ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΦΛΕΡΥΣ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ, ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΤΕΠΕΣ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΤΗ FATA MORGANA, ΤΟΥΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΥΣ, ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ MAYA DEREN, ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ WOODSTOCK, ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ο δίσκος «Τα
τραγούδια του Αγώνα» είναι ο πλέον «επαναστατικός» του Μίκη Θεοδωράκη,
περισσότερο ίσως κι από κάποια μεμονωμένα τραγούδια του, σαν το«Γελαστό παιδί»από τον κύκλο«Ένας Όμηρος»ή το«Σφαγείο»από τα«Τραγούδια του Ανδρέα». Κατά τη γνώμη μου,
η ορμητικότητα και ο παλμός των«Τραγουδιών του Αγώνα»εξηγείται αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκαν:
Ναι μεν τα μισάδημιουργήθηκαν
στο Λονδίνο του 1971, σε συνθήκες ελευθερίας, τα άλλα μισά όμως –
συμπεριλαμβανομένης της«Αρκαδίας IV»–γράφτηκαν κατά το διάστημα κατ’ οίκον περιορισμού
και εγκλεισμού του συνθέτηστο Βραχάτι (1968), στη Ζάτουνα (1969) και στο στρατόπεδο Ωρωπού (1970).
Πολλά απ’ αυτά τα
τραγούδια θεωρούνται ενδεχομένως παρωχημένα σήμερα, κατάλληλα μόνο για τους
ετήσιους εορτασμούς του Πολυτεχνείου, κάθε 17 Νοέμβρη. Αναφέρομαι στο«Πάλης ξεκίνημα (Οι πρώτοι νεκροί)», στο«(Κι εσύ λαέ βασανισμένε) Μην ξεχνάς τον
Ωρωπό»– ή και«Μην ξεχνάς τον φασισμό»στις συναυλιακές εκδοχές του τραγουδιού
τουλάχιστον – και στο«Διότι
δεν συνεμορφώθην». Και τα τρία ηχογραφήθηκανμε την ανεπανάληπτη ψυχωμένη ερμηνεία του
Θεοδωράκησε στίχους τουΑλέκου Παναγούλητο πρώτο και του ίδιου του συνθέτη στα
άλλα δύο. Υπάρχουν κι άλλα τρία«Τραγούδια του Αγώνα»που έγραψαν πραγματική ιστορία:«Ο λεβέντης (Σαν τον αϊτό φτερούγαγε στη στράτα)»σε στίχους τουΝότη Περγιάλημε τη φωνή της 19χρονης τότεΜαρίας Δημητριάδη.«Η αυλή (Σφυρίζει στην ταράτσα η ζωστήρα)»σε στίχους τουΜάνου Ελευθερίουμε τις φωνές τηςΜαρίας Φαραντούρηκαι τουΘεοδωράκηκαι, φυσικά, το«Ποιος τη ζωή μου»με τηΦαραντούρη. Ειδικά το«Ποιος τη ζωή μου»με
τους στίχους τουΕλευθερίουείναι το μοναδικό που κατάφερε να
ξεπεράσει τον σκόπελο ενός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου και να αποκτήσει
διαχρονικότητα, εφόσον ακούγεται μέχρι τις μέρες μας. Μάλιστα, το διασκεύασαν
και οιαδερφοί Κατσιμίχαστο άλμπουμ τους,«Τρύπιες σημαίες», το 2000.
Εκτός τουΘεοδωράκη, τηςΦαραντούρηκαι τηςΔημητριάδη, στα«Τραγούδια του Αγώνα»συμμετείχε κι ένας άλλος ερμηνευτής, φοιτητής
ιατρικής εκείνη την εποχή στο Λονδίνο. Επρόκειτο για τονΛάκη Καραλή, που την ίδια χρονιά, με
παρακίνηση τουΘεοδωράκηκαι με την κιθάρα της συμφοιτήτριας του,Αλέκας Παπαρήγα, θα κυκλοφορούσε το
θρυλικό«Supermarket»του, ένα άλμπουμ πουκαυτηρίαζε τη διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος
Ελλάδος.
Σε όλα τα
κομμάτια που ηχογραφήθηκαν σε λονδρέζικα homestudios πιάνο έπαιζε οΘεοδωράκης,κιθάρα οΚαραλήςκαι μπουζούκι οΑνδρέας Μιχαλάκης, στενός συνεργάτης του συνθέτη
τα χρόνια της αυτοεξορίας του στο εξωτερικό. Συμμετείχαν όμως και τρεις
ξεχωριστοί ξένοι μουσικοί: Η Αγγλίδα RoseSimpson στο μπάσο
και την κιθάρα που μόλις είχε αποχωρήσει από το ψυχεδελοφόλκσυγκρότημα των IncredibleStringBand (είχε εμφανιστεί και στοφεστιβάλ του Woodstock μαζί τους τον Αύγουστο του 1969).
Ο AndyPreston στην κιθάρα και τα keyboards, νεαρότατος τότε, που τα ίχνη του ξαναβρίσκουμε
στις αρχές των 90s με τη
συμμετοχή του σε βρετανικές rock μπάντες. Ο CarlArnold, επίσης, που συνεργάστηκε πιο στενά με
τον Έλληνα συνθέτη, εφόσον έπαιξε κιθάρα και στην πρώτη ηχογράφηση του κύκλου«Τα Λαϊκά»σε στίχους τουΜάνου Ελευθερίουστο Παρίσι του 1970.
Άφησα για το
τέλος τα τρία τραγούδια τις«Αρκαδίας IV»που αποτελούσανμελοποιήσεις του Θεοδωράκη στα επαναστατικά
ποιήματα «Ωδαί» του Ανδρέα Κάλβου, εξ ου και ολοκλήρωσαν την ενότητα των«Τραγουδιών τουΑγώνα»: Τα«Ηφαίστεια», το«Εις Σάμον»και το«Αι ευχαί». Κι αν στην πρώτη επίσημη έκδοση του δίσκου τον Σεπτέμβριο του
1974 αναγραφόταν πως«με
τα τραγούδια του Κάλβου ο Μ. Θεοδωράκης συνεχίζει το δρόμο που σταθερά άνοιξε η
μεγάλη ελληνική ποίηση κτήμα όλων των Ελλήνων», έχω την αίσθηση πως σαν επιλογή
και μόνο φανέρωναν από τότετο όραμα του συνθέτη για μια Πατριωτική Αριστερά(τηναπόλυτη διαστρέβλωσηαυτού του,καθ’ όλα
σεβαστού, οράματοςθα τη
βλέπαμε πολλές δεκαετίες μετά,στο συλλαλητήριογια
τη Μακεδονία, αλλά δεν είναι επί της παρούσης ένας περαιτέρω σχολιασμός). Το
θέμα είναι πως ηΜαρία
Φαραντούρηστο τραγούδι«Εις Σάμον (Όσοι το χάλκαιον χέρι βαρύ του
φόβου αισθάνονται)»κατέθεσε
μία συγκλονιστική ερμηνεία για όλα τα επόμενα χρόνια, που την έχρισε διεθνή
ερμηνεύτρια τραγουδιών διαμαρτυρίας, εφάμιλλη της σύγχρονης της, Αμερικανίδας JoanBaez, ή της MersedesSosa από την Αργεντινή.
Τα «Τραγούδια του
Αγώνα» έγιναν για όλους τους Έλληνες αντιστασιακούςκαι αυτοεξόριστους στο Λονδίνο την περίοδο της
επταετίας,σήμα
κατατεθέν της θυσίας των αγωνιστών συμπατριωτών τους. Κυκλοφόρησαν κυριολεκτικά
από σπίτι σε σπίτι που ζούσαν Έλληνες αντιστασιακοί (Γιώργος Γραμματικάκης,
Στέφανος Ληναίος, Αντώνης Μπριλλάκηςκ.α.) Η έκδοση τους, απαγορευμένη φυσικά στην
Ελλάδα, έγινε ταυτόχρονα σε Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία.Εδώ κυκλοφόρησαν τον Σεπτέμβριο του 1974από τη MINOS με διαφορετικό φυσικά εξώφυλλο, αυτό με την
περίφημη μακέτα τηςΞανθίππης
Μίχα – Μπανιά.
Ενδιαφέρον
παρουσιάζει το γεγονός πως αμέσως μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τον
Νοέμβριο του ’73, στη Γαλλία τυπώθηκε μίαπαράνομη εκδοχή του έργουμε τον πιασάρικο τίτλο«November 1973 TheGreekRebellion»και με την ακόμα πιο πιασάρικη αναγραφή στο
εξώφυλλο, στα αγγλικά:«Thesearethevoicesofstudentswhoweremurdered (Αυτές είναι οι φωνές των φοιτητών που δολοφονήθηκαν)»κλπ.
Τον Μάιο του
2017, σε συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Μίκης Θεοδωράκης, τον είχα ρωτήσει γι’
αυτόν το δίσκο. Η απάντηση του ήταν η εξής:«Ξέρετε πόσα έργα μου έχουν επανεκδοθεί στο
εξωτερικό χωρίς να το γνωρίζω εγώ και οι εκάστοτε εκδότες μου; Τα ”Τραγούδια
του Αγώνα” ήταν ήδη γνωστά στο εξωτερικό, άρα κάποιοι επιτήδειοι σκέφτηκαν να
τα τυπώσουν με άλλο εξώφυλλο και τίτλο, εκμεταλλευόμενοι τα γεγονότα του
Πολυτεχνείου. Πάλι καλά αφού άφησαν και τα ονόματα των δημιουργών. Ας είναι,
τότε προείχε ο αγώνας και ελάχιστα μας ενδιέφεραν τα εκδοτικά μας δικαιώματα».
Για την ιστορία
να πούμε, τέλος, ότι ο εν λόγω δίσκος τουΜίκη Θεοδωράκηδεν είχε σταματήσει να επανεκδίδεται σε βινύλιο
και σε CD μέχρι πρόσφατα με
διαφορετικά πάλι εξώφυλλα: Από την Polydor το 1996 και από την FMRecords το 2005 στο πλαίσιο συγκεντρωτικών επανεκδόσεων της θεοδωρακικής
εργογραφίας.
Μεταφέρω αυτούσιο
κάτι που γράφτηκε πρόσφατα στα socialmedia για τον μουσικό
Γιώργο Σαλβάνο: «Η μορφή των μπουάτ! Υπήρχε διάχυτο ένα φως όταν καθόταν στο
πιάνο και ας ήταν σκοτεινή η μπουάτ». Εγώ πάλι θα χαρακτήριζα τον συγκεκριμένο
μουσικό, αφανή ήρωα των μεγαλύτερων στιγμών του ελληνικού τραγουδιού στις
μπουάτ, τα πάλκα και τις συναυλίες. Ένας ακάματος εργάτης που του έτυχε να
δουλέψει κυριολεκτικά με τους πάντες, αλλά και να ταυτιστεί με το περιβόητο Νέο
Κύμα, μολονότι το εν λόγω μουσικό κίνημα βρισκόταν στα τελειώματα του. Θεώρησα
καλό να δοθεί βήμα σ’ έναν καλλιτέχνη που για μισό αιώνα ποτέ δεν βγήκε
μπροστά, καθαρά από προσωπική επιλογή του και στάση ζωής. Με δέχτηκε ένα
απόγευμα στο σπίτι του, τον Οκτώβρη του 2021, τότε που ανάρρωνε από μία σοβαρή περιπέτεια με την
υγεία του, και με προθυμία άνοιξε το αρχείο του, κυρίως όμως ανέσυρε μνήμες και
θυμήθηκε ιστορίες άγνωστες από τη συμπόρευση του με καλλιτέχνες – ιερά τέρατα
του 20ου αι. στον τόπο μας.
Έχω την αίσθηση
πως ενώ μετράτε πενήντα χρόνια και παραπάνω στα μουσικά πράγματα, είστε
παρασκηνιακός τύπος, σαν να κρύβεστε.
Εντελώς!
Κοιτάξτε, όπως θα ξέρετε η δουλειά του μουσικού είναι μες τη διαπλοκή. Διάφοροι
χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους για να μπορέσουν να αναρριχηθούν ή να
επιβιώσουν. Εμένα δεν μου πήγαινε ποτέ αυτή η κατάσταση και ότι έκανα στη ζωή
μου, μάλλον το έκανα τυχαία. Απ’ το ’74, δηλαδή, που πήρα κάποιες καλές
δουλειές, κανείς δεν με ήξερε ίσαμε τότε.
Και ο ένας σας
πρότεινε στον άλλον.
Έτσι, ναι. Το ’74
μπήκα σ’ ένα σχήμα με τη συχωρεμένη Μαρία Δημητριάδη και την αδερφή της, την
Αφροδίτη Μάνου, τον Κώστα Θωμαΐδη και τον Θόδωρο Δημήτριεφ. Πιάνο έπαιζε ο
Θάνος Μικρούτσικος που θα αποχωρούσε για δικούς του λόγους, οπότε μέσω ενός
φίλου, με ειδοποίησαν και τον αντικατέστησα.
Μιλήστε μου για
τη ζωή σας, για τις σπουδές σας.
Ήρθα το 1964 στην
Αθήνα από την Κέρκυρα σε ηλικία 14 ετών. Ήμουν γνώστης μουσικής, καθώς έπαιζα
στη Φιλαρμονική της Κέρκυρας. Ήμουν τρομπετίστας. Πήγα κατευθείαν στο Ελληνικό
Ωδείο, στη Φειδίου, με το ενδιαφέρον μου να εστιάζεται στα θεωρητικά. Και γι’ αυτά,
όμως, έπρεπε να έχω κάποιες γνώσεις πιάνου. Το πιάνο, λοιπόν, ήρθε κι αυτό από
σύμπτωση ή μάλλον από ανάγκη. Το ωδείο το παράτησα όταν πήγα φαντάρος, αλλά και
γιατί δεν μου πήγαινε.
Έπρεπε κάπως να
συντηρηθείτε.
Αυτός ήταν ο
κύριος λόγος, μια και δεν προερχόμουν από ευκατάστατη οικογένεια. Έτσι
αποφάσισα να βγω στο κουρμπέτι. Η πρώτη – πρώτη μου δουλειά, όσο κι αν σας
φανεί περίεργο, ήταν μ’ έναν τραγουδιστή που τότε δεν τον ήξερε κανένας και που
παίζαμε σ’ ένα μαγαζί στη γέφυρα του παλιού ανατολικού αεροδρομίου. Για τον
Γιώργο Μαργαρίτη μιλάω. Λαϊκά τραγούδια έλεγε και το πράγμα πήγαινε ως τις εφτά
το πρωί. Παρ’ όλη τη δουλειά που έχω ρίξει τόσα χρόνια, το μόνο πράγμα που δεν
συμβιβάστηκα ποτέ, ήταν το ξενύχτι. Ποτέ δεν το ήθελα και η απόφαση μου να
δουλέψω δεν εξαρτιόταν σε πρώτο βαθμό από το οικονομικό θέμα.
Όσο από το
ωράριο;
Από το ωράριο και
από το με ποιους θα δούλευα. Τον Μαργαρίτη, ας πούμε, δεν τον ήξερα, ιδέα δεν
είχα, γιατί ήμουν και στραβός απ’ το ωδείο. Άντεξα γύρω στους δυόμισι μήνες και
μετά έφυγα. Την ίδια περίοδο έγινε και η Μεταπολίτευση. Έτσι τον Δεκέμβρη του ’74
βρέθηκα με τη Δημητριάδη στη μπουάτ «Ορίζοντες».
Είστε
χαρακτηρισμένος ωστόσο ως ακομπανιατέρ στο πιάνο των λεγόμενων «νεοκυματικών»
καλλιτεχνών, της Αστεριάδη, της Κουμιώτη, του Λάκη Παππά.
Μ’ αυτούς έμπλεξα
λίγο αργότερα. Πρώτα γνώρισα τον Λάκη Παππά στον «Τιπούκειτο» της Βαλτετσίου
στα Εξάρχεια. Επιχειρηματίας ήταν ο Μπουκουβάλας, που άμα τον έβλεπες στο
δρόμο, θα έβγαζες δεκάρικο να του δώσεις να φάει καμιά τυρόπιτα. Κι όμως υπήρξε
φοβερός τύπος, απίστευτος κουλτουριάρης! Στον «Τιπούκειτο» έκατσα δυο χρόνια με
τον Λάκη Παππά, τον μακαρίτη Αλέξη Γεωργίου και αργότερα προστέθηκε η Αρλέτα. Ο
Λάκης και ο Αλέξης δούλευαν στο θέατρο και έρχονταν αργά, οπότε έπρεπε να
καλυφτεί το πρόγραμμα, στο οποίο συμμετείχαν ακόμη η Κρίστη Στασινοπούλου και ο
Ηλίας Λιούγκος. Χρειαζόταν, όμως, ένα ακόμη μεγάλο όνομα για εκείνη την εποχή
και γι’ αυτό ήρθε η Αρλέτα. Ναι μεν έβγαινε μόνη της, αλλά σε δυο – τρία
τραγούδια παίζαμε μαζί.
Ζήσατε με λίγα
λόγια τον απόηχο του Νέου Κύματος.
Ισχύει εν μέρει,
γιατί το Νέο Κύμα ανήκε στα βασικά ακούσματα μου ως έφηβος και στη συνέχεια μού
έμελλε να συνδεθώ με τους εκπροσώπους του. Προηγουμένως, όμως, αμέσως μετά τους
«Ορίζοντες» με τη Δημητριάδη και πάλι μέσω κοινού γνωστού, βρέθηκα να παίζω με
τη Μαρίζα Κωχ. Ήταν άνοιξη του 1975 και κάναμε πρόβες για τη μεγάλη περιοδεία
της Κωχ στην πρώην Σοβιετική Ένωση μαζί με τον Θανάση Γκαϊφύλλια, τη Λήδα
Χαλκιαδάκη και το χορευτικό συγκρότημα Δοϊτσίδη. Θυμάμαι ότι φύγαμε με καράβι
από τον Πειραιά: Πειραιάς – Οδησσός – Μόσχα – Μπακού – Τυφλίδα και μετά πάλι
πίσω μέσω Μόσχας. Σύνολο: Εικοσιπέντε μέρες.
Αυτή ήταν η πρώτη
σας μεγάλη δουλειά.
Σίγουρα ήταν η
πρώτη δουλειά που βγήκα εκτός συνόρων.
Και ήσασταν απλά
συνοδός των τραγουδιστών ή σας ενδιέφερε να πειράζετε και λίγο τα κομμάτια;
Όχι, αυτό που δεν
μ’ άρεσε και δεν μου αρέσει είναι να πειράζω τα κομμάτια. Σέβομαι απόλυτα τον
κάθε δημιουργό έτσι όπως τα έχει φτιάξει. Θα τα πείραζα μόνο σε περιπτώσεις σαν
αυτή που συνέβη τελευταία: Κάναμε ένα γκρουπάκι, κλασική κιθάρα, τσέλο, μαντολίνο
και πιάνο, όπου εκεί έπρεπε να προσαρμόσω κάπως τα κομμάτια. Ηχητικό ήταν,
όμως, το θέμα, πάλι δεν τα άλλαξα επί της ουσίας. Το γκρουπ το ονομάσαμε Psycho και παίζουμε ελληνικά και ξένα alltimeclassic κομμάτια.
Φαντάζομαι δεν θα
σας αρέσει ιδιαιτέρως η τζαζ μουσική με τους αυτοσχεδιασμούς της.
Δεν είχα ποτέ
έφεση στη τζαζ. Ακόμη και να ήθελα ν’ ακούσω κάποιον μεγάλο τζαζίστα, δεν θα
ήταν στις προτεραιότητες μου. Θαυμάζω πιανίστες τζαζίστες, σαν τον TheloniusMonk, αλλά και πιο παλιούς, που έχουν τις ρίζες τους στα μπλουζ. Παραδέχομαι το
παίξιμο τους, μην ξεχνάτε όμως πως εμένα οι συγκυρίες με οδήγησαν ν’ ασχοληθώ
μ’ ένα πολύ πιο περιορισμένο ρεπερτόριο, αυτό του ελληνικού τραγουδιού.
Επιλεγμένο κιόλας, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Σπανό, Πλέσσα, τέτοια πράγματα.
Ξαναπάω πίσω για να σας πω ότι με την Κωχ κάναμε κι ένα μεγάλο ταξίδι –
περιοδεία. Στην Κωχ υπήρχε η δυνατότητα του αυτοσχεδιασμού των μουσικών.
Φύγαμε, θυμάμαι, στις 8 Μαΐου και γυρίσαμε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1980. Κάναμε
κυριολεκτικά το γύρο του κόσμου, έχοντας κιόλας εγώ μεγάλο πρόβλημα με τα
αεροπλάνα.
Τι να κάνεις,
όμως, να έχανες τέτοια δουλειά;
Αυτό ακριβώς
σκέφτηκα κι εγώ, μ’ έπιασε το φιλότιμο. Πήγαμε πρώτα Παρίσι, μετά Καναδά,
Ηνωμένες Πολιτείες, Ανατολική Ακτή και κατόπιν Λος Άντζελες, Βανκούβερ κι απ’
το Βανκούβερ στην Αυστραλία σε τέσσερις μεγάλες πόλεις. Από την Αυστραλία
βρεθήκαμε στην Κίνα στο πλαίσιο πολιτιστικής ανταλλαγής. Δώσαμε δύο συναυλίες
στο Πεκίνο κι άλλες δύο στην Καντόνα, στα σύνορα του Χονγκ Κονγκ. Ακολούθησε
το Νέο Δελχί κι από κει γυρίσαμε πίσω. Το πακέτο όλο κράτησε τέσσερις μήνες.
Τι είναι ο φόβος για τα αεροπλάνα μπροστά στο γύρο του
κόσμου;
Κι όμως, δεν το απόλαυσα όπως έπρεπε το τουρ αυτό, καθώς
είχα πολύ μεγάλο φόβο με τις πτήσεις. Ένιωθα καλά όπου πηγαίναμε μόνο όταν η
επόμενη πτήση θα ήταν μετά από είκοσι μέρες. Εν πάση περιπτώσει, όλα πήγαν καλά
και δεν κινδυνεύσαμε.
1975, Γιώργος Σαλβάνος - Αντώνης Τουρκογιώργης
Ξέρετε ότι μεγάλο φόβο για τα αεροπλάνα έχουν κι άλλοι
συνάδελφοί σας; Ο Τάσος Καρακατσάνης, ας πούμε.
Το ξέρω, ναι, ο Τάσος, όπως και ο Σαράντης Κασσάρας. Το ίδιο
πρόβλημα είχε και ο Κώστας Γανωσέλλης. Με τον Κώστα έχουμε ταξιδέψει μαζί,
έχουμε πάει στην Κούβα. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα από την περιοδεία με την Κωχ,
είχα αποφασίσει ότι δεν θα ξαναμπώ σ’ αεροπλάνο, έλεγα πως δεν θα το ξανακάνω.
Ένα μεσημέρι, όμως, μου λέει η μάνα μου: «Σε ζήτησε η Μαρία Φαραντούρη».
Σκέφτηκα «Από που κι ως που εμένα η Φαραντούρη;» Δεν την ήξερα, δεν είχαμε
γνωριστεί κάπου. Τηλεφωνώ της Μαρίας και με ενημερώνει ότι συγκροτεί μια
ορχήστρα για περιοδεία στην Ευρώπη. Με ζώσανε τα φίδια! Μου κλείνει ένα
ραντεβού την επόμενη σ’ ένα στούντιο στα Πατήσια και η πρώτη μου κουβέντα, όταν
πήγα, ήταν: «Πως ταξιδεύουμε;» Μου λέει η Μαρία πως θα φύγουμε αεροπορικώς για
το Ανατολικό Βερολίνο κι από κει όλη η υπόλοιπη περιοδεία θα είναι οδικώς.
Τελευταία συναυλία θα δίναμε στη Βιέννη, όπου από κει ο καθένας θα γύρναγε
σπίτι του όπως γούσταρε. Εγώ, λοιπόν, έφυγα απ’ τη Βιέννη και πήγα στο Μόναχο,
απ’ όπου πήρα το τραίνο για Ελλάδα.
Η συνεργασία με τη Φαραντούρη δεν περιορίστηκε στη
συγκεκριμένη περιοδεία.
Γυρνώντας, κάναμε συναυλίες στην Ελλάδα το καλοκαίρι του
’81. Πήγαμε και στην Αλβανία για δύο εβδομάδες στο πλαίσιο πολιτιστικών
ανταλλαγών με τη γειτονική χώρα. Και μετά ήρθε η Κούβα, αλλά για δουλειά του
Μίκη Θεοδωράκη. Δεν είχε ορχήστρα τότε ο Θεοδωράκης και χρησιμοποίησε αυτήν της
Μαρίας. Είχε έρθει και ο Γιώργος Νταλάρας μαζί ως γκεστ, αλλά βασικοί
τραγουδιστές ήταν η Φαραντούρη και ο Πέτρος Πανδής. Το πρόγραμμα ήταν
μοιρασμένο στο «Canto General» με την Ορχήστρα της Κούβας, που διηύθυνε ο
Θεοδωράκης, και στα λαϊκά τραγούδια του.
1981, Κούβα, η γνωριμία του Γιώργου Σαλβάνου με τον Φιντέλ Κάστρο
Μεγάλη εμπειρία κι αυτή.
Πιστεύω πως το ότι γύρισα τον κόσμο όλο με τη δουλειά μου,
είναι τεράστια υπόθεση. Και το κυριότερο: Γνώρισα έναν κόσμο, ο οποίος σήμερα
δεν υπάρχει! Όταν ξαναπήγα στο Πεκίνο το 2009, πάλι με την Κωχ, ήταν μια πόλη
άγνωστη, δεν είχε καμία σχέση με το Πεκίνο του 1980. Το ίδιο και η Σοβιετική
Ένωση το ’75 επί Μπρέζνιεφ. Ένα καθεστώς σκληρό, που σήμερα δεν υφίσταται.
Πιστεύω πως και η Κούβα, μετά τον Κάστρο που γνώρισα προσωπικά, δεν θα’ναι πια
όπως την ήξερα. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο: Θεωρώ σημαντικό που απομυθοποίησα
καλλιτέχνες, με τους οποίους μεγάλωσα και στη συνέχεια δούλεψα μαζί τους.
Λογικό δεν είναι αυτό, όμως;
Απολύτως, αλλά εγώ δε μιλάω απαραιτήτως για απομυθοποίηση με
την κακή έννοια. Τον Λάκη Παππά, ας πούμε, τον είχα θεό στα φοιτητικά μου
χρόνια και φτάσαμε στο σημείο να κοιμόμαστε στο ίδιο δωμάτιο και να ταξιδεύουμε
παρέα. Γίναμε αδερφικοί φίλοι. Ερχόμενοι απ’ την Κούβα, που γνώρισα και τον
Νταλάρα, μου τηλεφώνησε ο Γιώργος και με ζήτησε για την ορχήστρα του. Θα
παίζαμε στο θέατρο «Σούπερ Σταρ» στην Αγίου Μελετίου σε μια σειρά παραστάσεων
σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη. Το concept ήταν ένα αφιέρωμα στην ιστορία του
ελληνικού τραγουδιού από τη Σμύρνη μέχρι τη Μεταπολίτευση. Τραγουδούσαν
Νταλάρας, Γλυκερία και Μαργαρίτα Ζορμπαλά και εκτός απ’ τις παραστάσεις στο
θέατρο, περιοδεύσαμε σ’ όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, Βρυξέλλες και
Στοκχόλμη.
Μ’ αρέσει που φοβόσασταν τα αεροπλάνα.
Τότε τον είχα ήδη ξεπεράσει το φόβο μου. Ύστερα ανακατεύτηκα
με τους νεοκυματικούς καλλιτέχνες, πρώτα με τον Παππά, που δεν του άρεσε να τον
λένε νεοκυματικό, γιατί ένιωθε ότι περιχαρακωνόταν. Ο Λάκης, άλλωστε,
προηγήθηκε του νέου κύματος. Εγώ δούλεψα πολύ με τον Βιολάρη, την Χωματά, την
Αστεριάδη και την Κουμιώτη, όπως και με τον Γιώργο Ζωγράφο – με όλους
ανεξαιρέτως τους νεοκυματικούς, εκτός απ’ τον Πουλόπουλο, αν τον θεωρήσουμε κι
αυτόν νεοκυματικό τραγουδιστή. Γνωρίστηκα με τον Γιάννη Σπανό, τον οποίο εκτιμούσα
και εκτιμώ αφάνταστα. Είχαμε συμπράξει σε μερικές παραστάσεις.
Να γιατί ταυτιστήκατε, λοιπόν, με το Νέο Κύμα, ενώ
ουσιαστικά δεν το είχατε ζήσει στην ακμή του.
Το ’64 – ’65 που πρωτοστατούσε το Νέο Κύμα, εγώ ήμουν
έφηβος, αλλά το ζούσα δισκογραφικά. Το θέμα το ήξερα γιατί ήταν μέσα στα
ακούσματα μου μαζί με την πιο κλασική μουσική. Έπειτα πέρασα ως θαμώνας απ’
όλες τις μπουάτ, που λίγο αργότερα δούλεψα ως μουσικός. Το ίδιο διάστημα
γνώρισα ποιητές και στιχουργούς, σαν τον Άκο Δασκαλόπουλο και τον Δημήτρη
Ιατρόπουλο. Με τους νεοκυματικούς τραγουδιστές πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της
ζωής μου, κάναμε πάρα πολλές δουλειές, έχοντας μάλιστα την ευθύνη της ορχήστρας
τους. Έγραφα τις παρτιτούρες τους, ενορχήστρωνα, ήμουν κατά ένα τρόπο ο
μαέστρος τους.
Απορώ πως και δεν σας βγήκε ποτέ να γράψετε δική σας
μουσική.
Όχι, ποτέ, γιατί πολύ απλά δεν μου βγαίνει. Ούτε ποτέ
προσπάθησα, γιατί δεν με ενδιέφερε.
Αν σας ζητούσα να ξεχωρίσετε μια δουλειά σας ως την
καλύτερη;
Απ’ την άποψη του πρεστίζ, όταν μου ζήτησε ο Καλκάνης, ο
μαέστρος του δήμου της Αθήνας, να οργανώσω δυο βραδιές με τραγούδια του Μάνου
Χατζιδάκι. Μου διέθετε τη λαϊκή ορχήστρα του δήμου, αλλά επειδή τα τραγούδια
είχαν ανάγκη κι άλλων οργάνων, θα μου έδινε από τη Λυρική ότι άλλο χρειαζόμουν.
Ο Χατζιδάκις στο μεταξύ είχε φύγει από τη ζωή. Πρόλαβα και τον γνώρισα κι αυτόν
σ’ ένα ξενοδοχείο έξω απ’ τη Νάουσα. Φευγαλέα, ένα «χαίρετε». Έτυχε να μένουμε
στο ίδιο ξενοδοχείο, εκείνος με το σχήμα του κι εγώ με το σχήμα της Κωχ.
Πηγαίναμε για δουλειά, θυμάμαι, και τον βλέπουμε να κάθεται στο φουαγέ με τον
Τάσο Καρακατσάνη. Ο Τάσος, φίλος μου από το ’75, ευγενής όπως είναι μια ζωή,
σηκώθηκε και με σύστησε στον Χατζιδάκι. Τι με εντυπωσίασε: Ο Χατζιδάκις
σηκώθηκε από την καρέκλα του για να με χαιρετίσει. Έδειξε δηλαδή σεβασμό σ’
έναν πολύ νεότερο του μουσικό, που αμφιβάλλω αν είχε ακούσει ποτέ το όνομα μου.
Για τον Χατζιδάκι μου μιλάτε, για τον Θεοδωράκη δεν μου
είπατε κάτι πριν.
Κοιτάξτε, έχω πει κάτι εδώ και πολλά χρόνια σε μερικούς –
μερικούς που κατηγορούν τον μουσικό Θεοδωράκη: Αν υπάρχουν πέντε μουσικοί στην
Ελλάδα που υπερασπίζονται τον συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, οι πέντε είμαι εγώ! Μιλάω
για τον μουσικό, γιατί ο άνθρωπος Θεοδωράκης είναι μία άλλη ιστορία. Ως εδώ. Σε
εκείνη τη χατζιδακική συναυλία, λοιπόν, ο Καλκάνης με άφησε ελεύθερο. Μου είπε
να έπαιρνα όποιους τραγουδιστές ήθελα, αφού προφανώς υπήρχε μπάτζετ. Του
πρότεινα να παίζαμε «Ματωμένο Γάμο» και «Παραμύθι χωρίς όνομα» με τον Λάκη
Παππά συν κάποια άλλα τραγούδια με τον Βασίλη Λέκκα και τον συχωρεμένο Δημήτρη
Ψαριανό. Παίξαμε και ολόκληρο τον «Σκληρό Απρίλη του ’45», τα ορχηστρικά. Τη
συναυλία τελικά παρακολούθησαν δυόμισι χιλιάδες άτομα, αλλά ο Καλκάνης μου
επέβαλε να διευθύνω και την ορχήστρα. Με ανάγκασε να κάνω τον μαέστρο κι ένιωσα
ντροπή, γιατί εγώ δεν είχα καμιά δουλειά μ’ αυτό το πράγμα. Κάναμε και δύο
ακόμη συναυλίες με τον «Καπετάν – Μιχάλη» του Χατζιδάκι στην Κρήτη, την πρώτη
με τον Λέκκα και τη δεύτερη με τον Ψαριανό. Εκεί ξανάκανα αναγκαστικά τον
μαέστρο, γιατί επρόκειτο για ένα στριφνό έργο που έπρεπε κάποιος να το
κουμαντάρει. Πάντως, η καλύτερη για μένα δουλειά από πλευράς συνθηκών, ήταν οι
συναυλίες με τη Φαραντούρη. Ξεκινούσαμε στις 6.30 το απόγευμα και τελειώναμε
στις 8 το βράδυ. Στο εξωτερικό δεν κρατάνε πολλή ώρα οι συναυλίες. Θυμάμαι ότι
έπαιζα στο πιάνο, που ήταν στην άκρη της σκηνής κι αν καμιά φορά ξεφεύγαμε
λίγο, ερχόταν ο φροντιστής και μου έδειχνε το ρολόι του. Η παράσταση έπρεπε
να’ναι μιάμιση ώρα ακριβώς και μιλάμε για Γερμανία, έτσι;
Με τους νεοκυματικούς ακόμη παίζετε, πάντως.
Σωστά, δούλευα και ακόμα δουλεύω, αν και τώρα με την κρίση
του κορονοϊού, σταματήσαμε. Σταθερά δουλεύω με τον Μιχάλη Βιολάρη, ο οποίος,
επειδή πρόσεχε και έκανε καλή ζωή, μπορώ να σας πω ότι φωνητικά είναι καλύτερος
απ’ ότι στα νιάτα του. Τους έζησα όλους, πάντως, όπως σας είπα, τη χρυσή εποχή
των μπουάτ, καθώς οι μπουάτ κράτησαν μέχρι και τα τέλη του 1970 σε κατάσταση
ακμαία. Κατά καιρούς έπαιζα στην Πλάκα σε μικρά μαγαζάκια, εκτός από το
«Θεμέλιο» που τη σαιζόν 1976 – 77 παίξαμε με τη Μαρίζα Κωχ και τον Μανώλη
Μητσιά. Στο ίδιο σχήμα ήταν ακόμη η Τάνια Τσανακλίδου και ο Δημήτρης
Πουλικάκος. Καλά τα πήγαμε μέχρι που, δεν ξέρω για ποιο λόγο, η Μαρίζα έφυγε
στη μέση της σαιζόν. Πιθανώς να μην τα βρήκαν με τον επιχειρηματία στα
οικονομικά – ο θεός να τον έκανε επιχειρηματία!
Γνωρίζω πως το χιούμορ σας είναι παροιμιώδες, αυτό
κυκλοφορεί μεταξύ των μουσικών. Θα ήθελα να μου αφηγηθείτε μια αστεία ιστορία.
Πολλές αστείες ιστορίες, πράγματι. Θα σας πω μία με την
Αλίκη Καγιαλόγλου. Στα μέσα του ’80 παίξαμε σ’ ένα φεστιβάλ στο Μεξικό ανάμεσα
σε πολλές άλλες χώρες. Εκεί ήταν και ένα γκρουπ Αβορίγινων μουσικών, ντυμένοι
όλοι τους με παραδοσιακά πετσιά και δέρματα. Ένας απ’ αυτούς ερωτεύθηκε την
Καγιαλόγλου! Καθόμασταν ένα βράδυ έξω απ’ το ξενοδοχείο κι ο τύπος είχε βγει
στο παράθυρο από πάνω μας κι έκανε σήματα στην Αλίκη. Λέει αυτή: «Τελικά εμπνέω
μεγάλους έρωτες», οπότε γυρνάει και της κάνει ο Κώστας Γρηγορέας ο κιθαριστής:
«Αλίκη μου, αυτός σε φαντάζεται μέσα σ’ ένα ταψί και μ’ ένα μήλο στο στόμα»
(γέλια). Δουλέψαμε αρκετά με την Καγιαλόγλου, αλλά αραιά, όχι συνεχόμενα.
Παίξαμε στη Νάπολη, θυμάμαι, αλλά και στο Τρεβίζο – οι δυο μας μόνο, πιάνο –
φωνή. Γενικά, πάντως, το χιούμορ έπαιζε μεγάλο ρόλο στη σχέση μου με τους
άλλους. Δεν έβγαινε αλλιώς, το καταλαβαίνετε. Ακόμα και τώρα που ήμουν στο
νοσοκομείο, στον Ευαγγελισμό για ένα μήνα σχεδόν, δε μπορούσα να μην
αστειεύομαι με τους γιατρούς και τις νοσοκόμες παρά τη σοβαρότητα της
κατάστασης μου.
Θέλετε να μου πείτε τι ακριβώς σας συμβαίνει, μια κι εσείς
το αναφέρατε;
Για ένα διάστημα πριν πάω στο νοσοκομείο δεν μπορούσα να
πάρω τα πόδια μου. Κάποια στιγμή με έτρεξε ο κουμπάρος μου στο Γεννηματάς κι
έκανα εξετάσεις αίματος, που ποτέ μου δεν είχα κάνει κι αυτή ήταν ίσως η
μεγαλύτερη βλακεία. Την επόμενη πήρε τα αποτελέσματα ο κουμπάρος και τα έστειλε
σ’ έναν αδερφικό μας φίλο, γιατρό, στην Κέρκυρα. Τα βλέπει αυτός, μου τηλεφωνεί
και μου λέει: «Τσακίσου τώρα και πήγαινε για εισαγωγή σε νοσοκομείο». Μέτραγα
μέρες, απ’ ότι μου είπαν…Κατά τα μεσάνυχτα, μου βάλανε κάτι σωληνάκια που
φτάνουν στην καρδιά και μετά απ’ αυτή την επώδυνη διαδικασία με στείλανε
κατευθείαν για αιμοκάθαρση. Με πήγαν σε δωμάτιο και την άλλη μέρα ξανά
αιμοκάθαρση. Βγήκα απ’ το νοσοκομείο μόνο όταν έπρεπε να αδειάσει το κρεβάτι
και μου βρήκαν μια κλινική κοντά μου, στα Ιλίσια, όπου συνεχίζω τις
αιμοκαθάρσεις.
Σας βλέπω καλά τώρα, ευδιάθετο και δυνατό.
Πέρασε μεγάλο διάστημα, πάνω από μήνας, μέχρι να ανακτήσω
τις δυνάμεις μου μετά το νοσοκομείο. Το μόνο που μ’ ενοχλεί είναι αυτός ο
δεσμευτικός μπελάς, να πηγαίνω τρεις φορές τη βδομάδα για αιμοκάθαρση. Υπάρχει
μια μικρή πιθανότητα, απ’ ότι μου λένε, οι αιμοκαθάρσεις να αραιώσουν ή και να
σταματήσουν – αυτό θα’ναι και το ζητούμενο.
Σας φόβισε η περιπέτεια αυτή;
Παραδόξως, όχι. Ξέρετε με τι έπαθα σοκ μες το νοσοκομείο; Μ’
αυτά που έβλεπα που τραβούσαν οι άλλοι δίπλα μου, όχι δηλαδή με τη δική μου
πάθηση. Κάποια στιγμή μου φέρανε γιατρό ψυχολόγο, γιατί τους δήλωσα πως δεν
μπορώ να διαχειριστώ αυτή την τραγική κατάσταση.
Ισχύει αυτό που λένε ότι τα καλύτερα παιδιά είναι οι λαϊκοί
έναντι των λόγιων – έντεχνων μουσικών;
Όντως έτσι λένε,
αλλά εγώ δεν τους γνώρισα καλά τους λαϊκούς, γιατί δεν ήμουν ποτέ μέσα σ’ αυτό
το χώρο. Από επιλογή μου, βέβαια, αφού η νύχτα δεν μ’ άρεσε. Θυμάμαι το ’87
περίπου όταν η Πόπη Αστεριάδη μας είχε φέρει τον Θανάση Βασιλά, τον μπουζουξή,
που ήταν πιτσιρίκι, 16 – 17 χρονών παιδί. Έξυπνος και ταλαντούχος, έκανε
καριέρα, αν και λίγο το σκύλεψε στην πορεία του. Περί ορέξεως, βέβαια…
Ποια είναι η
σχέση σας με το πιάνο;
Μ’ αρέσει πάρα
πολύ να βλέπω κάποιους να παίζουν κλασικό ρεπερτόριο, κυρίως ξένους πιανίστες.
Τους θαυμάζω και τους ζηλεύω με την καλή έννοια. Μακάρι να έπαιζα το ένα
εκατοστό απ’ το πιάνο που παίζει ο Κινέζος Λανγκ Λανγκ, ας πούμε. Παρόλα αυτά,
δεν με χάλασε και μένα το πιάνο. Του χρωστάω. Δεν με έζησε μόνο οικονομικά,
αλλά και ψυχολογικά. Γύρισα τον κόσμο με την τέχνη μου, άνοιξε το μάτι μου.
Πόσο μοναχικός
άνθρωπος είστε;
Έκανα εργένικη
ζωή. Μπορώ να είμαι μόνος μου, αν και λίγο τα χρειάστηκα όταν γύρισα από το
νοσοκομείο. Φοβήθηκα μην μου τύχει καμιά ανωμαλία και τρέχα – γύρευε μετά. Μου
είχε πει κάποτε ο Γιάννης Γλέζος το εξής: «Μου κάνει εντύπωση πως μπορείς και
κάθεσαι σε μια πολυθρόνα για τέσσερις ώρες χωρίς να κάνεις τίποτα». Του
απάντησα: «Μπορώ, γιατί τά’χω καλά με μένα και δεν έχω κανένα πρόβλημα». Δεν
σημαίνει αυτό ότι είμαι αντικοινωνικός.
Σας ρώτησα γιατί
έχω συναντήσει μουσικούς, αρκετά μεγαλύτερους σας ηλικιακά, που προσπαθούσαν να
με πείσουν για το πόσο απέχουν απ’ τη μοναξιά, ενώ σαφώς ήταν βυθισμένοι μέσα
σ’ αυτή.
Οι αναμνήσεις
είναι κάτι καλό, που σε βοηθάνε σ’ αυτό το κομμάτι. Εγώ καμαρώνω για το γεγονός
ότι έζησα, και επαγγελματικά, και κοινωνικά – δεν ήμουν ποτέ χωμένος σ’ ένα
μαγγανοπήγαδο. Έζησα και απολάμβανα την καθημερινότητα με τους φίλους, τις
γυναίκες, τις δουλειές.
Υπάρχει κάτι που
δεν είπαμε και θα θέλατε να το πείτε;
Α, θα σας πω μια
ιστορία που μου τη θύμισε η Μαρίζα, η οποία ήρθε εδώ τις προάλλες και μου έφερε
φαγητά, νά’ναι καλά! Ξέρετε, καμιά φορά η Μαρίζα λέει με τη Νένα Βενετσάνου για
μένα: «Αυτός εδώ έτσι κι ανοίξει το στόμα του, δεν μας ξεπλένει κανείς» (γέλια)
1976, Άννα Βίσση - Γιώργος Σαλβάνος
Δεν μου είπατε
και τίποτα συνταρακτικό, μην ανησυχείτε.
Φυσικά, τα
προσωπικά του καθενός δεν αφορούν κανέναν. Ακούστε την ιστορία: Είμαστε στο
Κουβέιτ και παίζουμε σ’ ένα ξενοδοχείο με σφραγίδα ενός απ’ τα καλύτερα
ξενοδοχεία στον κόσμο. Αν και είχαμε επίσημη πρόσκληση από την κυβέρνηση, εκεί
είχαν ένα θέμα με τις γυναίκες που τραγουδούν. Καθυστερήσαμε πολύ στο
αεροδρόμιο, θυμάμαι, μέχρι να την αφήσουν τη Μαρίζα να φύγει. Στο ξενοδοχείο
έρχεται και μας βρίσκει ένας Έλληνας ναυτικός με καταγωγή απ’ τα Τρίκαλα. Αυτός
είχε κάποτε μια ψαρόβαρκα στον Περσικό Κόλπο και ψάρευε. Σε κάποια φουρτούνα
είχε κινδυνεύσει μια θαλαμηγός ζάπλουτων σεΐχηδων από το Κουβέιτ. Έμπειρος
ναυτικός αυτός, τους έσωσε. Η θαλαμηγός βούλιαξε, αλλά οι άνθρωποι γλίτωσαν.
Δεδομένου ότι σ’ αυτά τα μέρη, η μαγική λέξη είναι μία, «Γιουνάν», «Έλληνας»
δηλαδή, συν του ότι τους έσωσε τη ζωή, του έδωσαν την εποπτεία ολόκληρου του
εμπορίου ψαριών στο Κουβέιτ! Έκτοτε αυτός ζούσε δυο μήνες στο Κουβέιτ, δυο
μήνες στο Σαν Φρανσίσκο, δυο μήνες στην Ελβετία, δυο μήνες στο χωριό του κ.ο.κ.
Αυτός, λοιπόν, μας είχε κανονίσει τα τραπέζια εκεί που θα παίζαμε και είχε
βάλει τύπους με σαρίκια να μας εξυπηρετούν. Θεώρησε ως Έλληνας ότι σε μία
ελληνική βραδιά εκεί πρέπει να διασκεδάσουν όπως διασκεδάζουμε στην Ελλάδα.
Βγήκε στην αγορά το μεσημέρι και αγόρασε όσα πιάτα υπήρχαν για να τα φέρουν στο
ξενοδοχείο και να τα σπάσουν οι πελάτες το βράδυ. Έλα, όμως, που τα πιάτα ήταν
κινέζικη πορσελάνη! Τι άλλο θα μπορούσαν να έχουν στο Κουβέιτ εκτός από
πανάκριβα πιάτα; Έπαιζε ο Γλέζος στο πιάνο την «Κόρντοβα» κι έφευγε το πιάτο!
Κάποια πιάτα σπάγανε, κάποια όχι. Είχα τη Μαρίζα πίσω απ’ το παραβάν να
φωνάζει: «Ότι δεν σπάει, φέρνε το μέσα» (γέλια)
Πόσο καιρό έχετε
να δουλέψετε;
Κανονικά έχω να
δουλέψω γύρω στους 18 μήνες. Ποτέ δεν κάνω σχέδια, όμως, είμαι λίγο έως πολύ
αναβλητικός τύπος. Κι αν η κατάσταση της υγείας μου δεν εγκυμονεί κινδύνους
άμεσα, δεν παύει νά’ναι ένα πρόβλημα. Μην ξεχνάμε ότι είμαι 71 ετών, κλεισμένα,
οπότε από δω και πέρα αρχίζει η σοβαρή φθορά. Δεν είμαι σίγουρος, επίσης, αν ο
καλλιτεχνικός κόσμος, με τον οποίο συνεργάζομαι, με εμπιστεύεται πια. Δεν
ξέρουν αν μπορώ να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις της δουλειάς. Μπορώ και ξέρω ότι
μπορώ, ειδικά τώρα που νιώθω καλά σε σχέση με το πως ήμουν πριν. Για το τέλος
θα ήθελα να ευχαριστήσω κάποιους ανθρώπους που μου στάθηκαν και μου στέκονται:
Τον κλαρινίστα Θωμά Δρόσο, ο οποίος έρχεται κάθε μεσημέρι και με παίρνει απ’
την κλινική για να με γυρίσει σπίτι. Τη Μαρίζα Κωχ που με συντρέχει στο βαθμό
που μπορεί κι αυτή, γιατί έτυχαν όλα μες το καλοκαίρι. Τη Μαργαρίτα Πικιώνη,
εγγονή του μεγάλου Πικιώνη, που έχω ενορχηστρώσει δύο δουλειές της και κάθε
μέρα, κάθε πρωί, είναι από κάτω για να με πάει για την αιμοκάθαρση. Την Κοκό,
την ιδιοκτήτρια του «Ενθύμιου», που επίσης μου φέρνει ένα πιάτο φαΐ εκεί που
εγώ δεν είμαι σε θέση να μαγειρέψω. Δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο από την
ανθρώπινη αλληλεγγύη.
Εύχομαι η υγεία
σας να βελτιωθεί κι άλλο και να σας δούμε σύντομα στη θέση σας στο πιάνο.
Πολύ σας
ευχαριστώ. Πρέπει να είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνω στα πενήντα χρόνια
πορείας μου στο χώρο.
* Η συνέντευξη με τον μουσικό Γιώργο Σαλβάνο πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του τον Οκτώβριο του 2021
** Πρώτη δημοσίευση: Documento/ koutipandoras.gr
*** Οι φωτογραφίες
είναι από το προσωπικό αρχείο του Γιώργου Σαλβάνου
Χώροι σαν το «Baumstrasse», που βρίσκεται σχεδόν χωμένομέσα σ’ ένα στενάκι του Κολωνού, υπάρχουν
πολλοί στο Λονδίνο, στο Βερολίνο και σε άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Στην
Αθήνα, πάλι, όχι, γι’ αυτό και από τότε που τον έφτιαξαν η Μάρθα Φριντζήλα με
τον Βασίλη Μαντζούκη, «έπιασε» τόσο, ώστε μέχρι σήμερα να αποτελεί φυτώριο νέων
καλλιτεχνών σεμουσική,
θέατρο, αλλά και σε πολλές άλλες δράσεις. Η αίσθηση που αποκομίζει ο επισκέπτης
απ’ τον προσωπικό και επαγγελματικό χώρο της πολυτάλαντης Φριντζήλαείναι αυτή ενός περιποιημένου και
καλαίσθητου κοινοβίου, ενός ναού της Τέχνης για την ακρίβεια.
Με υποδέχτηκε η
ίδια στην πόρτα, ευδιάθετη για μία συνέντευξη που μάλλον χρωστούσαμε εδώ και
χρόνια ο ένας στον άλλο. Εντυπωσιάστηκα σαν με ξενάγησε στο τριώροφο κτίριο –
πρώην αποθηκευτικό συγκρότημα, που πλέον σφύζει από ζωή: Μουσικές, γέλια,
φωνητικές ασκήσεις και διαφορετικά φωνητικά ηχοχρώματα, παρατηρήσεις – ένα
γοητευτικό χαρμάνι «για έναν ελεύθερο άνθρωπο», σύμφωνα και με τον Μάνο
Χατζιδάκι.
Μου έφτιαξε καφέ
απ’ την εσπρεσσιέρα της. Χάιδεψα τις τρεις πανέμορφες θηριώδεις γάτες της –
«Αυτή είναι 20 ετών, αλλά ακόμα καλά κρατεί» μου είπε για τη μία. Ύστερα
κάτσαμε απέναντι σ’ έναν άνετο καναπέ με το φωτιστικό να κρέμεται λίγο πιο πάνω
απ’ τα κεφάλια μας. Της είπα ότι μου αρέσουν τα χαμηλά φωτιστικά, καθώς μου
θυμίζουν εξώφυλλα rock
συγκροτημάτων της δεκαετίας του ’70. Κάπως έτσι ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση μας
με τη Μάρθα Φριντζήλα, η οποία – όπως θα διαπιστώσετε – επεκτάθηκε σε πάρα
πολλά και ενδιαφέροντα θέματα.
Μου κάνατε ήδη
ένα mini tour στον προσωπικό σας χώρο και σκέφτομαι πόσο
θά’χετε την ψυχική σας υγεία για να ζείτε και να δουλεύετε χωρίς μετακινήσεις,
να δέχεστε εδώ τους μαθητές, τους φίλους σας κλπ.
Πάντοτε ήθελα να
είναι η ζωή μου και η δουλειά μου μαζί. Δεν ανήκα στους ανθρώπους που
σηκώνονται το πρωί να πάνε σε μία δουλειά και το μεσημέρι θα γυρίσουν στο σπίτι
τους να ξεκουραστούν. Και η αναψυχή μου, και η δουλειά μου, και η ζωή μου είναι
μέσα στην τέχνη, επομένως μπορώ να ξυπνάω το βράδυ, να κατεβαίνω στο θέατρο και
να δοκιμάζω τα φώτα για μία παράσταση. Είναι σαν να’χεις ανά πάσα στιγμή
καλλιτέχνες στο σαλόνι σου, απλά θέλει έλεγχο και να βρίσκεις το χώρο που
θά’ναι μόνο για σένα.
Κινδυνεύσατε
κάπου να μπλέξετε τον επαγγελματικό με τον ιδιωτικό σας χώρο και χρόνο;
Ναι, κινδύνευσα
και κινδύνευσα πολύ, γιατί εγώ είμαι άνθρωπος της ανοιχτής πόρτας. Μ’ αρέσει να
μοιράζομαι τα πράγματα που έχω, μ’ αρέσει να τελειώνει η πρόβα και να μαγειρεύω
μια μακαρονάδα που τρώμε όλοι μαζί, μ’ αρέσει να κάνουμε πρόβες με τους μουσικούς
και να φτιάχνουμε τα καφεδάκια μας, μ’ αρέσει επίσης να βλέπουμε παρέα μία
ταινία. Πριν το Baumstrasse,
είχα συνηθίσει το δωμάτιο μου με τον υπολογιστή μου, όπως και ο Βασίλης το
στούντιο του με τη ζωγραφική και τη μουσική του, άρα χρειάστηκε ν’ απομονώσουμε
κάποιους χώρους για νά’χουμε την ησυχία μας, να κλείνω την πόρτα και να ξέρω
ότι τώρα δεν θα μ’ ενοχλήσει κανείς, ότι είμαι μόνη μου.
Εδώ μέσα, πάντως,
δεν υπάρχει καθόλου η αίσθηση της μοναξιάς.
Όχι. Το ήθελα,
έτσι ήμουν πάντοτε, μ’ αρέσει ο συγχρωτισμός με ανθρώπους, όπως και το να
βρίσκομαι μέσα στη γυάλα μου, στην οποία μπαίνουν μόνο αυτοί που θέλω εγώ.
Βέβαια, έχω βρει πια το χρόνο και μπορώ να τον ελέγχω. Ξέρω, ας πούμε, ότι
αυτές οιμέρες κι αυτές
οιώρες είναι
αφιερωμένες σε μένα, στο γράψιμο μου, στις ξένες γλώσσες μου – τώρα μαθαίνω
ρώσικα -, στη μουσική μου. Καταφέραμε με τον Βασίλη και φτιάξαμε ένα σπιτάκι
στην τέλεια απομόνωση, στην ορεινή Αρκαδία, όπου μπορούμε και φεύγουμε δυο –
τρεις φορές το χρόνο για δέκα μέρες χωρίς τηλέφωνο, χωρίς internet. Είναι και το ότι έφτασα πια 47 ετών και
μπορώ να βιοπορίζομαι.
Είπατε την ηλικία
σας και σκεφτόμουν πριν πως θα σας το ρωτούσα.
Δεν έχω θέμα.
Εννοώ πως τώρα πια μπορώ να επιλέγω τα πράγματα που θα κάνω. Δεν ήμουν και ποτέ
στο κυνήγι του μεροκάματου.
Πόσα χρόνια θα
λέγατε ότι υπάρχετε στο χώρο της τέχνης;
Ανέκαθεν! Ήμουν
απ’ τα παιδιά που από πολύ νωρίς έδειξαν προς τα που πάει το πράγμα. Έχω άλλες
δύο αδερφές. Ήμασταν τέσσερις, αλλά τη μία αδερφή μου τη χάσαμε…Σκοτώθηκε με
μηχανή όταν ήταν 17 ετών κι εγώ 15…Ούτε τη μαμά μου έχω, χάθηκε από καρκίνο
όταν ήμουν 6 ετών. Θυμάμαι την αύρα της, το τραγούδι της, το χαμογελαστό της
πρόσωπο, μία πάρα πολύ καλή γυναίκα ήταν, απ’ ότι μου λένε σήμερα οι άλλοι. Μία
αγία, έτσι την παρουσιάζουν! Μεγάλωσα με τον πατέρα μου, τον Δημήτρη…
Είναι καθοριστική
η απώλεια ενός στενού συγγενικού προσώπου στην εφηβεία;
Είναι μία
«περιοχή» που πάντοτε ανατρέχω για να δω τι συμβαίνει, τι έχει γίνει..Ακόμαβλέπω στον ύπνο μου την αδερφή μου, ακόμα
γράφω γι’ αυτήν, ακόμα σκέφτομαι πράγματα και της τα αφιερώνω…Είναι μία ψυχή
που πέρασε, έχοντας ζήσει μαζί και πολύ δύσκολα πράγματα.
Όπως;
Είχαμε πολύ
δύσκολα παιδικά χρόνια. Είχα μητριά για 7 χρόνια και ήταν μία, πραγματικά,
τραυματική κατάσταση. Όταν πέθανε η μητέρα μου, ο πατέρας μου παντρεύτηκε μία
άλλη γυναίκα.
Η οποία
αποδείχτηκε η κακιά μάγισσα του παραμυθιού;
Για μένα, ως
παιδάκι, έτσι ήτανε! Έτσι φανταζόμουν τον εαυτό μου, ότι είμαι η μικρή
Σταχτοπούτα, ενόσω έπεφτε πολύ ξύλο και κακοποίηση…
Είναι εν ζωή
σήμερα;
Ναι, είναι, αλλά
δεν έχουμε καμία επαφή και δεν θέλω νά’χω, εννοείται. Απ’ όταν έκλεισε η πόρτα,
δεν ξανασχοληθήκαμε μ’ αυτό το πράγμα, γιατί η κακοποίηση ήταν τρομερή.
Σκεφτείτε ότι η Νικολέτα, η μικρή μου αδερφή, είχε πάει στο νοσοκομείο απ’ το
ξύλο…
Συγγνώμη, ο
πατέρας σας τι έκανε μ’ αυτή τη μέγαιρα; Ήταν άβουλος;
Δεν ήταν αυτό
τόσο, όσο το ότι τον βλέπαμε πολύ λίγο εκείνα τα χρόνια για καλοκαίρι ή κάνα
Πάσχα. Δούλευε πάρα πολύ, ολημερίς, τον βλέπαμε σπάνια.
Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης
Που γίνονταν όλα
αυτά;
Ελευσίνα.
Μάλιστα.
Συνεχίστε.
Κάθε φορά που
κανονίζαμε μάζωξη για συζήτηση μαζί του, η μητριά μας έλεγε: «Μην πείτε τίποτα,
γιατί θα φάτε πολύ ξύλο». Είναι λίγο κινηματογραφικό, σαν παραμύθι, που τολέμε σήμερα με τις αδερφές μου καμιά φορά
κι απορούμε πως το ζήσαμε όλο αυτό και το επιτρέψαμε! Ευτυχώς το έληξε η μεγάλη
μου αδερφή, η οποία είναι 50 χρονών σήμερα. Όταν ήταν όμως 15 ετών, έφυγε από
το σπίτι και πήγε σ’ ένα μοναστήρι, όπου πολύ απλά τους είπε: «Πρέπει να μας
σώσετε»! Φύγαμε μαζί με τον πατέρα μου, ελευθερωθήκαμε, επιστρέψαμε στο πατρικό
μας.
Ο πατέρας σας
δηλαδή παράτησε την κακιά δεύτερη σύζυγο και σας ακολούθησε.
Εννοείται!
Βέβαια! Το επόμενο πρωί κιόλας! Για να καταλάβετε, αυτή είχε δυο παιδιά δικά
της και ο πατέρας μου βρέθηκε στα 30 του με 6 παιδιά…Σκεφτείτε
κατάσταση…Βιοπαλαιστής, επιπλοποιός, τον θυμάμαι όλα τα χρόνια να δουλεύει σαν
σκυλί. Επιστρέψαμε, λοιπόν, στο πατρικό μας στην Ελευσίνα, που τό’χαμε αφήσει.
Εκεί ζήσαμε τρία χρόνια σαν σε πενταήμερη εκδρομή και μετά έχασα την αδερφή
μου.
Μετά ήρθε η
μεγάλη τραγωδία.
Ναι, μεγάλη
τραγωδία…Σημάδεψε πολύ την οικογένεια μου, κι εμάς, τα τρία κορίτσια, αλλά και
πολύ περισσότερο τον πατέρα μου.
Πιστέψατε τότε
ότι ενδεχομένως σας καταδιώκει μία κατάρα;
Όχι, είχα πάντα
την ψυχραιμία να μπορώ να συγκρίνω. Ήξερα ότι υπάρχουν πολύ πιο δυστυχισμένοι
άνθρωποι από μένα. Είχα μεγάλη αγάπη, επίσης, κι εγώ κι οι αδερφές μου, στα
βιβλία κι αυτό ήταν πάντα το καταφύγιο μου. Ήταν κάτι που το έβλεπε ο πατέρας
μου κι από νωρίς μου έλεγε: «Γιατί δεν πας να κάνεις θέατρο, να μπεις σε μια
ομάδα;» Όπως εγώ μπήκα στην τέχνη με παρότρυνση των δασκάλων μου, έτσι και η
Νικολέτα η αδερφή μου ξεκίνησε τις μεταφράσεις της και την εκμάθηση ξένων
γλωσσών. Η άλλη, η μεγάλη μου αδερφή, είχε μεγάλη αγάπη στα ζώα κι έφτιαξε έναν
ωραίο κήπο που τα προστάτευε. Μπήκαμε σ’ αυτό που λέμε προσφορά και βαθιά
παιδεία.
Είναι σαν τις
μάνες που χάνουν το παιδί τους. Καταλήγουν είτε μάνες για όλα τα παιδιά, είτε
«κλείνουν» και γίνονται στριφνές και κακές.
Ακριβώς. Κι,
επίσης, αν ήμουν μόνο εγώ όταν έχασα την αδερφή μου, δεν ξέρω τι θα γινότανε.
Είχα άλλες δύο αδερφές και σ’ αυτό υπήρξα τυχερή. Είχαμε ένα πατέρα πάντα
δοτικό, ελεύθερο και δίκαιο. Αργότερα, ήρθε η μητέρα του στο σπίτι, η γιαγιά
μας, και ζήσαμε και μαζί της. Πάντα τα καλοκαίρια είχαμε σαν διαφυγή μας το
χωριό τους, που λέγεται Ρηχιά κι είναι έξω απ’ τη Μονεμβασιά.
Έχετε και καλά να
θυμάστε. Ζώντας στην Ελευσίνα, δεν αισθανόσασταν κάπως παράμερα σε σχέση με την
Αθήνα;
Η Ελευσίνα είναι
ένα υπέροχο μέρος. Η έξοδος μας ήταν η Αθήνα, το Περιστέρι, ο Πειραιάς. Δεν
ήταν ούτε η Κόρινθος, ούτε τα Μέγαρα. Ο πόλος έλξης ήταν πάντα στην Αθήνα κι
εκεί βρίσκονταν κι οι σπουδές μου στη δραματική σχολή Βεάκη. Λεωφορείο και
κατευθείαν Αθήνα.
Σε τι ηλικία
ήρθαν οι σπουδές θεάτρου;
Στα 18 μου αμέσως
μετά το σχολείο. Ήξερα τι ήθελα, έκανα ήδη τραγούδι, ήμουν στη θεατρική ομάδα
Ελευσίνας. Πρέπει να ξέρετε ότι μπορεί η Ελευσίνα νά’ναι μια πόλη εκτός Αθηνών,
αλλά η καλλιτεχνική παραγωγή της ήταν πάντοτε υψηλή!
Από την Ελευσίνα
είναι και ο Χρήστος Δήμας, ο σκηνοθέτης.
Με τον Χρήστο
είμαστε φιλαράκια από μικροί. Μαζί πηγαίναμε και βλέπαμε ταινίες στα θερινά, ο
Χρήστος μου έμαθε τον Λουί Μαλ και τη γαλλική nouvellevague, ο Χρήστος με μύησε στην αγάπη για το σινεμά κι έγινα τρελή σινεφίλ.
Και πότε
εγκατασταθήκατε στην Αθήνα;
Την πρώτη χρονιά
της σχολής πηγαινοερχόμουν. Τη δεύτερη έπιασα δουλειά στον «Ένοικο», στα
Εξάρχεια, ως μπαργούμαν. Την τρίτη χρονιά ξεκίνησα να δουλεύω σε ρεμπετάδικα ως
τραγουδίστρια. Δούλευα στην «Ωραία Ελλάδα» στην Πλάκα, δούλευα στον «Παππού»
στην Κηφισιά, μετά δούλευα στο «Μαντείο» με τον Ιορδάνη Τσομίδη. Τη χρονιά που
τελείωνα τη σχολή, πέρασα στο Εθνικό στην παράσταση της «Μήδειας» του
Χαραλάμπους με την Αντιγόνη Βαλάκου. Αυτή ήταν η πρώτη μου δουλειά και έκτοτε
το θέατρο πήγαινε παράλληλα με το τραγούδι, όλα τα χρόνια. Τραγουδούσα,
έπαιζα,έπαιζα και τραγουδούσα.
Ο παράγοντας της
φιλοδοξίας έπαιζε ρόλο σ’ όλα αυτά; Να γίνετε γνωστή, εννοώ, κάτι που δεν είναι
μεμπτό για κάθε καλλιτέχνη στο ξεκίνημα του.
Όχι τόσο πολύ,
γιατί υπήρχε πολύ περισσότερο το μικρόβιο που έλεγε «Θέλω κι άλλο, θέλω και
κάτι παραπάνω να μάθω, θέλω να εξελιχτώ». Ήθελα να κάνω σκηνοθεσία και τό’ξερα
από μικρή. Το ’93, με το που τελείωσα τη σχολή, έφτιαξα ομάδα. Πήγα στο
Καποδιστριακό κι έγινα εμψυχώτρια στην ομάδα του πανεπιστημίου.
Προσανατολίστηκα στη σκηνοθεσία και παράλληλα μάθαινα ιταλικά και ισπανικά –
είχα κι αυτή την πετριά. Ποτέ δεν ήμουν ο τύπος που φανταζόταν να παίρνει το
Όσκαρ και να ευχαριστεί το μπαμπά του. Ήμουν λίγο παραπάνω ψώνιο μόνο απ’ την
άποψη του «Και ποιοι ειν’ αυτοί που θα κρίνουν εμένα; Ποιος θα πει αν εγώ αξίζω
ή δεν αξίζω;», αυτά σκεφτόμουν. Ήξερα ότι ανήκα σ’ αυτό το χώρο, σ’ αυτό τον
κόσμο.
Δεν ξέρω αν εσείς
το βλέπετε αυτό στον εαυτό σας, πάντως είστε μια ηγετική φυσιογνωμία.
Πάντα ήμουν,
πολύ!
Ακόμα και στην
εμφάνιση σας. Μπορεί να σας δει κάποιος και να πει «Αυτή είναι queen». Καταλαβαίνετε.
Ένιωθα πάντα σαν
τον ηγέτη μιας θρησκείας που θα μαζευόμαστε όλοι και θα αποστηθίζουμε ποίηση,
θα γνωρίζουμε τους μεγάλους ποιητές και συγγραφείς, θα κάνουμε αναγνώσεις,
ακροάσεις μουσικών έργων. Κοινώς, θα κάνουμε ειρήνη για εμάς και την οικογένεια
μας!
Μια οικογένεια
που περιλαμβάνει γνωστούς και αγνώστους.
Ναι. Αυτό
ακριβώς!
Το νά’σαι ηγετική
φυσιογνωμία και να σου πάνε όλα καλά, είναι OK. Αν δεν σου πάνε, όμως, η ίδια συνθήκη αποβαίνει
έως και επικίνδυνη.
Η μεγάλη δυσκολία
είναι να μάθεις να εμπιστεύεσαι τους συνεργάτες σου ώστε να μην είσαι δυνάστης.
Εμένα μου πήρε πάρα πολύ καιρό να καταλάβω ότι «Κοπελιά, δεν είσαι για όλα,
χρειάζεσαι ανθρώπους γύρω σου να μοιράζεσαι τις ευθύνες». Σ’ αυτό με βοήθησε
πολύ ο άντρας μου, που είμαστε μαζί 22 χρόνια. Μέχρι δηλαδή να βρω συνεργάτη να
αναλάβει τα socialmedia, τα έκανα μόνη μου. Το ίδιο και τη
γραφιστική δουλειά, που την κάναμε εγώ κι ο Βασίλης. Ήμουν controlfreak σε επικίνδυνο βαθμό.
Να υποθέσω ότι με
τον Μαντζούκη γνωριστήκατε μέσα απ’ τα καλλιτεχνικά.
Το ’96 έκανα εγώ
μια παράσταση και πήγα στην Καλών Τεχνών να ζητήσω κάποιον φοιτητή που κάνει
σκηνογραφία. Ήρθε ο Βασίλης, μου λέει «Κάνω και μουσική αν σ’ ενδιαφέρει»,
ερωτευθήκαμε, τελείωσε το πράγμα!
Είστε κανονικά
παντρεμένοι;
Παντρευτήκαμε το
2005 κανονικά με νυφικό, παπά, κουμπάρο και πορεία με όργανα μετά.
Το ότι είστε τόσα
χρόνια με έναν σύντροφο, είναι ακόμη ένα εξισορροπητικό στοιχείο;
Σκέφτομαι πάντα
το ποίημα του Χριστιανόπουλου: «Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπο σας»…Νιώθω πολύ
μεγάλη τύχη κι ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον άνθρωπο που βρέθηκε εκεί, μπροστά μου.
Είναι ο άνθρωπος που θα με σπρώξει, όποτε χρειάζομαι σπρώξιμο, και που θα με
κρατήσει, όποτε χρειάζομαι κράτημα.
Είστε λίγο το
συντηρητικό μοντέλο ζευγαριού; Εννοώ, αν δείτε κάποιον και σας αρέσει, το ίδιο
κι εκείνος, αν έβλεπε κάποια, θα μπαίνατε σε μια ελεύθερη σχέση ή δεν θα το
κάνατε ποτέ;
Δεν μού’χει τύχει
να δω κάποιον και να μου αρέσει πιο πολύ απ’ τον Βασίλη. Ή να θελήσω κάποιον
άλλο, ας πούμε. Τώρα, το να φλερτάρω ή να φλερτάρει, εννοείται. Άνθρωποι και
νέοι είμαστε, αλίμονο.Ωστόσο
δεν μου’χει γεννηθεί ποτέ η ανάγκη να επενδύσω σε κάποιον άλλο και απ’ ότι μου
λέει κι ο Βασίλης, ούτε του ίδιου του’χει τύχει. Ξέρει ότι αν ερωτευθεί και
θέλει να φύγει, θα πρέπει εγώ να το μάθω πρώτη.
Εισέρχομαι σε
ιδιωτικές περιοχές τώρα, αλλά αναρωτιέμαι αν η διατήρηση στην ερωτική χημεία
και έλξη οφείλει πολλά και στην τέχνη που μοιράζεστε.
Το βασικότερο
είναι ο θαυμασμός. Τον θαυμάζω πάρα πολύ! Με εκπλήσσει πάντα, περιμένουμε ο
ένας να δει το καινούργιο του άλλου. Ο αμοιβαίος θαυμασμός μας πηγαίνει μαζί
όλα τα χρόνια. Επίσης, ερωτικό είναι να λειτουργεί ο ένας και ως ο πιο αυστηρός
κριτής του άλλου. Ταιριάζουμε, αισθητικά πια δεν μιλάμε, καταλαβαινόμαστε,
σχεδόν έχουμε γίνει ένα. Έτυχε επίσης να μεγαλώσουμε μαζί και να μας αρέσουν τα
ίδια πράγματα, γιατί τα γνωρίσαμε μαζί. Ξεκινήσαμε μαζί να αγαπάμε τον Μπέκετ
και το θέατρο σκιών, το αρχαίο δράμα και τα δικά μας κείμενα.
Ας πάμε στον
Θανάση Παπακωνσταντίνου, που μέσα απ’ τη συνεργασία σας μαζί του γίνατε ευρέως
γνωστή.
Βεβαίως, έτσι
είναι. Έγινα η επόμενη τραγουδίστρια του μετά τη Μελίνα Κανά. Το 2002 ξεκίνησε
αυτό. Ο Θανάσης είχε δει μια παράσταση που έπαιζα τότε, τη «Νύχτα του τράγου»
του Σωτήρη Χατζάκη. Τον είχε στείλει να δει την παράσταση ο Γιώργος
Χριστιανάκης, με τον οποίο είχαμε ήδη κάνει τη «Γέρμα» στο Εθνικό. Κατευθείαν
μου πρότεινε ο Θανάσης να συνεργαστούμε. Βρεθήκαμε την άλλη μέρα, αλλά να πω
ότι δεν είχα τους δίσκους του. Δεν άκουγα ιδιαίτερα σύγχρονη ελληνική μουσική.
Δεν τον «είχα», δεν ήμουν απ’ τα παιδιά που θα πήγαινα στις Τρύπες ή θα ήξερα
τον Μάλαμα και τα τραγούδια του.
Δεν ήσασταν αυτό
που λέμε γκρούπι.
Όχι, άκουγα πολύ
περισσότερο Βαμβακάρη, Χατζιδάκι, Ξυδάκη και Λένα Πλάτωνος. Και πιο παλιά,
ρεμπέτικα, λαϊκά, Θεοδωράκη. Περισσότερο άκουγα ξένη μουσική επίσης. Μου έφερε
τα CD του ο Θανάσης και
καθίσαμε με τον Βασίλη και τα ακούσαμε. Ανακάλυψα τη δική του προσωπική γλώσσα.
Μια γλώσσα που
έχει επιρροές κι από τη δημοτική παράδοση, βέβαια.
Πολύ! Και από την
ποίηση! Μου άνοιξε μια πόρτα ο Θανάσης για το πως μπορεί τώρα η μεγάλη ποίηση
να δώσει καρπούς, μέσα από’ναν άνθρωπο που κάνει μουσική για σήμερα, για το νέο
κοινό. Ανέβηκα Θεσσαλονίκη και με φιλοξένησε ο Μπάμπης Παπαδόπουλος, με τον οποίο
κάναμε καθημερινές πρόβες. Είναι υπέροχος ο Μπάμπης και με βοήθησε πάρα πολύ να
μπω στον κόσμο του Θανάση, κάνοντας μου καθημερινά μαθήματα. Έπειτα ο Θανάσης
μου έδωσε πολύ χώρο: «Διάλεξε εσύ τα τραγούδια που θα πεις, πες ότι σου αρέσει»
κλπ. Ήταν η περίοδος που ο Θανάσης είχε φτιάξει τους Λαϊκεδέλικα με τον
Χαρμπίλα και τον Καργιωτάκη κι εγώ ήρθα και «κούμπωσα» μ’ αυτό τον καινούργιο
ήχο του. Θεωρώ ότι ο «Βραχνός Προφήτης», π.χ., έκανε μία τομή στη σύγχρονη
ελληνική σκηνή. Βρέθηκα ξαφνικά σ’ ένα πάρτι μαζί με τον Μπάμπη, τον Μπαντούκ,
τον Φώτη Σιώτα, σ’ ένα πράγμα που δεν τό’χα ζήσει ως έφηβη, νά’μαι το κορίτσι –
partyanimal που θα πάμε να γλεντήσουμε με την ηλεκτρική
μπάντα στην Ικαρία ή στην Κρήτη επί πέντε ώρες!
Απ’ τον τρόπο που
μιλάτε, φαίνεται πόσο ωραία ήταν για σας εκείνη η περίοδος.
Ήταν πάρα πολύ
ωραία, απλά δεν το άντεξα πολύ! Ο Θανάσης ήταν εξαιρετικός σαν συνεργάτης,
γιατί κι εγώ δεν ήμουν ένα κορίτσι που θα τραγουδούσα και θα έφευγα. Ήθελα
να’χω τον χώρο μου και ποτέ δεν μου αρνήθηκε τίποτα. Επίσης, ο ίδιος λέει συχνά
ότι είναι ναΐφ μουσικός, λέει «Εγώ δεν ξέρω μουσική» κι αυτό δεν με βρίσκει
σύμφωνη. Θεωρώ πως όταν ένας άνθρωπος ασχολείται για έξι και για οχτώ ώρες την
ημέρα με τη μουσική, μαθαίνει τελικά για καλά τη μουσική. Κι ας μην έχει να
κάνει με ωδεία! Εγώ δεν άντεξα την ομηρία σε κάποια φάση. Ένιωσα όμηρος του
κοινού, ότι ξαφνικά πήγαινα στη συναυλία του κοινού και όχι τη δικιά μου. Κάθε
συναυλία οδηγούταν σε ένα τρομερό διονυσιακό ξεφάντωμα κι επειδή είμαι μεγάλο
ψώνιο, ήθελα να μ’ ακούν όταν τραγουδάω! Κάποια στιγμή έτυχε να λέω ένα
τραγούδι κι από κάτω να τραγουδάνε ένα άλλο ή να ζητάνε ένα άλλο. Ε, εκεί
έγκωσα! Είπα: «Εγώ δεν είμαι γι’ αυτό», προερχόμενη κι απ’ το θέατρο. Δεν ήμουν
αυτό το θα πιω και θα βγω στη σκηνή, δεν ήμουν των καταχρήσεων.
Το δέχτηκε αυτό ο
Παπακωνσταντίνου;
Του τό’πα και το
κατάλαβε. Πολύ ωραία, ψύχραιμα και πολιτισμένα, του εξήγησα ότι εγώ θέλω να
βγαίνω και να λέω τα τραγούδια μου. Σαφέστατα αναγνωρίζω ότι ο Θανάσης ήταν το
εισιτήριο για τη γνωριμία μου με το μεγάλο κοινό, ακόμη κι αυτό των ραδιοφώνων.
Ο Θανάσης έγραψε και γράφει ιστορία!
Αλήθεια είναι πως
τα επόμενα κορίτσια στο πλάι του μουσικού Παπακωνσταντίνου δεν είχαν την ίδια
εξέλιξη με τη δική σας. Ίσως είχατε εσείς την υποδομή να αξιοποιήσετε
δημιουργικά τα όσα ζήσατε.
Εγώ σίγουρα δεν
ήμουν απ’ τα παιδιά που θα πήγαινα σ’ ένα συνθέτη να μου γράψει τραγούδια.
Συνθέτη είχα μεσ’ στο σπίτι μου, στην οικογένεια μου. Είχα επίσης όλα τα χρόνια
το θέατρο και μπορούσα να πω του Θανάση «Δεν μπορώ αυτό το καλοκαίρι, γιατί
θα’χω μία παράσταση». Τα δεχόταν όλα αυτά ο Θανάσης.
Ύστερα ήρθε ένα
διάστημα που γίνατε περιζήτητη. Σας ήθελαν όλοι για συμμετοχή στις συναυλίες
τους: Θυμίζω τον Νίκο Ξυδάκη, τη Λένα Πλάτωνος…
Την Τάνια
Τσανακλίδου; Αμέσως μετά τον Θανάση, η Τάνια ήταν εκείνη που μου είπε πρώτη:
«Έλα να κάνουμε κάτι μαζί» κι ένιωσα πολύ βαθιά συγγένεια. Κάναμε υπέροχα live στο Μετρό και μετά περιοδεία. Άκουσα μια
ηχογράφηση που είχαμε κάνει με τον Τσάμπρα στο Δεύτερο Πρόγραμμα και
συγκινήθηκα απίστευτα! Μετά πέρασα υπέροχα με την Αλεξίου! Με βοήθησε πολύ να
φτιάξω και το Baumstrasse η
Χαρούλα! Μας έδωσε τα έπιπλα που είχε στο παλιό της σπίτι, τις βιβλιοθήκες,
τους καναπέδες, τα βιβλία της. Φυσικά, τα λεφτά που έβγαλα απ’ τις συναυλίες
μας ήταν το ξεκίνημα για να φτιάξω το χώρο αυτό. Και με τη Φαραντούρη κάναμε
πολλά πράγματα μαζί. Την αγαπώ πάρα πολύ! Πρώτα συνεργάστηκα με τη Μαρία, πριν
τον Θανάση μάλιστα, και συνεχίσαμε μετά με τους ModePlagal σε κοινά live. Η Μαρία
δεν κάνει βραδινό πρόγραμμα, δεν βγαίνει να τραγουδήσει στα μαγαζιά, αλλά όποτε
τηλεφωνηθούμε και της πω «Μαρία, κάνουμε μια μεγάλη συναυλία στην Ελευσίνα»,
θα’ρθεί πάντα! Τη θαυμάζω τόσο πολύ!
Η Φαραντούρη ήρθε
πρόσφατα και σας είδε στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο. «Είναι από τις ελάχιστες
φορές» μου έλεγε την επόμενη μέρα, «που πήγα κάπου ποιοτικά και γέλασα επίσης,
πέρασα πραγματικά καλά».
Ίσως γιατί τα
τραγούδια που επιλέγω εγώ είναι πολύ ωραία μεγάλα και σημαντικά τραγούδια,
οπότε μία γυναίκα που τα’χει ζήσει και τα εκτιμά, της αρέσει αυτό που βλέπει
και ακούει.
Πείτε μου κάποια
κοινά σημεία και διαφορές μεταξύ Τσανακλίδου, Αλεξίου και Φαραντούρη.
Α, είναι τόσο, μα
τόσο διαφορετικές! Κι έχω κι εγώ αναπτύξει τελείως διαφορετική σχέση με τις
τρεις τους. Με τη Χαρούλα κρατάμε μια σχέση σχεδόν αδερφική. Τη Χαρούλα τη
νιώθω σαν τη μεγάλη μου αδερφή. Πάντα θα με συμβουλέψει, θα την πάρω να της πω
«Μου προτείνουν αυτό, τι να κάνω;» ή «Χρειάζομαι αυτό», από ένα φουστάνι μέχρι
τη βοήθεια της για μία συνεργασία. Την Τάνια τη θαυμάζω επίσης πολύ, αν και δεν
κρατήσαμε την καθημερινή επαφή που έχουμεμε τη Χαρούλα – το ίδιο και με τη Φαραντούρη.
Πρόκειται για τρεις ογκόλιθους, τρεις πολύ μεγάλες τραγουδίστριες και πολύ
διαφορετικές μεταξύ τους.
Φαντάζομαι χαρά ο
πατέρας σας, σου λέει «Σήμερα η κόρη μου τραγουδάει με την Αλεξίου»!
Πολύ μεγάλη χαρά!
Και με τον Νταλάρα όταν κάναμε στο Ηρώδειο τα «Τραγούδια με ουσίες» ή πέρσι το
αφιέρωμα στον Ελευθερίου, ο μπαμπάς μου πήρε μεγάλη χαρά! Μεγάλος πια, είναι
δυνατόν να μη χαίρεται μ’ αυτούς τους καλλιτέχνες που τους παρακολουθούσε; Και
με την Πλάτωνος, όμως, που δεν την ήξερε ο μπαμπάς μου, χάρηκε απίστευτα.
Το «πάντρεμα» με
την Πλάτωνος σας πήγε πολύ, επίσης, το είδαμε στο Ηρώδειο το 2008 κι ένα χρόνο
αργότερα στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου.
Η Πλάτωνος είναι
ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο της μουσικής, εγώ δηλαδή ένιωσα μεγάλη τιμή που
βρέθηκα μαζί της. Η Πλάτωνος είναι ένας απέραντος ατέλειωτος κόσμος. Όλο
μουσική και όλο ομορφιά είναι αυτή η γυναίκα! Πέρασα υπέροχα! Με τον Ξυδάκη,
πάλι, σκηνοθέτησα την παράσταση του για τον Καβάφη που τραγούδησε ο Τάσσης
Χριστογιαννόπουλος. Συμμετείχα ακόμη, ως τραγουδίστρια, στις παραστάσεις του με
τίτλο «Συνέβη στην Αθήνα» στο Παλλάς και αλλού. Μοναδική εμπειρία κι εκείνη!
Ξέρετε ωστόσο ποια άλλη παράσταση θεωρώ μοναδική; Του Σταμάτη Κραουνάκη, «Αυτά
που κάψαν το σανίδι», που βρέθηκα στη σκηνή με τις μεγαλύτερες μορφές του
ελληνικού θεάτρου: Καλουτά, Σαπουντζάκη, Σπεράντζα Βρανά – υπέροχες γυναίκες! Ο
Κραουνάκης ήταν εξαιρετικός σαν συνεργάτης, ένιωσα ότι με αντιμετώπιζε το ίδιο
με την Καλουτά, παρότι ήμουν στο ξεκίνημα μου.
Μετά απ’ όλα
αυτά, ακολούθησε μια περίοδος παύσης, δεν είναι έτσι;
Ναι, ίσως έκανα
πιο πολύ θέατρο.
Το λέω, γιατί
φάνηκε σαν ναθέλατε τη
σιωπή σας.
Το κάνω αυτό,
Αντώνη, το κάνω.
Παρακινδυνευμένο
λίγο, δείχνει όμως πως δεν έχετε το άγχος της «κορυφής».
Ποτέ δεν είχα την
αγωνία της δισκογραφίας. Μου άρεσε και μου αρέσει να βγαίνω μόνο όποτε νιώθω
την ανάγκη να τραγουδήσω. Ως νεότερη, τό’θελα πολύ περισσότερο. Τώρα πια
χρειάζομαι περιόδους, όπου δεν θα κάνω τίποτα, θα ετοιμάσω ένα καινούργιο έργο.
Επίσης, έχω την τύχη να εργάζομαι και ως δασκάλα θεάτρου. Έχω συνεργασία με δύο
αμερικανικά πανεπιστήμια, με το Πρίνστον και με το Στόκτον, όπου από το 2015
ξεκίνησε μια σταθερή «σχέση». Από το 2017 ήμουν καθηγήτρια επισκέπτρια στο
Πρίνστον και τα πράγματα ήταν καλύτερα οικονομικά, μην έχοντας την αγωνία για
το μεροκάματο. Αυτό – χτυπάω ξύλο – συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Άρχισε, λοιπόν,
να αποδίδει ο ρόλος μου ως δασκάλα και νά’χω μαθητές.
Δεν έχετε
καταφέρει και λίγα, ολομόναχη στην ουσία.
Ναι, μόνη μου
μαζί με τον Βασίλη.
Ο ένας στους
εκατό τα καταφέρνει όλα αυτά δίχως στήριξη από υπουργεία, χορηγούς και
παρατρεχάμενους.
Αν επιμένεις σ’
αυτό που θες και δεν χάνεις το στόχο σου, οι χορηγίες θα έρθουν κάποια στιγμή.
Εμείς κάναμε το 2012 το πρώτο σχολείο αρχαίου δράματος στην Ελλάδα.
Και στις
δραματικές σχολές, τι γίνεται; Στο Εθνικό, ας πούμε;
Διδασκόταν για
επαγγελματίες. Εμείς κάναμε ένα σχολείο στην Ελευσίνα, έχοντας εξαιρετική
συνεργασία με τον δήμο, που με αγκάλιασε αμέσως επειδή είμαι παιδί της
Ελευσίνας. Απ’ το ’12 μέχρι τώρα και για δέκα μέρες κάθε χρόνο, πάμε στην
Ελευσίνα, παρουσιάζουμε καινούργιο έργο, κάνουμε παραστάσεις, φέρνουμε
δασκάλους και καλλιτέχνες απ’ το εξωτερικό! Το 2017, επί Λυδίας Κονιόρδου, αυτό
αναγνωρίστηκε απ’ το ΥΠΠΟ και ιδρύθηκε ο θεσμός του Δικτύου Αρχαίου Δράματος,
όπου συμπεριληφθήκαμε κι εμείςστο ίδιο δίκτυο με το Εθνικό, με το Φεστιβάλ Αθηνών, με το Κρατικό κλπ.
Μπήκαμε κάτω από την κρατική ομπρέλα μαζί και με άλλες πλέον ιδιωτικές
πρωτοβουλίες. Ήμασταν οι πρώτοι που μπήκαμε, γιατί αναγνωρίστηκε το έργο μας κι
έτσι πήραμε και την πρώτη μας επιχορήγηση.
Δεχτήκατε
ανταγωνισμό; Εννοώ, ξαφνικά εμφανίστηκε η Μάρθα Φριντζήλα κι έχτισε ότι έχτισε.
Δεν ενόχλησε όλο αυτό το θεατρικό σινάφι;
Σίγουρα
αναπτύχθηκε μεγάλη παραφιλολογία γύρω απ’ το «Ποια ειν’ αυτή και τι νομίζει ότι
κάνει;», εννοείται. Δεν ακούω, όμως! Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η γνώμη που θα
σχηματίσουν οι άλλοι. Εκτός απ’ τα κακά πράγματα που γράφονται – λέγονται για
μένα, η τάση μου είναι να μην ακούω ούτε τα καλά. Εμείς είχαμε την τύχη να
ζήσουμε την αναλογική εποχή και να δούμε πως σιγά – σιγά κατακτήθηκε ένα
δημόσιο βήμα, το οποίο οδήγησε όμως στον εκφυλισμό του δημόσιου λόγου. Όλη την
καφρίλα που μπορεί να’χει κανείς, τη βγάζει πια στο διαδίκτυο. Παλιά αυτό
συνέβαινε μόνο στις παρέες, στις ταβέρνες και τις μαζώξεις, που σήμερα
αντικαταστάθηκαν από τα socialmedia. Είναι κι ένας λόγος γιατί σιωπούν οι
διανοούμενοι και δεν παίρνουν θέση. Οδηγηθήκαμε στη λογοκρισία της πολυφωνίας,
αφού μέσα σ’ όλες αυτές τις φωνές, είναι αδύνατο ν’ ακουστεί μία σοβαρή φωνή.
Συμφωνώ και συν
τοις άλλοις δεν ήταν ανάγκη να μάθουμε αν ο τάδε αγαπημένος μας καλλιτέχνης
πετάει ξαφνικά ακροδεξιά τσιτάτα απ’ το facebook του.
Εγώ δε νιώθω την
ανάγκη να πω τη γνώμη μου. Πράγματα που θα έλεγα με την παρέα μου δεν θα
έβγαινα να τα πω σε όλους, δημόσια. Φυσικά θα πάρω θέση για φλέγοντα ζητήματα
αν μου ζητηθεί. Χρησιμοποιώ τα socialmedia σαν το γραφείο μου
ή σαν ένα πίνακα ανακοινώσεων. Θα αναρτήσω πράγματα που θα χαιρόμουν να δω το
πρωί όταν ξυπνήσω, όπως ένα τραγούδι που το μοιράζομαι, ένα κείμενο που διάβασα
ή μια φωτογραφία του Μάρλον Μπράντο με τη γάτα του. Να σχολιάσω όμως τα λεγόμενα
ενός άλλου καλλιτέχνη, όχι, δεν το κάνω.
Απ’ την άλλη,
όταν η Ελένη Βιτάλη έκραξε διαδικτυακά την Πάολα και τον Αντώνη Ρέμο, δεν ήταν
και λίγοι αυτοί που είπαν: «Πες τα, χρυσόστομη».
Γιατί είναιη Βιτάλη! Δικαίωμα έχει ο καθένας να λέει
τη γνώμη του, αλλά το σαλόνι που ανοίγει και μπαίνει μέσα ο κάθε πικραμένος,
δεν είναι της νοοτροπίας μου. Η Βιτάλη, όπως θα της έβαζαν ένα μικρόφωνο
μπροστά της, είπε τη γνώμη της στο facebook. Πολύ καλά έκανε, δεν το συζητώ.
Πείτε μου τώρα
ένα κακό που σας έγραψαν.
Για κάποιες
παραστάσεις που μπορεί να μην τους άρεσαν. Κακές κριτικές, πάρα πολλές! Ή, ας
πούμε, επειδή μπορεί να πάρω ένα τραγούδι και να το κανιβαλίσω. Αυτό για
κάποιους μπορεί να χτυπάει κόκκινο.
Σαν το «Εγώ δεν
πάω Μέγαρο» της Ρίτας Σακελλαρίου που συνήθως το λέτε στα live σας;
Βέβαια, αλλά αυτό
δεν το κανιβαλίζω, το λέω σαν να είναι έπος! Έχω και μία ιδιαίτερη
σχέση…Ήμασταν μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο με τον Βασίλη τη μέρα που πέθανε η
Σακελλαρίου. Πηγαίναμε στην Καλαμάτα για να δούμε τους γονείς του κι ακούμε στο
ραδιόφωνο την είδηση του θανάτου της. Έκλαιγα από την Κόρινθο μέχρι την
Καλαμάτα! Σκεφτόμουν πως δεν μπορεί να πέθανε η γυναίκα αυτή μαζί με τα
τραγούδια που μας άφησε για να τη θυμόμαστε. Έτσι μόνο δεν πεθαίνουν οι
καλλιτέχνες, οι τραγουδιστές! Δεν το πιστεύω ότι πέθανε, ακούω τη φωνή της και
με συγκινεί ακόμα και με τα σαχλά τραγούδια που άφησε μέσα στα 90s. Να σας πω και κάτι άλλο; Το «Εγώ δεν πάω
Μέγαρο» είναι ένα πολύ αληθινό, ειλικρινές τραγούδι μακριά απ’ τη θολοκουλτούρα
του έντεχνου, που δεν καταλαβαίνεις τι λένε. Εγώ προτιμώ να πω το «Μέγαρο» παρά
κάτι ακαταλαβίστικο, επειδή ανήκει στο λεγόμενο έντεχνο.
Αυτό το είδαμε
κατά κόρον στα 90s. Η φίλη
σας, η Χάρις Αλεξίου, μου είχε σχολιάσει σε συνέντευξη της πως ήταν τότε που
γεμίσαμε από υδροκέφαλα του Χατζιδάκι.
Και από κλώνους
της Λίνας Νικολακοπούλου, που δεν ξέρουν τι λένε. Η Νικολακοπούλου είναι μία
γυναίκα που άλλαξε τα πράγματα, γράφοντας στίχο, τον οποίο στίχο είδαμε κι
εμείς από μία άλλη σκοπιά. Ξαφνικά γεμίσαμε από νικολακοπουλάκια που λένε
γενικότητες χωρίς να εστιάζουν. Βλέποντας κι ακούγοντας σήμερα, πραγματικά
προτιμώ ν’ ακούω το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο».Και τι λέει το τραγούδι; Εγώ παίζω το ρόλο αυτής
της γυναίκας που λέει στην ουσία «Κοίτα να δεις, εγώ έχω τώρα το γκομενάκι,
σιγά μην τρέχω στο Μέγαρο» ειδικά σε μία περίοδο που και η κουτσή Μαρία έτρεχε
στο Μέγαρο μην έχοντας φυσικά καμία σχέση με κλασική μουσική. Δεν το λέω τόσο
γι’ αυτό που ήταν το Μέγαρο, όσο γι’ αυτό που ήταν η Σακελλαρίου. Το τραγουδώ
σαν να το λέω σ’ αυτήν, έτσι νιώθω.
Κάνει γκελ στον
κόσμο, πως το βλέπετε;
Αρέσει πολύ!
Υπάρχουν και πολλοί που με βρίζουν, του στυλ «Τι τραγούδια ειν’ αυτά τώρα;» ή
«Τι ανάγκη τά’χεις αυτά;», τέτοια, θολοκουλτούρες. Εμένα μ’ αρέσει να
«αναλαμβάνω» τα τραγούδια, να παίζω ρόλους μαζί τους.
Τι ακριβώς σας
αρέσει στη Σακελλαρίου; Η ερωτική της ελευθεριότητα, το ότι είχε χαρακτηριστεί
«τεκνατζού»;
Όχι τόσο πολύ το
τι ήταν η ίδια ως προσωπικότητα, αλλά το τσουνάμι που σήκωνε με τη φωνή της! Οι
καταλήξεις της που όλες έπεφταν με μια μαγκιά που είχε. Ένα δόσιμο, ένα χύμα,
μια φωνάρα που έβγαινε και τα σάρωνε όλα!
Αν ζούσε σήμερα
και σας πρότεινε να την ακολουθήσετε σε κάποιο σχήμα, θα πηγαίνατε;
Σε μαγαζί δεν
ξέρω, δεν είμαι πολύ του μαγαζιού, αλλά αν ήταν να την ακολουθούσα σε
συναυλίες, ναι, θα πήγαινα!
Και δεν θα
ήταν…χαρντ κορ από τη Μαρία Φαραντούρη στη Ρίτα Σακελλαρίου;
Όχι, γιατί; Είναι
δύο πολύ μεγάλες τραγουδίστριες σε τελείως διαφορετικούς χώρους. Εγώ δεν έχω
ούτως ή άλλως την πρεμούρα ν’ αποκτήσω ταυτότητα καλλιτεχνική, να δηλώσω που
ανήκω. Μ’ αρέσει ένα τραγούδι του Γονίδη περισσότερο από ένα τραγούδι του
Καραμουρατίδη – λέω εγώ τώρα. Μπορεί να συμβεί. Μ’ αρέσει ένα τραγούδι του Lex πολύ περισσότερο από’να τραγούδι του
Λοΐζου.
Τι εστί Lex; Δεν γνωρίζω…
Ο Lex είναι ένας καλλιτέχνης της ραπ, Έλληνας,
καταπληκτικός. Οι στίχοι του είναι υπέροχοι!
Πείτε μου μερικά
ακούσματα που σας συγκίνησαν τελευταία.
Ο Lex, που τον αναφέραμε τώρα! Οι Usurum που ψάχνονται πολύ με τη μουσική, τον ήχο
και την ενορχήστρωση. Τα παιδιά αυτά τα γνώρισα στο Μουσικό Χωριό στο Πήλιο,
όταν ήταν 16 – 17 ετών. Μ’ αρέσει η Μαρία Παπαγεωργίου, που έρχεται κι εδώ στις
συναντήσεις του Φοίβου Δεληβοριά για το σινεμά. Μ’ αρέσουν επίσης αυτά τα δύο
παιδιά από την Κρήτη, τα Καλογεράκια, που αγαπούν την ποίηση και την ψάχνουν
μέσα απ’ αυτό. Εκτιμώ πολύ και τον Πέτρο Μάλαμα, που έχει δικό του ισχυρό λόγο
και ως στιχουργός!
Το ξέρετε,
υποθέτω, ότι όλοι αυτοί σας έχουν κάπως σαν μαμά τους.
(χαμογελάει) Μ’
αγαπάνε. Κι εγώ τους αγαπάω! Εγώ θέλω να το βλέπουν εδώ σαν το σπίτι τους που
θα’ρθούν να κάνουν τις πρόβες τους, τις ακροάσεις τους ή να παρουσιάσουν τη
δουλειά τους, όπως θα γίνει με τον Θέμο Σκανδάμη.
Ο οποίος
Σκανδάμης έβγαλε δισκάρα, να το πούμε κι αυτό.
Πράγματι, είναι
πολύ ωραίος δίσκος! Επίσης, μ’ αυτό το παιδί είμαστε μαζί απ’ την ομάδα του
πανεπιστημίου. Εδώ ειν’ ένας χώρος που θα φιλοξενήσει την εργασία τέτοιων
καλλιτεχνών. Ακόμη και οι παλιότεροι, σαν τον Σιώτα, συνεχίζουν να είναι στην
παρέα και να ακούμε μαζί καινούργια πράγματα.
Γι’ αυτούς που
μας διαβάζουν, θα είναι καλό να μάθουν αν πληρώνονται δίδακτρα στο Baumstrasse.
Υπάρχει μια μικρή
συνδρομή της τάξης 50 – 60 ευρώ το μήνα με το κάθε παιδί να μπορεί να
παρακολουθεί από ένα έως πέντε εργαστήρια. Ούτως ή άλλως και ο Βασίλης κι εγώ
βιοποριζόμαστε απ’ τη δουλειά μας, οπότε τα λεφτά αυτά πάνε στη συντήρηση του
χώρου εν είδει μιας καλλιτεχνικής κιβωτού.
Λογικό, μιλάμε
για ένα χώρο χιλίων τετραγωνικών μέτρων.
Ακριβώς. Ευτυχώς
έχουμε πάρα πολλούς μαθητές, αφού το κάθε μάθημα μπορούν να το παρακολουθούν 15
– 20 άτομα. Αυτή τη στιγμή «τρέχουν» περίπου δέκα μαθήματα.
Και μετά, τους
δίνετε κάποιο χαρτί, κάποιο πιστοποιητικό;
Μπορούν να πάρουν
ένα πιστοποιητικό παρακολούθησης των εργαστηρίων, όπως γίνεται με τα παιδιά του
Αττικού Σχολείου. Συνήθως τα παιδιά έρχονται για να είναι στο χώρο. Δηλαδή ένα
παιδί που θα κάνει φέτος μαζί μου δημοτικό τραγούδι, του χρόνου θα κάνει πολυφωνικό
με τη Λαμπαδάκη. Μετά θα κάνει σινεμά ή χορό. Όλα τα παιδιά που έρχονται εδώ,
ξανάρχονται του χρόνου. Είναι πολύ ωραίο! Φιλοξενούμε και δασκάλους που κάνουν
κύκλους μαθημάτων σαν τους RootlessRoots, Ανδρέα Σεγδίτσα κ.α. Το κρατάμε σ’ ένα
εκπαιδευτικό προφίλ το Baumstrasse, εφόσον υπάρχουν υπέροχα θέατρα στην Αθήνα και υπέροχες μουσικές σκηνές,
δεν χρειαζόμαστε άλλη μία!
Είστε άνθρωπος με
θετική σκέψη;
Είμαι, ναι. Όταν
νιώθω «μαυρισμένη» μέσα μου, καταφεύγω στο σινεμά, τη μουσική και την ποίηση,
αυτά είναι τα καταφύγια μου. Δεν είμαι αισιόδοξη για το που τραβάει ο κόσμος,
που βυθίζεται η Ελλάδα, που πάει η τέχνη, η παιδεία. Δεν είμαι αισιόδοξος
άνθρωπος να πω «Α, τι ωραία», αλλά με παρηγορεί οτιδήποτε καινούργιο βγαίνει.
Παίρνω μεγάλη χαρά από τον καινούργιο δίσκο του NickCave μέχρι μία συνέντευξη κάποιου καλλιτέχνη που αγαπώ ή κι από μία ποιητική
συλλογή που θα πέσει στα χέρια μου. Με παρηγορεί το ότι ακόμη επιμένουν οι
άνθρωποι και παράγουν καλλιτεχνικά έργα παγκοσμίως.
Πείτε μου μία
είδηση που ακούσατε και σας σόκαρε.
Ο βανδαλισμός του
εβραϊκού νεκροταφείου, προ ημερών.
Αναφέρεστε
προφανώς στην άνοδο του φασισμού.
Που νικιέται μόνο
με την παιδεία! Η ρίζα του προβλήματος είναι η ανοησία, η βλακεία. Πρέπει
να’σαι πολύ ηλίθιος για να μην καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις
διακρίσεις, να θεωρείς κάποιον κατώτερο από σένα, από κει ξεκινάμε! Αυτό μόνο
με την παιδεία και με τα ταξίδια, που λένε, ξεπερνιέται. Άνοιξε λίγο τα μάτια
σου, δες που βρίσκεσαι, σε ποια χώρα είσαι, σε ποιο πλανήτη ζεις και ποιο
νούμερο είσαι μέσα σ’ αυτόν τον πληθυσμό. Μόνο περί ηλιθιότητας πρόκειται και
δεν το χωράει το μυαλό μου! Ήμουν μέσα σε ταξί στη Δροσοπούλου και κάνει ο
ταξιτζής: «Κοίτα που μας αμόλησαν όλα τα πιθήκια»…Του λέω «Για κάντε μία στάση
εδώ» και εννοείται πως κατέβηκα. Τι θα έκανα; Θα έδινα τα τέσσερα ευρώ μου σε
έναν ηλίθιο; Ούτε καν αυτό! Δεν παλεύεται η ηλιθιότητα, δεν παλεύεται!
Έχει λίγο πλάκα
αυτό που συζητάμε τώρα, αν σκεφτεί κανείς ότι εσείς κάνετε το ακριβώς αντίθετο
απ’ το «Έρχονται οι ξένοι να αλλοιώσουν το μπολιτισμό μας»…
Εγώ είμαι υπέρ
της ανάμιξης των πολιτισμών! Και για να πω ένα απλό παράδειγμα, θα ήταν αλλιώς
η ζωή μου αν δεν μπορούσα να παραγγείλω ένα ωραίο κινέζικο. Μ’ αρέσει να πάω να
φάω φαλάφελ στη Μενάνδρου, μ’ αρέσει να ψωνίζω υφάσματα απ’ τους Πακιστανούς
και μπαχάρια απ’ τους Ινδούς. Ζούμε σε μία Μητρόπολη, όχι σ’ ένα απομονωμένο
νησί στον Ειρηνικό. Πρέπει να χωνέψουμε ότι οι μητροπόλεις είναι
πολυπολιτισμικές και θα υπάρξει το τζαμί, η εκκλησία και το αποτεφρωτήριο. Δεν
το συζητάμε!
Σας ανησυχεί η
επεκτατική πολιτική των Τούρκων;
Είμαι σίγουρα
αναρμόδια να μιλήσω γι’ αυτό, αλλά είμαι κιένας άνθρωπος που δεν το καταλαβαίνω όλο αυτό: Τα
σύνορα, τον πόλεμο, δεν υπάρχει μεσ’ στο μυαλό μου αυτό το «Μέχρι εδώ εισ’ εσύ
κι από κει και πέρα είμαι εγώ». Όταν σκότωσαν στο ξύλο τον Ζακ Κωστόπουλο, δεν
χώραγε ο νους μου τη φράση «Προστασία της περιουσίας». Μου
ακούγεται…σανσκριτικά, δεν μπορείς να προστατεύεις την περιουσία σου, χτυπώντας
και σκοτώνοντας έναν άνθρωπο. Δεν προστατεύεις την περιουσία σου, αλλά πάνω απ’
όλα έναν άλλο άνθρωπο!
Θα οδηγηθεί
τελικά «η βλακεία στην τελευταία της κατοικία», που έλεγε κι ο Νίκος Γκάτσος;
Δεν ξέρω…Μπορεί
να προλάβει ο πλανήτης να καταστραφεί από μόνος του, οπότε τι λέμε εμείς τώρα
(γέλια) Εκτός αν δούμε πιο σοβαρά αυτό που γίνεται στη Χιλή ή τη Βολιβία, όπου
οι άνθρωποι ενώνονται για έναν σκοπό. Θυμάμαι αυτή τη γυναίκα από το Αϊβαλί
στην «Αγέλαστο Πέτρα» του Κουτσαφτή: «Μ’ έναν καημό θα πεθάνω» έλεγε, «γιατί
δεν μπορούμε να ενωθούμε»…Αυτό! Δεν μπορούμε, γιατί δεν καταλαβαίνουμε ότι
είμαστε κλαδιά του ίδιου δέντρου. Τελικά μάλλον απαισιόδοξη είμαι, αλλά έχω το
νησί μου και τα χωρικά μου ύδατα που θέλω να τα προστατέψω απ’ τη βλακεία.
Το ίδιο κι εγώ,
αλλά τι γίνεται με τον υπόλοιπο κόσμο; Μην ξεχνάμε ότι εμείς σ’ ένα μικρόκοσμο
κινούμαστε στην ουσία.
Εδώ θα πω ότι
έχουμε πάρα πολύ κακούς δημοσιογράφους, είναι καταστροφικός ο ρόλος τους! Μου
τη σπάνε, γιατί γλείφουν ασύστολα και δαγκώνουν χωρίς λόγο. Ελάχιστους
εμπιστεύομαι και ελάχιστοι μ’ ενδιαφέρει τι θα γράψουν. Η γνώμη τους με
ενδιέφερε μόνο όταν εκτιμούσα την πένα τους και θεωρούσα ότι κάνουν καλά τη
δουλειά τους. Μου έτυχε να με ρωτήσει δημοσιογράφος από freepress, νέο παιδί: «Εσείς ακριβώς τι κάνετε; Για να ξέρω τι θα σας ρωτήσω»…Στο
καφέ που συναντηθήκαμε κιόλας! Κι εγώ απάντησα: «Μπορείτε εσείς να μου πείτε τι
ακριβώς κάνετε ώστε να ξέρω και τι θα σας πω;» Και πήγα προχθές στον Σιδερή
Πρίντεζη που είχε όλους τους δίσκους μου ή έρχεστε εσείς εδώ και κάνουμε τέτοια
ωραία κουβέντα. Καταλάβατε; Δεν τους ενδιαφέρειη δουλειά τους!
Σας αρέσουν τα
χρώματα;
Πάρα πολύ! Το
καλοκαίρι φοράω πολλά χρώματα, ένα ρούχο διαφορετικό μπορεί ν’ αλλάξει τη
διάθεση μου. Αγαπώ πολύ και το μαύρο και το χειμώνα, που μ’ αρέσει νά’μαι
απαρατήρητη, φοράω μαύρα. Εκτός που αδυνατίζει, το μαύρο καδράρει κι αλλιώς το
πρόσωπο, δείχνει αλλιώς τα χέρια.
Το παράδοξο είναι
πως, ενώ δείχνετε χύμα στην εμφάνιση, βγάζετε και μία κοκεταρία. Τα μαλλιά σας,
για παράδειγμα, τα βάψατε ξανθά.
Δεν βάφομαι ποτέ
στη ζωή μου την ιδιωτική, αλλά στη σκηνή δεν θα βγω ποτέ χωρίς τακούνι και
απεριποίητη. Προσέχω πολύ πως θα εμφανίζομαι, θέλω να’μαι περσόνα πάνω στη
σκηνή.
Κατά βάθος,
λοιπόν, είστε κοκέτα.
Βέβαια, στη σκηνή
πάντα. Στη ζωή μου θέλω νά’μαι υγιής, να περπατάω, να ασκούμαι, να τρώω πολύ
καλά. Δεν έχω νιώσει ότι θέλω να μου πουν τι όμορφη που είμαι. Πάντα όμορφη
ένιωθα, ότι είμαι ωραία, ότι τρέφομαι σωστά και ότι η υγεία μου είναι καλή. Δεν
έχω υστερία με τα κιλά, με το δέρμα μου.
Θα δεχόσασταν
εδώ, στο Baumstrasse, να
έδινε ένα σεμινάριο η Άντζελα Δημητρίου;
Χμμ…Για ποιο
λόγο;
Ας πούμε για τις
εμπειρίες της απ’ τα σκυλάδικα και τις πίστες.
Κάτι που δεν θα
ήθελα να μαθητεύσω κι εγώ, δεν θα το έφερνα εύκολα. Δεν είμαι άνθρωπος που θα
πάω στα μεγάλα μαγαζιά ν’ ακούσω τον Ρέμο. Δεν παρακολουθώ καθόλου αυτή τη
σκηνή και δεν τη γνωρίζω. Δεν ξεχωρίζω τη φωνή του Βέρτη απ’ του
Οικονομόπουλου, για να καταλάβετε. Δεν τους ξέρω.
Θα αναγνωρίζατε
ωστόσο ένα ρεπερτοριακό στίγμα;
Φυσικά. Αυτό,
οπωσδήποτε. Η Δημητρίου έχει πει και πάρα πολύ ωραία τραγούδια κι είναι και μια
γυναίκα που την έχει ιδρώσει τη φανέλα. Δεν τη λες τυχαία, απλά δεν είναι του
γούστου μου να πάω να την ακούσω ή ν’ ανοίξω σαμπάνια. Απ’ την άλλη, ούτε στον
Χαρούλη θα πάω εύκολα, που’ναι μια χαρά παιδί. Δεν είμαι τόσο γκρούπι κανενός
«στρατοπέδου», άμα όμως βγάλουν καινούργιο δίσκο ο Σιγανίδης ή οι Χειμερινοί
Κολυμβητές θα τρέξω να τους ακούσω. Ή ο Δεληβοριάς, θέλω να ξέρω τι κάνει!
Εκκλησιάζεστε
καθόλου;
Όχι. Μ’ αρέσει
παραδοσιακά το Πάσχα στο χωριό. Στον Άγιο Βασίλειο στην Αρκαδία, που πάμε 12
χρόνια τώρα, μ’ αρέσει να πάω με τις γυναίκες του χωριού και να στολίσουμε τον
Επιτάφιο. Δεν θα αναζητήσω όμως το εκκλησίασμα, δεν έχω πνευματικό, δεν πιστεύω
στο Θεό, δεν θα ζητήσω την εξομολόγηση.
Ταφή ή
αποτέφρωση;
Νομίζω,
αποτέφρωση. Πολύ χώρο δεν πιάνουμε; Είχα μια συζήτηση με τον Άγγελο
Παπαδημητρίου, τον οποίο λατρεύω. Μου λέει: «Άντε, να πεθάνουμε σιγά – σιγά.
Πόσα κατσικάκια και πόσα κοτόπουλα έχω φάει στη ζωή μου; Έχω σφάξει τόσα ζώα
στη ζωή μου για να φάω μόνο εγώ. Πρέπει να πεθάνουμε κάποια στιγμή μπας και
γλιτώσει κάνα ζωάκι». Σκεφτόμουν τι ωραίο ήταν αυτό που είπε ο άνθρωπος!
Πάντως, την καλύτερη απάντηση για τη θρησκεία, την έδωσε ο Ρίκι Τζερβές που
επίσης θαυμάζω πολύ: Τον ρώτησε ένας δημοσιογράφος γιατί είναι άθεος και του
απάντησε: «Κοίταξε, υπάρχουν περίπου 3.000 θεοί στη γη. Εσύ δεν πιστεύεις σε
2.999 κι εγώ δεν πιστεύω σε 3.000, άρα έχουμε έναν θεό διαφορά»! Σέβομαι την
πίστη όλων των ανθρώπων, οφείλω να πω όμως.
Ας υποθέσουμε ότι
συναντιόμαστε ξανά μετά από 40 χρόνια που θα’χουμε περάσει αμφότεροι τα 80.
Εδώ να’μαστε
πάλι, δεν θα’θελα να’χω αλλάξει χώρο! Να μπορώ μόνο ν’ ανεβαίνω τους τρεις
ορόφους με τις σκάλες. Μακάρι νά’μαι γερή. Να δω τα ανίψια μου, που είμαι
ερωτευμένη μαζί τους, να μεγαλώνουν.
Θέλω να μου
περιγράψετε μια σκηνή μέσα στο Baumstrasse όταν αισίως θα είστε λίγο πριν το βιολογικό σας
τέλος.
Αν είμαι εδώ και
όχι στο χωριό, όπου θα’χω ένα κηπάκι για νά’ρχονται τα καλοκαίρια οι φίλοι μου
και να ψελλίζουμε τραγούδια, θα ήθελα να συνεχίζω να γράφω και να ζωγραφίζω αν
δεν θα μπορώ να τραγουδάω. Μπορεί βέβαια νά’χω την τύχη της Mina, αυτού του ιερού τέρατος, που κάνει
καινούργιο δίσκο στα 80 φεύγα της. Να βλέπω ταινίες στον προτζέκτορα μου,
λοιπόν, οι μαθητές μου να μου φέρνουν ν’ ακούω τα δισκάκια τους και να βρίζω
πάντα τους δημοσιογράφους για τα κατευθυνόμενα πράγματα που μας προτείνουν. Να
είναι μαζεμένοι φίλοι γύρω από μια παλιόγρια, όπως θα’χω καταντήσει, και να
τραγουδάμε όλοι παρέα.
Ποιο είναι το πιο
αρνητικό γνώρισμα σας;
Το ότι είμαι controlfreak, κάτι που μ’ έχει φέρει πολλές φορές σε δύσκολη θέση, όπως το να διστάζει
ένας φίλος να μου παρουσιάσει κάτι με το φόβο πως δεν θα το αποδεχτώ.
Και το πιο θετικό
σας;
Θέλω να’μαι
δίκαιη.
Σας ευχαριστώ
πολύ.
Εγώ σας ευχαριστώ.
Μάρθα Φριντζήλα - Μπόσκο (Βρυξέλλες, 11 Ιουνίου 2023)
* Τη Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου η Μάρθα Φριντζήλα δίνει την τελευταία παράσταση - Party Encore στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου με τη συμμετοχή των Kubara Project + Kalogeraki Bros