι. Τελεία και παύλα.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

το-πρωινό-άστρο-του-γιάννη-ρίτσου-και-του-χρήστου-λεοντή-στο-υπόγειο-του-θεάτρου-τέχνης

Χθες το μεσημέρι μέσα στον ιερό χώρο του Θεάτρου Τέχνης και συγκεκριμένα στο Υπόγειο Κάρολος Κουν έγινε η παρουσίαση του καινούργιου δίσκου του Χρήστου Λεοντή. Για δεύτερη φορά, έπειτα από 36 ολόκληρα χρόνια, ο Λεοντής μελοποίησε και πάλι τον Γιάννη Ρίτσο. Όχι όμως κάποιο στρατευμένο έργο του, αλλά την ποιητική σύνθεση Πρωινό άστρο που ο ποιητής έγραψε το 1955 για τη νεογέννητη κόρη του. Μάρτυρες στην λιτή και όμορφη αυτή εκδήλωση σα να ήταν ο Κουν, η Μελίνα, ο Καμπανέλλης κι ο Χατζιδάκις.
Μπαίνοντας στο φουαγιέ του Υπογείου βρήκα τον Χρήστο Λεοντή και τον Γιώργο Μονεμβασίτη να ομιλούν περί του μελοποιημένου Ρίτσου γενικώς, αλλά και περί ελληνικής γης. Bosko, θα πεις δυο λόγια για το cd που τό 'χεις ακούσει; Με ρώτησαν ο συνθέτης και ο Θανάσης Συλιβός, ο εκδότης του. Ευχαριστώ- απάντησα- αλλά τι να πω εγώ όταν είναι εδώ ο κ. Μονεμβασίτης; Προτίμησα, λοιπόν, να καθίσω στην πρώτη σειρά των θέσεων του θεάτρου και ν' απολαύσω τον λόγο των δημιουργών.

Πρώτος μίλησε ο Συλιβός. Έκανε μια ιστορική αναδρομή στη σύμπλευση Γιάννη Ρίτσου - Χρήστου Λεοντή, από το Καπνισμένο τσουκάλι έως το Πρωινό άστρο, παρουσιάζοντας και τους υπόλοιπους συντελεστές που δε μπόρεσαν να παρευρεθούν: τον ερμηνευτή του έργου, Παντελή Θεοχαρίδη, που δεν ήταν εφικτό να έρθει από τη Θεσσαλονίκη, την ηθοποιό Ουρανία Μπασλή που απαγγέλλει το ποίημα Ήθελα κάτι να σου πω και βέβαια τους μουσικούς Μάνο Αβαράκη (φυσαρμόνικα), Μανώλη Ανδρουλιδάκη (κιθάρες, μαντολίνο), Νεοκλή Νεοφυτίδη (πιάνο), Χάρη Μέρμηγκα (κοντραμπάσο) και Νίκο Παπαναστασίου (ακορντεόν). Τελικά, από τους μουσικούς, μόνο ο Νεοφυτίδης και ο Ανδρουλιδάκης κατάφεραν να παραστούν στην παρουσίαση.

Ακολούθησε η κόρη του ποιητή, Έρη Ρίτσου. Με το γνώριμο χιούμορ της αυτοπροσδιορίστηκε πλέον ως...Εσπερινό άστρο, μια και το Πρωινό άστρο- όπως είπαμε- γράφτηκε γι' αυτήν. Αναφέρθηκε στις άλλες δύο πρόσφατες μελοποιήσεις που έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα στο συγκεκριμένο έργο του πατέρα της, χαρακτηρίζοντας ως πιο επιτυχημένη την τωρινή του Λεοντή.

Την άκουγα και σκεφτόμουν Να και μια πνευματική κληρονόμος της προκοπής! Ούτε μιζέριες, ούτε να ζητάει πιστοποιητικό φρονημάτων απ' τον εκάστοτε συνθέτη που θα την προσεγγίσει για να μελοποιήσει τον Ρίτσο, εν ολίγοις η απόλυτη παράδοση του τεράστιου έργου του πατέρα της στον λαό και τους καλλιτεχνικούς εκπροσώπους του!

Όποτε το βλέμμα μου ξέφευγε απ' τους ομιλητές, καρφωνόταν στα άδεια καθίσματα του μυθικού μαύρου Υπογείου του Κουν. Έχει απίστευτα vibes ο χώρος αυτός κι ανεξαρτήτως του ότι ακόμη λειτουργεί, θα έπρεπε να έχει γίνει και κάπως σαν ζωντανό μουσείο, με εύκολη δηλαδή πρόσβαση από τον καθένα.

Η Έρη Ρίτσου μίλησε ακόμη για την πρώτη φορά που άκουσε το, μελοποιημένο από τον Λεοντή, Πρωινό άστρο σε συναυλία στη Σάμο και ευχήθηκε να καταφέρει να συναντηθεί με το κοινό, σήμερα που εκδόθηκε σε cd.

Ο Πάπας της δημοσιογραφίας του έντεχνου, Γιώργος Μονεμβασίτης, αφού δήλωσε ότι ακόμη δεν έχει ακούσει ολοκληρωμένη τούτη τη δουλειά του Λεοντή, συμφώνησε με την κόρη του ποιητή, υποστηρίζοντας πως μάλλον πρόκειται για την καλύτερη μελοποίηση. Αναφέρθηκε επίσης στον οριακό Επιτάφιο του Ρίτσου, που ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε στα 1958, αλλάζοντας μια για πάντα το τοπίο του λαϊκού έντεχνου τραγουδιού.

Ο ίδιος ο Χρήστος Λεοντής, τώρα, ενώ στην αρχή αρκέστηκε σε μία ανάγνωση αποσπασμάτων από το Πρωινό άστρο και ως εκ τούτου κινδύνευσε να γίνει...άχρωμος και άοσμος, στο τέλος πολιτικολόγησε και ορθώς έπραξε αν υπολογίσει κανείς τι γινόταν την ίδια ώρα στην Αθήνα και την πολιτική ζωή του τόπου στον Απάνω Κόσμο, έξω δηλαδή από το Υπόγειο Κάρολος Κουν.

Χαρακτηριστικά είπε πως η περίοδος αυτή είναι η πιο ακατάλληλη, αλλά συνάμα και κατάλληλη, για να παράγουν οι καλλιτέχνες το έργο τους. Οργισμένος, δήλωσε πως οι Έλληνες κι οι ξένοι που θέλουν να μας χώσουν στα σκατά, τελικά χώθηκαν οι ίδιοι σ' αυτά. Ζήτησε συγνώμη που έκλεισε την παρουσίαση του δίσκου του μ' αυτά τα λόγια, όμως το κοινό έπιασε το νόημα και τον καταχειροκρότησε! Ωραίος συνθέτης ο Λεοντής, ίσως ο πιο γλυκός μελωδός στην Ελλάδα μετά τον Μάνο Χατζιδάκι! Την εκδήλωση παρακολούθησαν, μεταξύ άλλων, ο δημ/φος Γιώργος Τσάμπρας, ο Ηρακλής Οικονόμου από τα Μουσικά Προάστια, ο σκηνοθέτης Διαγόρας Χρονόπουλος, ο τραγουδιστής Νίκος Ανδρουλάκης και ο στιχουργός Δημήτρης Λέντζος. Την ώρα που ακουγόταν από τα ηχεία το τραγούδι Εκεί που σμίγει η αγάπη, μια δημ/φος παραδίπλα αναφώνησε με ενθουσιασμό Φωνάρα, προφανώς απευθυνόμενη στη φωνή του Παντελή Θεοχαρίδη.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

των-αγίων-μνημονίου-&-ρίτσου

Τά 'παιξε ο πρωθυπουργός της χώρας μετά κι από το χθεσινό πατατράκ στο κέντρο της Αθήνας, σου λέει Οι άλλοι δεν το κουνάνε απ' το Σύνταγμα κι όπου νά 'ναι θα μπουκάρουν μέσα και θα μας το κάνουν περιστερώνα το μαγαζί, οι υπουργοί του προπηλακίζονται, οπότε τό 'φερε από δω, τό 'φερε από κει και από σήμερα κιόλας προχωρά σε ανασχηματισμό, ζητώντας παράλληλα ψήφο εμπιστοσύνης. Πιο μπανάλ έργο δεν έχουμε ξαναδεί, ειλικρινά...Άντε να βγει ο συνονόματος με τη λεγόμενη συντηρητική παράταξη να ξέρουμε κι εμείς ποιον θα πολεμάμε direct στο εξής. Γιατί, οφείλω να ομολογήσω ότι ο Γιωργάκης μού ήταν πολύ πιο συμπαθής - ως άνθρωπος, μην παρεξηγηθώ - από κάτι Τσίπρες και δε συμμαζεύεται. Κατ' αρχάς, αποπνέει μια καλοσύνη στα όρια της αγαθομάρας, κοινώς δεν έχει πονηρό μάτι, κακό, που λένε. Έπειτα, ομιλεί άπταιστα την αγγλικήν! Από τον Γιακουμάτο που έλεγε το Χαλάνδρι Χαλάντρι ή τον συχωρεμένο τον Έβερτ που ήθελε την προτομή του Ελύτη στο Σούνιο για να...αγναντίζει το Αιγαίο, χίλιες φορές προτιμότερος ο ξενόγλωσσος Γιωργάκης κι ας τον αποκαλούσαν αμερικανόδουλο οι πολέμιοι του. Είδαμε και τους Ελληναράδες πολιτικούς μας, τέρατα μορφώσεως οι περισσότεροι. Εξαιρούνται βέβαια οι αριστεροί που σ' αυτόν τον σημαντικό τομέα τουλάχιστον υπερτερούν. Έπαιρνε άραγε ψυχοφάρμακα ο Γιωργάκης; Ο τρελογιατρός μου μού έλεγε τις προάλλες ότι οι πολιτικοί μας χαπακώνονται σε καθημερινή βάση, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, απλώς για να μην έχουν κανένα άγχος και χάσουν την καρέκλα τους από αιτίες υπεράνω των δυνάμεων τους. Έτσι εξηγείται η, στα όρια της γουρουνιάς, απάθεια τους απέναντι στα προβλήματα αυτού του λαού, των ψηφοφόρων τους δηλαδή. Σαν τα φωτομοντέλα στην Καλιφόρνια που επίσης χαπακώνονται καθημερινά για ν' αποκτήσουν φυσικό μαύρισμα - γνωστό ότι η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη και η μελανίνη συνεργάζονται άψογα ενίοτε! Έκανε, όμως, αηδίες ο Γιωργάκης...Τι τού 'φταιξε η Κερκυραία η γυναίκα του Βοσκόπουλου και της έδωσε πόδι; Ε, κράτα τώρα τη γυναίκα του Νταλάρα να σ' τη φυγαδεύουν με καΐκια μεσ' στη μαύρη νύχτα. Γιατί, καλά μας τά 'χε πει πριν χρόνια με την αποποινικοποίηση. Δεν θα βγει ο Γιωργάκης; Ε, ρε τι έχει να γίνει, θυμάμαι να μου λέει ο Κώστας, το φρικιό απ' τη Δραπετσώνα. Θα φυτέψω μια γλάστρα μέχρι εκεί πάνω και θα την πίνω έξω απ' το αστυνομικό τμήμα! Ήθελες φούντα στο χαλαρό, Κωστάκη; Φάε τώρα ένα Μνημόνιο από τη Δραπετσώνα ίσαμε τη Γλυφάδα, μείνε χωρίς φράγκο στην τσέπη και ανατρίχιασε με εκείνη την προφητεία του Χάρρυ Κλυνν των 80s που έλεγε ότι σε λίγο τις μπριζόλες θα τις...νοικιάζουμε! Ας κλείσω το θέμα αυτό, δίνοντας μία δίπτυχη σουρεαλιστική πληροφορία: Σήμερα, 16 Ιουνίου, ο Γιώργος Παπανδρέου γιορτάζει τα γενέθλια του. Γίνεται 59 ετών. Ξέρετε ποιοι άλλοι γιορτάζουν σύμφωνα με το ορθόδοξο εορτολόγιο; Οι Άγιοι Τύχωνας και...Μνημόνιος! Μαζί, πάνε πακέτο αυτοί οι δύο! Εγώ πάντως λέω να παρακολουθήσω τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις από το μεσημέρι και μετά, όταν θα έχω βγει από το μαύρο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν. Στις 12.00 γίνεται εκεί η παρουσίαση του έργου Πρωινό άστρο του Γιάννη Ρίτσου σε μουσική του Χρήστου Λεοντή, του σημαντικού συνθέτη που είχε πολλά- πολλά χρόνια να μελοποιήσει πάλι τον ίδιο ποιητή. Και τα έξι κομμάτια αυτού του μικρού κύκλου τραγουδιών ερμηνεύει ο Παντελής Θεοχαρίδης, ενώ η ηθοποιός Ουρανία Μπασλή, η σύζυγος του Λεοντή, συμμετέχει διαβάζοντας ποίηση του Ρίτσου. Απ' όσο γνωρίζω, δεν θα παρουσιαστεί ζωντανά το έργο, μια και η χθεσινή απεργία στα μέσα μεταφοράς κράτησε τον Θεοχαρίδη στη Θεσσαλονίκη. Θα μιλήσουν, υποθέτω, ο Λεοντής αυτοπροσώπως και ίσως ο Θανάσης Συλιβός, ο εκδότης του δίσκου από τον Μετρονόμο του. Δεν πειράζει που δεν θά 'χει τραγούδι η εκδήλωση. Η παρουσία και ο λόγος του Λεοντή μέσα σ' έναν χώρο ιστορικής σημασίας, με τον οποίο ταυτίστηκε καλλιτεχνικά από τη δεκαετία του 1970, αρκούν για να ομορφύνουν τη μέρα που ξημερώνει!

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

carmina-graeca-ή-η-ιστορική-συνέχεια-του-λαϊκού-έντεχνου-τραγουδιού

Άκουγα χθες το μεσημέρι στον Ιανό τον συνθέτη Σαράντη Κασσάρα να μιλάει για το καινούργιο έργο του, λίγο προτού συνοδεύσει κάποιους από τους ερμηνευτές του στο πιάνο, και σκεφτόμουν πόσο η συγκεκριμένη μουσική στιγματίστηκε από τη μεταπολιτευτική λαίλαπα. Και εξηγούμαι: τα Carmina Graeca, βασισμένα στο ποίημα Πρωινό άστρο του Γιάννη Ρίτσου, εάν κυκλοφορούσαν 35 χρόνια νωρίτερα σίγουρα θα γέμιζαν στάδια. Κι ας μην τα τραγουδούσαν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ή και ο Ανδρέας Μπογδάνος, αλλά ένας εξαίρετος βαρύτονος, όπως ο Τάκης Φάβιος, που εδώ προβάρει τα λόγια του τραγουδιού Το σπίτι μας. Αν κάτι πέτυχε ο Κασσάρας μ' αυτό το έργο είναι η αποδέσμευση του ακριβώς από ένα κλίμα α λα παλαιά, που λέμε. Βοηθήθηκε βέβαια από την ποιητική σύνθεση του Ρίτσου, που θα χαρακτηριζόταν μακροσκελές νανούρισμα για την κόρη του και όχι μέσο λαϊκής εκτόνωσης διά της ποιήσεως. Βοηθήθηκε ακόμη από τις φωνές τόσων ετερόκλητων τραγουδιστών και οπωσδήποτε από το συνθετικό του ταλέντο που πατάει γερά στο σήμερα, χαρίζοντας στην άνυδρη δισκογραφία ένα σπάνιο μεγαλόπνοο, όσο και μακρόπνοο κύκλο λυρικών και λαϊκών τραγουδιών.
Από αριστερά βλέπετε τον ακαδημαϊκό Σπύρο Τζόκα, πρώην Δήμαρχο Καισαριανής, τον ηθοποιό Νίκο Βερλέκη, νυν Αντιδήμαρχο Πολιτισμού Καισαριανής, την υπεύθυνη παραγωγής του cd Carmina Graeca, Λιάνα Μαλανδρενιώτη, και την κόρη του ποιητή, Έρη Ρίτσου. Παραλίγο άθελα του ο Τζόκας να μ' αφήσει σύξυλο στο πάνελ, αφού θέλοντας να παρουσιάσει τον συνθέτη δανείστηκε ατόφια κάποια στοιχεία από το δικό μου κείμενο που είχε δημοσιευθεί πριν κάνα μήνα στην εφημερίδα Η Εποχή και μόλις προχθές στο blog! Ευτυχώς δηλαδή που δεν προχώρησε σε μουσικολογική ανάλυση του έργου, διότι θα έπρεπε κι εγώ μετά να αυτοσχεδιάσω κανονικά. Δεν πειράζει, καλό ήταν αυτό που έγινε!
Στον σύντομο χαιρετισμό της, η Έρη Ρίτσου, αεράτη και με χιούμορ, εξήγησε πως ούτε τα χρόνια της δε μπορεί πλέον να κρύψει, αφού ο πατέρας της συνήθιζε να βάζει χρονολογία γραφής κάθε ποιήματος του. Και το Πρωινό άστρο, ως γνωστόν, ήταν γραμμένο για τη μοναχοκόρη του μόλις ήρθε στον κόσμο. Εξήρε επίσης τη μουσική εργασία του Κασσάρα σε ένα έργο που μελοποιείται συχνά- πυκνά τα τελευταία χρόνια.
Στη δική του ομιλία, ο ποιητής Γιώργος Χρονάς αναφέρθηκε στη γνωριμία του με τον Γιάννη Ρίτσο μέσω του κοινού τους φίλου, Γιάννη Τσαρούχη. Μίλησε για την πρώτη του επίσκεψη στην οικία του Ρίτσου, για το γλυκό και το νερό που τους πρόσφερε, για την ανθρωπιά και την ευγένεια που απέπνεε το υψηλό του ανάστημα.
Ο Χρονάς, πάντως, πολιτικολόγησε περισσότερο απ' τους υπόλοιπους...συμπανελιστές. Η ευχή του να νικήσει η ποίηση την πολιτική, δηλαδή η τρέλα την αμάθεια, προξένησε το δυνατό χειροκρότημα των παρευρισκόμενων στο πατάρι του Ιανού.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι άλλος ένας σπουδαίος τραγουδιστής που χάρισε τη φωνή του στο, Κρητικού ηχοχρώματος, τραγούδι Το μυστικό του κόσμου. Εξαιρετικά σεμνός, δήλωσε πως δεν τίμησε αυτός τον Σαράντη Κασσάρα με το να πει τραγούδι του, αλλά ο Κασσάρας τον ίδιο με το να τον θεωρεί φίλο και συνοδοιπόρο του.
Η ερμηνεία του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη, του νεότερου ερμηνευτή του έργου, πραγματικά μας συγκίνησε όλους, νομίζω. Ούτως ή άλλως, η Παραίνεση που του δόθηκε, είναι ένα πολύ καλό τραγούδι σε παραδοσιακούς δρόμους, όπως εξήγησε ο συνθέτης.
Νίκος Ανδρουλάκης- Σαράντης Κασσάρας- Μπάμπης Τσέρτος. Δυστυχώς, παρ' ότι βρίσκονταν εκεί, οι δύο καλοί τραγουδιστές δεν ερμήνευσαν live τα κομμάτια τους, αλλά τα ακούσαμε από το cd. Το ίδιο συνέβη και με την υψίφωνο Τζένη Δριβάλα. Η τελευταία, βέβαια, ήταν δικαιολογημένη: έχει ακούσει κανείς σοπράνο να τραγουδάει στις 12.30 το μεσημέρι;
Ομολογουμένως, ήταν μία από τις καλύτερες εκδηλώσεις- δισκοπαρουσιάσεις, στις οποίες συμμετείχα ως ομιλητής. Και κάτι ακόμη, που οφείλω να το καταθέσω: σε μία χρονική περίοδο που μας κατακλύζουν αδιάφοροι pop τραγουδιστές, τραγουδοποιοί και συγκροτήματα του κιλού, που κάποιοι ακούνε Γιάννη Ρίτσο και τους χτυπάει στα ρουθούνια τσίκνα από σουβλάκια, που βλέπουν χαρακτικό της Βάσως Κατράκη και νομίζουν πως το Πολυτεχνείο ξαναζεί- οι φτωχοί!, μουσικοποιητικά έργα σαν τα Carmina Graeca του Σαράντη Κασσάρα συνεχίζουν τον ιστορικό κατάλογο της Lyra από κει που τον είχε αφήσει ο μακαρίτης ο Αλέκος Πατσιφάς. Άντε και μερικά χρόνια αργότερα...
* οι φωτογραφίες του post είναι του Άγγελου Κουτσούκη, της Μαίρης Μπρατάκου, της Λιάνας Μαλανδρενιώτη και του bosko

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

τα-carmina-graeca-του-σαράντη-κασσάρα-και-του-γιάννη-ρίτσου-αύριο-στον-ιανό

ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΚΑΣΣΑΡΑΣ

CARMINA GRAECA

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ, ΤΖΕΝΗ ΔΡΙΒΑΛΑ, ΣΟΦΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, ΜΠΑΜΠΗΣ ΤΣΕΡΤΟΣ, ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΒΕΤΤΑ, ΝΙΚΟΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ, ΤΑΚΗΣ ΦΑΒΙΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ, ΘΟΔΩΡΟΣ ΠΑΝΤΣΙΟΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΩΤΗΡΟΥΔΗΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΖΙΟΒΑΝΗΣ

LYRA

Το ποίημα Πρωινό άστρο του Γιάννη Ρίτσου, γραμμένο για την κόρη του, έχει γνωρίσει αρκετές μελοποιήσεις τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά αναφέρουμε αυτήν του τραγουδιστή και τραγουδοποιού Μανώλη Λιδάκη για το ντεμπούτο άλμπουμ του Νίκου Ζουρνή και την εργασία του συνθέτη Σάκη Τσιλίκη με ερμηνευτές τον Πάνο Κατσιμίχα, τον Πέτρο Πανδή και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Εν αναμονή, επίσης, της υπό έκδοσιν μελοποίησης του βετεράνου Χρήστου Λεοντή στο Πρωινό άστρο του Ρίτσου, θα λέγαμε πως τούτη η έκδοση που κρατάμε στα χέρια μας, σε μουσική του Σαράντη Κασσάρα, είναι ότι αρτιότερο θα μπορούσε να γίνει σε επίπεδο συνθέσεων, ερμηνειών, ενορχηστρώσεων, αλλά και παραγωγής. Ας τα πιάσουμε ένα- ένα: Ο Σαράντης Κασσάρας που ξεκίνησε στα τέλη των 60s ως συνοδοιπόρος του Νίκου Παπάζογλου στο ποπ γκρουπ Blow Up, στις αρχές της επόμενης δεκαετίας έφυγε για σοβαρές μουσικές σπουδές στη Γερμανία και τη Γαλλία, πειραματιζόμενος με τη τζαζ, την αυτοσχεδιαστική και την ηλεκτρονική μουσική. Στο Παρίσι, μάλιστα, μαθήτευσε κοντά στον Ιάννη Ξενάκη και ξεκίνησε τη συνθετική του δραστηριότητα - μία δραστηριότητα που περιλαμβάνει βασικά τη μελοποίηση της Μαρίας Νεφέλης του Οδυσσέα Ελύτη και το έργο Σαλαμίνα της Κύπρος σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη. Στενός συνεργάτης για χρόνια του Μίκη Θεοδωράκη, της Μαρίας Φαραντούρη και του Μάνου Χατζιδάκι, πολύ σωστά ο Κασσάρας δηλώνει στο βιογραφικό του πως ως συνθέτης αντλεί την έμπνευση του από την ελληνική μουσική παράδοση. Για την ακρίβεια, αυτό που κατάφερε με την τωρινή μελοποίηση του στον Γιάννη Ρίτσο είναι η απόλυτη ισορροπία μεταξύ Ανατολής και Δύσης κι, ακόμη, μεταξύ δυτικής λόγιας και ελληνικής λαϊκής μουσικής. Τα Carmina Graeca είναι κάτι παραπάνω απ' αυτό που θα ορίζαμε ως λαϊκό ορατόριο και η σκέψη μας θα πήγαινε στο Άξιον Εστί του Θεοδωράκη και του Ελύτη. Είναι το γενναίο απόσταγμα ενός εμπνευσμένου μελωδού με μια πρώτη ακρόαση και ενός δεξιοτέχνη της σύνθεσης, με μια δεύτερη. Υπάρχουν μέσα στο έργο του, τουλάχιστον πέντε τραγούδια που καταφέρνουν κυριολεκτικά να καθηλώσουν τον ακροατή. Αναφέρομαι στο Τραγούδι της μητέρας με τη Τζένη Δριβάλα, που προσωπικά με παρέπεμψε στον Θρήνο της Αγαύης από την αδισκογράφητη μουσική του Χατζιδάκι για τις Βάκχες του Ευρυπίδη, το Θα βγω στο δρόμο, ενδεχομένως το καλύτερο τραγούδι που είπε τα τελευταία χρόνια ο Μανώλης Μητσιάς, την Παραίνεση με έναν εξαιρετικό, δωρικό και λυγμικό ταυτόχρονα, Αλέξανδρο Εμμανουηλίδη, το Μυστικό του κόσμου με την κελαριστή φωνή του Νίκου Ανδρουλάκη, αλλά και το Τραγούδι του πατέρα με την, όλο βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, πρωτότυπη ερμηνεία του Μπάμπη Τσέρτου. Ατόπημα αν παρέλειπα τις συμμετοχές της Σοφίας Μιχαηλίδου, μιας τραγουδίστριας με μεγάλη θητεία στο έντεχνο ποιητικό ρεπερτόριο, της Καλλιόπης Βέττα σε ένα συγκινητικό τρυφερό νανούρισμα, καθώς και των βαρύτονων Τάκη Φάβιου, Θόδωρου Πάντσιου και Απόστολου Σωτηρούδη. Με τις ερμηνείες που απέσπασε απ' όλους τους τραγουδιστές του, με τις συμπράξεις των Χορωδιών Γιάννης Ρίτσος του Πολιτιστικού Συλλόγου Ρίζες Μονεμβασιάς, του ΟΤΕ Θεσσαλονίκης και της Παιδικής του Δημήτρη Τυπάλδου, με τις πλούσιες ενορχηστρώσεις του, τις οποίες υπηρέτησαν γνωστοί βιρτουόζοι (Μανώλης Ανδρουλιδάκης στην κιθάρα, Δημήτρης Χιονάς στο μπουζούκι, Νίκος Κιάκος στο βιολί κ.α.), κυρίως όμως με την προσωπική του μουσική πρόταση, γεμάτη από συναισθήματα, λυρισμό και δραματική ένταση, ο Σαράντης Κασσάρας παρέδωσε ένα πλήρες έργο, ικανό αφενός να γεμίσει κάποιο αρχαίο θέατρο και αφετέρου να ακουστεί αποσπασματικά από τα ραδιόφωνα που εξακολουθούν να υπερασπίζουν το καλό ελληνικό τραγούδι. Αξίζουν συγχαρητήρια τόσο στο Αιολικό Πνευματικό και Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Καισαριανής, που χρηματοδότησε μια τέτοια παραγωγή, αντικαθιστώντας στην ουσία τις, από καιρό, αδρανοποιημένες πολυεθνικές δισκογραφικές, όσο και στη Λιάνα Μαλανδρενιώτη που είχε όλη την καλλιτεχνική επιμέλεια του εγχειρήματος. Την έκδοση προλογίζουν η Έρη Ρίτσου, όπως και ο Σπύρος Τζόκας και η ηθοποιός Μίνα Χειμώνα, ο Δήμαρχος και η Αντιδήμαρχος Πολιτισμού, αντίστοιχα, της Καισαριανής. Τέλος, στο εξώφυλλο του cd, σα να αναδύεται από τον πύρινο λόγο του ποιητή της Ρωμιοσύνης, το εξαίσιο χαρακτικό της Βάσως Κατράκη.

κκκ

* το cd Carmina Graeca του Σαράντη Κασσάρα παρουσιάζεται αύριο, Πέμπτη 7 Απριλίου, στις 12.30 το μεσημέρι, στον Ιανό της Σταδίου. Θα μιλήσουν ο Σπύρος Τζόκας (Πανεπιστημιακός- πρώην Δήμαρχος Καισαριανής), ο Γιώργος Χρονάς (ποιητής- εκδότης- δ/ντής της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας), η Μίνα Χειμώνα (ηθοποιός- Πρόεδρος Πνευματικού Κέντρου Δήμου Καισαριανής) και ο Αντώνης Μποσκοΐτης (σκηνοθέτης- δημ/φος). Θα χαιρετίσει ο Νίκος Βερλέκης (ηθοποιός- Αντιδήμαρχος Πολιτισμού).