Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

Όταν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε πάει σε δισκοπαρουσίαση της Πόλυς Πάνου

 

Τραγουδά η Πόλυ Πάνου στον «Μύλο» της Θεσσαλονίκης και από τη ΛΥΡΑ ζητάνε του Θωμά Κοροβίνη να την παρουσιάσει, αφού είχαν καλή γνωριμία μεταξύ τους και η τραγουδίστρια τον εκτιμούσε. Η Πόλυ φορούσε μια καταπληκτική εσθήτα και είχε μπουζουξή τον Μανώλη Καραντίνη. «Κλάψε, Καραντίνη, κλάψε» του έλεγε. Τραγουδούσε στο αίθριο του «Μύλου» και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ήταν κι αυτός καλεσμένος. Λόγω Ντίνου, ο Κοροβίνης δεν πήγε μετά στο τραπέζι. Του είχε κάνει πολλές χαλάστρες ο ποιητής...Ήταν εκεί η Μαριώ, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Αργύρης Μπακιρτζής, όλοι. Μια καλή παρέα. Ο Χριστιανόπουλος «χώθηκε» του Κοροβίνη, επειδή αγαπιόντουσαν με την Πόλυ. Τον είχε δίπλα του και έγινε ο εξής απερίγραπτος διάλογος: 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Τι τις παινεύεις όλες; Αυτές είναι παρακατιανές, όλα σταματάνε στη Μπέλλου. Γκρέυ, Πόλυ και τα τοιαύτα, δεν κάνουνε...

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ: Την παινεύω, Ντίνο, γιατί τη γουστάρω. Άμα δεν τη γουστάρεις, τι σηκώθηκες και ήρθες εδώ; Προσβάλλεις τη γυναίκα, αλλά και μένα που την παρουσίασα. Σήκω φύγε καλύτερα.

Εννοείται πως όταν άκουγε κάτι που δεν τον συνέφερε, ο Χριστιανόπουλος σφύριζε κλέφτικα. Δεν έφευγε με τίποτα, αφού θ' ακολουθούσαν κεφτέδες μετά.

Ν.Χ.: Επειδή ξέρεις ότι σ' αγαπώ, για πρόσεξε την καλά. 

Θ.Κ.: Τι, δεν σ' αρέσει το φόρεμα της;

Ν.Χ.: Το φόρεμα είναι εκπληκτικό, από καλή μοδίστρα. Φαίνεται πως το...ψιλό υπάρχει. 

Θ.Κ.: Μήπως δε σ' αρέσει το V μπροστά; Δεν είναι πολύ ανοιχτό. 

Ν.Χ.: Είναι εξαιρετικό, όπως πρέπει. Και ωραία τραγουδάει, και ο μπουζουξής ωραίος, όλα τέλεια. Για προχώρα παρακάτω λίγο.

Θ.Κ.: Τι παρακάτω;

Ν.Χ.: Κάτω απ' τα βυζιά! 

Δεν είχε κάτι περίεργο να «πιαστεί» ο Θωμάς. 

Θ.Κ.: Τα κουμπιά δεν σ' αρέσουν;

Ν.Χ.: Εκπληκτικά! 

Θ.Κ.: Ε, τότε;

Ν.Χ.: Πιο κάτω, κάτω απ' τον αφαλό.

Διακρίνει ο Θωμάς ότι ήταν λίγο πιο σκιερά εκεί που του είπε. Οπότε κάνει ο Ντίνος:

- Τι περιμένεις από γυναίκες με άσπρα φουστάνια και μαύρα βρακιά; 

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Ο Μπομπ Ντίλαν, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και το «Αυτόγραφο Ντούμπλε Φας» του Θωμά Κοροβίνη

ΑΥΤΟΓΡΑΦΟ ΝΤΟΥΜΠΛΕ ΦΑΣ

Το 1970 το περιοδικό «Φαντάζιο» προωθούσε αλληλογραφία διάσημων καλλιτεχνών με το αναγνωστικό κοινό. Εκείνη την χίπικη, ας την πω, εφηβική μου περίοδο είχα ψώνιο με την Μπαέζ και τον Ντύλαν. Σύντομα έλαβα κι απ’ τους δύο αυτόγραφο: «love, Baez - Bob Dylan, with love». Μπορεί να γράφτηκαν κι απ’ τους σεκρετέρ τους, δεν πίστεψα ότι θα ασχολούνταν οι ίδιοι με τα μιλιούνια των θαυμαστών τους πάνω στις δόξες τους, εξάλλου μαθαίναμε ότι είχαν τότε μεταξύ τους καρά-ντουζένι ερωτικό.

Της Τζόαν το απίθωσα πάνω σε μια παλιά εταζέρα και έμεινε σώο στο πατρικό μου. Εξακολουθώ να την λατρεύω, μπαίνει πάντα μπροστά για της αδικίες στους λαούς της γης.Του Μπομπ επέπρωτο να ζήσει κάμποσες περιπέτειες. Πρώτα απ’ όλα μου το ζήτησαν δανεικό διαδοχικά δυο ομόθρησκοι συνομίληκοι και τρόμαξα να το πάρω πίσω. 

Το ’73 άρχισε η φοιτητική ζωή. Μαζί με τα μπαγκάζια μου σερνόταν κι εκείνο από σπίτι σε σπίτι. Κάποτε παράπεσε ανάμεσα σε σκουπιδόχαρτα και το συμμάζεψα. Μια άλλη φορά, πάνω σ’ ένα αισθησιακό ραβαΐσι κόντεψε να γίνει παρανάλωμα μαζί με κάτι ανατολίτικα τσαρσάφια. Πρόλαβα και το ’σωσα κι όταν κάποτε αξιώθηκα δικό μου σπίτι το κόλλησα πάνω στον καθρέφτη της σάλας. Στα ωραιότερά του ο Μπομπυ μου, γύρω στα είκοσι, με «έκοβε» με τη λοξή λάγνα και αινιγματική ματιά του, και με το ραφινάτο του κεφάλι στεφανωμένο με τη σγουρή του κώμη και στολισμένο από κάτω με το αραιό εβραίικο γενάκι του. Απ’ τα κακοπαθήματά της η ασπρόμαυρη φωτογραφία είχε αρκετά τσαλακωθεί και σχιστεί στις άκρες.

Το ’74, σπουδαστής της Φιλοσοφικής, είχα μεγάλο τυχερό –μαζί με τους συμφοιτητές μου-, να γνωριστούμε από κοντά με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Ο ποιητής εν ζωή ήταν μύθος. Και λόγω των ιδιαιτεροτήτων του πιο απλησίαστος, και ίσως περισσότερο μύθος κι από την Αγία Τριάδα της ποίησής μας, Σεφέρη-Ελύτη-Ρίτσο. Όμως το απόγευμα που τον περιμέναμε με λαχτάρα έφαγα τον τόπο να βρω που βρισκόταν το τομίδιο των εκδόσεων «Γαλαξίας» με τις συλλογές «Υψικάμινος» και «Ενδοχώρα». Έχωσα –δεν ξέρω γιατί- στην τσάντα μου το αυτόγραφο του Ντύλαν. Όταν η χορταστική παράσταση του Μεγάλου Μύστη -που μας προκαλούσε δέος και απέραντο θαυμασμό- τελείωσε, οι πιο πολλοί πέρασαν να τον χαιρετήσουν και να του ζητήσουν να υπογράψει ένα βιβλίο του. Τον ζύγωσα κι εγώ και αποτόλμησα να του δείξω το αυτόγραφο του ηγεμονικού τροβαδούρου. –Μα ποιος είναι; Ρώτησε. –Είναι ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Μπομπ Ντύλαν. Έτσι του είπα, ποιητής. –Ώστε ο Βοβ Δύλαν! αναφώνησε! Και υπέγραψε χωρίς επιφύλαξη στην πίσω πλευρά. Έτσι βρέθηκα μ’ ένα διπλό φετίχ, -πιο πολύ το ’χω για γούρι-, μια παγκόσμια πρωτοτυπία εμπρόσθιου και οπίσθιου αυτόγραφου από δύο τύπους που πολύ γουστάρισα και αγάπησα στη ζωή μου. Που τους πέτυχα στο μεσουράνημά τους μάλιστα, του ενός στην παγκόσμια σφαίρα, και του άλλου στον ελλαδικό χώρο, με πολλές αντιρρήσεις μάλιστα και εμπόδια. Μα και τί να σου κάνω που δεν εξάγεται το πνεύμα μας στην αλλοδαπή; Και σαν τι παραπάνω έχει δηλαδή ο Μπρετόν απ’ τον Εμπειρίκο;

Αυτό λοιπόν το ντούμπλε φας αυτόγραφο με φυλάει σαν εικόνισμα και μου κάνει σιωπηλή, μα κρυφά τόσο βουερή, συντροφιά, κολλημένο ψηλά στον καθρέφτη.

Δεν είναι το μοναδικό μου φετίχ. Έχω κι άλλα. Όπως το πορφυρένιο δαχτυλίδι της Ελένης Βιτάλη. Όμως αυτό το μασάλι -που δεν είναι καθόλου μασάλι-, θα σας το διηγηθώ μιαν άλλη φορά.

* Το διήγημα «Αυτόγραφο Ντούμπλε Φας» του Θωμά Κοροβίνη δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook, απ' όπου και αποσπάστηκε. 

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

Γιώργος Κούδας: «Σκέψου, ο πιο απείθαρχος παίκτης ήταν μαοϊκός» (η συνέντευξη της ζωής του θρυλικού ποδοσφαιριστή από το 2023)

Γράφει ο Θωµάς Κοροβίνης στο βιβλίο του µε τίτλο «Τρία ζεϊµπέκικα και ένα ποίηµα για τον Γιώργο Κούδα» (εκδόσεις Μικρός Ιανός, 2004): Ο Γιώργος Κούδας έχει δάχτυλα πιανίστα. Παίζει ποδόσφαιρο µε δεξιοσύνη και δαιµόνιο, µε αίσθηση της αρµονίας τέλεια, σαν να εκτελεί, χτυπώντας ρυθµικά τα κλειδοκύµβαλα κάποιο λαϊκό χορό του Μπάρτοκ ή του Σκαλκώτα, µια παραλλαγή σ’ έναν ελληνικό σκοπό…∆ιαβάζω το συγκεκριµένο απόσπασµα για τον 77χρονο βετεράνο ποδοσφαιριστή που έχω απέναντι µου και µου απαντάει µ’ ένα ταπεινό χαµόγελο. ∆εν τον συναντώ σ’ έναν αγωνιστικό χώρο, εκεί που πέρασε τα πιο δηµιουργικά και παραγωγικά χρόνια της ζωής του, αλλά σ’ ένα κοµψό γραφείο κοντά στην περιοχή Βαρδάρη της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος είναι καλοντυµένος, περιποιηµένος και κυρίως, ευδιάθετος, πρόθυµος να αρχίσει την εξιστόρηση του βίου του. Κι έτσι µέσα σ’ ένα δίωρο σχεδόν που διήρκεσε η καταγραφή της συνοµιλίας µας ο Γιώργος Κούδας, ο «πότε Βούδας – πότε Κούδας» που έγραψε και ο φίλος του, Μανώλης Ρασούλης, ξετύλιξε το κουβάρι µιας πορείας µοναδικής, η οποία τον αναγόρευσε σε κανονικό µύθο του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Πώς είστε, κύριε Κούδα; Σε τι φάση σας πετυχαίνω;

Καλά, αν και η πραγµατική απάντηση είναι ότι δεν είµαστε καλά. Από συνήθεια το λέµε.

Συναντώ την Παγκόσµια Ηµέρα Ποίησης έναν ποιητή της µπάλας. Συµφωνείτε;

Ποιητές είναι οι στιχουργοί, όπως τους λένε, σαν τον Θωµά Κοροβίνη και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, που είχα τη µεγάλη χαρά να γνωρίσω. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης επίσης που µου τον είχε γνωρίσει ο Γιώργος Λιάνης. Και ο Αναγνωστάκης, ξέρετε, µας έβλεπε που παίζαµε µπάλα πιτσιρικάδες στην πλατεία Αριστοτέλους προς τις αλάνες επάνω. Έµενε εκεί και µια µέρα, λέει, ξεχώρισε εµένα ως ταλέντο και ήρθε και µε χάιδεψε. Όποτε παίζαµε ποδόσφαιρο, είτε εδώ, είτε στην Αθήνα, ερχόταν και µ’ έβλεπε, αφού µε λάτρευε και µ’ αγαπούσε. Όλα αυτά απ’ τον Λιάνη τα έµαθα αργότερα.

Πόσων ετών βγήκατε για µπάλα στις αλάνες;

Στα δώδεκά µου, υπέγραψα το δελτίο στον ΠΑΟΚ. Πάντως στις αλάνες πρωτοβγήκα και φτιάχναµε οµάδες µεταξύ µας απ’ τα οχτώ – εννιά µου χρόνια. Εγώ όµως δεν σταµάτησα να παίζω στις αλάνες, ακόµα κι όταν άρχισα να πηγαίνω για προπονήσεις στον ΠΑΟΚ στα δώδεκα, όπως σας είπα. Στις αλάνες έκανα την εξάσκησή µου.

Πόσο σηµασία έχει το µέρος που αθλείται ένας ποδοσφαιριστής;

Παίζαµε στην πλατεία της παλιάς Λαχαναγοράς, ας πούµε, ή στο ∆ιοικητήριο, στα Μάρµαρα, που το ονοµάζαµε Γουέµπλεϊ.  Απ’ αυτά που ακούγαµε και από τα επίκαιρα που βλέπαµε στο σινεµά, πριν ξεκινήσει η κανονική προβολή, εµείς από το Γουέµπλεϊ επηρεαστήκαµε. Το ∆ιοικητήριο το ονοµάσαµε έτσι γιατί δεν είχε κοτρόνες και πέτρες, αλλά µάρµαρο.

Πότε πρωτοπιάσατε µπάλα στα χέρια σας;

Αυτό που θυµάµαι έντονα είναι να µε ρωτάει ο νονός µου τι θα ήθελα να µου πάρει τις γιορτές και του απάντησα µια µπάλα. Είχαµε φτώχεια, κακά τα ψέµατα, µα αντί να του ζητήσω κάτι άλλο, του ζήτησα µπάλα. Πρωτύτερα φτιάχναµε µπάλες από χαρτί ή από πανιά και παίζαµε. Όταν παρουσίασα τη µπάλα εκείνη στα άλλα παιδιά, τρελάθηκαν, «που τη βρήκες;» κλπ. «∆ώρο του νονού µου» απαντούσα µε καµάρι.

Χωρίς καµία σκέψη να γίνετε ποδοσφαιριστής.

Όχι, απλά αγαπούσα το να παίζω ποδόσφαιρο. Τη σκέψη που λέτε δεν την είχα, ούτε όταν έγινα 17 χρονών και µπήκα στην πρώτη οµάδα. Γαλουχήθηκα µε παλαιότερους παίκτες που τιµούσαν αυτό το σήµα και το µετέφεραν και σε µένα, σαν τον Λέανδρο, τον Χασιώτη, τον Μουρατίδη, τον Νικολαΐδη κ.α. ∆εν ήταν επαγγελµατικό, αλλά ερασιτεχνικό το ποδόσφαιρο. Με µια πορτοκαλάδα την έβγαζες. Τόσο απλά. Στη Β’ Γυµνασίου πήγα σε νυχτερινό σχολείο, τότε που µ’ έπιασε ο πατέρας µου και µου είπε: «Κοίτα να δεις, αγόρι µου, τρία καρπούζια κάτω απ’ την ίδια µασχάλη δεν χωράνε». «Εγώ θα τα χωρέσω» ήταν η απάντηση µου. Κι αυτός συνέχισε: «∆εν µ’ ενδιαφέρει αν παίζεις µπάλα, αλλά πρέπει να τελειώσεις το σχολείο. Πώς θα βάζεις την υπογραφή σου µεθαύριο άµα δεν ξέρεις γράµµατα;» Λογικές της εποχής εκείνης, αφού το ποδόσφαιρο τότε δεν πρόσφερε κάτι. Αν έβγαζες ένα Γυµνάσιο, µπορούσες να µπεις σε µια τράπεζα ή µια ∆ΕΗ. Το ποδόσφαιρο, όµως, δεν ήταν δουλειά κι εγώ µέχρι το ’79 δεν έπαψα να νιώθω ερασιτέχνης.

Το ’79 ήσασταν ήδη στην κορυφή. Πώς και νιώθατε ερασιτέχνης;

Μέχρι που σταµάτησα, προσπάθησα να µη χάσω επαφή µε την παιδική µου ηλικία.

Ίσως το µυστικό της όποιας επιτυχίας να βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό, στη σύνδεση µε την χαµένη παιδικότητα.

Ακούστε, το ποδόσφαιρο είναι ένα άθληµα οµαδικό και δεν είσαι ο µόνος  καλός, το ταλέντο. Έχεις να συνεργαστείς µε άτοµα κι εκεί πρέπει, ανάλογα µε την προσωπικότητα του καθενός, να µπορέσεις να µαζέψεις το εγώ σου, να λες «δεν είµαι εγώ, αλλά είστε εσείς». Να υπερτερεί το «εµείς» κι αυτό είναι το µεγαλείο του ποδοσφαίρου. Ξέρετε που το διδάχτηκα όλο αυτό; Μέσα από τη συνείδηση των συµπαικτών µου, να συµπεριφέροµαι όχι µόνο σαν αθλητής, αλλά και σαν σωστός χαρακτήρας µέσα στα αποδυτήρια. Μεγάλη δουλειά αυτό, να έχεις να κάνεις µε 17 – 18 διαφορετικές προσωπικότητες, όπως ήταν εκείνα τα χρόνια.

∆εν θα το σκεφτόµουν ποτέ αυτό για τα αποδυτήρια.

Για µένα τα αποδυτήρια είναι ένας ιερός χώρος. Εκεί ξεκινούν οι σχέσεις των ανθρώπων. Όταν ήµουν στα ξεκινήµατα µου, ο µεγάλος Λέανδρος Συµεωνίδης µου έδωσε το Νο 7 και το σεβάστηκα. Αυτός πήρε το Νο 11 και µιλάµε για το 1963. Αργότερα, το ’68, όταν πέρασα την περιπέτεια µε τον Ολυµπιακό, µου έδωσε και το περιβραχιόνιο που σ’ έκανε να λέγεσαι αρχηγός. Αρχηγός, όµως, δεν είσαι µόνο στο γήπεδο µε τους συµπαίκτες σου και τους διαιτητές, αλλά µέσα στα αποδυτήρια! Είχα τέτοια χαρίσµατα, µπορώ να πω, που γι’ αυτά µ’ αγάπησε ο κόσµος. Το πρώτο ήταν ότι ποτέ δεν δηµιούργησα προβλήµατα µέσα στα αποδυτήρια. Τα προβλήµατα µένανε εκεί µέσα και δεν βγαίνανε έξω. Όταν ανδρώθηκα και πέρασα την εφηβική ηλικία, που δικαιολογεί τα λάθη, κατάλαβα ότι πρέπει να σέβοµαι όλους τους συµπαίκτες µου και να µιλάω µαζί τους για οποιοδήποτε πρόβληµα έχουν.

Είτε προσωπικό, είτε πάνω στο άθληµα.

Ακριβώς. Έπιανα τον έναν: «Τι έχεις, βρε Σταυρή µου;» και µου απαντούσε «Να, έχω αυτό κι αυτό». Ε, θα προσπαθούσα να λύσουµε µαζί το πρόβληµά του.

∆εν έχει να κάνει µε τα αποδυτήρια αυτό, κύριε Κούδα, αλλά µε το πόσο συµπονετικός είστε σαν άνθρωπος, σαν χαρακτήρας.

Ισχύει, γι’ αυτό κι αυτοί σέβονταν ότι τους πρόσφερα. Όλοι το εισέπρατταν κι αυτό, πιστεύω, έβγαινε και µέσα στο γήπεδο.

Η ιστορία σας δεν απέχει πολύ απ’ αυτή πολλών άλλων ταλαντούχων ανθρώπων της γενιάς σας. Μιλήσατε για φτώχεια προηγουµένως.

Γεννήθηκα στον Άγιο Παύλο, στις παρυφές του Σέιχ Σου, το 1946. Το ’48 µετακοµίσαµε στο κέντρο της πόλης, στην Ολυµπιάδος, σ’ ένα απ’ τα παλιά τουρκικά σπίτια που φιλοξενούσαν 15 – 20 οικογένειες. Πάνω µαινόταν ο Εµφύλιος, µέχρι µάχες γίνονταν στο Σέιχ Σου. Ο πατέρας µου φοβήθηκε και πήρε στο κέντρο την πενταµελή οικογένεια: Οι γονείς µας, εγώ, ο µεγαλύτερος αδερφός µου, ο Θανάσης, και η Ευδοξία, η µικρότερη αδερφή µου. Το ’42 γεννήθηκε ο Θανάσης, το ’46 εγώ και το ’58 η αδερφή µου. Από τον Εµφύλιο ωστόσο δεν θα µπορούσα να έχω µνήµες αφού ήµουν δύο – τριών ετών.

Τι επάγγελμα έκανε ο πατέρας σας, πως ζούσε την οικογένεια;

Πολύ δύσκολα χρόνια, τουλάχιστον µετά τους πολέµους και τον Εµφύλιο. Ο πατέρας µου, έχετε υπόψιν, συνελήφθη και κρατήθηκε όµηρος στη Γερµανία. Ήταν και αριστερός στη συνέχεια, οπότε µονίµως κυνηγηµένος ήταν τα χρόνια εκείνα.

Άρα θα λέγατε ότι ο πατέρας σας είχε επιζήσει του Ολοκαυτώµατος;

Ναι, αλλά όχι στο Άουσβιτς, αν εννοείτε αυτό. Το 1966 άρχισε να γράφεται το όνοµα µου στις εφηµερίδες. Μέναµε στη Φιλίππου, τελευταίο σπίτι που αλλάξαµε βάσει των οικονοµικών της οικογένειας. Ο πατέρας µου δούλευε σερβιτόρος. Μια µέρα µας χτύπησαν το κουδούνι, τρεις το µεσηµέρι. Έτρωγα κάτι γιατί ετοιµαζόµουν για προπόνηση. Βλέπω έναν κύριο και µια κυρία. «Τον κύριο Γιάννη Κούδα θα θέλαµε» µου κάνουν. Φωνάζω τον πατέρα µου και βλέπω τον άγνωστο κύριο να γονατίζει και να του φιλάει πόδια και χέρια.

Ποιος ήταν αυτός;

Ήταν συγκρατούµενός του, όταν τους πήραν οι Γερµανοί και τους πήγαιναν µια δεξιά, µια αριστερά. Περπατώντας και µέσα στην πείνα, εννοείται. Σε κάποια φάση βρίσκουν αµµόλοφους που µέσα τους οι άνθρωποι έκρυβαν πατάτες. Έσκυψε αυτός και πήρε µια πατάτα, γιατί δεν άντεχε. Όσους δεν άντεχαν, οι Γερµανοί τους εκτελούσαν επί τόπου. Ο πατέρας µου έσυρε αυτόν τον άνθρωπο 200 µέτρα ώσπου να µπει λίγη υγρασία απ’ την πατάτα στο στόµα του και να συνέλθει. Ε, λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος είχε γονατίσει µπροστά στον πατέρα µου, τόσα χρόνια µετά, λέγοντας του: «Σου χρωστάω τη ζωή µου».

Είναι µια σκηνή που χαράσσεται µέσα σου αυτή.

Πολλά πράγµατα εκείνης της εποχής τα ακούς και λες πώς είναι δυνατόν να συνέβησαν. Κι όµως, συνέβαιναν τέτοια πράγµατα, γιατί ο πατέρας µου ήθελε πάντα να δίνει. Άντεχε λίγο παραπάνω αυτός κι ήθελε να συνεισφέρει στον πιο αδύναµο συνάνθρωπό του δίχως να τον γνωρίζει. Εκεί γνωρίστηκαν, κοινή ήταν η µαύρη µοίρα τους. Ο πατέρας µου ήταν σερβιτόρος σ’ ένα απ’ τα δύο µεγάλα εστιατόρια εκείνων των χρόνων. Ήταν το «Όλυµπος Νάουσα» πρώτο και δεύτερο ήταν ο «Στρατής» όπου εργαζόταν ο πατέρας. Πήγαινα τα σαββατοκύριακα κι εγώ κι έτρωγα µια κρεµ καραµελέ. Το µεροκάµατό του πήγαινε µε τα πουρµπουάρ το πολύ 100 – 110 δραχµές. Μια οικογένεια µ’ αυτά τα χρήµατα πού να’βγαινε; Και το 1964 – 65, όταν παίξαµε ένα παιχνίδι µε τον Ολυµπιακό και κερδίσαµε 3 – 1, είχα βάλει ένα υπέροχο γκολ και µου δώσανε ως πριµ ένα χιλιάρικο.  Το πήρα και το πήγα στον πατέρα µου. Μ’ έπιασε απ’ τους ώµους και µε ρώτησε «Τι είν’ αυτό;» Του εξήγησα πως κερδίσαµε και γι’ αυτό µας έδωσαν ένα χιλιάρικο πριµ, δηλαδή όσο δέκα µεροκάµατα δικά του. ∆υσκολεύτηκε να µε πιστέψει. Στο εστιατόριο που δούλευε ήταν ο Γιώργος Παπαργύρης, που δούλευε στην Εθνική Τράπεζα και µετά έγινε περιφερειάρχης. Είχε πάει να φάει και ρωτάει τον πατέρα µου:

– Τι έχεις, βρε Γιάννη, κι είσαι σκεπτικός;
– Να, ο Γιώργος ο γιος µου που παίζει µπάλα µού έφερε ένα χιλιάρικο.
– Σε σένα το έφερε; Μπράβο, µπάρµπα.
– Γιάννη, έχεις πολύ καλό παιδί.

∆ηλαδή δεν πίστευε ο πατέρας µου ότι µε επιβράβευσαν µ’ αυτό το ποσό επειδή ήµουν καλός. Μα δεν ήταν µόνο το ερασιτεχνικό άθληµα, που λέγαµε πριν. Το πριµ αυτό προερχόταν από εφοπλιστές της εποχής που επειδή αγαπούσαν την οµάδα, έδιναν λεφτά απ’ το περίσσευµά τους. Είχαν µαζέψει, ας πούµε, 10 – 12.000 δραχµές και µας τις µοίρασαν.

Ο αθλητισµός είναι µια Ιδέα;

Πιστεύω ότι είναι Ιδέα. Αν µπει πραγµατικά ο αθλητισµός στο αίµα σου, δεν υπάρχει περίπτωση να µη γίνεις καλός άνθρωπος. Για µένα µιλάω (σ.σ. στο σηµείο αυτό η σύζυγός του µπαίνει στο γραφείο. Του λέει κάτι στ’ αυτί και πριν αποχωρήσει, ανταλλάσσουν ένα πεταχτό φιλί στα χείλη) Να, αυτά είναι, όταν είσαι όµορφος άνθρωπος – και δεν το λέω φυσιογνωµικά – παίρνεις και ωραίες γυναίκες. Και µε µυαλό. Τέλος πάντων, λέγαµε για την Ιδέα του αθλητισµού. Αν επαναπαυτείς στο ταλέντο σου και δεν κάνεις τίποτα, δεν ολοκληρώνεσαι. Άνθρωποι, σαν τον Παπαργύρη, προσπαθούσαν να µας δώσουν κάτι µέσα απ’ όλη την εµπειρία τους. Ο κόσµος πάλι ανέκαθεν είχε ένα αλάνθαστο κριτήριο: Σ’ έβλεπε στο γήπεδο, αλλά και σ’ έβλεπε και έξω τι έκανες. Μπορεί να χάναµε ένα παιχνίδι και να µας περίµεναν έξω για να µας µπινελικώσουν. Ούτε για µια φορά δεν ήρθα σε αντιπαράθεση µαζί τους. Τους εξηγούσα «Ρε Μάκη, ρε Νίκο, αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Εσύ έχεις µάθει µόνο να ασκείς κριτική απ’ την κερκίδα». Έτσι, µε αυτούς που εξέφραζαν την άποψη της θύρας 4, τι θα γινόταν αν εγώ τους άρχιζα στα µπινελίκια; Απλώς θα µεταφερόταν από στόµα σε στόµα και δεν θα µ’ εκτιµούσαν. Πάντα έβαζα µπροστά τον διάλογο για να λύνω όσα µπορούσα απ’ τη σχέση µου µε τους άλλους.

Θα πρέπει να είστε και σαν άνθρωπος έτσι πράος.

∆εν ήµουν πάντα, γιατί όταν συµβαίνουν και ορισµένα πράγµατα, δεν µπορείς να είσαι πράος. Μπορεί και να παραφερθείς. ∆υστυχώς µέσα στον αγωνιστικό χώρο έφτασα κι εγώ δυο – τρεις φορές εκτός εαυτού.

Σε τι ηλικία αυτό;

Μιλάµε για τα 21 χρόνια που έπαιζα ανελλιπώς, δεν θυµάµαι συγκεκριµένα.

Το µετανιώσατε µετά;

Πάντα το µετανιώνεις και έτσι πρέπει, όταν κάνεις λάθη. Ήθελα περισσότερο να δικαιολογηθώ για την ψυχική κατάσταση, στην οποία βρισκόµουν και που κανείς δεν µπορούσε να την αντιληφθεί.

Το λάθος πόσο µετράει στον αθλητισµό; Τι περιθώρια δίνει ένας αθλητής στο λάθος;

Πάντα απ’ τα λάθη σου διδάσκεσαι. Κι όταν µου έλεγαν «Καλά, εσύ έχασες αυτό το γκολ;», απαντούσα «Ναι, όλα χάνονται. Λάθος ήταν του δευτερολέπτου». Απρόβλεπτος παράγοντας. ∆έχτηκα, ας πούµε, δυο – τρεις κόκκινες κάρτες εν ώρα αγώνα για µη αθλητική συµπεριφορά µέσα στο γήπεδο. Συµβαίνουν κι αυτά.

Πέραν του ποδοσφαίρου, κάνατε κάτι επιπλέον για την καλή φυσική σας κατάσταση;

∆εν υπήρχαν τότε διατροφές και τέτοια, αργότερα µπήκαν η ιατρική και τα διατροφολόγια. Άπαξ και ήσουν φτωχός, έτρωγες συνέχεια φασολάδα, ρεβύθια και σπανάκι. Όλο αυτά έτρωγα εγώ. Μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα πως είχα µια ευαισθησία στο στοµάχι και έπρεπε να τρώω τρεις – τέσσερις ώρες πιο µπροστά. Όχι να τρώω και να πηγαίνω για προπόνηση που µου ανέβαινε το φαΐ απ’ το στοµάχι στο στόµα. Η διατροφή ήταν διαφορετική εκείνα τα χρόνια, τρώγαµε µαγειρεµένα φαγητά στο σπίτι και δεν είχαµε τα τσίζµπουργκερ και όλα αυτά τα σηµερινά. Ο πατέρας µου ήταν πρωϊνός στο εστιατόριο, πήγαινε πριν στην ψαραγορά και µας έπαιρνε καµιά σαρδέλα κλπ. Τρώγαµε ψαράκι δυο – τρεις φορές την εβδοµάδα. Κρέας θα τρώγαµε δυο φορές το µήνα περίπου.

Σας ακούω να τα διηγείστε αυτά, µέχρι και για το φαΐ που τρώγατε και που δεν το ρώτησα τυχαία, και ακούγεστε σαν να έρχεστε απ’ άλλον πλανήτη συγκριτικά µε το τι επικρατεί σήµερα.

Ξέρετε, όµως, δεν λέµε και τα κακά καµιά φορά.

Για πείτε τα…

Όταν άρχισα να παίζω στα 17 µου, πηγαίναµε στο «Ροτόντα», στο «Άριστον» και στα «Αστέρια» στο Πανόραµα, αλλά τα δωµάτια που µέναµε, ήταν κυρίως τρίκλινα. Έµπαινε ένα ράντζο στο δωµάτιο που είχαµε µε τον Γιακουµή και τον Μουρατίδη και κοιµόµουν εγώ σ’ αυτό. Και οι δύο αυτοί κάπνιζαν τότε. Άρχισαν να µου λένε «Κάνε κι εσύ καµιά τζούρα», ενώ το’χαν κάνει ντουµάνι. Έπαιρνα καµιά τζούρα για να µην τους κακοκαρδίσω κι έτσι στα 20 µου άρχισα να καπνίζω. Πιο πολύ έγινε όταν µε έπιασε η µεγάλη στενοχώρια το ’66 – ’68 µε τον Ολυµπιακό. Κατέληξα φαντάρος στο Λιµενικό να καπνίζω κανονικά τσιγάρο. Μέχρι τα 38 µου κάπνιζα ένα πακέτο. Από κει και πέρα που σταµάτησα να παίζω, το ξεφτίλισα! ∆ύο – δυόµισι πακέτα την ηµέρα. Από τότε µου έλεγαν οι αθλίατροι «Κόψ’ το, ρε συ, κόψ’ το»! Έκανα και επέµβαση στις αρτηρίες των ποδιών µου, αλλά ευτυχώς η καρδιά µου είναι µια χαρά.

Κοίτα να δεις που το τσιγάρο βλάπτει έναν ποδοσφαιριστή όσο κι έναν τραγουδιστή.

Μα τι µου λέτε; Έρχεται εδώ κάποτε ο Γιάννης Πάριος, µε τον οποίο γνωρίζοµαι από το 1968. Είχε πάθει κάτι µε το στοµάχι του κι έκοψε το τσιγάρο. Εγώ, όταν πήγα να τον δω, κρατούσα τσιγάρο. «Ακόµα τσιγάρο καπνίζεις, ρε;» µου φώναξε.

Και φτάνουµε πάλι στην αγάπη του καλλιτεχνικού κόσµου που κερδίσατε. Σας αγάπησαν ποιητές, ηθοποιοί και τραγουδιστές.

Πράγµατι, ποιον δεν έχω γνωρίσει, ποιος δεν µ’ έχει αγκαλιάσει, ποιος δεν έχει κάτσει µαζί µου στο τραπέζι των ξενοδοχείων που συναντιόµασταν; Με συγκινούσε ένα κοµµάτι απ’ όλους τους…Όποιο παιχνίδι παίζαµε, ερχόταν πάντα και µ’ έβλεπε ο Στράτος ∆ιονυσίου µετά το ξενύχτι του. Τιµώντας αυτόν τον άνθρωπο, έλεγα στους παράγοντες που µας έδιναν λίγες προσκλήσεις, να µου κρατήσουν πάντα δύο για τον Στράτο ∆ιονυσίου. Κάποια στιγµή µ’ έβρισε: «Κοίτα να δεις, εγώ γουστάρω να σε βλέπω να παίζεις και γουστάρω να πληρώνω, όπως εσύ έρχεσαι στο µαγαζί να µ’ ακούσεις και τα πίνεις». Ήθελε να πληρώνει για να πηγαίνουν τα λεφτά όλα στην οµάδα που έπαιζα. Έχω πολλές τέτοιες ιστορίες µε πολλούς να σας αφηγηθώ.

Είµαι σίγουρος.

Να σας πω και κάτι µε αφορµή το πρόσφατο φευγιό του αγαπηµένου µου, Μίµη Παπαϊωάννου: Βρισκόµασταν συνέχεια εγώ, ο Σαράφης και ο Παπαϊωάννου. Από το ’65 που είχε µια περιπέτεια σ’ ένα παιχνίδι µε τη Ρεάλ Μαδρίτης – εννοώ πως τον είχε ζητήσει η Ρεάλ και δεν τον δώσανε – έφυγε µε Καζαντζίδη και Μαρινέλλα στη Γερµανία για περιοδεία. Όταν σταµατήσαµε, τι σταµατήσαµε δηλαδή, που αυτός κάθε µέρα πήγαινε στο γήπεδο, µε παρακαλούσε να πηγαίναµε στον Καζαντζίδη που ήθελε να µε γνωρίσει. «Έλα να πάµε στον Στέλιο» µου έλεγε, «µαθαίνει ότι είσαι σαν και µένα». ∆εν εννοούσε σαν παίκτης, αλλά σαν χαρακτήρας. «Σήµερα, αύριο» του απαντούσα κι αυτό ήταν το µεγαλύτερο λάθος της ζωής µου.

Και κάπως έτσι οι µπαλαδόροι σαν κι εσάς γίνονται φορείς λαϊκού πολιτισµού.

Ο αθλητισµός είναι πολιτισµός και δεν περιαυτολογώ αυτή τη στιγµή. Οφείλεις να συµπεριφέρεσαι σαν άνθρωπος του πολιτισµού.

Ε, δεν έχουµε συνηθίσει τους σηµερινούς ποδοσφαιριστές µε τέτοια συνείδηση. Καταλαβαίνετε πως το λέω, έτσι;

Στα οµαδικά αθλήµατα πρέπει να συγκρίνεις το σύνολο, µιλώντας για το σήµερα. Ενώ στα ατοµικά βλέπεις ότι κάθε λάθος τους, τους χρεώνεται προσωπικά. «Κοίτα να δεις τι είπε ο µαλάκας» ακούς να σχολιάζουν έναν αθλητή. Εµείς πάλι στα οµαδικά αθλήµατα ήµασταν κάπως πιο προστατευµένοι.

Πώς κρίνετε την ανάρτηση των πανό µέσα στα γήπεδα; Ας θυµηθούµε το πανό για τα Τέµπη προ ηµερών. Ο αθλητισµός µέσα από τον αγωνιστικό χώρο προσφέρεται για κοινωνική διαµαρτυρία;

Μα, κάνει κοινωνική διαµαρτυρία, δηλαδή είναι! Ανέκαθεν! Μπορεί να µην υπήρχαν τότε τα πανό, που εµφανίστηκαν αργότερα, η φωνή του λαού όµως έβγαινε εναντίον κάποιων πραγµάτων. Με συνθήµατα που είχαν και χιούµορ και καυστικότητα. Σήµερα ωστόσο υπάρχει µεγάλη καπηλεία. ∆εν µπορώ εγώ να κρίνω ποιος φταίει για κάτι, αλλά τείνω να πιστεύω αυτό το ότι φταίνε όλοι. Σαν τον Κούδα που µπορεί να έχασε ένα γκολ και να το χρεωθεί ένα 10%. Ο άλλος µπορεί να φταίει κατά 20%, όλοι όµως έχουν ένα ποσοστό ευθύνης. Μη µου πείτε ότι δεν συµφωνείτε. Εγώ, παρόλα αυτά, αν ήµουν αρχηγός, θα αναλάµβανα το 50% της ευθύνης.

Έχετε υποστεί ζηµία από δηµοσιογράφους µέσα στα χρόνια;

Έχουν παραφραστεί φράσεις µου, αλλά ποτέ δεν το είδα σαν ζηµιά. Μετά από ένα παιχνίδι µε φωνάζουν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου: «Κύριε Κούδα, κάποιος σας ζητά να πάτε πάνω στο παταράκι». Ανεβαίνω κι ήταν ο Σταµάτης Κόκοτας. Τα είπαµε και φτάσαµε στην ερώτηση που µόλις µου κάνατε, αν έχουµε υποφέρει από δηµοσιογράφους. Εγώ αναφερόµουν σε αντίπαλες εφηµερίδες που µπορεί να έγραφαν κάτι αρνητικό, σαν την «Ηχώ» και την «Οµάδα». Πετάγεται ο Κόκοτας και λέει: «Εγώ ξέρεις τι τους λέω; Γράψτο όπως το είπα και αν δεν το γράψεις έτσι, άλλη φορά µη µε συναντήσεις πουθενά». Η φράση δηλαδή «Γράψτο όπως το’πα» φέρει την υπογραφή του Σταµάτη Κόκοτα. Φυσικά και γράφονταν πράγµατα ανυπόστατα, αλλά και πάλι δεν ήρθα ποτέ σε ρήξη µε κανέναν απ’ τους παλιότερους συναδέλφους σας.

Είπατε πριν ότι σταµατήσατε το ποδόσφαιρο στα 38 σας…

Ναι, ήθελα να’µαι συνεπής µε τον εαυτό µου. Το 1982 – 83 αποφάσισα να σταµατήσω όταν παίξαµε τον τελικό µε την ΑΕΚ. Ήξεραν να µε πατήσουν στον κάλο κι έρχεται ο πρόεδρος ο Παντελάκης και µου ζητάει να παίξω. Έπαιξα πράγµατι και στις 22 Φεβρουαρίου – τις θυµάµαι ορισµένες σηµαδιακές ηµεροµηνίες – καταλαβαίνω ότι δεν µπορώ πια… Σκέψου να πληρώνει ο κόσµος εισιτήριο για να σε δει και να σου λέει µετά: «Άντε, Γιώργο Κούδα, κάτσε σπίτι σου καλύτερα»…Πήγα κι είπα του προπονητή: «Σε παρακαλώ, µη µε βάλεις από την αρχή. Αν µε χρειαστείς και δεις ότι κάτι µπορώ να προσφέρω για 20 – 30 λεπτά, φώναξε µε». Το σεβάστηκε ο προπονητής και µετά τις 22 Φεβρουαρίου του 1984 δεν έπαιξα άλλο παιχνίδι.

∆εν είναι πολύ σκληρό αυτό; Ένας άνθρωπος στα 38 του είναι νεότατος.

Όχι, όχι, ο κάθε αθλητής έχει ηµεροµηνία λήξης. Μια γυναίκα αν δε σε θέλει, αν δεν αισθάνεται ερωτευµένη µαζί σου, θα την κρατήσεις; Πρέπει να κόψεις αυτόν το δεσµό! Εγώ τ’ αγαπούσα αυτό που έκανα κι αυτό είπε ότι δεν µε ήθελε άλλο. Ηλικιακά το κατάλαβα και όταν µου είχαν πει το ίδιο µε εσάς, απαντούσα: «Εντάξει, βρε παιδιά, ο Στάνλεϊ Μάθιους που πήγε 52 ετών και έπαιζε ακόµα, τι να έλεγε;» (γέλια)

Επαναλαµβάνω, δεν παύει να είναι µια σκληρή απόφαση.

Ναι, είναι σκληρό, αλλά πρέπει να το επεξεργαστείς από πριν. Να αρχίσεις να το επεξεργάζεσαι δηλαδή. ∆εν είναι µιας ηµέρας απόφαση.  Εγώ είχα αποφασίσει να φύγω µε τον τελικό το ΄83 στην Καλογρέζα και ήλπιζα ότι θα τον πάρω. Είχαµε καλή οµάδα τότε. Ήθελα να φύγω µε ψηλά το κεφάλι. ∆εν ήθελα να µε βγάζει ο διαιτητής µε σκυµµένο το κεφάλι και ας µε χειροκροτούσαν απ’ τις κερκίδες.

Πείτε µου έναν αγώνα που θα τον θυµάστε για πάντα.

Είναι πολλά παιχνίδια…Έπαιξα µε τη Μπάγερν, µε τη Μπαρτσελόνα, µε τον Άγιαξ, µε τη Σεβίλλη. Θαύµαζα όλα αυτά τα µεγαθήρια, διότι µέχρι σήµερα δεν έχουµε φτάσει εµείς το επίπεδό τους. Έχουµε πάει για προετοιµασία στη Γερµανία στο Μόναχο και είναι να δώσουµε έναν φιλικό αγώνα. Στο ξενοδοχείο ήταν ο Λόραντ, πολύ σκληρός µε την πειθαρχία, αλλά λέγαµε και πολλά αστεία. Σε κάποια στιγµή κάνει ένα µειδίαµα ο Λόραντ και γυρίζουµε και βλέπουµε Μπράιτνερ – Ρουµενίγκε! Υποκλίνονται στον Λόραντ κι αυτός σηκώνεται και τους αγκαλιάζει. Ξέρεις τι µου έκανε εντύπωση σ’ όλο αυτό; Ήξερα ότι ο  Πολ Μπράιτνερ ήτανε µαοϊκός! Σκέψου, ο πιο απείθαρχος παίκτης να είναι µαοϊκός, επαναστάτης δηλαδή! Κι όµως, είδες τι σεβασµό είχε γι’ αυτόν τον άνθρωπο;

Πως ήταν τα χρόνια της χούντας; Σας θυµίζω τη φράση του ∆ιονύση Σαββόπουλου: «Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει».

Συνέβησαν πολλά πράγµατα επί χούντας. Γυρίζουµε µε την οµάδα από Πάτρα, θυµάµαι, και στο αυτοκίνητο είχα µέσα τον Σιδέρη, τον Σάκη τον Κουβά, τον Μανώλη Παππά, τέσσερα άτοµα ήµασταν σύνολο. Κάποια στιγµή, ξηµερώµατα, µετά από µακρινό ταξίδι, κουράστηκα στην οδήγηση. Σταµάτησα κι όταν ξανάπιασα το τιµόνι και φτάσαµε στο Χαϊδάρι, είδαµε τα άρµατα που έβγαιναν στο δρόµο. Είχαµε φτάσει στην 21η Απριλίου του 1967. ∆εν κατάλαβα τι γινόταν…Φτάνω στο Πασαλιµάνι και βλέπουµε στρατιώτες µε όπλα στα χέρια. Λέω σ’ έναν «Τι γίνεται, ρε παλικάρι;» κι αυτός παρατηρεί πίσω στο κάθισµα που είχα πετάξει το πηλήκιό µου. Μου απαντάει: «∆εν έχεις µάθει τι έχει γίνει; Πήγαινε στην υπηρεσία σου. Επανάσταση έχει γίνει»! Πήγα εγώ, κοιµήθηκα κι όταν ξύπνησα το µεσηµέρι, είχε έρθει σήµα στον Πειραιά από Θεσσαλονίκη για να συλλάβουν αµέσως τον πατέρα µου. Τον έπιασαν και τον πήγαν στην Καστέλλα στο αστυνοµικό τµήµα.Τους φώναξα: «Αυτόν που πιάσατε είναι ο πατέρας µου. Αν δεν τον βγάλετε σε µια ώρα, θα γίνει της πουτάνας»! Επενέβησαν τότε οι παράγοντες του Ολυµπιακού και τον βγάλανε. Ο πατέρας µου ήταν συνδικαλιστής, γενικός γραµµατέας στον Σύλλογο των Σερβιτόρων.

Σας έχει στιγµατίσει, πάντως, η αποχή για δύο χρόνια από τον ΠΑΟΚ.

Από το ’66 ως το ΄68 έκανα προπονήσεις µε τον Ολυµπιακό και µε το που ήρθε η χούντα, σταµάτησαν όλα, ούτε προπόνηση, ούτε τίποτα. Μόνο µε την Εθνική Ενόπλων έπαιζα, αλλά και εκεί κατάφερνα και ξεχώριζα σε αγώνες µε Τουρκία, Ακτή Ελεφαντοστούν και άλλες χώρες, παίρνοντας παγκόσµια πρωταθλήµατα. Είχαµε µαζί µας κάτι στρατηγούς πρωτάρηδες. Όταν γυρίζαµε, γινόταν χαµός κι εκεί πήρα την απόφαση να ξαναγυρίσω στον ΠΑΟΚ. Έπρεπε κάπου να παίζω, δεν ήταν δυνατόν να παίζω µόνο για την Εθνική Ενόπλων και το Λιµενικό Σώµα.

Όλα τελικά τα κάνατε µετά από µεγάλη σκέψη.

∆εν πρέπει σε σηµαντικά πράγµατα να σε παρασύρει η έπαρση. Κι εγώ τότε κέρδιζα σε παγκόσµια πρωταθλήµατα των οµάδων του Στρατού…Έπρεπε να σκεφτώ για να δω ποιό θα ήταν το µέλλον µου στα πιο παραγωγικά µου χρόνια. Στα 22 ήµουν. Μερικά λάθη δεν µπορείς να τα αποφύγεις και ξέρεις, συµβιβαζόµαστε κάπου – κάπου µε ορισµένα πράγµατα γιατί έτσι πρέπει.

Πείτε µου ένα – δυο πράγµατα µε τα οποία συµβιβαστήκατε.

(σκέφτεται) Όταν έφυγα από την Εθνική Ενόπλων, έκανα το λάθος να πάρω µια γυναίκα, την πρώτη µου, που δεν µου άξιζε. Παρόρµηση της ηλικίας… ∆εν την ήθελε ο πατέρας µου. Όταν γύρισα, ο πατέρας µου είχε µεγάλη αντιπάθεια µε τον Παντελάκη και τον ΠΑΟΚ. Επειδή έκανα αυτή την κίνηση να γυρίσω στον ΠΑΟΚ, µου είπε: «Ούτε στον τάφο µου να µην έρθεις». Πιο πολύ τον είχε πειράξει που γύρισα στον ΠΑΟΚ παρά το ότι πήρα µια γυναίκα που δεν την ήθελε. Το πήρα βαρέως και δεν µιλούσα µε τον πατέρα µου για πολλά χρόνια, από το ΄68 µέχρι το ΄74. Μόνο στη µητέρα µου τηλεφωνούσα τις ώρες που ήξερα ότι δεν ήταν µπροστά ο πατέρας µου. Με παίρνει εκείνη µια µέρα και µου λέει: «Σε παρακαλώ, έλα και ο µπαµπάς θα σε συγχωρέσει». Γυρίζω και της απαντώ: «Ο µπαµπάς να µε συγχωρέσει ή εγώ να τον συγχωρέσω;» Μου εξηγεί πως παντρεύεται η αδερφή µου και ότι πρέπει να πάω στο γάµο. Είπα «Εντάξει, ρε µάνα, θα έρθω».

Ο συµβιβασµός ήταν δηλαδή που ξανασµίξατε µε τον πατέρα σας;

Κοίταξε, όταν εσύ δεν κάνεις κάτι για να βλάψεις την οικογένεια σου, αλλά αντίθετα το κάνεις για να επιβιώσεις εσύ και να βοηθήσεις και την οικογένεια, τι να λέµε; Σας είπα στην αρχή για το χιλιάρικο που’χα δώσει του πατέρα µου. Μόνο για µένα; Όχι, δεν πήγαινε έτσι.

Αφήνοντας κατά µέρος τη δική σας σχέση µε το χρήµα, δεν θα λέγατε ότι το ποδόσφαιρο έχει να κάνει γενικώς πολύ µε το χρήµα;

Τώρα! Και τότε, όµως, τα ποσά ήταν πολύ µεγάλα για έναν µέσο εργαζόµενο. Πλούσιος γινόσουν άµα έπαιρνες 400.000 δραχµές µε τα κύπελλα που φέρναµε.

Κάποιος είχε θέσει ένα ερώτηµα: Η µπάλα ή το χρήµα είναι ο Θεός;

Οξύµωρο ερώτηµα…Βλέπεις τώρα να σταυροκοπιούνται πριν ξεκινήσει ο αγώνας. Εγώ πήγαινα µες το µπάνιο και προσευχόµουν κρυφά. Έλεγα «Θεέ µου, βγάλε µε σώο απ’ αυτό το παιχνίδι», γιατί ανά πάσα στιγµή µπορείς να πάθεις πατατράκ. Και σήµερα το παρακάνουν µε δηµόσια σταυροκοπήµατα και προσευχές. Μην καπηλεύεσαι τη θρησκεία για να δείξεις ότι είσαι τάχα µου ταπεινός. Μ’ ακούτε τελείως τρελαµένο µε κάποια πράγµατα. Είχα τρεις – τέσσερις σοβαρότατους τραυµατισµούς. Μου έβγαινε το χέρι, το ξανάβαζα και ξανάπαιζα. Σήµερα τους βλέπεις να πέφτουν κάτω, να σφαδάζουν στις κάµερες και µετά να σηκώνονται και να τρέχουν.

Εδώ που είµαστε έχετε το γραφείο της επιχείρησης σας. Τι ακριβώς κάνετε;

Ασχολούµαι µε εσώρουχο και πιτζάµα, ανδρικό – παιδικό – γυναικείο. Όταν έπαιρνα αποφάσεις να δω τι θα κάνω στην υπόλοιπη ζωή µου, εγώ δεν ήθελα να γίνω προπονητής. Αποφάσισα να ασχοληθώ µε κάτι άλλο. Είχα γνωρίσει και τη σύζυγό µου που ήταν πτυχιούχος εκτελωνίστρια. ∆ούλευε κοντά στο λιµάνι, εκεί που την «ψάρεψα». Είπαµε να κάνουµε τη δική µας βιοτεχνία µε εσώρουχα και πιτζάµες.Αρχικά ξεκινήσαµε απ’ τη Συγγρού εδώ στη Θεσσαλονίκη. Σήµερα έχουµε το δικό µας brand name µε τίτλο «Scherzo by George Koudas». Το όνοµα µου µε ψιλά γράµµατα από κάτω γιατί δεν ήθελα ποτέ να το χρησιµοποιήσω.

Η αλήθεια είναι πως το ’84 που αποσυρθήκατε, είχε παρεισφρήσει ο χουλιγκανισµός στα γήπεδα.

Από πριν υπήρχε, αλλά απ’ την Αγγλία εισήχθη όµως. Και απ’ την Αγγλία πάλι το καθάρισαν! ∆ιαφέρουµε σαν λαοί και σαν κουλτούρα, µη σου πω ότι πήραν τα δικά µας αρνητικά και τα µετέφεραν εκεί.

Ο Θωµάς Κοροβίνης έχει γράψει ένα µικρό βιβλίο για σας που λέει µέσα ότι «Ο Γιώργος Κούδας έχει δάχτυλα πιανίστα και ένα ζευγάρι πόδια εφήβου αθλοµανούς»…

Με τον Κοροβίνη έχουµε συναντηθεί πάρα πολλές φορές και µε συγκινεί που εξέδωσε ποιητική συλλογή για µένα. Αν δεν είχαµε κάνει τόσα ραντεβού, δεν θα είχε καταλάβει ποιος είµαι ώστε να το εκφράσει ποιητικά. Ο Πέτρος Βαγιόπουλος, ο συνθέτης, έµενε στα Περιστέρια τα Παλιά, όπως τα λέγαµε. Στην ίδια γειτονιά µέναµε. Μαζί µε τον Μανώλη Ρασούλη έρχονταν στο γήπεδο για να µε δουν κι έτσι του ήρθε του Μανώλη ο στίχος «Πότε Βούδας, πότε Κούδας». Κι αν µε τον Βαγιόπουλο έχουµε συναντηθεί µια φορά µόνο, µε τον Ρασούλη πηγαίναµε κάτω απ’ το σπίτι µου και πίναµε καφέδες και τα λέγαµε.

Ωραίος ο Ρασούλης, έτσι;

Φιλοσοφηµένος τύπος! Του έλεγα καµιά φορά: «Μίλα µου πιο απλά, γιατί τα φιλοσοφικά δεν τα πολυκαταλαβαίνω». Απίθανος ήτανε!

Πάντως, µε τον στίχο αυτό γίνατε κάτι σαν µύθος στο πανελλήνιο ακόµη κι από ανθρώπους που µπορεί να µην είχαν καµία σχέση µε ποδόσφαιρο.

Κάποτε µια κυρία µε δυο παιδάκια άκουσε που µε λένε Κούδα και ρώτησε: «Α, είστε εσείς που λέει το τραγούδι;» Της απάντησα: «Κοιτάξτε, κυρία µου, µπορεί να µη µε έχετε γνωρίσει, αλλά µε έχετε χορέψει σίγουρα» (γέλια) Έσκασαν όλοι στα γέλια. Μιαν άλλη φορά συνάντησα σε µια τράπεζα την ηθοποιό Ελισάβετ Κωνσταντινίδου που δεν µε γνώριζε προσωπικά. Αυτή έπαιζε στο σήριαλ «Στο παρά πέντε» κι έλεγε µέσα την ατάκα: «Αυτός είναι ο Βούδας! Καλέ, πως πάχυνε έτσι ο Κούδας;» Το σενάριο ήταν του δικού µας του Σερραίου, του Καπουτζίδη. Συναντώ, λοιπόν, την Κωνσταντινίδου και της λέω «Πως µε βλέπετε τώρα που µε αναφέρατε στο ρόλο σας στο σήριαλ;» Χάρηκε που γνωριστήκαµε, τα είπαµε λίγο, γελάσαµε.

Αγαπήσατε πολύ τη γυναίκα;

Πάρα πολύ. Οι περισσότερες σχέσεις µου ήταν σχέσεις πάθους. Με τη γυναίκα µου είµαστε µαζί από το 1979 που τη γνώρισα και παντρευτήκαµε το 1982.

Νιώθετε ευτυχισµένος µε τη ζωή σας, κύριε Κούδα;

Το «ευτυχισµένος» είναι µεγάλη λέξη για µένα. Νιώθω όµορφα, ότι προσπάθησα να κάνω, το έκανα µε αγάπη και αφοσίωση. Ρωτήστε στην αγορά για το «Scherzo» τι λένε τώρα.

Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συζήτηση.

Εγώ σας ευχαριστώ ειλικρινά.

* Η συνέντευξη με τον Γιώργο Κούδα πραγματοποιήθηκε στο γραφείο της επιχείρησής του στη Θεσσαλονίκη στις 21 Μαρτίου του 2023.

** Οι φωτογραφίες είναι του Μάνου Αγγελάκη

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Κυκλοφόρησαν τα «Ποιήματα και Τραγούδια» του Θωμά Κοροβίνη

Φωτογραφία: Αφροδίτη Μιχαηλίδη
Ο Θωμάς Κοροβίνης, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους συγγραφείς, που εδράζεται στη Θεσσαλονίκη, δεν έχασε ποτέ την επαφή του με το λαϊκό στοιχείο, όχι μόνο λόγω επαγγελματικής…διαστροφής, αλλά κυρίως επειδή αυτό επιτάσσει η παιδεία του και η προσωπικότητα του, αφήνοντας έτσι και μια σοβαρή παρακαταθήκη στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι: Σαν στιχοπλόκος πρώτα απ’ όλα, συνεργαζόμενος με πολλούς συνθέτες και ερμηνευτές, αλλά και όντας  ο ίδιος τραγουδοποιός. Ήταν επιβεβλημένη μία έκδοση από την «Άγρα», τον εκδοτικό οίκο που μας τροφοδοτεί με τα κατά καιρούς πονήματα του, στην οποία θα περιέχονταν τα ποιητικά και στιχουργικά του άπαντα. Πρέπει να πούμε εδώ πως ο Κοροβίνης είναι απ’ τους λίγους συγγραφείς που κοσμούν με τη γραφή τους τη χοάνη του facebook. Πολλά δηλαδή από τα ποιήματα του που διαβάζουμε στο βιβλίο, τριάντα στο σύνολο τους, τα είχαμε πρωτοδιαβάσει στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook, όπως το γραμμένο για τον Ζακ Κωστόπουλο «Πόσες φορές σε ξαναείδα», που είχε κάνει μεγάλη αίσθηση. Διότι, αυτό που αναδεικνύεται από την ποίηση του Κοροβίνη, είναι ακόμη ένα συστατικό της προσωπικότητας του: Η αγάπη του τόσο για τους επιφανείς εκπροσώπους της πνευματικής ζωής σε διεθνές επίπεδο, όσο και για τους αποσυνάγωγους αυτού του κόσμου κι αυτής της κοινωνίας. Στα ποιήματα του Κοροβίνη θα συναντήσουμε τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι και τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου και τον Γιώργο Ιωάννου, αλλά και τον Βαγγέλη Γιακουμάκη, την Ελένη Τοπαλούδη ή και έναν μαύρο παρία στις όχθες του Μισισιπή. Συνδετικός αρμός όλου αυτού του ελκυστικού τυραννισμένου «θιάσου» παραμένει η βαθιά αριστερή του σκέψη και ο ουμανισμός του. Και κάπως έτσι εξηγείται γιατί ο Κοροβίνης είναι και ένας πολύ αγαπητός άνθρωπος σε όποιον έχει την τύχη να τον συναναστρέφεται στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη ή στο Πήλιο. Στην ενότητα «μελοποιημένα ποιήματα» περιέχονται τα 35 στιχουργήματα που μελοποιήθηκαν από τον ίδιο στους τρεις προσωπικούς δίσκους του: «Από έβενο κι αχάτη» (1992), «Τακίμια» (1998) και «Το κελί» (2008) με βασικό ερμηνευτή πάλι τον ίδιο. Θα ξεχώριζα από τον πρώτο του δίσκο το, αφιερωμένο στη Φλέρυ Νταντωνάκη, «Φλέρυ», όπως και το μεταφρασμένο από τα τουρκικά «Yeter (Αρκετά πια, φτάνει)». Και πάλι ο Κοροβίνης φτιάχνει τραγούδια – πορτραίτα, είτε μέσω αφιερώσεων σε ανθρώπους που μπορεί να γνώρισε, μπορεί και όχι («Από την Πάτρα στην Αθήνα» για την Πόλυ Πάνου, «Ο χρόνος είναι σταυρωτής» για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Για τη φωνή σου» για τη Λιζέτα Καλημέρη, «Γιλμάζ Γκιουνέι» κ.α.), θεωρώ όμως πως με κομμάτια σαν «Της ζωής τα κουρέλια» και «Το κελί» έφτασε στο απόγειο της, προορισμένης για τραγούδι, στιχουργικής ιδιότητας του.  Το ίδιο ενδιαφέρον έχει και η επόμενη ενότητα του βιβλίου, «Στίχοι – συνεργασίες με άλλους συνθέτες», δεκατέσσερα τραγούδια με τα λόγια του να ενδύονται μελωδίες συνθετών σαν τον Γιώργο Καζαντζή, τον Δημήτρη Κοντογιάννη, τον Χρήστο Τσιαμούλη, τον Ανδρέα Κατσιγιάννη, τον Γιώργη Χριστοδούλου κ.α. Βλέποντας «αρχειοθετημένο» όλο αυτό το μέχρι πρότινος «αδέσποτο» υλικό, συνειδητοποιείς πως τον Κοροβίνη έχουν ερμηνεύσει οι μεγαλύτερες φωνές της Θεσσαλονίκης και όχι μόνο, από τον Νίκο Παπάζογλου και τη Βούλα Σαββίδη μέχρι την Ελένη Βιτάλη και τον Παντελή Θεοχαρίδη. Η τελευταία ενότητα ονομάζεται «Μη μελοποιημένα ποιήματα για τραγούδια» και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης μαζί με τις υποκατηγορίες «Θαλασσινά τραγούδια» και «Κύκλος Αγίου Όρους». Εδώ πάλι πρόκειται για έναν θησαυρό καλοπλεγμένων λέξεων – σκέτη πρόκληση για κάθε συνθέτη που αναζητά στίχους αξιώσεων. Διαβάζεις, λόγου χάριν, το ποίημα «Άγριο ρόδο της ερήμου» και το «ακούς» μελοποιημένο ήδη από έναν Σωκράτη Μάλαμα ή έναν Βαγγέλη Κορακάκη. Ομοίως και την, εμπνευσμένη από τον Παπαδιαμάντη, «Ακριβούλα» που φαίνεται ν’ αναζητά τη μελωδία και τη ζεστή ερμηνεία ενός Ορφέα Περίδη. Και, φυσικά, ο Κοροβίνης κι εδώ δεν απαρνείται ούτε για μια στιγμή τα Ιερά πρόσωπα που τον συντρόφευσαν και τον συντροφεύουν μέσα από ποιήματα σαν το «Γιώργος Κούδας» (για τον θρυλικό ποδοσφαιριστή), «Ένα ζεϊμπέκικο για τον Στέλιο» (Καζαντζίδη), «Με κομμένα φτερά» (για την Κατερίνα Γώγου), «Το δάκρυ» (μνήμη Τάσου Μπαντή) και το «Παλιός Βαρδάρης» (για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και άλλων στιχουργημάτων του). Ωστόσο, η κατηγορία «Κύκλος Αγίου Όρους» είναι από μόνη της ένα σχεδόν παράδοξο σύνολο ποιημάτων για τραγούδια. Ο Κοροβίνης μ’ αυτά τα δώδεκα στιχουργήματα συνεχίζει (ερήμην του ίσως) στο δρόμο του πιο τολμηρού εκκλησιαστικού μέλους, έτσι όπως αυτό μας κληροδοτήθηκε μέσα από το «Τροπάριο της Κασσιανής». Στο «Σκίρτημα σου», π.χ., ο στιχουργός αναφέρεται στους πειρασμούς και τα μαρτύρια του Αγίου Αντωνίου που πέρασε για μια ανικανοποίητη αγάπη, εκεί που στον «Θάνατο» φαίνεται να διαγράφει με μια μονοκοντυλιά την πίστη και την ελπίδα στη μεταθανάτια ζωή. Διότι η ίδια η ζωή τελικά είναι αυτή που πρωταγωνιστεί στη σκέψη του Κοροβίνη, έτσι όπως αποτυπώνεται στα γραπτά του. Ζωή μέσα από τον έρωτα, την αγάπη, τη συντροφικότητα, μακριά από κάθε κακό και άδικο που ο κόσμος αυτός κουβαλάει στην κοιλιά του.

 «Το βιβλίο «Ποιήματα και Τραγούδια» του Θωμά Κοροβίνη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023

Ανεκδοτολογικές ιστορίες με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο από τον Θωμά Κοροβίνη

Είμαστε μια μέρα με τη μάνα μου και τον Ντίνο. Λέει η μάνα μου: «Παιδί μου, θέλω να ρωτήσω κάτι τον κύριο Ντίνο, αλλά δεν θα μιλήσεις». Της κάνω: «Αναλόγως τι θα πεις»! Συνέχισε εκείνη απευθυνόμενη στον ποιητή, ενόσω ο κόσμος άκουγε γύρω μας:

- Κύριε Ντίνο, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;

- Μάλιστα, κυρία Βούλα μου, σας ακούω! 

- Εσάς το παιδί μου σας ακούει. Δεν του λέτε να παντρευτεί;

- Ακούστε, να αφήσετε το παιδί ήσυχο. Εμείς περνάμε καλά. Ο γάμος είναι για τις γυναίκες. 

Για χρόνια με ρωτούσε η μάνα μου τι ήθελε να πει τότε. Της έλεγα: «Πάρ' τον τηλέφωνο να σου εξηγήσει. Εγώ δε μπορώ να σου το εξηγήσω, είναι...ντινίστικο». 

Κάποτε ο Σταύρος Κουγιουμτζής είχε βγάλει ένα βιβλίο, το «Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά πατζούρια», όπου σε κάποιο σημείο έκανα το λάθος - έγραφε - να πάω στον ποιητή και να του κλαφτώ για τα πάθη μου. «Ε, καλά κι εσύ» του είπε ο Ντίνος, «χίλιες δυο άλλες υπάρχουν». Ο Κουγιουμτζής, όμως, ήταν πονεμένος και έγραψε το εξής: «Τι περίμενα από' ναν άνθρωπο που λατρεύει τις αρβίλες;» Τον θανάτωσε αυτό τον Ντίνο! Κάνα δίμηνο πριν πεθάνει ο Σταύρος, πήγαμε σε τραπέζωμα στο σπίτι του μαζί με τον δημοσιογράφο Γιάννη Τσολακίδη. Ο Σταύρος πριν μου είχε τηλεφωνήσει: «Σε παρακαλώ, τηλεφώνησε του Ντίνου και πες του να έρθει κι αυτός». Του τηλεφωνούσε ο ίδιος, βλέπεις, χριστούγεννα και πρωτοχρονιές, αλλά ο Ντίνος του έκλεινε το τηλέφωνο. Παρότι του είπα πως δεν προτίθεμαι να το κάνω, τελικά το έκανα, αλλά ο Ντίνος ήταν ανένδοτος. «Ντίνο, σήμερα πατάμε εδώ και αύριο στην άλλη όχθη. Μίλα του!», αλλά δεν άκουγε τίποτα. Του θύμισα πως ήταν ο πιο στενός παιδικός του φίλος, αν και έκανε βλακεία, ήταν λάθος του. Όταν πέθανε ο Σταύρος, ο Ντίνος εθεάθη να μυξοκλαίει στο μνήμα του. «Μην κλαις τώρα! Τι σου είχα πει;» τον πλησίασα και του είπα...

Ο συχωρεμένος ο γαμπρός μου ήταν σπουδαίος καπετάνιος. Μια μέρα έφερε κάτι μεγάλα ψάρια από τον Θερμαΐκό. Σαν γιαταγάνια ήταν. Λέω: «Να τα πάω στον Ντίνο, αντί να πω ''Κάτσε φάτα εσύ, μαλάκα''». Του πήγα τη σακούλα περιποιημένη, κάτι μπαρμπούνια να χαίρεσαι που σ' τα κάνουν δώρο. Μόλις τα βλέπει ο Ντίνος λέει: 

- Δεν μ' αρέσουν ούτε τα ψάρια, ούτε οι ψαράδες»! 

- Μα, δεν τρώγεσαι, ρε συ. Ακόμη κι ο Χριστός ψαράδες διάλεξε...

- Σωστά! Προσπαθείς εσύ τώρα να με συνετίσεις. Πάντως, άσ' τα εδώ! 

Του τα άφησα, αλλά μούτρωσα και έφυγα. Πέρασε καιρός ώσπου μια μέρα τον επισκέπτομαι στη «Διαγώνιο». Συναντώ μια αξιόλογη γυναίκα, την Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου, την ώρα που εγώ έμπαινα και αυτή έβγαινε. Μου κάνει: «Άκου τώρα, Θωμά, παιδί μου, δεν πρόλαβα να βγω και μου τα σέρνει από πίσω. Τι πρέπει να τον κάνω;» Μπαίνω μέσα, ήταν και κάποιος άλλος. Τον ρωτάω:

- Ντίνο, πως σου φάνηκαν τα μπαρμπούνια;

- Α, αυτό δεν το ξέρω εγώ, το ξέρει η Αϊσέ η γάτα μου.

Σίγουρα θα τα καλόφαγε, αλλά δεν ήθελε να σου πει ποτέ «ευχαριστώ». 

Κάποτε είχε παντρευτεί η Μελίνα Κανά σε πολύ μικρή ηλικία τον Φώτη - δεν ευδοκίμησε ο γάμος. Έχουμε μια φωτογραφία, μάλιστα, μαζί με τη Μελίνα μικρή και τον Νίκο Χουλιαρά. Με κάλεσαν στο γάμο. Την ίδια μέρα μου τηλεφωνεί ο Ντίνος: «Θωμά, θα πας στον εν Κανά γάμο; Είμαι κι εγώ καλεσμένος. Θες να πάμε παρέα;» «Να πάμε» του απαντώ. Μου λέει να κατεβούμε κι οι δυο μας με τα πόδια, αλλά εγώ του πρότεινα να πάρουμε ένα ταξί από τη «Διαγώνιο». Άρχισε να φωνάζει:

- Όχι, να μη μπαίνεις σε ταξί, είναι ελεεινοί οι ταξιτζήδες!

- Μα, είναι ελεεινοί, αλλά τι να κάνουμε τώρα, έχουμε να πάμε σ' ένα γάμο. 

- Όχι, μωρό μου, θα μπούμε στο αστικό λεωφορείο.

Κυριακή απόγευμα τώρα, δεν ήταν και τίποτα να πάρουμε ένα ταξί απ' το να πάρουμε το λεωφορείο, που θα ήταν πήχτρα, για τρεις στάσεις. Είπα να του κάνω το χατήρι. Μπαίνουμε στο αστικό, στριμωγμένοι, όπου μου λέει: «Είναι πολλοί εδώ μέσα, πιάσε με αγκαζέ, κράτα με, να μη μας πειράζουν». Τον είχε πιάσει φοβία. Κατεβαίνουμε τελικά σε δυο στάσεις. Μπροστά ήταν ένα ανθρωπάκι λίγο καμπούρικο με ένα μουστακάκι χιτλερικού τύπου. Κάνει ο Ντίνος:

- Τώρα θα δεις τι θα πάθεις!

- Σε μένα το λες;

- Όχι, μωρό μου. Στον άλλον! Δεν τη βλέπεις μπροστά μας αυτή την ποντικομαμή; 

Έρχεται αυτός κοντά μας. Ήταν ένας γυμνασιάρχης. Του λέει ο Ντίνος:

- Τι γίνεται, πως πάνε οι καρατομήσεις μαθητών;

- Μια χαρά πήγαμε φέτος.

- Κουράδες πήγατε μια χαρά. Έφαγες κόσμο και ντουνιά και φέτος. Που πας εσύ τέτοια ώρα; 

- Εγώ, Ντίνο μου, που πάω; Σε κάτι βαφτίσια!

- Α, κι εμείς με το παιδί από δω πάμε σε κάτι γαμήσια! 

Το γέλιο που έπεσε μέσα στο λεωφορείο δεν περιγράφεται. Κατεβαίνουμε και μου λέει:

- Καλά να πάθει!

- Τι σου έκανε;

- Εμένα; Τίποτα δεν μου έκανε. Είναι τόσο ελεεινός και κακοποιητικός με τους μαθητές του!

Τον πίστευα τον Ντίνο. Ήξερα πως πολλοί απ' αυτούς που έκανε επιμέλεια στα βιβλία τους, δεν τον πλήρωναν.  

Είμαστε έξω απ' τη «Διαγώνιο» και ρίχνει καρέκλες. Τον ρωτάω: «Ντίνο, τι θ' απογίνουμε; Δεν μπορούμε να μετακινηθούμε». Εκεί στη γωνία Αριστοτέλους με Τσιμισκή είχε ένα μαγαζί με αθλητικά. Του πρότεινα να κάτσουμε κάτω από μια μαρκίζα. Κόσμος μας προσπερνούσε. Μου κάνει:

- Θα με πας μέχρι το αστικό, αλλά δεν θα σταματάς όπου γουστάρεις. 

- Γιατί;

- Γιατί συνηθίζεις να πηγαίνεις κοντά σε αστυνομικούς!

- Εγώ; Δεν έχω κάνα θέμα, δεν φοβάμαι, απλώς τους προσπερνάω. 

- Να έχεις! Μπορεί να σε συλλάβουν. Χρειάζονται, βέβαια, τα σώματα ασφαλείας, αλλά μην πολυπλησιάζεις. Μπορεί να σκάσει μια βόμβα, μπορεί να σε συλλάβουν για ένα χρέος.

Λίγο παρακάτω, στου Μοδιάνου, ήταν ένας κουρέας. Συνέχισε ο Ντίνος:

- Δεν μ' αρέσει αυτός, κοιτάζει ύποπτα.

- Ε, και τι να κάνουμε τώρα; 

Μου πρότεινε ν' αλλάξουμε δρόμο. Τέλος πάντων, καθόμασταν κάτω από υπόστεγο και για να περάσει η ώρα, του πρότεινα εγώ να βαθμολογήσουμε τον κόσμο που περνούσε. Βαθμούς αισθητικής, τη σούμα του καθενός, πως ήταν ντυμένοι κλπ. Περνάνε τρεις - τέσσερις γυναίκες, κοντόχοντρες, που μάλλον δεν ήξεραν που να πάνε μες τη βροχή. «Αυτές δεν βαθμολογούνται» άρχισε να φωνάζει ο Ντίνος, «παίρνουν κάτω από το μηδέν! Ούτε εσύ να τους βάλεις βαθμό». Σε λίγο περνάει ένας κουτσός:

- Αυτός, μάλιστα! Είναι βιοπαλαιστής!

- Μα δεν κάνουμε κριτική στο με τι ασχολείται ο καθένας.

- Εγώ του βάζω 8.

- Τι 8, ρε Ντίνο; 

Περνάει μια άλλη με μίνι φουστίτσα, κάνω εγώ «Χαριτωμένο κοριτσάκι». Ο Ντίνος της έβαλε 4!

- Από μένα, 4! Κατουράει σε παρένθεση, είναι στραβοκάνα! 

Πάει κι αυτή...Ξεραινόμουν στα γέλια, αλλά ετοιμαζόμουν και για επίθεση, αφού αυτό ήταν μονίμως το παιχνίδι του. Περνάει μετά ένας μεγάλος κύριος, περιποιημένος, Δον που λένε. Σχολιάζω εγώ:

- Δεν μ' αρέσει το ντύσιμο του αλλά του βάζω 9. Πολύ ωραίος άντρας! 

- Μηδέν από μένα. Είναι ελεεινός. Τα παίρνει διπλά και τριπλά απ' τους ασθενείς του. Είναι γιατρός. 

Στο τέλος, περνάει ένας παίδαρος. Κάνω εγώ:

- Ντίνο, αφού εσύ δε βάζεις 10, εγώ εδώ θα βάλω εννιάμισι. 

- Σε παραδέχομαι, έχεις γούστο, του βάζω κι εγώ 9 με την καρδιά μου.

- Και γιατί δεν βάζεις κι εσύ εννιάμισι;

- Όχι, μωρό μου, ξεχνάς κάτι. Έχει κώλο!

- Και τι να'χει ο άνθρωπος; 

Κατάλαβα εκεί, λοιπόν, πως δεν ξεμπέρδευες εύκολα με τον Χριστιανόπουλο.

Τραγουδά η Πόλυ Πάνου στον «Μύλο» και μου ζητάνε από τη ΛΥΡΑ να την παρουσιάσω εγώ. Είχα καλή γνωριμία μαζί της. Η Πόλυ φορούσε μια καταπληκτική εσθήτα και είχε μπουζουξή τον Καραντίνη. «Κλάψε, Καραντίνη, κλάψε» του έλεγε. Τραγουδούσε στο αίθριο του «Μύλου» και ο Ντίνος ήταν κι αυτός καλεσμένος. Λόγω Ντίνου, δεν πήγα μετά στο τραπέζι. Μου είχε κάνει πολλές χαλάστρες τώρα που τα θυμάμαι...Ήταν εκεί η Μαριώ, ο Παπάζογλου, ο Μπακιρτζής, όλοι. Μια καλή παρέα ήμασταν. Μου χώθηκε, επειδή αγαπιόμασταν με την Πόλυ. Τον είχα δίπλα μου και μου κάνει: 

- Τι τις παινεύεις όλες; Αυτές είναι παρακατιανές, όλα σταματάνε στη Μπέλλου. Γκρέυ, Πόλυ και τα τοιαύτα, δεν κάνουνε...

- Την παινεύω, Ντίνο, γιατί τη γουστάρω. Άμα δεν τη γουστάρεις, τι σηκώθηκες και ήρθες εδώ; Προσβάλλεις τη γυναίκα, αλλά και μένα που την παρουσίασα. Σήκω φύγε καλύτερα.

Εννοείται πως όταν άκουγε κάτι που δεν τον συνέφερε, σφύριζε κλέφτικα. Δεν έφευγε με τίποτα, αφού θ' ακολουθούσαν κεφτέδες μετά. Γυρίζει και μου λέει:

- Επειδή ξέρεις ότι σ' αγαπώ, για πρόσεξε την καλά. 

- Τι, δεν σ' αρέσει το φόρεμα της;

- Το φόρεμα είναι εκπληκτικό, από καλή μοδίστρα. Φαίνεται πως το...ψιλό υπάρχει. 

- Μήπως δε σ' αρέσει το V μπροστά; Δεν είναι πολύ ανοιχτό. 

- Είναι εξαιρετικό, όπως πρέπει. Και ωραία τραγουδάει, και ο μπουζουξής ωραίος, όλα τέλεια. Για προχώρα παρακάτω λίγο.

- Τι παρακάτω;

- Κάτω απ' τα βυζιά! 

Δεν είχε κάτι περίεργο να πιαστώ. Τον ρωτάω:

- Τα κουμπιά δεν σ' αρέσουν;

- Εκπληκτικά! 

- Ε, τότε;

- Πιο κάτω, κάτω απ' τον αφαλό.

Διακρίνω κι εγώ ότι ήταν λίγο πιο σκιερά εκεί που μου είπε. Οπότε κάνει ο Ντίνος:

- Τι περιμένεις από γυναίκες με άσπρα φουστάνια και μαύρα βρακιά; 

Έρχεται ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης. Εγώ πολύ νέος τότε, ήμουν λίγο ψάρι μπροστά του. Τον θυμάμαι να κυνηγάει τα πορτοκάλια στην αγορά, που του έπεφταν, ενώ ήταν πλούσιος. Του φώναζα: «Κύριε ποιητά, τα πορτοκάλια σας»! Μπαίνει στη «Διαγώνιο» και λέει του Χριστιανόπουλου: 

- Ντίνο, πήρα το όγδοο βραβείο μου απ' την τάδε Βιβλιοθήκη της Λειψίας. 

- Μπράβο, Τάκη μου. Πρόσεξε, όμως, γιατί κινδυνεύεις τα βραβεία σου να' ναι περισσότερα απ' τους αναγνώστες σου. 

Εμένα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ο Βαρβιτσιώτης δεν πτοήθηκε αντί να παρεξηγηθεί κι άρχισε να του διαβάζει στίχους: «Άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν στα πεζοδρόμια της Τσιμισκή» κλπ. Κάνει ο Ντίνος:

- Τάκη μου, είσαι αιθεροβάμων και ανεδαφικός! Εγώ μόνο τσόλια βλέπω και μαλακισμένες πλούσιες. Τίποτα άλλο! 

* Στις 14 Μαρτίου 2023, αμέσως μετά την παράσταση «Ντίνος Χριστιανόπουλος - Το Ταγκαλάκι» στο θέατρο «Αμαλία» της Θεσσαλονίκης, πήγαμε στην καθιερωμένη ταβέρνα με εκλεκτή παρέα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο συγγραφέας και προσωπικός φίλος του Χριστιανόπουλου, Θωμάς Κοροβίνης. Ήταν ακόμη ο ηθοποιός Χάρης Φλέουρας, η συγγραφέας Εύη Κουτρουμπάκη, οι τραγουδίστριες Βούλα Σαββίδη και Λιζέτα Καλημέρη κ.α. Εκεί στήθηκε με γέλια, μέχρι τη μία τη νύχτα, το καλύτερο μνημόσυνο για τον ποιητή. Μερικές ιστορίες απ' αυτές που μόλις διαβάσατε, έχουν ήδη δημοσιευθεί σε βιβλία του Κοροβίνη και άλλες δημοσιοποιούνται για πρώτη φορά. Σήμερα, 11 Αυγούστου του 2023, συμπληρώνονται τρία χρόνια από το θάνατο ενός απ' τους πιο αντισυμβατικούς ποιητές των ελληνικών γραμμάτων.  Τον θυμόμαστε με μεγάλη αγάπη, με όλα τα καλά και τα αγκαθάκια του, και τον ευγνωμονούμε. 

Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

Ημέρα πένθους σηματοδοτεί η απώλεια του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου (1931 - 2020)

Σήμερα είναι μία ημέρα πραγματικού πένθους. Τι κι αν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στην πραγματικότητα είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια εδώ και πολύ καιρό, εδώ και αρκετά χρόνια; Έρχεται η στιγμή που κάτι σπάει μέσα σου σαν μαθαίνεις τη δυσάρεστη είδηση...Με ειδοποίησε ο Ανδρέας Βάγιας, ο αρχισυντάκτης μου στο koutipandoras.gr: «Τι θα κάνουμε με τον Χριστιανόπουλο;» με ρώτησε, όπως ρωτάνε σε κάθε ανάλογη περίπτωση οι αρχισυντάκτες των εντύπων και των sites. Μου πήρε ελάχιστα δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί. «Πέθανε;» ήταν το μόνο που ρώτησα, αλλά η είδηση ήθελε τσεκάρισμα. Τηλεφώνησα αμέσως του Θωμά Κοροβίνη, αφού ήταν ο πρώτος που έγραψε πρώτος δημοσίως στα social media. Το τηλέφωνο του «μιλούσε» κι έτσι αμέσως μετά τηλεφώνησα του Γιώργου Χρονά. «Ναι, είναι αλήθεια, πέθανε» μου είπε ο Χρονάς κι όταν του ζήτησα να έγραφε, αν ήθελε, ένα κείμενο για το site, μου εξήγησε πως είναι πολύ ταραγμένος και δεν μπορεί να γράψει τίποτα για την ώρα. Το ίδιο και ο Κοροβίνης, όταν είδε την κλήση μου και με πήρε πίσω. Βρίσκεται στο Πήλιο και επίσης τον άκουσα πολύ ταραγμένο. Τον φαντάστηκα να κλαίει για να'μαι ακριβής. Εκείνος δεσμεύτηκε ήδη να δώσει ένα κείμενο στο Documento, στο μεγάλο αφιέρωμα που ετοιμάζει η Μαρίνα Αγγελάκη. Ακολούθησε η επικοινωνία με τη Μαρίνα, την καλή συνάδελφο από τη Θεσσαλονίκη. Τα είπαμε για λίγη ώρα στο inbox και, ειλικρινά, μου έκανε καλό αυτή η συνομιλία μας. Με τη Μαρίνα, άλλωστε, πριν λίγους μήνες είχαμε μιλήσει αρκετά για τον Χριστιανόπουλο στην Καβάλα ως κοινή μας αγάπη από την ελληνική ποίηση. Δεν μπορώ ούτε εγώ να γράψω και να πω τίποτα άλλο για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Μόνο τη μεγάλη μας συνέντευξη, η οποία υπήρχε αποθηκευμένη στο email μου εδώ και πολλά χρόνια, έστειλα στο site και δημοσιεύθηκε στη μνήμη του. Αύριο θα επανέλθω με νέο κείμενο για τις μελοποιήσεις που έχουν γίνει μέσα στα χρόνια στον ποιητή, καθώς και για το ιστορικό του δίσκου «Τα τραγούδια της αμαρτίας» σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, από πληροφορίες που μου'χαν εκμυστηρευτεί ο ερμηνευτής Ανδρέας Καρακότας, η πιανίστρια Ντόρα Μπακοπούλου και ο ενορχηστρωτής (εν μέρει) του έργου, Νίκος Κυπουργός. Στη συνέντευξη μας, άλλωστε, από τον Σεπτέμβρη του 2013 ο ποιητής μιλάει αρκετά για τη συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι. Μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ: 

https://www.koutipandoras.gr/article/xristianopoulos-anekdoti-synentefxi-koutipandoras-boskoitis