Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΛΕΡΥ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΛΕΡΥ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Φλέρυ Νταντωνάκη 28 χρόνια μετά: Το ιστορικό της συμμετοχής της στην ταινία «Ακρόπολις Εξπρές»

 

Από το 2001, απ’ όταν έφτιαξα το ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ Νταντωνάκη, αναζητούσα τον σκηνοθέτη Θόδωρο Καλομοιράκη. Είχα διαβάσει πως το 1973, στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είχε συμμετάσχει μία δική του ταινία, το «Ακρόπολις Εξπρές» με πρωταγωνίστρια την Ιέρεια του «Μεγάλου Ερωτικού». Ήταν αδύνατο να επικοινωνήσω μαζί του, ζούσε μόνιμα στις ΗΠΑ τότε και είχε χαθεί μάλλον από τα εγχώρια κινηματογραφικά δρώμενα. Ούτε χρήστης του διαδικτύου ήμουν, όπως σήμερα, ώστε να είχα ευκολότερη πρόσβαση σε αρχεία και ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Κι έτσι, για πολλά – πολλά χρόνια η θέαση του «Ακρόπολις Εξπρές» παρέμενε κάπως σαν όνειρο. ‘Ώσπου ένα βράδυ, είδα ένα άλλο όνειρο στον ύπνο μου, αλλόκοτο, μεταφυσικό, το οποίο με έκανε να ασπαστώ εν μέρει τη μεταφυσική και να αρχίσω να πιστεύω πως με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, την οποία ουδέποτε συνάντησα, με συνδέει κάτι βαθύτερο, υπαρξιακό θα έλεγα, που υπερβαίνει τα επίγεια: Ήμουν, λέει, σε μία λεωφόρο της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1960. Στην Αμερική, που δεν έχω αξιωθεί μέχρι σήμερα να την επισκεφτώ, άρα η μόνη εικόνα που έχω είναι μέσα από τις ταινίες και τα ρεπορτάζ. Και αναφέρω τη δεκαετία του ‘60 καθώς απέναντι μου, σε μακρινή απόσταση, είδα με απόλυτη ευκρίνεια τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Ήταν νέα, πανέμορφη, φορούσε μίνι φούστα και ψηλές μπότες. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, έκανα να κινηθώ προς το μέρος της για να της μιλήσω, αλλά με σταμάτησε απότομα η ίδια. Άπλωσε το ένα της χέρι, σαν να μου έλεγε «Θα σε δείρω» και έμοιαζε τρομερά εκνευρισμένη. Ήταν τέτοιο το σοκ που πετάχτηκα από τον ύπνο μου με μία δυσάρεστη αίσθηση. Αμέσως είδα την οθόνη του κινητού μου που έλεγε πως η ώρα ήταν λίγο μετά τη μία τα μεσάνυχτα. Εκείνη η μέρα, θυμάμαι, πέρασε ολόκληρη μέσα σε μια ανεξήγητη αίσθηση μελαγχολίας. Σκεφτόμουν συνεχώς το εξής: «Η Φλέρυ τα’χει βάλει μαζί μου; Για ποιο λόγο, τι της έκανα;».

Κωμικό ακούγεται, ειδικά για όποιον γνωρίζει πως εμείς οι ίδιοι κατευθύνουμε τα όνειρα μας κάθε φορά, έλα όμως που το βράδυ της ίδιας μέρας, συνέβη κάτι που αγγίζει, όπως έγραψα παραπάνω, τα όρια της μεταφυσικής: Έτυχε να περάσω από το ιδιωτικό ιατρείο του οδοντογιατρού μου. Στην αναμονή, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, υπήρχε ένα Αθηνόραμα της τρέχουσας εβδομάδας. Το ανοίγω και κατευθείαν πέφτω πάνω στο τηλεοπτικό πρόγραμμα της χθεσινής μέρας. Ανατριχιάζω σύγκορμος σαν βλέπω ότι την προηγούμενη, στη μία ακριβώς τη νύχτα, την ίδια ώρα που ξύπνησα απ’ το όνειρο με τη Φλέρυ, προβλήθηκε από την ΕΡΤ το «Ακρόπολις Εξπρές» του Καλομοιράκη, η ταινία που έψαχνα τουλάχιστον μία δεκαετία! Σαν να εμφανίστηκε, λοιπόν, η Φλέρυ στον ύπνο μου για να με…προγκήξει επειδή έχασα ακόμη ένα κομμάτι του παζλ που συνέθετε την καλλιτεχνική της προσωπικότητα. Να που η μοίρα και ο χρόνος τα έφεραν έτσι και το καλοκαίρι του 2021, βρήκα από το Facebook και από κοινούς γνωστούς τον σκηνοθέτη Θόδωρο Καλομοιράκη. Έχει επιστρέψει μόνιμα στην Ελλάδα και κατοικεί στην περιοχή του Ελληνικού. Τον συνάντησα, είδα έναν γλυκύτατο στα όρια της πραότητας άνθρωπο, που έχει ζήσει κυριολεκτικά δέκα ζωές, βάσει των πολλών διηγήσεων του από τις συναναστροφές του με μυθικούς καλλιτέχνες Έλληνες και ξένους. Στο παρόν κείμενο, θα μάθετε όλα όσα ήθελα να μάθω κι εγώ και που αφορούν τη συμμετοχή της Φλέρυς Νταντωνάκη στη μικρού μήκους ταινία του…

Το 1972, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις προέδρευε της επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είδε την πρώτη ταινία του Θόδωρου Καλομοιράκη και προθυμοποιήθηκε να γράψει τη μουσική ή να αναλάβει τη μουσική επιμέλεια για την επόμενη ταινία του. Του έβαλε έναν όρο μόνο: Να έπαιζε στην ταινία του η Φλέρυ Νταντωνάκη, για την οποία ο Καλομοιράκης δεν είχε ιδέα ποια ήταν. «Αυτό δεν θα ήταν υποχρέωση, αλλά χαρά μου» απάντησε ο νέος σκηνοθέτης στον Χατζιδάκι και λίγο αργότερα θα’χε την τύχη να δει τη Φλέρυ μαζί με τον Δημήτρη Ψαριανό στο στουντιάκι της Columbia, όταν έγραφαν τον «Μεγάλο Ερωτικό». «Είχα γίνει μπάαστακας στο στούντιο, τόσο πολύ είχα ενθουσιαστεί» θυμάται ο Καλομοιράκης, που ήταν παρών στις περισσότερες ηχογραφήσεις του «Μεγάλου Ερωτικού». Και σε όσες δεν ήταν, είχε πάλι την τύχη να τις ακούσει λίγο μετά, πριβέ, στο σπίτι του Χατζιδάκι και συγκεκριμένα στο γραφείο του.

Το επόμενο φιλμ του Καλομοιράκη θα ήταν μια μικρού μήκους ταινία με τον τίτλο «Ακρόπολις Εξπρές». Ο Χατζιδάκις, που θα τηρούσε την υπόσχεση του, ανάλαβε τη μουσική επιμέλεια και γι’ αυτό το λόγο «σύστησε» στον σκηνοθέτη την Κάκια Μένδρη. Του έβαλε να την ακούσει από δίσκους 78 στροφών, πιστεύοντας ότι τα παλιά τραγούδια από τις δεκαετίες του 1930 και του ‘40 θα ταίριαζαν στην ταινία του. Μία άλλη τραγουδίστρια που του «γνώρισε» ο Χατζιδάκις, με σκοπό πάντα να τη «χρησιμοποιήσει» στο φιλμ, ήταν η Ιταλίδα coloratura σοπράνο Amelita GalliCurci

Όπως και έγινε τελικά, αφού μέσα στο «Ακρόπολις Εξπρές» ακούγεται μία ηχογράφηση με τη Galli-Curci από τις αρχές της δεκαετίας του 1920!

Η πρώτη που κλείστηκε για την ταινία ήταν η Φλέρυ Νταντωνάκη, σύμφωνα με την επιθυμία του Χατζιδάκι. Ενόσω ο Καλομοιράκης συζητούσε μαζί της το σενάριο, αναζητούσε και τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Στο Εθνικό Θέατρο πήγε και είδε την παράσταση «Το φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο» του Παύλου Μάτεσι. Ξεχώρισε δύο νέους ηθοποιούς, που θα μπορούσαν να υποδυθούν τον χαρακτήρα του λιποτάκτη στρατιώτη: Ο ένας λεγόταν Γιάννης Λαμπρόπουλος και ο άλλος λεγόταν Αντώνης Αντύπας, ο μετέπειτα γνωστός σκηνοθέτης του Απλού Θεάτρου και σύζυγος της συνθέτριας Ελένης Καραΐνδρου. Ταυτόχρονα, πιθανώς πάλι μέσω του Χατζιδάκι, ο Καλομοιράκης γνωρίστηκε προσωπικά και με τον συγγραφέα Παύλο Μάτεσι. Έχει σημασία η γνωριμία αυτή, καθώς ο Μάτεσις με τις ξενόγλωσσες γνώσεις του, έφτιαξε τους αγγλικούς υπότιτλους για την κόπια της ταινίας που θα παιζόταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο Μάτεσις επέμενε επίσης να διάλεγε ο σκηνοθέτης τον Λαμπρόπουλο και όχι τον Αντύπα: «Πιθανώς να είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση οι δυο τους κι ήθελε να τον προωθήσει. Αυτόν πήρα τελικά στην ταινία, αλλά ομολογώ πως δεν έμεινα ευχαριστημένος. Μετάνιωσα μάλιστα που δεν πήρα τον Αντύπα, γιατί τα επόμενα χρόνια γίναμε φίλοι». Όπως δεν ήθελε ο Καλομοιράκης να δυσαρεστηθεί ο Μάτεσις, που του πρότεινε τον Λαμπρόπουλο, έτσι δεν ήθελε να δυσαρεστηθεί και ο Χατζιδάκις, που του είχε προτείνει τη Φλέρυ. Το παράδοξο είναι πως μέχρι πρότινος που ο Καλομοιράκης ξανάδε τη συγκεκριμένη ταινία του, μια και την είχε αποκηρύξει, πίστευε πως έπαιζαν μέσα ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Δάνη Κατρανίδης.

Διευθυντής φωτογραφίας στο «Ακρόπολις Εξπρές» ήταν ο Σταμάτης Τρύπος, τον οποίο είχε συστήσει στον Καλομοιράκη ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. «Τον γνώριζα ωστόσο τον Τρύπο», θυμάται ο Καλομοιράκης, «αφού ήμουν βοηθός σκηνοθέτη του Φίλιππου Φυλακτού σε μία ταινία του με τη φωτογραφία του Τρύπου». Το θέμα είναι πως στα γυρίσματα της δικής τους ταινίας, η Φλέρυ τα πήγαινε καλά με όλους – «αγαπημένοι μου» τους αποκαλούσε – με τον Σταμάτη Τρύπο όμως είχε πραγματική λατρεία.

Για τις ανάγκες της ταινίας, είχαν νοικιάσει ένα τραίνο που έκανε τη διαδρομή Αθήνα – Γιουγκοσλαβία και ξανά πίσω. «Δεν διασχίζαμε πόλεις, αλλά πεδιάδες και αμπέλια» αφηγείται ο Καλομοιράκης, «ενώ ο Τρύπος φώναζε συνέχεια τη Φλέρυ. Εξαφανιζόταν. Ενδεικτικό είναι πως μια μέρα τη βρήκε κάτω απ’ τις γραμμές του τραίνου! Είχε ξαπλώσει στα χορτάρια και έτρωγε παπαρουνόπιτες». Οι παπαρουνόπιτες, που είχε φτιάξει η ίδια η Φλέρυ, ήταν το μοναδικό έδεσμα που έφερε στα γυρίσματα και που έτρωγε μόνο η ίδια, αφού κανείς άλλος δεν ήθελε να δοκιμάσει. «Η αλήθεια είναι πως μαστούρωνες και λίγο με τις παπαρουνόπιτες της Φλέρυς, οπότε λέγαμε ‘’άσε καλύτερα’’». (γέλια).

Το «Ακρόπολις Εξπρές» γυρίστηκε το 1972 και ο Καλομοιράκης δεν κατάφερε να παραστεί στην προβολή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την επόμενη χρονιά, αφού υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του, διάρκειας 27 μηνών, μεσούσης της χούντας. Λίγο πριν φύγει για Αμερική, το 1974, τηλεφωνήθηκε με τη Φλέρυ, η οποία του είπε πως θα πήγαινε κι εκείνη ξανά εκεί για να τον έβρισκε, κάτι που συνέβη τελικά το 1976, αμέσως μόλις γέννησε τη μοναχοκόρη της.

«Έμενα στο Μπρούκλιν και με παίρνει η Φλέρυ για να μου πει: ‘’Σού’ ρχομαι με το παιδί μου’’. Δεν ήξερα καν ότι είχε γίνει μητέρα. Θυμάμαι που γυρίζαμε όλα τα καταστήματα, μπορεί να ψώνιζε παπούτσια λόγου χάριν, αλλά έπιανε την κουβέντα με όλους και ίδρωνα για να τη βγάλω έξω. Τα πόδια της ήταν μες την τρίχα, αξύριστα, ένα αντιαισθητικό θέαμα, η ίδια όμως τα έδειχνε και έλεγε χαριτωμένα: ‘’Οι τριχούλες μου’’. Άγιος άνθρωπος, χίπισσα κανονική, 100%! Η εμφάνιση της, οι μακριές ινδικές φούστες που φορούσε, το ελαφρύ μαστούριασμα που έκανε, η χάι διάθεση της, το ξυπόλυτο περπάτημα της στις λεωφόρους, που την έκανε να νιώθει πιο ελεύθερη, όπως έλεγε, ήταν τα απολύτως δικά της χαρακτηριστικά. Μια μέρα μου δηλώνει πως θα έφευγε με το μωρό της και θα πήγαινε σε άλλη πόλη, εκεί που έμενε και στο παρελθόν προφανώς. Καθώς την αποχαιρετούσα από το παράθυρο του τρίτου ορόφου, της φώναξα να προσέχει τον εαυτό της και το παιδί. Και τότε συνέβη κάτι απίστευτο: Τη στιγμή που της το λέω αυτό και έμπαινε στο ταξί, γυρνάει έντρομη και ουρλιάζει: ‘’Το παιδί, που’ ναι το παιδί;’’ Το είχε ξεχάσει στη μπανιέρα! Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και, πράγματι, βρήκαμε το μωρό να κοιμάται. Δεν θα ξεχάσω που άνοιξα ένα παταράκι πάνω ακριβώς απ’ το μπάνιο, τράβηξα ένα σεντόνι που το έδωσα στη Φλέρυ, τύλιξε το μωρό της μέσα σ’ αυτό και το κατέβασε κάτω για να φύγουν. Περίμενα στο παράθυρο μου πάλι μέχρι να χαθούν με το ταξί, εφόσον κάτι άλλο μπορούσε να προκύψει τελευταία στιγμή».

Έκαναν πολύ ωραίες συζητήσεις ο Καλομοιράκης και η Νταντωνάκη. Του μιλούσε τακτικά για το μιούζικαλ που’ χε παίξει, όταν τη γνώρισε ο Χατζιδάκις στις ΗΠΑ, το «Jacques Brel is Alive and Well and Living in Paris». Του είχε δείξει την κριτική του συγγραφέα και κριτικού Clive Barnes, που ήταν διθυραμβική για την ίδια. .

Στις κουβέντες τους, η Φλέρυ μιλούσε ακόμη στον Καλομοιράκη για τη Μελίνα Μερκούρη. Πώς πέρναγε από το καμαρίνι της, στο Broadway, όταν ανέβασαν με τον Ντασέν το «Ilya Darling», παρακαλώντας την να της δώσει ένα ρολάκι. Αν και δεν το θυμάται αυτό ο Καλομοιράκης, τον ενημερώνω πως μία και μοναδική φορά η Φλέρυ είχε αντικαταστήσει τη Μελίνα, εκτάκτως, στο «Ilya Darling» – ήταν κάτι που που επιβεβαίωσε ο αείμνηστος Ζιλ Ντασέν το 2001, όταν έκανα το ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ και μιλήσαμε στο τηλέφωνο.

Υπήρχε τότε στην Αμερική ένας εκπληκτικός συγγραφέας, ο Charles Ludlam που πέθανε το 1987 από επιπλοκές του AIDS. Αυτός είχε γράψει πάρα πολλά έργα, παρωδίες, κωμωδίες, μεταξύ των οποίων και το «Galas», που βασιζόταν στη βιογραφία της Μαρίας Κάλλας. Τον χαρακτήρα της δικής του υπηρέτριας στο έργο, που υποδυόταν ένας άνδρας στο θεατρικό ανέβασμα, τον είχε εμπνευστεί απ’ τον τρόπο που έπαιζε η Φλέρυ την υπηρέτρια στο «Do I hear a waltz?», μ’ όλο αυτό δηλαδή το μεσογειακό ταμπεραμέντο της. Επρόκειτο για τον σπουδαίο Αμερικανό ηθοποιό, Everett Quinton, σύντροφο ζωής του Ludlam, που συνεχίζει μέχρι σήμερα το έργο του. Στην ουσία, ο Quinton τη Φλέρυ Νταντωνάκη υποδυόταν με το χιουμοριστικό όνομα «Φλώρα Πάστα Λινγκουίνι». Ο Καλομοιράκης θυμάται τον Everett Quinton μελαψό, τριχωτό, με μουστάκι επί σκηνής: «Ήταν κάτι το τρομερό, σαν να έβλεπες τη Φλέρυ σε αρσενικό on stage Η Φλέρυ δεν θα είχε ιδέα είναι το πιο πιθανό, αφού όλα αυτά γίνονται στην Αμερική το 1980 περίπου, όταν ο Καλομοιράκης είχε χάσει πια επαφή μαζί της.

Για τη Φλέρυ Νταντωνάκη ξανάκουσε το 1998 με αφορμή το θάνατο της. Του τηλεφώνησε ο αδερφός του στην Αμερική και τον ενημέρωσε πως εκείνη τη μέρα, τη 18η Ιουλίου, θα παιζόταν από την κρατική τηλεόραση το «Ακρόπολις Εξπρές» στη μνήμη της. Δέκα χρόνια, όμως, νωρίτερα, γύρω στο 1987 – 88, κάποιος άλλος τον είχε ειδοποιήσει πως θα παιζόταν το «Ακρόπολις Εξπρές» στο ΑΣΤΥ στο πλαίσιο ενός αφιερώματος. «Με συντάραξε ο θάνατος της Φλέρυς» ομολογεί ο Καλομοιράκης, «όπως συμβαίνει μ’ όλους τους προσωπικούς φίλους που έχεις μοιραστεί πράγματα και κουβαλάς αναμνήσεις. Την αγαπούσα, αλλά πέρα απ’ τη δική μου απώλεια, ο κόσμος όλος στερήθηκε τη φωνή της. Δεν υπάρχει τέτοια φωνή!» Κι όταν του λέω πως ο Σπύρος Σακκάς κάποτε είχε πει πως η Φλέρυ Νταντωνάκη είναι πάνω απ’ τους Beatles και τη Joan Baez, συμφωνεί: «Κι εγώ το πιστεύω! Ούτε καν μπαίνω στον κόπο να τη συγκρίνω! Η Φλέρυ ήταν συγκλονιστική, τόσο εδώ, όσο και στην Αμερική και δυστυχώς δεν κατάφερα μέσα στα χρόνια να βρω κάποια ηχογράφηση της από τις πρώτες παραστάσεις του έργου για τον Jacques Brel. Ο Μάνος Χατζιδάκις την αγαπούσε, την προωθούσε και την προστάτευε και σκέφτομαι πως καλύτερα που έφυγε εκείνος πρώτος, διότι θα στενοχωριόταν πολύ με το χαμό της. Κι αν άφησαν από κοινού λίγα πράγματα, αποτελούν κανονικούς σταθμούς στο ελληνικό τραγούδι».

Τον ρωτάω για το τι άφησε και ο ίδιος τελικά με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, αν πιστεύει πως το μοναδικό στοιχείο για το οποίο αξίζει να μνημονεύεται σήμερα το «Ακρόπολις Εξπρές» είναι η παρουσία της. Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του σκηνοθέτη: «Την ταινία μόλις μου την έστειλαν προχθές, ψηφιοποιημένη, και την ξανάδα εξαιτίας της συνάντησης μου μαζί σας. Δεν ήθελα, ήμουν μεταξύ του να βάλω να τη δω ή να την παρατήσω. Φοβόμουν, γιατί ήξερα ότι το ’χα χάσει το παιχνίδι μ’ αυτή την κινηματογραφική μου απόπειρα. Το μόνο πράγμα που με πέταξε εκτός, να πω την αλήθεια, ήταν η σκηνή που η Φλέρυ διαβάζει τα γράμματα και κλαίει. Δεν θυμάμαι να έκλαιγε μόνη της, πρέπει να’χαμε προξενήσει τεχνητά δάκρυα. Τι υπερβολικός που ήμουν!» Του συστήνω να χαλαρώσει, καθώς η σκηνή μια χαρά περνάει σήμερα, στο πλαίσιο ενός γκροτέσκου στοιχείου. Επιμένει: «Θα έπρεπε να ήταν ακόμη πιο γκροτέσκο, να τό’χω φτάσει στα άκρα!». Μου εξομολογείται πως ονειρευόταν να κάνει μία άλλη σκηνή μες την ταινία, που η Ευαγγελία Σαμιωτάκη θα ήταν ολόγυμνη πάνω σ’ ένα ροκοκό κρεβάτι, απ’ αυτά με τις κουρτίνες, και κάποιος θα της έκανε έρωτα. Δεν το τόλμησε βέβαια, ενώ ούτε καν έφτασε στο σημείο να το συζητήσει με την ηθοποιό.

Η ταινία αυτή φανερώνει την άγνοια μου για το τι ήθελα να κάνω. Και μπορεί να χει στοιχεία σουρεαλιστικού χιούμορ, ήταν όμως ξεκομμένα το ένα από τ’ άλλο δίχως καμία συνοχή. Θα το ήθελα να έχει βγει πολύ πιο αναρχικό φιλμ, μα δεν τα κατάφερα. Μην ξεχνάτε πως ήταν και χούντα και μένα καλύτερος μου φίλος τότε, που τον λάτρευα, ήταν ο Βασίλης Ραφαηλίδης».

Ευχαριστώ τον Θόδωρο Καλομοιράκη για το μοίρασμα της μνήμης και λίγο πριν φύγω φέρνει έναν μεγάλο φάκελο. Τον ανοίγει και μου βγάζει μια σειρά ασπρόμαυρων πορτραίτων της Φλέρυς Νταντωνάκη από τα γυρίσματα του «Ακρόπολις Εξπρές», που δεν έχουν δει ποτέ το φως της δημοσιότητας. Παθαίνω την πλάκα μου! «Πάρ’τα, είναι δικά σου, σου ανήκουν», μου λέει σε ένα συγκινητικό ξέσπασμα γενναιοδωρίας. Με τον Καλομοιράκη θα τα ξαναπούμε σύντομα, γιατί, πέραν της μικρού μήκους ταινίας του με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, τον σκοπό δηλαδή της επίσκεψης μου στο σπίτι του, ελάχιστοι γνωρίζουν πως είναι υπεύθυνος για το σχεδιασμό πολλών ιδιωτικών κινηματογραφικών αιθουσών. Μεταξύ αυτών, και του σούπερ σταρ Michael Jackson στο διαβόητο «Neverland Ranch».

* Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο free press OLAFAQ (Απρίλιος 2022)

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Η μοναδική συνέντευξη του Ευτύχιου Χατζηττοφή, του ερμηνευτή στο «Χωρίον ο Πόθος» του Μάνου Χατζιδάκι

 

Ο Κύπριος Ευτύχιος Χατζηττοφής είναι ένας τραγουδιστής – διάττοντας αστέρας στο ελληνικό τραγούδι. Ήταν ένα από τα παιδιά που πέρασαν από την οντισιόν του Μάνου Χατζιδάκι, όταν ο μεγάλος συνθέτης έστηνε στο «Πολύτροπον» της Πλάκας τις παραστάσεις του έργου του με τίτλο «Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης». Η φωνή του Χατζηττοφή πέρασε στη δισκογραφία με το συγκεκριμένο έργο, ενώ λίγα χρόνια αργότερα έγινε ο ερμηνευτής ενός από τα πιο ιδιαίτερα και ποιητικά έργα του Χατζιδάκι, το «Χωρίον ο Πόθος», σε στίχους του συνθέτη, του Μίνου Αργυράκη και της Αγαθής Δημητρούκα. 

Στο περιθώριο της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο Χατζηττοφής τραγούδησε σε ακόμη δύο δίσκους, οι οποίοι όμως κι αυτοί κυκλοφόρησαν με την επιμέλεια του μέντορά του: Στο «Κάψαμε τα καράβια μας» της Ρίκας Δεληγιαννάκη σε ποίηση Μηνά Δημάκη και στα «Κύπρια Έπη» του Βασίλη Τενίδη σε στίχους του Τενίδη και του Γιώργου Φίλη. Καθώς η δεκαετία του 1970 έφτανε στο τέλος της, ο Χατζηττοφής άλλαξε ρότα στη ζωή του, έγινε τραπεζικός υπάλληλος, έκανε οικογένεια και παράτησε οριστικά το τραγούδι. 

Τον Ιούλιο του 2009 είχα την τύχη να δω επί σκηνής τον Ευτύχιο Χατζηττοφή σε ένα αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι στο «Θέατρο Δώρα Στράτου» δίπλα στον Λάκη Παππά, τον Σπύρο Σακκά, τον Ηλία Λιούγκο, τον Βασίλη Γισδάκη και άλλους αυθεντικούς ερμηνευτές του συνθέτη. Ήταν και μία από τις τελευταίες – αν όχι η τελευταία – εμφανίσεις του σε χατζιδακική συναυλία. Τα χρόνια πέρασαν, εκείνος συνέχισε να μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, της γενέτειρας του. Έμεινε μόνο εκείνη η παράξενη φωνή του, φωνή – αερικό θα έλεγε κανείς, να τραγουδάει για έναν «Προφήτη, μια Γυναίκα – Πελαργό κι έναν Αλήτη». 

To 2019 κατάφερα να βρω τον ακριβοθώρητο Χατζηττοφή και να του αποσπάσω την παρακάτω συνέντευξη, την οποία θα χαρακτήριζα σπάνια με όλη την έννοια της λέξης, εφόσον οι συνεντεύξεις που έχει δώσει μέσα σε 48 χρόνια είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Κρατήθηκε στο αρχείο μου και δημοσιεύεται σήμερα, στη μνήμη ενός απ’ τους μεγαλύτερους πνευματικούς ανθρώπους που ανέδειξε αυτός ο τόπος, την ημέρα της γέννησης του.  

Κύριε Χατζηττοφή, θα ήθελα αρχικά να μου πείτε από που κατάγεστε.

Είμαι γεννημένος το 1950. Είμαι για την ακρίβεια 69 ετών και 8 μηνών. Κατάγομαι απ’ την Κύπρο. Το 1974 ήρθα στην Αθήνα και γράφτηκα στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, στην πρώην Βιομηχανική Σχολή.

Έχοντας ήδη σχέση με το τραγούδι;

Βεβαίως. Ο πατέρας μου ήταν ψάλτης στο χωριό μου, στην Αραδίππου επαρχίας Λάρνακας, επομένως πήρα κι εγώ το δώρο μου απ’ τη φωνή. Είμαστε πέντε παιδιά. Τραγουδούσαν όλοι, αλλά όχι επαγγελματικά, απλά είχαν πάρει κι οι άλλοι το χάρισμα από τον πατέρα μας. 

Και τα ακούσματα σας ποια ήταν;

Όλα! Τραγουδούσα και ελαφρά τραγούδια, όπως του Νίκου Γούναρη, που τον αγαπώ. Συνηθίζαμε με φίλους να κάνουμε καντάδες τη νύχτα, ξέρετε, σε κάνα κορίτσι.

Στην Ελλάδα ήρθατε για σπουδές, λοιπόν.

Ακριβώς. Δεν είχα τη φιλοδοξία να γίνω τραγουδιστής.

Κι η γνωριμία με τον Μάνο Χατζιδάκι πως έγινε;

Είμαι στον ηλεκτρικό και έχω εφημερίδα στα χέρια. Βλέπω μια μικρή λεζάντα που έλεγε ότι ο Μάνος ζητεί νέες φωνές. Λέω κι εγώ «Δεν πάω να με ακούσει και μένα;» Οι ακροάσεις γίνονταν στην παλιά «Αυλαία» στην Πλάκα. Πήγαμε 640 παιδιά. Ο Μάνος απ’ αυτά διάλεξε δύο άνδρες και τέσσερις γυναίκες: Εμένα και τον Γιάννη Δημητρά και τις Φερενίκη Βάλαρη, Μαρία Κάτηρα, Εύα Καναβαράκη. Η Ελένη Μανιάτη είχε αναλάβει το θεατρικό κομμάτι, την απαγγελία.

Μου αναφέρετε όλο το team του έργου «Ο Οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης».

Ακριβώς! Ο Μάνος μας είχε πει απ’ την πρώτη στιγμή ότι ζητούσε νέες φωνές για ένα μουσικοποιητικό έργο που θα έστηνε στο «Πολύτροπον» της Πλάκας. Όπως ξέρετε, δεν ήθελε ποτέ να έχει τραγουδιστές γνωστούς (γέλια).

Σαν να ήταν αντιστάρ ο ίδιος.

Ήθελε να είναι αντιεμπορικός μάλλον και τότε οι τραγουδιστές αποκτούσαν παντοδυναμία, ο Νταλάρας και η Αλεξίου άρχισαν να καθιερώνονται. Όταν έφτασε σε μένα και με ρώτησε «Ποιο τραγούδι θα μου πεις;», του είπα «Αυτό που τραγουδάει ο Νταλάρας, το ”Μ’ έκοψαν, με χώρισαν στα δυο”». Είχα πολύ τρακ, αλλά άμα καταλαβαίνει ο άνθρωπος…Πίσω απ’ τον Χατζιδάκι καθόταν ο Βασίλης Τενίδης, καλός μουσικός, μετέπειτα φίλος μου και πολύ καλός άνθρωπος. Μου σήκωνε το χέρι του εμπιστευτικά σαν να μού’λεγε «Μη φοβάσαι, τραγούδα ελεύθερα». Μετά απ’ αυτό ο Χατζιδάκις διάλεξε σαράντα παιδιά. Ήμουν μέσα. Μας ξανάκουσε και εκεί του τραγούδησα το «Ειμ’ αϊτός χωρίς φτερά». Ήμουν σίγουρος ότι θα έμπαινα μεσ’ στην εξάδα, όπως και έγινε! 

Οι παραστάσεις ξεκίνησαν αμέσως;

Ναι, σχεδόν, όλα έγιναν γρήγορα. Φαίνεται ότι την είχε δουλέψει πολύ στο μυαλό του την παράσταση κι αυτό το έργο. Εγώ εκεί έλεγα και δύο τραγούδια που δεν δισκογραφήθηκαν ποτέ.

Ξέρω που αναφέρεστε. Υπήρχε ένα μικρό πρόγραμμα εμβόλιμο με τίτλο «Δύο μπαλάντες για τον Ευτύχιο».

Ακριβώς. Η μία απ’ αυτές τις μπαλάντες ήταν η «Τρελή του φεγγαριού» που τραγούδησε μετά η Φλέρυ Νταντωνάκη και έγινε σήμα κατατεθέν της. Το τραγούδι μπήκε στον δίσκο που έλεγα εγώ το «Χωρίον ο Πόθος» και η Φλέρυ δέκα, αν θυμάμαι καλά, τραγούδια του Μάνου. 

Οι στίχοι αλλάχτηκαν ειδικά για τη Φλέρυ; Εννοώ, εσείς τραγουδούσατε «Με λεν’ τρελή του φεγγαριού»; Σας το ρωτάω, γιατί έχω πολύ μεταγενέστερη ηχογράφηση με τον Ηλία Λιούγκο που τραγουδούσε σε α’ θηλυκό πρόσωπο.

Όχι, εγώ τραγουδούσα «Τη λεν’ τρελή του φεγγαριού» (σ.σ. τραγουδάει το κομμάτι) Στο τέλος της παράστασης, ο Μάνος με πρόσεξε περισσότερο απ’ τους άλλους, έλεγε και ξανάλεγε «Τι καλή φωνή έχει ο Ευτύχιος»! Το κομμάτι, με το οποίο έκλεινα το πρόγραμμα ήταν ο «Φόβος».

Μάλιστα. Έχετε υπόψιν ότι αυτό θεωρείται το «κρυμμένο» πολιτικό τραγούδι του Χατζιδάκι;

Φυσικά. Το’βλεπα κιόλας!

Δηλαδή;

Κοιτάξτε, δεν μου είπε ποτέ εμένα ο Μάνος ότι έγραψε πολιτικό τραγούδι, αλλά όταν έλεγε «Κι αν το αίμα ξεχειλίσει σαν ποτάμι θα κυλήσει, μεσ’ στο φόβο, απ’ το φόβο», το μήνυμα ήταν εύληπτο. Θα σας τα πει και ο Λιούγκος, ήταν αποθεωτική η αντίδραση του κοινού, ειδικά του φοιτητόκοσμου, σ’ αυτό το τραγούδι. Αυτό εννοώ όταν λέω ότι έβλεπα τι γινόταν! Ήταν και ένα πολύ δύσκολο κομμάτι, για το οποίο, όταν γράφαμε το δίσκο, ο Μάνος με τράβηξε δυο – τρεις φορές στην Κολούμπια. Κάτι δεν του άρεσε, κάτι άλλαξε κι έτσι βγήκε ο δίσκος με ένα από τα ωραιότερα, για μένα, τραγούδια του Χατζιδάκι.

Τον Μάνο Ελευθερίου που είχε γράψει στίχους στον «Οδοιπόρο», την πρώτη ενότητα του έργου, τον είχατε γνωρίσει;

Βεβαίως! Τον έκανα πολύ κέφι, ήταν ωραίος άνθρωπος και πολύ καλαμπουρτζής. Τραγούδια του εγώ δεν είπα στο έργο, τα τραγούδησαν ο Δημητράς και τα κορίτσια. 

Ερχόταν στις παραστάσεις στο «Πολύτροπον»;

Ερχόταν, ναι. Λυπήθηκα πολύ που πέθανε…Πέρασε πολύς κόσμος απ’ το «Πολύτροπον». Θυμάμαι έναν τραγουδιστή που είχε φωνή λυρική, για όπερα, α ο Σάκης Μπουλάς ήταν, που κάποια στιγμή έδωσε μία συνέντευξη και είπε ότι πέρασε από οντισιόν του Χατζιδάκι, «αλλά αυτός διάλεξε τον Χατζηττοφή». 

Δεν το είπε αρνητικά ο Μπουλάς, φαντάζομαι.

Όχι, ίσα – ίσα, μόνο εμένα ανάφερε, ενώ ο Χατζιδάκις είχε διαλέξει και τον Δημητρά. Θυμάμαι ότι είχαν έρθει να με συγχαρούν οι ηθοποιοί Άγγελος Αντωνόπουλος και Κώστας Καζάκος. Ο δε Καζάκος, έτσι που μιλάει, ξέρετε, φώναξε βροντερά: «Τι είσαι εσύ, ρε; Θηρίο είσαι»!

Εκεί γνωρίσατε και τη Φλέρυ Νταντωνάκη;

Το ξέρετε ότι τη Νταντωνάκη δεν τη γνώρισα; Είχε κάποια προβλήματα, αλλά αυτή με αγαπούσε πολύ, όπως μου’λεγε ο Μάνος. Όταν κάναμε τον κοινό μας δίσκο, άρχισε να χάνεται. Είχαμε ακούσει ότι κυκλοφορούσε γυμνή με δύο κεριά. Τα ξέρετε, φαντάζομαι. Ήταν ένα πλάσμα πέρα από τα επίγεια. 

Εκείνη την περίοδο ανήκατε στον κύκλο του Χατζιδάκι, κάνατε παρέα και πέρα απ’ τα μουσικά;

Βεβαίως και, μάλιστα, με τον Σπύρο Σακκά κάναμε μια βραδιά αφιερωμένη στον Χατζιδάκι λίγο μετά το θάνατο του. Δεν θυμάμαι καλά, αλλά κάπου κοντά στο Πεδίο του Άρεως έγινε το αφιέρωμα αυτό. Έχω μεγαλώσει και λίγο, αρχίζω και ξεχνάω (γέλια). Και ο Σακκάς μου πήγαινε, γιατί ήταν καλαμπουρτζής κι αυτός. 

Ταυτόχρονα με το «Χωρίον ο Πόθος» με τον Χατζιδάκι, τραγουδήσατε και σε έναν άλλο δίσκο, αυτόν της Ρίκας Δεληγιαννάκη, το «Κάψαμε τα καράβια μας» που τό’χω σε βινύλιο.

Σωστά, ήταν ένας δίσκος που τραγουδούσαμε εγώ και η Φερενίκη Βάλαρη. Ο Τενίδης μίλησε στη Δεληγιαννάκη, ότι «σού’χω τον Χατζηττοφή, που τον διάλεξε ο Χατζιδάκις». Η Ρίκα δεν είχε πολλές απαιτήσεις, ήταν χαμηλών τόνων, δεν ρώτησε ποτέ πως τραγουδάει ο ένας ή η άλλη κλπ. Σκεφτείτε ότι η Ρίκα Δεληγιαννάκη ζει ακόμη και είναι 89 ετών.

Είχα μιλήσει μαζί της από τηλεφώνου πριν λίγα χρόνια.

Εγώ μίλησα μαζί της πρόσφατα, πριν κάτι μήνες, αλλά ίσα που την άκουγα! «Ευτύχιε μου» μου’λεγε αδύναμα…Καλό κορίτσι, αλλά βέβαια ο δίσκος δεν είχε την πρέπουσα διαφήμιση, ενώ ήταν απ’ τους καλύτερους, χατζιδακικός σχεδόν θα έλεγα. 

Του είχε αρέσει του Χατζιδάκι ο δίσκος αυτός, τον είχε στηρίξει από το Τρίτο Πρόγραμμα.

Ισχύει. Του άρεσε και ενώ τό’χε τραγουδήσει αρχικά ο Γιώργος Μούτσιος, εκείνος έλεγε: «Δεν το θέλω με τον Μούτσιο αυτό το έργο. Θα βάλω τον Χατζηττοφή». Έτσι έγινε ο δίσκος αυτός. Μετά κάναμε με τον Βασίλη Τενίδη τα «Κύπρια Έπη» σε στίχους του Κύπριου Γιώργου Φιλή. Πάλι εγώ και η Φερενίκη Βάλαρη τραγουδούσαμε. Ήταν επίσης πολύ ωραίος δίσκος, χαμένος σήμερα, αλλά άμα θα μπείτε στο YouTube μπορείτε να τον ακούσετε. 

Είχατε κάνει δίδυμο ωραίο με τη Βάλαρη. Τι κάνει σήμερα, γνωρίζετε;

Η Φέφη, όπως τη λέμε; Βεβαίως γνωρίζω. Έχει ξενοδοχείο δικό της στο Ρέθυμνο, στην Κρήτη, που είχε φτιάξει ο πατέρας της. Πήγαμε κάποτε με τη γυναίκα μου λίγο μετά το γάμο μας, το 1976. Είναι πολύ απλό να τη βρείτε. 

Κάνοντας όλα αυτά, γνωρίζατε ότι θα είστε ερμηνευτής και στο «Χωρίον ο Πόθος» του Χατζιδάκι ή αυτό προέκυψε;

Το «Χωρίον ο Πόθος» γράφτηκε κάνα χρόνο μετά το «Μεθυσμένο κορίτσι», γύρω στο 1975. Ομοίως και τα τραγούδια με τη Φλέρυ είχαν γραφτεί νωρίτερα. Την ίδια περίοδο με μια απόσταση λίγων μηνών κυκλοφόρησαν οι δίσκοι μου με τη Δεληγιαννάκη και τον Τενίδη επίσης. Μιλάμε για το 1977. 

Πως σας είχαν φανεί τα τραγούδια από το «Χωρίον ο Πόθος»;

Μα ήταν πολύ ωραίο έργο! Λάτρευα την «Επιστροφή», αυτό που έλεγε «Μεγάλο τ’ αρχιπέλαγο κι η νύχτα δίχως ταίρι» (σ.σ. το τραγουδάει) Δεν τα έχετε ακούσει τα τραγούδια;

Άπειρες φορές. Στο έργο αυτό, μάλιστα, εμφανίστηκε ως στιχουργός και η Αγαθή Δημητρούκα.

Βέβαια, είχε το χρίσμα του Γκάτσου η κοπέλα αυτή. Κι εκείνος την αγαπούσε, όμως.

Τι θυμάστε απ’ τον Νίκο Γκάτσο εσείς;

Είχε πολύ χιούμορ! Δεν τον είχα δει πολλές φορές, δυο – τρεις μόνο στου «Φλόκα» και στον «Μαγεμένο Αυλό», πάντα μαζί με τον Χατζιδάκι. 

Πείτε μου αν κάνω λάθος, συνεργαστήκατε κάποια στιγμή και με τη Δόμνα Σαμίου;

Όχι, όχι. Αυτός που συνεργάστηκε με τη Δόμνα Σαμίου ήταν ένας Κύπριος φίλος και συγχωριανός μου που λεγόταν Χρήστος Σίκκης. Ο Χρήστος έχει κάνει πολλή δουλειά με τα κυπριακά και έγινε δάσκαλος. Έφυγε απ’ την Κύπρο για ν’ ακολουθήσει τη μουσική. Πάρα πολύ καλός τραγουδιστής, επίσης!

Κύριε Χατζηττοφή, δεν έχετε μιλήσει ποτέ σχεδόν δημόσια. Λέτε γι’ αυτό να σας περιβάλλει ένας χατζιδακικός μύθος, σαν τη Φλέρυ Νταντωνάκη ή και τη Βούλα Σαββίδη;

Εγώ δεν το ξέρω αυτό, ειλικρινά. Ούτε το έχω εισπράξει…Εγώ ήμουν παιδί τότε, δεν είχα σπουδάσει μουσική και έκανα ότι μου έλεγε ο Μάνος. Λέω την αλήθεια, να φανταστείτε ότι το «Χωρίον ο Πόθος» το έπαιζε στο πιάνο και μου το τραγουδούσε. Δυστυχώς κάπου παράπεσε η κασέτα αυτή και την έχασα…Ακουγόταν μέσα που μου’λεγε «Εδώ θα τραγουδάς έτσι κι εκεί έτσι»…

Σας εκτιμούσε πολύ ο Χατζιδάκις. Τον έχω ακούσει που έλεγε από το Τρίτο Πρόγραμμα πως οι καλύτεροι τραγουδιστές του τη δεκαετία του ’70 ήσασταν εσείς και η Φλέρυ Νταντωνάκη.

Ναι, πάρα πολύ, με συμπαθούσε και μ’ εκτιμούσε. Έδωσε κάποτε μια συνέντευξη στο ΡΙΚ, όταν είχε πάει στην Κύπρο και ο δημοσιογράφος τον ρώτησε: «Τι έγινε εκείνο το παιδί, ο Ευτύχιος;» «Αυτός ήταν σπουδαίο παιδί» απάντησε ο Χατζιδάκις, «παιδί που βγήκε από εκκλησία. Ο πατέρας του ήταν ψάλτης και ο μικρός Ευτύχιος πήγαινε στην εκκλησία και έψελνε». Αλήθεια ήταν, αφού του το’χα πει εγώ. Και γι’ αυτό εμένα ο Χατζιδάκις με έβαλε κι έκανα τέσσερις δίσκους μαζεμένους, το «Μεθυσμένο κορίτσι», τα τραγούδια του Τενίδη, της Ρίκας και το «Χωρίον ο Πόθος».

Αυτή είναι και ολόκληρη η δισκογραφία σας. Δεν κάνατε όμως μεγάλη καριέρα στο τραγούδι. Δεν το θέλατε; Δεν ήσασταν των δημοσίων σχέσεων;

Ακούστε, εγώ έδωσα εξετάσεις και μπήκα στην Εθνική Τράπεζα. Η γυναίκα μου, φιλόλογος, ήταν αδιόριστη τότε. Δούλεψα στην Τράπεζα του Γαλατσίου και σ’ αυτήν στην πλατεία Βικτωρίας για μια εξαετία συνολικά. Όταν η γυναίκα μου διορίστηκε στην Αργολίδα, έκανα κι εγώ τράμπα με μια κοπέλα που ήθελε να’ρθει στην Αθήνα. Μπήκα στην Εθνική Τράπεζα στο Κρανίδι και από τότε σταμάτησαν όλα. Δεν έκανα τίποτα άλλο.

Σταματήσατε δηλαδή τελείως το τραγούδι λόγω Εθνικής Τράπεζας. 

Όχι ακριβώς, γιατί εδώ όλη η τοπική κοινωνία γνωρίζει. Είχαμε μια καλή ορχήστρα και δώσαμε πολλές συναυλίες στα πέριξ, Κρανίδι, Ερμιόνη και αλλού. Μιλάω, βεβαίως, για εκείνα τα χρόνια. 

Με τον Χατζιδάκι κρατήσατε επαφές;

Του τηλεφωνούσα μόνο για να του ευχηθώ στη γιορτή του και τίποτα άλλο.

Δεν επιδιώξατε να τον συναντήσατε πάλι.

Όχι, δεν υπήρχε λόγος. Εγώ ερχόμουν σπάνια στην Αθήνα και πάλι ήμουν βιαστικός…Πέθανε και νέος ο Μάνος, ούτε 69 δεν ήταν. Όσο είμαι εγώ σήμερα…

Σας λύπησε ο θάνατος του;

Βεβαίως…Δεν πρόσεχε, όμως, ο Μάνος. Έτρωγε πολύ και κάπνιζε τρία – τέσσερα πακέτα τσιγάρα. Κρίμα που πέθανε ο άνθρωπος…

Δικαιολογούνται τα πάθη του Χατζιδάκι;

Όχι, γιατί να δικαιολογούνται; Δεν πρόσεχε και τον στερήθηκε όλη η Ελλάδα. Γιατί;

Θυμάστε κάτι ιδιαίτερο απ’ την ηχογράφηση του «Χωρίον ο Πόθος»;

Κάτι ιδιαίτερο, όχι. Περισσότερο στο στούντιο με οδηγούσε ο Βασίλης Τενίδης, που ήταν βοηθός του. Ο Μάνος απλά έλεγε κάθε φορά: «Πολύ ωγαίο» με το «ρο» το δικό του, δηλαδή έδειχνε ευχαριστημένος και συνεχίζαμε.

Με το χέρι στην καρδιά, μετανιώσατε που παρατήσατε τόσο νωρίς το τραγούδι;

Όχι. Δεν μετάνιωσα, γιατί έχω μια γυναίκα εξαιρετική που μου’κανε τρία παιδιά, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι. Έχω και τρία εγγόνια. Όχι τρία, δύο έχω…Μπερδεύτηκα…«Μπερδεύτηκα» δεν λέγεται και ένα τραγούδι μου από το «Χωρίον ο Πόθος»;

Πόσο μεγάλη τιμή είναι να σε αποκαλούν «ο τραγουδιστής του Μάνου Χατζιδάκι»;

Εγώ ξέρω πως όποτε ακούν τα τραγούδια μου, λένε «Αυτόν τον διάλεξε ο Χατζιδάκις» και δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή. Και στην Κύπρο, όμως, θυμάστε τον Λεωνίδα Μαλένη;

Φυσικά, αυτός που έγραψε το «Χρυσοπράσινο φύλλο» με τον Μίκη Θεοδωράκη.

Ακριβώς! Κάναμε μια εκπομπή με τον Λεωνίδα στο ΡΙΚ και παρουσιάσαμε το δίσκο «Ο Οδοιπόρος, ο Αλκιβιάδης και το μεθυσμένο κορίτσι». Το τραγούδι «Το μεθυσμένο κορίτσι» μπήκε στο ΤΟΠ20 και ήταν πρώτο για ένα χρόνο! Ήμουν ευχαριστημένος εγώ, ευχαριστήθηκαν και ο πατέρας μου κι η μάνα μου που με είδαν στην τηλεόραση. Γέροι άνθρωποι τώρα, καταλαβαίνετε…

Όταν ήσασταν στην Αθήνα, βλέπατε άλλα προγράμματα, γνωρίσατε καλλιτέχνες;

Ναι, τους πάντες είχα δει, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινα στα καμαρίνια και νά’λεγα «Είμαι ο Ευτύχιος Χατζηττοφής που τραγούδησε Χατζιδάκι». Ήμουν χαμηλών τόνων μια ζωή.

Τι είναι το τραγούδι για σας;

Το τραγούδι είναι ψυχή. Ακόμη τραγουδάω στα εγγόνια μου και στα παιδιά μου. Τραγουδάνε και τα παιδιά, αλλά όχι επαγγελματικά βέβαια. Πείτε μου τώρα τι κάνει ο Ηλίας Λιούγκος;

Καλά είναι, έβγαλε πρόσφατα κι έναν ωραίο δίσκο, αλλά ζορίζεται κι αυτός, όπως όλοι μας.

Είναι πολύ δύσκολα, τα ξέρω. Δεν μπορεί κανείς πια να ζήσει απ’ τη μουσική. 

Θα έχω φωτογραφίες σας γι’ αυτή τη συνέντευξη;

Μόνο αυτές που υπάρχουν στους δίσκους μου. Δεν πολυσυμπαθώ τις φωτογραφίσεις…Α, απ’ ότι θυμάμαι, υπάρχει και μία που είμαι μαζί με τον Τάσο Καρακατσάνη τον φίλο μου. Ευκαιρία να σας πω ότι έχω και μια φωτογραφία απ’ το στούντιο της ΕΡΤ, όταν έγραψα οχτώ τραγούδια σε ποίηση Καρυωτάκη, με συνθέτη τον Κυριάκο Σφέτσα. Τότε έγινε κι αυτό, μαζί μ’ όλα τα άλλα, το ’77 – ’78. Την έχω αυτή τη φωτογραφία, τη θυμάμαι, είναι ασπρόμαυρη και φοράω ακουστικά, είμαι και νέος και ωραίος. 

Να που έμαθα στο τέλος και για άλλη σας ηχογράφηση. Κύριε Χατζηττοφή, σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη.

Εγώ σας ευχαριστώ. Μόνο σε έναν βαθύ γνώστη του Χατζιδάκι θα μιλούσα, αλλιώς δεν θα το έκανα.



Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

Σπύρος Σακκάς: «Η φωνή είναι παράγωγο του μυαλού, του σώματος και του νευρικού συστήματος» (Η συνέντευξη της ζωής του ερμηνευτή από το 2020)

Το ραντεβού μας κλείστηκε το μεσημέρι της 28ης Οκτωβρίου, ανήμερα της εθνικής επετείου, σε ένα καφέ της Πλάκας, λίγο παραπέρα απ’ το σπίτι του. Έβρεχε καταρρακτωδώς, μα η χαρά ήταν μεγάλη που θα συναντούσα τον Σπύρο Σακκά για να μου αφηγηθεί τη ζωή του όλη. Ανέκαθεν πίστευα ότι του «πηγαίνει» του Σακκά η Πλάκα ως μέρος διαμονής του. Είναι που έχει κάτι το αρχαιοελληνικό πάνω του, το σοβαρό σωκρατικό και το αστείο αριστοφανικό, σε ένα εκρηκτικό mix ειλικρίνειας και χιούμορ κάθε φορά, δίχως ίχνος σπουδαιοφάνειας. Του θύμισα πως ακριβώς 20 χρόνια πίσω, στις αρχές του 2001, τον είχα κινηματογραφήσει στα ίδια πλακιώτικα σοκάκια να μας δείχνει το σπίτι που έζησε για ένα φεγγάρι η αγαπημένη φίλη και συνάδελφός του, η Φλέρυ Νταντωνάκη. Ο Σπύρος Σακκάς είναι ένας εμβληματικός καλλιτέχνης της ελληνικής, μα και της διεθνούς μουσικής: Βαρύτονος τραγουδιστής, μοναδικός εκτελεστής των γερμανικών liede, αλλά και ερμηνευτής πρωτότυπων έργων που έγραψαν για τη φωνή του οι πιο πρωτοποριακοί συνθέτες σαν τον Γιάννη Χρήστου και τον Γιάννη Ξενάκη. Ταυτισμένος κατά κόρον, επίσης, με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, απ’ όταν ο μεγάλος συνθέτης εισήλθε στην περίοδο των πιο προσωπικών του αντιλήψεων περί ποιητικού τραγουδιού. Ο Σακκάς αποτελεί, παραδόξως ίσως, μία οικεία φιγούρα και των μικρών παιδιών, εφόσον η φωνή του σφράγισε τη θρυλική εκπομπή «Εδώ Λιλιπούπολη» του Τρίτου Προγράμματος: Τραγούδια που ακόμη αποτελούν μία δίοδο επικοινωνίας των παιδιών με την πιο σωστή έννοια της ψυχαγωγίας και της διάπλασης της προσωπικότητας τους. Στην ακόλουθη συνέντευξη του, μάλλον σπάνια εφόσον ο Σακκάς δεν δίνει συχνά συνεντεύξεις πλέον, παρελαύνουν όλα τα Ιερά Τέρατα που διαμόρφωσαν τον πολιτισμό στην Ελλάδα του 20ου αι. μέσα από το συνταξίδεμα τους μαζί του και τα σημαντικότατα έργα που άφησαν από κοινού.  

Κύριε Σακκά, σας συναντώ την 28η Οκτωβρίου στην Πλάκα και βρέχει καταρρακτωδώς. Έτσι όπως σας έχω τώρα απέναντι μου, παρατηρώ πως θα μπορούσατε να είσαστε γνήσιος απόγονος των αρχαίων Ελλήνων, είστε δηλαδή μία σωκρατική μορφή. Σας τό’χουν πει κι άλλοι;

(γελάει) Όχι. Ίσως κάποιοι μαθητές μου…Εγώ είμαι πάρα πολύ μπερδεμένος σε πάρα πολλά πράγματα. Πριν έρθω εδώ πέρα, ανέβασα τη σημαία στο σπίτι μου και μόλις το έκανα, έκατσα προσοχή λιγάκι και μετά την κατέβασα για να μη βρέχεται. Έτσι μου φάνηκε, είπα «Δεν κάνει να βρέχεται η σημαία»!

Πάντως, την ανάγκη να κάτσετε προσοχή στη σημαία τη νιώσατε.

Ναι, βέβαια! Άλλωστε, όπως λέει και η Νατάσσα Ζούκα, η γυναίκα μου, «το μόνο πράγμα που αξίζει να μένει όρθιο και αγέρωχο είναι η σημαία». Είναι παράξενο αυτό, όταν όλα τ’ άλλα καταρρέουν.

Το λέτε μ’ ένα αίσθημα εθνικοφροσύνης;

Καθόλου, μάλλον θα το έβγαζα τελείως απ’ έξω αυτό, γιατί έχουμε περάσει και από το μαρξισμό, καταλάβατε; Θίγεσαι κάπως κι εγώ έπρεπε να γίνω φίλος με τον Μάνο (σ.σ. τον Χατζιδάκι) για να μου φύγουν αυτά. Περιπλανήθηκα σ’ άλλα κομμάτια, σ’ αυτά που είναι ο άνθρωπος ανά τους αιώνες. 

Δηλαδή αν δεν γνωρίζατε τον Χατζιδάκι θα ήσασταν ένας αμετανόητος μαρξιστής;

Μαρξιστής είμαι ακόμα! Όχι εξαιρετικός κομμουνιστής, αλλά σίγουρα μαρξιστής και, όπως γνωρίζετε, ο μαρξισμός δεν είναι κάτι ξεπερασμένο.

Θεωρείτε ότι υπηρετήσατε τον μαρξισμό με την τέχνη σας, όντας καλλιτέχνης διεθνούς εμβέλειας;

Κατά καιρούς, ναι, αλλά νομίζω ότι είναι έτσι η ιδιοσυγκρασία μου. Είμαι πολύ ευαίσθητος, ρομαντικός – θα έλεγα – πράγματα δηλαδή που τα μάθαμε και δεν τα είδαμε απλά μέσα από τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Η χειρότερη περίοδος της Αθήνας ήταν μετά την απελευθέρωση μέχρι το ’55. Ήταν άθλιες οι συνθήκες! Οι άνθρωποι δεν είχαν δουλειά ή δούλευαν για ένα – δυο μεροκάματα το μήνα, ενόσω δούλευε το παρακράτος. Όλα αυτά παίξανε μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση μου και δεν ήταν μόνο ο Μάνος, που τον ανέφερα, αλλά και άλλοι άνθρωποι: Ο Γκάτσος, ο Κουν, ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Ελύτης ήταν μια συμμοριούλα ωραία που δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω. 

Ωραίο είναι να τους θυμάσαι όλους αυτούς σαν «συμμοριούλα».

Ισχύει. Όταν συναντούσα τον Ελύτη και τον Γκάτσο στα καφενεία και μετά συζητούσαμε τα «αποτελέσματα» με τον Μάνο στο σπίτι του, ήταν τεράστια ιστορία! Κάποτε, βέβαια, εγώ ζούσα έξω και πηγαινοερχόμουν για να τους βλέπω.

Είστε γέννημα θρέμμα Αθηναίος, σωστά;

Εδώ που είμαστε γεννήθηκα, στην Πλάκα. Με πήραν μετά, μωρό μηνών, που δεν το θυμάμαι φυσικά, και πήγαμε στην Κοδριγκτώνος, στο κέντρο. Είχα την τύχη να βραβευτώ σ’ ένα διαγωνισμό για τα πιο «όμορφα και υγιή νήπια» υπό την αιγίδα της Φρειδερίκης. Απ’ ότι μου λέγανε, πήγαινα εγώ, της σήκωνα το φουστάνι και κρυβόμουν από κάτω κι αυτή μ’ έβγαζε. 

Πολυμελής η οικογένεια σας;

Βέβαια. Τέσσερα παιδιά εμείς και ένα πέμπτο, εξώγαμο, που’χε η μάνα μου από μία σχέση της στα 16 της. Όταν γέννησε το παιδί αυτό, αναγκάστηκε να το στείλει στη γιαγιά της στους Φούρνους απέναντι απ’ την Ικαρία. Εκεί μεγάλωσε ο Τάσος και τον βλέπαμε όποτε ερχόταν εδώ. Μετά πήγε στη Γερμανία, έκανε εκεί οικογένεια κλπ. Δεν ζει πια…Και η μικρή μου αδερφή, η Χρυσούλα, πέθανε πριν εφτά χρόνια από’να καρκίνο στα πνευμόνια. Μείναμε τρεις τώρα, η αδερφή μου η Μαριέτα, ο Νικόλας που’ναι τρία χρόνια μικρότερος μου, κι εγώ. Τώρα τι να σας πω, εάν έχει και πουθενά αλλού κάνα άλλο παιδί ο πατέρας μου κι εμφανιστεί ξαφνικά, αυτό δεν το ξέρω. 

Λέτε να ανακαλύψετε κι άλλα αδέρφια στην ηλικία που φτάσατε;

Μα, έχει συμβεί: Όταν ήμουν μικρός, 18 – 19 ετών, μόλις είχα αρχίσει να τραγουδάω και κάποιοι άνθρωποι απ’ τη Θήβα ήρθαν και μας βρήκαν οικογενειακώς! Η μάνα, δυο – τρεις κόρες κλπ. που διατείνονταν ότι είμαι αδερφός τους και ότι ο πατέρας μου απλά με είχε βρει σαν μωρό και με πήραν! Έγινε μεγάλη φασαρία, ήρθε ο πατέρας μου και άρχισε να τους ρίχνει χριστοπαναγίες! Θύμωσε, έβριζε, ε κι αυτοί φύγανε τρέχοντας! 

Μάλιστα. Δεν θα ήταν ιδιαίτερα φιλότεχνο το οικογενειακό περιβάλλον σας.

Καθόλου. Να σας πω τι σκέφτομαι; Στα δύο χρόνια που μείναμε στην Κυψέλη και μεγάλωσα εκεί, πήγα στο Ναυτικό. Στα 19 μου ερωτεύθηκα τη Μαίρη, την πρώτη μου γυναίκα και παντρευτήκαμε. Εξαιρετικό κοπέλι ήταν αυτή και από εξαιρετική οικογένεια. Έτσι ειν’ αυτά, το τσιγάρο και το γάμο τα κάνεις μικρός για να τα ξεπεράσεις μετά. 

Λογικό τότε να σας ρωτήσω ποια ήταν τα ερεθίσματα σας για ν’ ασχοληθείτε με το χώρο της τέχνης.

Από μικρός, απ’ το δημοτικό, είχα μεγάλη έφεση στην ποίηση και τη λογοτεχνία. Έγραφα ωραίες εκθέσεις και όταν μου χάρισαν μία κιθάρα, άρχισα να κολλάω με τους τραγουδιστές της Κυψέλης.

Πλανόδιους εννοείτε;

Όχι ακριβώς. Κάθε γειτονιά τότε είχε τη δική της χορωδία με τραγουδιστές. Μαζεύονταν σε διάφορα μέρη και κάνανε καντάδες, σερενάτες. Μεταξύ Άνω και Κάτω Κυψέλης υπήρχε μια τέτοια ομάδα παιδιών, μεγαλύτερων μου, που μαζευόμασταν και τραγουδούσαμε. Εγώ θα’μουν εφτά – οχτώ χρονών, ενώ αυτοί εικοσάρηδες.

Και τραγουδούσατε τα ελαφρά της εποχής, Αττίκ, Χαιρόπουλο, αυτά;

Καντάδες και τέτοια, ναι. Εγώ με τον Αττίκ μεγάλωσα! Αυτό ήταν το πρώτο έναυσμα, αλλά λίγο αργότερα επίσης, μόλις είχα πιάσει την κιθάρα, είχα αρρωστήσει με αδενοπάθεια. Μια νύχτα είδα στον ύπνο μου ότι έπαιζα βιολί και ξύπνησα κλαίγοντας, είχα κατασυγκινηθεί. Ο πατέρας μου προφανώς με είδε που έκλαιγα και με ρώτησε τι έχω…«Μπορείς να μου πάρεις ένα βιολί;»…«Παιδί μου, εδώ δεν έχουμε να φάμε, που να σου βρούμε βιολί;»…Το είπε, όμως, σ’ ένα φίλο του ελαιοχρωματιστή και αυτός του έδωσε μία σπασμένη κιθάρα να μου χαρίσει, που της έλειπε όλο το καπάκι. Μου την έδωσε την κιθάρα ο πατέρας μου και μου ζήτησε συγγνώμη που δε μπορούσε να μου χαρίσει μία σε καλύτερη κατάσταση.

Να που μπορεί να μην ήταν φιλότεχνος ο μπαμπάς, αλλά εκτίμησε την ροπή σας προς τη μουσική.

Ακριβώς. Θυμάμαι τον ίδιο του το φίλο, τον Μήτσο, να μου δίνει την κιθάρα και να μου λέει: «Σπύρο μου, αυτήν έχω, τη θες ή να την πετάξουμε;»…«Άσ’ την» είπα και έκοψα εφημερίδες, που τις κόλλησα με αλευρόκολλα γύρω- γύρω απ’ το σώμα της κιθάρας. Η μάνα μου της έφτιαξε κι ένα ντύμα κι εγώ την κούρδιζα λίγο χαμηλά, γιατί φοβόμουν μην ξεκολλήσει ολόκληρη. Έτσι, άρχισα να παίζω διάφορα.

Ο Χατζιδάκις δεν υπήρχε στη ζωή σας τότε; Μες το σπίτι εννοώ.

Όχι, τίποτα, καθόλου.

Ούτε τα ρεμπέτικα;

Τα ρεμπέτικα ήταν αποκρουστικά πράγματα και απαγορευόντουσαν απ’ το ραδιόφωνο. Άσε που μόνο η κυρα – Λουκία, δίπλα μας, είχε ραδιόφωνο και πήγαινα εκεί κι άκουγα. Θυμάμαι εκείνον τον ωραίο που τραγούδαγε τον «Αγωγιάτη», δεν ξέρω αν τον είχατε ακούσει ποτέ.

Τον Τίτο Ξηρέλλη λέτε.

Αυτόν, μπράβο! Πολύ γνωστός και διάσημος βαρύτονος! Τραγούδαγε στις όπερες της Ευρώπης κι είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω. Έμενε στους Θρακομακεδόνες, «Έλα να με δεις, Σπυράκη» μου είπε από τηλεφώνου κι όταν πήγα, συγκινήθηκε. Στην Κυψέλη, λοιπόν, πρωτοτραγούδησα καντάδες κι αυτά τα ωραία πράγματα που έγραφαν οι Αθηναίοι. 

Ο Χατζιδάκις, βέβαια, τα σνόμπαρε αυτά, τα θεωρούσε τραγούδια της μικροαστικής Αθήνας.

Ναι, μόνο που τον Χατζιδάκι δεν τον ξέραμε ακόμη τότε. Βέβαια, αλήθεια ήταν αυτό που έλεγε, αλλά τι να κάνουμε; Τα τραγούδια αυτά είναι ιστορικά μνημεία κι έτσι πήγαμε απ’ τη μία πτέρυγα στην άλλη και παραπέρα. Και τα ρεμπέτικα, που κάπως αποκαταστάθηκαν με την ομιλία του Μάνου στο Θέατρο Τέχνης, έπαιξαν τελικά μεγάλο ρόλο στην αστική ζωή των Αθηναίων.

Σήμερα αναγνωρίζετε την αξία του ρεμπέτικου;

Τα παλιά και όχι όλα. Μ’ αρέσει το συναίσθημα που αποκομίζω. Μετά τον πόλεμο, άλλωστε, γράφτηκαν πολλά λαϊκά ψευτορεμπέτικα. Εμένα, ας πούμε, δεν μου αρέσει κανένα τραγούδι του Ζαμπέτα, του φίλου του Μάνου. Κανένα! Ούτε του Χιώτη, που υποτίθεται ότι ανήκε στους εξευρωπαϊσμένους. 

Θα τα λέγατε φτηνά ή άμουσα τα τραγούδια του Ζαμπέτα και του Χιώτη;

Θα τα έλεγα άχρηστα! Με απασχολεί πολύ, ξέρετε, το ωφέλιμο και το μη ωφέλιμο στη ζωή του ανθρώπου. 

Και είναι μη ωφέλιμο να συγκινείται ένας ολόκληρος λαός με τη φωνή της Μοσχολιού σ’ ένα τραγούδι του Ζαμπέτα;

Όλοι οι λαοί του κόσμου ήταν, είναι και θα είναι πάντα ανασφαλείς! Ο δικός μας λαός δεν είναι εξελιγμένος, έχουν φροντίσει να τον εντοιχίσουν στο 1821. Τον έχουν φοβίσει κι εδώ κάνω μία παρένθεση: Με μεγάλη καθαρότητα έχω να παρατηρήσω ότι ο τόπος, η γη – όχι οι Έλληνες – το Αιγαίο, τα νησιά μας, τα βουνά μας, είναι από τον Αλέξανδρο, από τον 3ο – 4ο π.χ. αιώνα, ένας τόπος ακυβέρνητος! Ο Αλέξανδρος μάζεψε στρατό, έκανε κράτος την Ελλάδα με μία έννοια, ήτανε και νέος, ήτανε και γοητευτικός, φόρτωσε τις πλάτες του με κασόνες πολιτισμού της Αθήνας, της αρχαίας Ελλάδας. Το κακό είναι ότι ο Αλέξανδρος έφυγε μ’ ενθουσιασμό από δω και χρησιμοποίησε τον πολιτισμό. Ήταν άθλιος, αλλά όχι και τόσο πολύ. Εκπαιδεύτηκε απ’ τους μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους, απ’ τον Αριστοτέλη κ.α., που τον κάνανε σοφό. Πήγαινε από δω κι από κει, ξόδευε τον πολιτισμό κι έφτασε στις Ινδίες, στην Αφρική…

Σφάζοντας, η αλήθεια είναι.

Καλά, αυτό το δεχόμαστε, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσε να το κάνει. Πρέπει να υπάρχει μια δύναμη που να τη φοβάται ο άλλος και κάτι ωραίο για να το θαυμάζει. Ωραίος ήταν ο ίδιος, όπως και πανέμορφη η δράση του και πολύ συγκινητική. Το μεγαλύτερο λάθος του ήταν που ξεπούλησε τον πολιτισμό του σε άχρηστα μέρη. Έχουμε δηλαδή μία πηγή που αναβλύζει νερό εδώ και πετάγεται! Άμα την πάρεις αυτή την πηγή και τη μοιράσεις στον κόσμο, τίποτα δεν θα μείνει. 

Ακραία άποψη ειν’ αυτή.

Δεν πειράζει. Πρακτικά σκέφτομαι! Άμα την πηγή τη μοιράζεις απ’ τό’να σπίτι στο άλλο, θα στερέψει, θα τελειώσει.

Δηλαδή είστε κατά του μοιράσματος του πολιτισμού;

Απόλυτα! Ο πολιτισμός θα έπρεπε να μείνει εδώ για να άνθιζε μέχρι σήμερα. 

Δεν σκέφτεστε πως κι εσείς, όπως ο Χατζιδάκις, που κάνατε τέχνη στο εξωτερικό, μοιράσατε ελληνικό πολιτισμό;

Κοιτάξτε, εγώ είμαι χαρούμενος γιατί είχα την τύχη να μου γράψουν οι μεγαλύτεροι συνθέτες του εξωτερικού, τους οποίους αποδέχτηκε ο Μάνος. Ποτέ δεν μου είπε «Μη, μα» κλπ. Ήτανε κάτι σαν επακόλουθο της εθνικής συνείδησης μου: Ο Βάγκνερ, ας πούμε, πίστευε στην Ελλάδα πολύ, το ίδιο και ο Νίτσε ή ο Σοπενχάουερ. Ήταν καθηγητές αρχαίων ελληνικών όλοι αυτοί και κατά συνέπεια εγώ δεν θεωρώ γερμανικό αυτό που έκανε ο Βάγκνερ στη μουσική. Επειδή συνέβη στη Γερμανία είναι γερμανικό, αλλά στην πραγματικότητα ανάλογα πράγματα είναι εκπορευόμενα απ’ την αρχαιοελληνική ποίηση και φιλοσοφία.

Γνωστό, επίσης, πως οι τεύτονες φιλόσοφοι είχαν μία τάση χαμηλής αυτοεκτίμησης έναντι των Ελλήνων.

Έτσι είναι. Το είδα, ζώντας στην Αυστρία και τη Γερμανία, γιατί ένα κομμάτι αυτών παίρνει τον Χίτλερ και τον βάζει μέσα τους. Είναι επικίνδυνος ο εθνικισμός, μα απ’ την άλλη λέω: «Για στάσου! Αν δεν ήταν τόσο σοφοί, καθηγητές, ερευνητές και δεν αγαπούσαν πραγματικά την Ελλάδα, τότε τι θ’ απογίνονταν;» Ας είχαν και τον Χίτλερ, ας έγιναν φασίστες – που δεν έγιναν ποτέ φασίστες – μπορέσαμε όμως στην καρδιά του έργου του Βάγκνερ ή του Μότσαρτ να βρίσκουμε την Ελλάδα. Θέλω να ξαναπάμε, όμως, στον λαό και πως αγκαλιάζει ιστορικά τα διάφορα πράγματα: Ο κάθε λαός είναι ο μεγάλος πολιτισμός της κάθε χώρας. Είναι αυτός που φυλάει ως κόρη οφθαλμού οποιονδήποτε πολιτισμό έχει υπάρξει στον τόπο του από παλιά. Μόνο ο λαός το διατηρεί, γιατί η πρώτη του ανάγκη είναι η επιβίωση, δεν είναι το να κάνει έργα τέχνης. Παρατηρεί, έτσι, τι γίνεται όταν βρέχει, τη θάλασσα, τα παράγωγα της φύσης. Ο λαός δεν επιβίωσε ψαρεύοντας ή κυνηγώντας κατσίκια κι ελάφια. Βλέπει και παρατηρεί, όντας μέλος της φυσικής λειτουργίας, εξ ου και θα χαρακτήριζα τον κάθε λαό φυσικό φαινόμενο. Όταν ο Μάνος τότε μιλούσε για τον λαό ή για τα ρεμπέτικα, έβρισκε τρόπους να εισχωρήσει μες το λαό. 

Το ίδιο και ο Γκάτσος, πιστεύω. 

Αυτός παραπάνω ίσως! Κάποτε έδωσα του Γκάτσου μια μεγάλη ηχογράφηση που είχα κάνει στη Γαλλία σε μουσική του Γιώργου Κουρουπού που παραμένουμε στενοί φίλοι. «Άκουσε το αυτό» είπα του Γκάτσου και την άλλη βδομάδα που τον συνάντησα πάλι στου Φλόκα, μου σχολίασε ως εξής: «Σπύρο, να σου πω κάτι! Εσύ είσαι ένας λαϊκός επικός τραγουδιστής»…«Νίκο μου, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ» του απάντησα, αλλά ακόμη δεν είχα καταλάβει τι θα πει επικός τραγουδιστής. Ήμουν και μικρός, τριαντάρης, έτρεχα να προλάβω το τρένο, να με γνωρίσουν και να κάνω καριέρα. Το κατάλαβα αυτό αργότερα, εκεί που έλεγα «Ο Νίκος τώρα λέει μαλακίες, αφού εγώ είμαι ένας ασκημένος και γυμνασμένος τραγουδιστής. Τι σχέση έχω με τους λαϊκούς;» Πέρασε, λοιπόν, πολύς καιρός για να αντιληφθώ ότι με τη λέξη «λαϊκός» εννοούσε όλα όσα σας είπα εγώ πριν για την έννοια του λαού. Έλα, όμως, που ο λαός μια ζωή ταραγμένος ήτανε. Υπήρξε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, μετά το Βυζάντιο, που το θεωρώ πιο επικίνδυνο απ’ τους Ρωμαίους, και μετά ήρθε η τουρκοκρατία. Είναι φοβερό πως κρατήθηκαν όλα αυτά τα πολιτισμικά στοιχεία από την Ήπειρο ως την Κρήτη! Μιλάμε, επομένως, για έναν λαό που δεν ήταν καλλιεργημένος και δόξα τω Θεώ, διότι αν ήταν, θα γινόταν σαν τους αστούς στις πόλεις, σαν εμένα ή σαν εσένα. Ο λαός είναι σαν τα μωρά παιδιά, αθώος. Όλοι οι λαοί είναι αθώοι και φυλάνε σθεναρά τα πράγματα που μαθαίνουν. 

Ο Σπύρος Σακκάς στο Ηράκλειο της Κρήτης το 2009 (φωτογραφία: Μπόσκο)

Φύγατε νωρίς στο εξωτερικό, αμέσως μετά τις σπουδές στο Ωδείο Αθηνών. Γευθήκατε το ίδιο νωρίς την αποδοχή;

Νομίζω πως είχα κωλοφαρδία, βλέποντας τη μία συγκυρία μετά την άλλη που ήταν πάντα προς δικό μου όφελος. Χωρίς να καταβάλω ιδιαίτερες προσπάθειες κιόλας. Μεγάλη υπόθεση να’σαι ελεύθερος να μελετάς χωρίς να χάνεις το κέφι σου για μελέτη. Τη μεγαλύτερη μελέτη, βέβαια, τώρα την κάνω.

Γιατί έτσι;

Δεν ξέρω.

Υπάρχει πιο πολύς ελεύθερος χρόνος;

‘Οχι, όχι, άδραξα την ευκαιρία, φαίνεται. Τραγουδάω λίγα πλέον και αυτά που μπορώ.  

Σας απορρόφησε κάπου η διδασκαλία επίσης.

Μπήκα στο ακαδημαϊκό κομμάτι, στην εκπαίδευση, χωρίς να με ενδιέφερε και ούτε μ’ ενδιαφέρει. Τα τελευταία πενήντα χρόνια ασχολούμαι με την εξερεύνηση της φωνής κι αυτό είναι που μ’ ενδιαφέρει πιο πολύ απ’ όλα.

Ισχύει ότι με τον Xenakis δουλέψατε ιδιαιτέρως πάνω σ’ αυτό που λέτε;

Βέβαια, γίνανε πολλά πράγματα. Ο Μάνος είχε προηγηθεί του Xenakis. Υπήρξαν συνθέτες κολοσσοί που ακολουθήσαμε ο ένας τον άλλον στην εξερεύνηση της φωνής. Είδαν όλοι αυτοί ότι δεν ήμουν αμιγώς τραγουδιστής μόνο.

Σωστό, είστε και performer εσείς.

Performer, ναι, αυτή ειν’ η σωστή λέξη! Εμένα η καριέρα μου κινήθηκε στην όπερα, στη σύγχρονη μουσική, στο ποιοτικό – ποιητικό τραγούδι, σ’ όλα αυτά, που ήταν ένας μυστικός πομπός μέσα μου από πράγματα που έχω δει, αλλά δεν τα’χω ζήσει, άρα οφείλω να τα γνωρίσω. Ήμουν στο Ανόβερο όταν μου τηλεφώνησε ο Γιάννης Χρήστου: «Σπύρο, σου έγραψα το έργο που ήθελες»! «Μπράβο, ρε Γιάννη» του είπα κι αυτός μου πρότεινε να το παρουσιάσουμε στο Μόναχο με τον Ροδουσάκη, τον Θόδωρο Αντωνίου και τους άλλους Έλληνες μουσικούς. Στέλνει την παρτιτούρα, ήταν η πρώτη «Αναπαράσταση» για βαρύτονο, αλλά έριξα ένα βλέμμα στα χαρτιά και δεν είδα πουθενά βαρύτονο. Ούτε ηθοποιό, ούτε τραγουδιστή, ούτε τίποτα! Μου εξήγησε πως είναι ένα έργο που πρέπει να εμφανιστεί ο ψυχισμός από κάτω, η ψυχική κατάσταση ενός γεγονότος. Ήρθε, μου υπέδειξε τη σωματική κίνηση και θυμάμαι ότι ερχόταν στις πρόβες με τη Σία, τη γυναίκα του, και πέθαινε στα γέλια! Του έδινε η Σία ένα μαντίλι να σκουπίζει τα δάκρυα απ’ τα γέλια που έκανε. 

Θα του άρεσε η παρουσία σας.

Ξέρω κι εγώ τι έκανε…Γέλαγε, πάντως…Ήταν κι ένα έργο, αν προσέξετε, κυριολεκτικά μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Έγινε χαμός στο Μόναχο, το μισό θέατρο σφύριζε και τ’ άλλο μισό γιουχάιζε. Είχε προηγηθεί η πρόοδος μου προς την κατεύθυνση του σύγχρονου τραγουδιού μέσω της Ακαδημίας του Σάλζμπουργκ που σπούδασα. Πήγαινα και παρακολουθούσα την τάξη της διεύθυνσης ορχήστρας, αλλά και ανάλυσης που έκανε ο Όβερχοφ για όλα τα μεγάλα έργα της όπερας. Εκεί σπούδαζε επίσης σύνθεση ο φίλος μου ο Δημήτρης Αγραφιώτης, που του έχω μεγάλη αγάπη και εκτίμηση. Ένα έργο που είχε γράψει για τη φωνή μου ο Αγραφιώτης ήταν σε ποίηση Σεφέρη, αλλά στα γερμανικά. Δεν νομίζω να το δισκογραφήσαμε ποτέ, αν κι ήταν ένα πολύ συμπαθητικό έργο. Μετά άρχισαν να μου γράφουν κι άλλοι. Ήταν φυσικό να τρέχουν να βρίσκουν έργα πρωτοποριακά πέραν του Στραβίνσκι και του Μπέλα Μπάρτοκ. Έβλεπαν κιόλας ότι τα εκτελώ ως ηθοποιός, ως performer, πράγμα που τους άρεσε πολύ.

Το καταλαβαίνω. Η έννοια performer θα ήταν ασυνήθιστη για τη «βαριά» μουσική που υπηρετούσατε.

Έλα ντε! Έλαβα γνώση της πρωτοποριακής μουσικής προτού δουλέψω με τον Χρήστου. Μετά γνώρισα τον Θόδωρο Αντωνίου με μια συναυλία στο Μόναχο. Θαύμα ήτανε! Έτσι μελοποίησε μια σύνθεση του Ελύτη και μέχρι σήμερα μου έχει γράψει πάνω από είκοσι έργα, όπως και ο Κουρουπός. Αυτοί οι δύο, πιστεύω, πως αν δεν ήταν φίλοι αδερφικοί και δεν μ’ αγαπούσαν, μπορεί να μην είχα κάνει τίποτα ίσαμε τώρα. Μου λέγανε την άποψη τους, με συμβούλευαν, πάνω απ’ όλα ήταν φίλοι και μου γράφανε έργα! 

1970 ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Σπύρος Σακκάς σε πρόβες στο σπίτι του συνθέτη στη Νέα Υόρκη

Απ’ αυτούς φτάσατε και στον Μάνο Χατζιδάκι να υποθέσω;

Στον Χατζιδάκι έφτασα προτού να πάω έξω, στα 21 μου, όταν υπηρετούσα στο Ναυτικό. Ο Μάνος είχε ανεβάσει το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» που δεν πήγε καλά με τη Βουγιουκλάκη μελαχρινή (γέλια). Δύο τραγούδια είπα μες το έργο αυτό. Με έπιασε η πιανίστρια Έλλη Νικολαΐδου στο Ωδείο, φίλη του Μάνου που την αγαπούσε πολύ ο Μάνος, και μου είπε: «Ψάχνει ο Μάνος έναν τραγουδιστή να πει ένα – δυο τραγούδια στο νέο έργο που ετοιμάζει». «Άσε με, μωρέ Έλλη μου, τώρα» της απαντούσα. Δεν τον γούσταρα…

Τον ίδιο ή τη μουσική του;

Όταν είχα πάει στο Ωδείο μου, στα 16 – 17 μου, ο Μάνος είχε εμφανιστεί με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» κι εγώ αναρωτιόμουν «Καλά, αυτόν τον θεωρούν σπουδαίο;» Μου φαίνονταν παιδικά τα τραγούδια του, έτσι που ήμουν αγκαζαρισμένος με τον Σούμαν και τον Σούμπερτ. Θαύμαζα τις μετατροπίες όλων αυτών κι ο Μάνος έγραφε τραγουδάκια. Επίσης είχα ήδη παντρευτεί στα 19 μου, όπως σας είπα, και ένα άλλο με απωθούσε πάνω του: Δεν μου άρεσε καθόλου που ήταν ομοφυλόφιλος. Μα, είναι δυνατόν;

Γιατί έτσι;

Με απωθούσε αυτό…Ποιος ξέρει γιατί…Στην φτωχή κοινωνία που μεγάλωσα, όλα ήταν ενάντια σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Η κοινωνία σ’ έβαζε σε μια τέτοια λογική, έλα όμως που οι περισσότεροι και καλύτεροι φίλοι μου στη ζωή μου ήταν ομοφυλόφιλοι. Και, μάλιστα, ομοφυλόφιλοι, που ποτέ δεν μου τα «ρίξανε» για κάποιο λόγο, εξαιρουμένων δυο – τριών καταστάσεων στην Αμερική όταν ήμουν. Λαϊκά παιδιά ήμασταν, καμαρώναμε που ήμασταν άντρες και κουτουπώναμε καμιά κοπέλα, όλα αυτά με τα οποία μεγαλώσαμε.

Αυτά όλα τα είχατε πει ποτέ του Χατζιδάκι;

Αμέ, αμέ! «Να ξέρεις» του είπα μια μέρα, «αυτό κι αυτό»…«Αφού είσαι τγελός και δεν καταλαβαίνεις» μου απάντησε (γέλια). Γελούσε πολύ κι ο ίδιος. Τέλος πάντων, με προτροπή της Νικολαΐδου μαθαίνω το «Τραγούδι του Ρούφιου» για το έργο εκείνο του Χατζιδάκι και πάμε στο «Ρεξ». Έκανε πρόβα και μας ανέβασε πάνω στη σκηνή. Τραγούδησα, έρχεται στη σκηνή, κοντά μου, και μου λέει: «Έχετε» ή «Έχεις πολύ ωγαία φωνή, το ξέγεις;»…«Ευχαριστώ πολύ, κύριε Χατζιδάκι» απάντησα, αλλά πρόσεξα πόσο μέσα στα μάτια με κοίταζε. Αυτό ήταν, εκεί τελείωσε κάθε αμφιθυμία μου περί ομοφυλοφιλίας του! Ο Μάνος είχε τα ωραιότερα μάτια που μπορούσε να’χει κανείς, μ’ έναν ολόκληρο κόσμο μέσα τους, γι’ αυτό και σ’ όλη την υπόλοιπη κοινή μας πορεία πάντα στα μάτια τον κοίταζα. Ήταν ειλικρινής, τίποτα άλλο δεν ήθελε!

Έτσι όπως τα λέτε ωστόσο υπήρχε ένας διάχυτος ερωτισμός μεταξύ σας.

Ναι, ακριβώς, αλλά εκείνη τη στιγμή που με πρωτοκοίταξε, έκλεισε μέσα μου αυτό το θέμα του. Αισθάνθηκα ότι είναι ένας πολύ ωραίος άνθρωπος. Όταν λίγο αργότερα, κάναμε τους «Όρνιθες», ερχόταν κοντά μου στο στούντιο και με διηύθυνε σαν μαέστρος, πάλι μ’ αυτά τα σοβαρά μάτια του. Ήταν ο ξεκάθαρος έρωτας και των δυονών μας για τη μουσική. Τον αγάπησα πολύ αυτόν τον τύπο…Μια φορά που πήγαμε στο Ντόρτμουντ για ρεσιτάλ, καθόμασταν στο ξενοδοχείο και τα λέγαμε, όπου του κάνω: «Βρε Μάνο, καμιά φορά σκέφτομαι πως έχω μετανιώσει που δεν μου τά’ριξες». Και μου απαντάει: «Άσ’ τα αυτά τώρα, εσύ δεν καταλαβαίνεις, αφού είσαι γυναικάς» (γέλια). Με ήξερε, αλλά κι εγώ ένιωσα μια ζεστασιά και μια τρυφερότητα για να του το πω αυτό. 

Διατηρήσατε επαφές με τον Χατζιδάκι όταν έφυγε στην Αμερική το 1966;

Βρισκόμασταν μερικές φορές στο Παρίσι, όπου κι εγώ πήγαινα και τραγουδούσα. Μου έγραφε γράμματα, κάνα – δυο δηλαδή, στα οποία αναφερόταν στα έργα που ήθελε να κάνουμε. Το πρώτο ήταν η «Εποχή της Μελισσάνθης» με μένα και τη Φλέρυ Νταντωνάκη, όπως και η «Αμοργός» του Γκάτσου. Βέβαια, εγώ με τη Φλέρυ ήμασταν πολύ φίλοι κι είχα χαρεί απίστευτα τη μία φορά που τραγουδήσαμε μαζί στην Αμερική.

Μιλήστε μου λίγο γι’ αυτή τη συναυλία, μ’ ενδιαφέρει.

Ήταν μια σειρά ρεσιτάλ του Μάνου στο Σαν Φρανσίσκο. Ένα είχαμε κάνει με τη Φλέρυ, ένα μόνη της κι ένα εγώ με τον Μάνο μόνο, οι δυο μας.

Ονειρικό θα ήταν το Σαν Φρανσίσκο των χίπις του 1969 – 70.

Παρότι ήταν μεγαλύτερος μας, ο Μάνος ήταν πιο πολύ μέσα σ’ αυτό που λέτε. Του είχαν στήσει τότε διάφορες συναυλίες στο Ντιτρόιτ, στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη, όπου πηγαίναμε μαζί και είχαμε μεγάλη πλάκα. Μία φορά μόνο είχαμε μαζί μας τη Φλέρυ, γιατί ήταν η ίδια περίοδος που δούλευαν μαζί στο σπίτι του Μάνου τα «Λειτουργικά». Θυμάμαι ότι ήμουν στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ με τον Αντωνίου και πήγαμε να δούμε τον Μάνο, ο οποίος μας τραπέζωσε αμέσως μετά. Εκεί μας είπε «θα σας βάλω ν’ ακούσετε κάτι να μου πείτε πως σας φαίνεται» κι έβαλε τη Φλέρυ στα δοκιμαστικά απ’ τα «Λειτουργικά». Έμεινα άφωνος! «Μάνο μου, αυτή είναι πάρα πολύ μεγάλη τραγουδίστρια, θαύμα» του είπα! Το’χω ξαναπεί, η Φλέρυ για μένα είναι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια του περασμένου αιώνα! Έκανε με τη φωνή της ότι ήθελες! Τη ρώταγε ο Μάνος «Σε ποιο τόνο να παίξουμε το κομμάτι;» και του απαντούσε «Απ’ όπου θες, παίξτο». 

Η Κρίστη Στασινοπούλου έλεγε πως η ερμηνεία της Νταντωνάκη ήταν πάνω σ’ ένα νήμα σουρεαλισμού και χιούμορ.

Της λέει ο Μάνος μια μέρα «Βρε Φλέρυ, για κοίτα και πες μας τι κόσμο έχουμε». Είχε χτυπήσει και το τρίτο κουδούνι για να βγαίναμε στη σκηνή σε μία αίθουσα δύο χιλιάδων θέσεων. Μετά από λίγο του λέει η Φλέρυ: «Παρά 1.930 άτομα θα ήμασταν φίσκα»! «Πόσοι είναι δηλαδή από κάτω;» ρωτάει ο Μάνος. «Εβδομήντα» απαντάει ξανά η Φλέρυ (γέλια). Ύστερα από ένα – δυο χρόνια, πάντα στις ΗΠΑ, πήγα εγώ με τον Μάνο για συναυλία στο Ιλινόις. Αριστούργημα η συναυλία, τραγούδαγα εγώ τον «Σωκράτη» απ’ τους «Όρνιθες» κι είχε την παρτιτούρα για να τη βλέπει. «Τι τη θες την παρτιτούρα;» τον ρώταγα, «είτε έτσι το παίξεις, είτε αλλιώς, πάλι δικό σου θα’ναι το κομμάτι»…«Όχι, όχι, θέλω να το μαθαίνω σωστά» μου έλεγε. Γυρίζει, λοιπόν, σελίδα και πέφτει σε δύο σελίδες άλλου κομματιού. Δε βρίσκει τη συνέχεια και σταμάτησε να παίζει. Γυρίζω και τον κοιτάω, είχε ιδρώσει, αλλά συνέχισα να τραγουδάω α καπέλα. Μετά από ένα λεπτό, έπαιζε ότι του ερχόταν, μια νότα από δω και μια από κει. Είχε πάθει τρακ, γιατί χάθηκε. Ε, τελειώσαμε το τραγούδι και του’βαλα χέρι, «Μα δικά σου κομμάτια και να μην ξέρεις να τα παίζεις;» Μεγάλη πλάκα είχαμε! Την άλλη μέρα πήγαμε σ’ ένα μεγάλο θέατρο στο Ντιτρόιτ. Μας περνάει απ’ έξω με το αυτοκίνητο ο ιμπρεσάριος και μας λέει «Εδώ θα παίξετε το βράδυ». Κοιτάζουμε και βλέπουμε στην είσοδο με τεράστια κόκκινα γράμματα: «Tonight Manos Hadjidakis concert». Κι από κάτω: «Never on Sunday»! Τίποτα άλλο! Του λέω: «Μάνο, το βλέπεις αυτό;»…«Ναι» μου κάνει, «είναι βλάκας! Βλάκας»! Ήταν έξω φρενών! Την επόμενη μέρα του λέω «Να ξέρεις δεν ήταν σωστό αυτό που έκανε ο τύπος ή που έκανες εσύ ο ίδιος για να μη φανεί τ’ όνομα μου». Τον δούλευα στάνταρ, του έκανα πλάκες: «Θα το πληρώσεις πολύ ακριβά»! Πάμε για τη δεύτερη παράσταση μας το επόμενο βράδυ και βγαίνω πρώτα εγώ στη σκηνή. Σταματώ και τον περιμένω, βλέποντας από κάτω καμιά πενηνταριά άτομα το πολύ. Έρχεται κι ο Μάνος, κοντοστέκεται και μου κάνει: «Πάμε, γενική πρόβα» (γέλια). Παίξαμε ωραία παρόλα αυτά, την επόμενη όμως του’πα «Νάτα, δεν σ’ τά’λεγα; Όλα εδώ πληρώνονται»! «Ε, α να χαθείς» μου έλεγε αυτός…  

Ο Σπύρος Σακκάς τον Ιούλιο του 2009 στην Κρήτη μέσα στο λεωφορείο Ηράκλειο - Ανώγεια (φωτογραφία: Μπόσκο)

Μου κάνει εντύπωση πως, όντας πρωτοποριακός καλλιτέχνης, δεν ανακατευτήκατε με τη ροκ μουσική ειδικά τότε.

Όχι, δεν είχα σχέση, αφού δεν μου άρεσε οτιδήποτε ομαδοποιημένο και οι χίπις – αν εννοείτε αυτό – ήταν ομαδοποιημένοι. Με ενοχλούσαν και τα ναρκωτικά, με θεωρούσα καλό παιδί – τι καλό παιδί δηλαδή, σκατά, πολύ χειρότερος απ’ αυτούς ήμουν -, αλλά το όλο movement μ’ όλη αυτή τη συμπεριφορά, με ξένιζε, δεν μ’ άρεσε.

Αναφερόμουν στη μουσική πιο πολύ, στον Bob Dylan, στους Beatles, στη Joan Baez.

Τους άκουγα, αλλά δεν με συγκινούσαν. Μου άρεσε η φωνή της Baez, αλλά όχι του Dylan. Στον Dylan μ’ ενδιέφεραν αυτά που έλεγε. Μου πέρναγαν κι από μία ανάλυση μέσα μου. Σκέψου ότι ο Dylan βραβεύτηκε με το Νόμπελ για την ποίηση του και δεν πήγε να το πάρει! 

Πως νιώσατε με τη βράβευση αυτή του Dylan;

Πολύ όμορφα, χάρηκα! Βραβεύτηκε για κάτι άσχετο με τη μουσική του και να γιατί μου άρεσε: Οι στίχοι των τραγουδιών του ήταν ανέκαθεν κοινωνικοπολιτικοί. Αναλογιζόμουν πως είναι απίστευτα σημαντικό να βραβεύεται ο λόγος ενός καλλιτέχνη. 

Ο Μάνος, πάλι, ήταν πιο δεκτικός με τους αστέρες της ροκ μουσικής.

Ξέρετε πόση πολλή μουσική άκουγε ο Μάνος; Ήταν ασύλληπτο!

Και την ίδια στιγμή, απ’ ότι έχω ακούσει, ο Μίκης Θεοδωράκης απαγόρευε στους τραγουδιστές του να ακούν Chick Corea και Leonard Cohen. «Εμείς κάνουμε αγώνα» τους έλεγε, ενώ ο Χατζιδάκις έστελνε στον Κυπουργό και στα άλλα παιδιά στην Ελλάδα δίσκους των H. P. Lovecraft και των Moby Grape.

(γελάει) Ο Μάνος κατά 90% ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα. Αντικειμενικά. Υπήρχε κι ένα 10% με τα απόκρυφα του, αλλά τι να τα κάνεις αυτά, δεν έχουν καμιά σημασία. Έστελνε πράγματι ροκ δίσκους στους φίλους του, κυρίως στον Κυπουργό και στα πιο νέα παιδιά που κάνανε σύνθεση, για να τους δείξει την ελευθερία του πράγματος. Τους έδινε τροφή να καταλάβουν τι γίνεται έξω.

Κοίτα να δεις που ενώ δεν έχετε σχέση με το ροκ, μια χαρά υποδυθήκατε τον χίπη γκουρού στον «Εξόριστο στην κεντρική λεωφόρο» του Νίκου Ζερβού.

Δεν μου ήταν και πολύ κόντρα ρόλος! Δεν την έχω δει ποτέ ολόκληρη αυτήν την ταινία εκτός απ’ το κομμάτι το δικό μου. Έδιωχνα τον Φέρρη, θυμάμαι, τον έλεγα «Παλιομαλάκα, τρόμπα» (γελάει). Με τον Φέρρη είχαμε κάνει τα «Δυο φεγγάρια τον Αύγουστο» όπου είχε χρησιμοποιηθεί στους τίτλους κι ένα τραγούδι του Κυπουργού, το οποίο λίγο αργότερα μπήκε στη «Λιλιπούπολη». Εγώ του’χα μιλήσει του Φέρρη γι’ αυτό το κομμάτι, το «Αχ Παπουαλίλι». Από κει κι έπειτα, στην ταινία χρησιμοποίησε την 4η Συμφωνία του Μπετόβεν και πάρα πολλές φορές τον Βιβάλντι με τα μαντολίνα του. Τώρα έμαθα ότι άλλαξε τις μουσικές κι έγινε μαντάρα η ταινία. Η μουσική, όμως, του Μπετόβεν και του Βιβάλντι στην ταινία ήταν καταπληκτική!

Με τον Φέρρη γνωριζόσασταν από τη Γαλλία;

Όχι, δεν τον ήξερα εγώ προσωπικά τον Φέρρη. Μου τον γνώρισε η Μυρτώ Παράσχη, που είχαν ζευγαρώσει τότε, προτού αυτή πάρει τον Ζουράρι. Μαζευτήκαμε και τους είπα «Είστε σίγουροι;»…«Ναι, εσένα θέλουμε» μου λέγανε, «είσαι ο μόνος που ταιριάζει». Κι επειδή εγώ όλα τα έκανα για να διερευνώ τι είναι αυτό που θα μετασχηματίσει σε καλύτερο φθόγγο τη φωνή μου, το έκανα, έγινα και κανονικός ηθοποιός. Όπου και να πήγαινα, ότι και να έκανα, ακόμη και το σινεμά, τα έβλεπα σαν παρατήρηση και μελέτη της φωνής μου. Σε ότι αφορά την ταινία του Ζερβού, αυτός ήτανε συνέχεια κοντά μας, του’χε αρέσει πολύ η ταινία και στη Θεσσαλονίκη στο φεστιβάλ, θυμάμαι. Έγραψε το σενάριο, τον «Εξόριστο στην κεντρική λεωφόρο», για μένα! Εγώ το διάβασα και ξέρω ότι πολλές φορές το σενάριο καταστρατηγείται και μετατοπίζεται το κέντρο βάρους. Δεν τον ήξερα και καλά κιόλας για να πω ότι ο Ζερβός θα έκανε και μια καλή ταινία. Βασικά, όμως, το καλοκαίρι θα τραγουδούσα τον «Μαγεμένο αυλό» του Μότσαρτ στο Ηρώδειο κι ήμουν πολύ απασχολημένος. Του το’πα ότι έχω υποχρεώσεις και επέμενε πολύ. «Γιατί δεν το λες στον Κώστα, που’χει και μακριά μαλλιά κι αυτός και θα παίξει μια χαρά;» Έτσι έπαιξε ο Φέρρης κι έτσι γυρίστηκε η ταινία αυτή. Με παρακάλεσε, όμως, να πάω κι εγώ να εμφανιστώ έστω σε μία σκηνή με ατάκες που προέκυψαν αυτοσχεδιαστικά. 

Στη σκηνή που λέγαμε πριν και που σας αναδεικνύει τελικά σε μεγάλο κωμικό.

Τέτοια να μου δώσεις εμένα, θα ξεσαλώσω (γέλια). Πάντως, η ωραιότερη ταινία που θα είχα κάνει, εάν πρόσεχε το μοντάζ, θα ήταν η «Νίκη της Σαμοθράκης» του Αβδελιώδη. Του ξέφυγε στο μοντάζ όλη η ταινία, αφού καθοδηγούσε τον μοντέρ του κι έβγαλε τελικά μια ταινία χλιαρή με τόσο ωραίο σενάριο και πλάνα. 

Ο Αγγελόπουλος θα σας «πήγαινε» σαν σκηνοθέτης, πιστεύετε;

Με κάλεσε μια φορά να κάνω ένα – δύο πλάνα κάπου στην κρεαταγορά στην Αθηνάς. Πήγα, κάθισα κάνα δίωρο, δεν είχαν αρχίσει καν κι έφυγα. Μετά μου τηλεφώνησε: «Σπύρο, συγγνώμη, άλλαξα γνώμη και θα τη γυρίσουμε τελικά τη σκηνή κάπου στο Ζάππειο σ’ ένα μεγάλο καφέ». Ξαναπήγα, την κάναμε τη σκηνή – νομίζω ήταν για το «Ταξίδι στα Κύθηρα» με τον Κατράκη. Τελικά, όμως, δεν είμαι μες την ταινία, αφού την πέταξε τη σκηνή στο μοντάζ. 

Τσαντιστήκατε;

Όχι, καθόλου. Δεν μ’ απασχόλησε το θέμα, δεν είχα λόγους. Εγώ να πω την αλήθεια, σχεδόν σπάω πλάκα μ’ όλα τα πράγματα. 

Αυτό το’χω καταλάβει να σας πω κι εγώ την αλήθεια.

Ναι, αλλά ταυτόχρονα είμαι και πολύ σοβαρός, πεθαίνω για να γίνονται σωστά τα πράγματα. 

Τα μαλλιά τα είχατε αφήσει μακριά από νέος;

Α, τα μαλλιά είναι άλλη ιστορία και δεν μου το έχουν ρωτήσει ποτέ! Τον Ιανουάριο του 1970 βρισκόμουν στο Ανόβερο και τράβηξα για το σταθμό του τρένου. Ήταν Κυριακή και μόνο εκεί κυκλοφορούσαν οι ελληνικές εφημερίδες. Παίρνω τα «Νέα», κάθομαι στο αυτοκίνητο και διαβάζω «Σκοτώθηκε ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου». Κόντεψα να πάθω ανακοπή…Τρελάθηκα, άφησα τ’ αυτοκίνητο, πήγα σπίτι που με περίμενε η Μαίρη, η πρώτη γυναίκα μου, και άρπαξα ένα φτυάρι. Άρχισα να φτυαρίζω τα χιόνια επί ώρες…Τότε αποφάσισα πως δεν θα ξανακόψω τα μαλλιά μου, ούτε θα ξαναξυριστώ. Αποφάσισα επίσης να φοράω μόνο μαύρα, ούτε επίσημα ενδύματα, ούτε φράκα. Με το τελευταίο είχα ιδιαίτερα προβλήματα σε music halls και διάφορες ορχήστρες, όπως στο Σικάγο, θυμάμαι. Θέλανε φράκο ή σμόκιν τουλάχιστον. 

Κάνατε άλλη μία ανατρεπτική πράξη, έτσι;

Ναι, συμφωνώ, αλλά εγώ το έκανα στη μνήμη του φίλου μου, που «έφυγε». Μέχρι σήμερα είμαι έτσι. Υπόψιν, ούτε και μαύρα φόραγαν τότε.

Αν σας ρωτούσα να μου πείτε τις διαφορές μεταξύ του Χρήστου και του Xenakis, ποιες θα ήταν;

Θα είχατε δίκιο αν με ρωτούσατε, πολύ δίκιο, γιατί κρύβει ένα μυστικό η ερώτηση αυτή: Φαίνεται σαν να έχουν διαφορές αυτοί οι δύο, ενώ είναι ίδιοι απ’ άλλους δρόμους. Ο Χρήστου επίεζε τα πράγματα με δυνατό ψυχισμό εξ ου και η «Αναπαράσταση» του, πράγματα που δεν στα’βγαζε ο Βέρντι λόγου χάριν. Ο δε Xenakis προχωρά τα έργα του σε τέτοιο υψηλό σημείο δυσκολιών, που όταν τραγουδάς ένα έργο ή παίζει τα έργα του μία ορχήστρα, προσπαθείς να διασωθείς. Κοιτάς την παρτιτούρα με τεράστια αγωνία και κοιτάς να μην καταστραφείς λόγω των ακραίων ατμοσφαιρικών και ηχητικών καταστάσεων.

Καταστάσεις που, ωστόσο, εσάς σας «έφτιαχναν». 

Ε, βέβαια, ασυζητητί. Ακόμη δεν έχω βρει συνθέτη που να’κανε τέτοια πράγματα. Ήταν και ο Χρήστου, αλλά δεν άφησε τόσα πολλά έργα. Θυμάμαι πολλές φορές που ταξιδεύαμε με τον Xenakis και τρώγαμε παρέα, να με ρωτάει: «Πες μου γι’ αυτόν τον συνθέτη τον Χρήστου που κάνει πράγματα στην Ελλάδα». Κι εγώ του μιλούσα γι’ αυτόν. Πέθανε και ο Χρήστου πάνω στην πιο δημιουργική ηλικία του, πέθανε πολύ μετά και ο Xenakis – και οι δύο Γιάννηδες…Τον Χρήστου τον εκτιμούσε πολύ και ο Χατζιδάκις ως μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως. Δεν έγραφαν άλλοι πουθενά τέτοια μουσική που έμπλεκε τη φιλοσοφία, τους γιόγκι και τη μαγεία. Θα κάναμε πρεμιέρα την «Ορέστεια» στην Οζάκα της Ιαπωνίας, είχε γράψει όλο το σκεπτικό του κι ετοιμαζόταν να βάλει τις νότες του, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε. 

2009, Ανώγεια Κρήτης, ο Σπύρος Σακκάς τραγουδά Μάνο Χατζιδάκι (φωτογραφία: Μπόσκο)

Πάμε τώρα σ’ ένα άλλο: Παρατηρώ πως αν και υπηρετήσατε κατά κόρον τη σύγχρονη μουσική, δεν διστάσατε να συνεργαστείτε και με πιο νέα παιδιά του λεγόμενου «έντεχνου»: Τον Πέτρο Περάκη, τον Σταύρο Παπασταύρου, τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ που κάνατε το «Βλέποντας το θρίλερ» κ.α. Αφήνω εκτός για την ώρα τη θρυλική «Λιλιπούπολη». Να μην ξεχάσω και τη «Μια βραδιά με ένα τραγούδι» που κάνατε μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη. 

(γελάει) Α, το «Βλέποντας το θρίλερ» μ’ αρέσει και μένα πολύ! Και το διπλό άλμπουμ «Μια βραδιά μ’ ένα τραγούδι» ήταν εξαιρετική δουλειά που περιείχε από τραγούδια του Back και του Mahler μέχρι Χατζιδάκι και Σαββόπουλο. Πήγαινα και ξύπναγα τη Δήμητρα, θυμάμαι, για να κάνουμε πρόβες. Θεωρώ υπέροχη την ερμηνεία της στο «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα» του Τσιτσάνη μέσα στον δίσκο αυτό! Τώρα, σε ότι αφορά τα παιδικά, «Τα Μελωδόνια» του Πέτρου Περάκη και της Παυλίνας Παμπούδη βγήκαν από τον Σείριο του Μάνου και τα θεωρώ πολύ σπουδαίο έργο. Έλεγα, μάλιστα, ότι’ναι το ωραιότερο έργο που’χα δει τα τελευταία τριάντα χρόνια. Το έβαζα πάνω κι απ’ τη «Λιλιπούπολη»! Ο Περάκης ζει στην Κρήτη, έγραψε άλλο ένα έργο και είναι πια δάσκαλος μουσικής. 

Ξέρετε ότι με τη «Λιλιπούπολη», τα «Μελωδόνια» και το «Μίλα μου για μήλα» του Παπασταύρου, γίνατε ο αγαπημένος τραγουδιστής των μικρών παιδιών;

Βέβαια και το ξέρω. Ότι και να κάνω με τα παιδιά, είτε τραγουδάω, είτε παίζω μαζί τους, είτε κάτι τα ρωτάω, με απελευθερώνουν. Είμαι εκεί πέρα 101%! Όταν κάναμε τη «Λιλιπούπολη» στο Μέγαρο είχαν έρθει όλοι οι πολιτικοί, ακόμη κι ο πρόεδρος της Βουλής, με τα εγγόνια τους και χόρευαν. Υπάρχει ακόμη και η «Συνέλευση των ζώων», το παιδικό έργο που κάναμε με τον Κουρουπό. Καμιά φορά σκέφτομαι πως η ιδιαιτερότητα μου είναι να μπορώ ν’ αφήνω τα συναισθήματα μου να επηρεάζουν 100% την τεχνική μου. 

Ζητούσατε τη συμβουλή του Χατζιδάκι όταν τα πιο πολλά νέα παιδιά, που σας έδιναν τα έργα τους, ανήκαν στον κύκλο του;

Όχι, αλλά όταν γινόταν η «Λιλιπούπολη», εγώ βρισκόμουν στην Αμερική και ο Μάνος μου τηλεφώνησε: «Σπύρο, κάνουμε ένα παραπάνω βήμα για τα παιδιά του Τρίτου Προγράμματος. Είναι μερικοί ταλαντούχοι νέοι συνθέτες και κοίτα να τους βοηθήσεις». Ερχόμουν εγώ, αυτοί τα είχαν ήδη ηχογραφημένα τα play back και τραγουδούσα από κάτω. Γινόταν της πουτάνας το κάγκελο, τα άλλαζα όλα! Τ’ αγαπάω λοιπόν τα παιδικά τραγούδια, όπως και τα παιδιά, καθώς μου δίνουνε όλη την ελευθερία. 

Τα τραγουδάτε σήμερα στα εγγόνια σας τα τραγούδια αυτά;

Είναι πολύ μικρά ακόμα, αλλά τους βάζουμε κι ακούνε τα CD και μαθαίνουν. 

Το 2005 δισκογραφήθηκε η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου, το έργο ζωής του Μάνου Χατζιδάκι. Εσείς δεν είστε μέσα, όμως. Σας πείραξε αυτό; Με το χέρι στην καρδιά.

Βεβαίως και με πείραξε. Στενοχωρήθηκα. Πάνω στα σχέδια της «Αμοργού», ο Μάνος είχε σημειωμένα: «Αυτό το τραγούδι, Σπύρος Σακκάς. Αυτό, Φλέρυ Νταντωνάκη». Τ’ άλλο, ένας τενόρος ή ένας μπουζουξής, τα’χε όλα γραμμένα όπως και στην «Εποχή της Μελισσάνθης». Όταν ο Μάνος γύρισε στην Ελλάδα το ’72 ο Πατσιφάς της ΛΥΡΑ είχε οργανώσει μια βραδιά, μια συγκέντρωση προς τιμήν του. Πήγαμε εκεί με τη Νταντωνάκη και τραγουδήσαμε τα νέα τραγούδια του Μάνου. Εκεί βρέθηκε κι ο Φρέντυ Γερμανός που μας κάλεσε στην εκπομπή του και τραγουδήσαμε πάλι μαζί με τη Φλέρυ όλα αυτά τα τραγούδια. Ο Πατσιφάς τον επιδοτούσε με λεφτά τον Χατζιδάκι και υποτίθεται θα δισκογραφούσε τα νέα έργα του, φτιαγμένα στην Αμερική. Φτάνουμε στο ’79 – ’80 όταν θα γινόταν «Η Εποχή της Μελισσάνθης» και μου είπε ο Μάνος ότι ήθελε να βάλει μέσα τον «Βασιλάκη τον Λέκκα», ενώ τα δικά μου τραγούδια θα τα’λεγε η Μαρία Φαραντούρη. 

Πιθανώς η εταιρεία να ήθελε τη Φαραντούρη που τότε μεσουρανούσε πραγματικά. Ο δε Χατζιδάκις έλεγε πως πάνω απ’ τη Φαραντούρη δεν έβαζε καμία άλλη τραγουδίστρια στην Ελλάδα! 

Ισχύει απόλυτα και μου το’πε κι ο Μάνος. «Είναι κάποια πράγματα, Σπύρο μου, που με ξεπερνάνε» ήταν τα λόγια του. Εγώ πάλι θεωρούσα ότι’ναι καλό να’χει τη Φαραντούρη, εφόσον η Φλέρυ τότε είχε τα δικά της θέματα και δεν ήταν ιδιαιτέρως συνεργάσιμη. Ένα βράδυ που μείναμε μόνοι μας στον «Αυλό», του είπα: «Μάνο μου, μη σε βλέπω κάπως με τη ”Μελισσάνθη”. Κάντο όπως το ονειρεύεσαι και μη σκέφτεσαι τίποτα άλλο. Ούτε στο ελάχιστο μη σκεφτείς ότι στενοχωριέμαι. Το’χα υπολογίσει, αλλά δεν τρέχει και τίποτα, κάνουμε άλλα πράγματα εμείς». 

Δεν πειράζει, τραγουδήσατε στο Μουσικό Αύγουστο στο Ηράκλειο και σήμερα σώζεται η ηχογράφηση που θεωρείται συλλεκτική και ιστορικής σημασίας.

Βέβαια! Εκεί κάναμε και τα περίφημα «Πινδαρικά». Η συναυλία αυτή στο Μουσικό Αύγουστο του Ηρακλείου έμελλε να κλείσει μυστηριωδώς και ατυχώς όλο τον κύκλο του συγκεκριμένου φεστιβάλ, δηλαδή μετά δεν ξανάγινε. Σκοπεύω να το βγάλω σε CD το υλικό αυτό, το’πα και στον Γιώργο Χατζιδάκι, αλλά μετά δεν τον ξαναβρήκα. Άμα δεν γίνεται, θα κοιτάξω να το κάνω και μόνος μου. Τραγουδάω τον «Καπετάν – Μιχάλη», τον «Μεγάλο Ερωτικό», την «Αμοργό» και «Τα Πινδαρικά». 

Μην ξεχάσουμε και τα πέντε τραγούδια του έργου «Παίδες επί Κολωνώ», ένα υπέροχο έργο του Χατζιδάκι γραμμένο πάνω στη φωνή σας. 

Πολύ ωραία τραγούδια ήταν αυτά! Καμωμένα απλά σαν ρεμπέτικα και liede μαζί. Είναι κρίμα, πάντως, που δεν κυκλοφόρησε η «Αμοργός» με μένα και τον Μάνο στο πιάνο απ’ τον Μουσικό Αύγουστο, αλλά τότε – βλέπεις – γύριζαν τον άλλο δίσκο με τον Κυπουργό. Υποτίθεται ότι είχε αφήσει οδηγίες ο Χατζιδάκις. Τίποτα δεν είχε αφήσει ο Χατζιδάκις εκτός από κάποιες ιδέες γραπτές και κάποιες νότες! Του τα’πα του Κυπουργού δια ζώσης: «Πως είσαι σίγουρος ότι ο Μάνος θα τα’κανε έτσι; Δεν καταλαβαίνεις ότι θα’χε το inspiration της στιγμής να προσθέσει ή ν’ αφαιρέσει; Κι εσύ, Βρούτε;» Έτσι ακριβώς του είπα! 

Κοιτάξτε, ενδεχομένως να του έγινε ανάθεση του Κυπουργού γι’ αυτό το έργο. Σε μένα ο Γιώργος Χατζιδάκις είχε δηλώσει προ δεκαετίας και βάλε, κάτι που ακούστηκε σκληρό: Οι χατζιδακικοί ερμηνευτές, εξαιρουμένης της Φλέρυς Νταντωνάκη, που δεν ζει πια, έκλεισαν τον κύκλο τους.

Δικαίωμα του να το λέει και είναι αλήθεια. Εγώ δεν έχω τη λάμψη της φωνής μου, όπως πριν από 20 και 30 χρόνια, αλίμονο! Το θέμα απ’ ότι κατάλαβα είναι ότι του ίδιου δεν του πολυάρεσαν τελικά οι επιλογές του ίδιου του Μάνου. Δεν τις κατανοούσε ιδιαίτερα. Όταν τον βρήκα κάποια στιγμή για το θέμα, μου είπε το εξής: «Ο Κυπουργός απεφάνθη πως σε ένα σημείο, στον Μουσικό Αύγουστο, ο Μάνος έπαιζε λάθος». «Βρε, τι λες;» του απάντησα, «αν έπαιζε λάθος ο Μάνος, θα σου’λεγα εγώ να το βγάλουμε;» Τι ήταν το λάθος, νομίζετε; Ένα σημείο που ξεχνάει ο Μάνος τι έχει παίξει, γιατί το συγκεκριμένο σημείο στην «Αμοργό» το είχε ασυμπλήρωτο. Έπαιζε απλά κάτι άλλο μέχρι που το ξαναβρήκε. Και όμως αυτό στάθηκε, υποτίθεται, εμπόδιο για την κυκλοφορία του ανέκδοτου υλικού μας. Πάντως, προτίθεμαι να γράψω μία επιστολή στον Γιώργο Χατζιδάκι που θα λέει ότι θα προχωρήσω στην έκδοση της συναυλίας από τον Μουσικό Αύγουστο.

Ποια θεωρείτε μεγαλύτερη τύχη στη ζωή σας, κύριε Σακκά;

Όλα τα πρόσωπα που κατευόδωσαν την ύπαρξη μου. Μάνος, Γκάτσος, Ελύτης, Κουν, Βολανάκης, Φλέρυ, Xenakis, Χρήστου, όλοι οι φίλοι μου που ήδη προανέφερα. Υπάρχουν μέσα μου μέχρι σήμερα που κάνω το ερευνητικό μου πρόγραμμα για τη φωνή του ανθρώπου. Με κάνανε από το ΑΠΘ επίτιμο διδάκτορα πέρσι και πριν μερικούς μήνες απ’ αυτό, ήρθε και το βραβείο της Ακαδημίας. Ο λόγος ήταν η θέση μου στο τραγούδι μέσα απ’ τις πιο σύγχρονες μορφές τέχνης. Κάτι είναι όλα αυτά για μένα που έζησα 25 χρόνια στην Αμερική κι άλλα τόσα στην Ευρώπη, που εισέπραξα την αγάπη και τις ευχαριστίες των ακροατών. Ξέρετε, δεν χαίρει και μεγάλης εκτίμησης όλο αυτό το κομμάτι των αξιών που υπάρχει στην Ελλάδα. Ούτε εκεί, αλλά ούτε κι εδώ! Ποιος θα βρεθεί να πει: «Α, τον βράβευσε η Ακαδημία Αθηνών»;

Πάντα δεν συνέβαινε αυτό, όμως;

Ναι, πάντα. Στη Θεσσαλονίκη, όμως, από το millennium και για εννιά χρόνια πηγαινοερχόμουν, διδάσκοντας στο πανεπιστήμιο, χωρίς να ερευνώ τίποτα. Ήταν πολλά τα παιδιά, ομαδικά ωραία πράγματα. Αξιολογούμαστε και μόνοι μας, θέλω να πω, μέσα απ’ την αγάπη των άλλων ανθρώπων. 

Ευτυχής νιώθετε με τη ζωή που κάνατε;

Ναι, θα το έλεγα! Και λίγο παραπάνω βέβαια, δεν θα με χάλαγε (γέλια). Δεν κατόρθωσα, ας πούμε, να ηγηθώ στην όπερα, στα μεγάλα θέατρα. Ασχολήθηκα με πολλά πράγματα κι αυτό ήθελε μεγάλη προσήλωση. Κάθε φορά που έμπαινα μέσα στην όπερα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έλυνα κόμπους που υπήρχαν κι έδινα διαφορετικές εκτελέσεις. Πολύ μου άρεσε να απορυθμίζω τα πράγματα από την έμπνευση της στιγμής. Το κομμάτι, όμως, που μ’ ενθουσίασε πιο πολύ στη ζωή μου, ήταν το liede, τα γερμανικά τραγούδια, αφού τραγούδησα όλο τον Σούμαν, τον Σούμπερτ, τον Μπραμς, ότι μπορείτε να φανταστείτε. Η ζωή μου ήταν για μένα, το ότι η φωνή, συνοδεία ενός πιάνου μόνο, άρχισε να παρουσιάζει εσωτερικότητες σε κάθε λυρικό τραγούδι. 

Έχετε δύο παιδιά, έναν γιο και μια κόρη. Ο Κωνσταντίνος Σακκάς έγινε επίσης μουσικός και γράφει πολύ ωραία τραγούδια. Τα βλέπετε σαν τη φυσική σας συνέχεια τα παιδιά σας;

Ο Κωνσταντίνος και η Κατερινούλα μεγάλωσαν μαζί μας με τη Νατάσσα. Δεν είχα άλλα παιδιά με την πρώτη μου γυναίκα και αν συγχωρώ τον εαυτό μου που άφησα τη Μαίρη, οφειλόταν σε δύο πράγματα: Στο ότι ήμουν πολύ ερωτευμένος με τη Νατάσσα – κι εκείνη το ίδιο, πάρα πολύ – και στο ότι κάναμε παιδιά. Δεν θα έκανα διαφορετικά την κίνηση να φύγω απ’ τη Μαίρη, που ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος και από μία σπουδαία οικογένεια. Δεν έχω ενοχές, γιατί τα δύο πράγματα που σας είπα, είχαν μεγάλη σημασία τελικά στη ζωή μου: Τα παιδιά που ήρθαν, τα’χαμε από μικρά μαζί μας. Πήγαινα ταξίδια και τα έπαιρνα μαζί μου. Ο Κωνσταντίνος, όμως, ενώ έπαιζε πολύ καλό πιάνο απ’ το δημοτικό, δεν θέλει να παίζει για τον κόσμο. «Δεν πειράζει, παίζω για μας» μου έλεγε, έλα όμως που στα 15 – 16 του διοργάνωσε μόνος του φεστιβάλ για νέους. Ούτε ξέρω πως τα κατάφερε, βρήκε μόνος του λεφτά κλπ. Μια μέρα μου είπε: «Πήρα μια απόφαση, μπαμπά. Να τελειώσω το πανεπιστήμιο στην Αθήνα και θα σε παρακαλέσω να μου δίνεις δέκα ευρώ την ημέρα για να τα καταφέρω». Και τα κατάφερε μέσα σε δυόμισι χρόνια με βαθμούς υπέροχους! Χάρηκα που κράτησε το λόγο του. Ύστερα από ένα χρόνο ξανάρχεται και μου λέει: «Μπαμπά, έχουμε καθόλου λεφτά να φύγω για Βαρκελώνη να τελειώσω το μεταπτυχιακό μου πάνω στην οργάνωση και διεύθυνση φεστιβάλ;» Του έδωσα ότι είχα και δεν είχα, τα τελευταία μου λεφτά (γέλια). Πήγε, γύρισε, βρήκε και τη Μαρία, την κοπέλα που’ναι μαζί, έκαναν το παιδάκι τους και ξεκίνησαν τη δουλειά τους. Αγωνίζονται και προχωράνε με συνέπεια και ευαισθησία. Κάποια στιγμή έδωσε τραγούδια του στην Ελευθερία Αρβανιτάκη, στην οποία άρεσε το υλικό του και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος. «Κοίτα, καημένε μου» του είπα, «μην τραγουδήσω εγώ τελικά τα τραγούδια σου και τα ”σκοτώσω”, σ’ τα κάνω κάτι άλλο»! Και η Κατερίνα, όμως, είναι ένα σπάνιο πλάσμα. Έκανε δύο παιδιά με τον άντρα της και τα αγαπάνε, τα προσέχουν…Ίσως τελικά τα παιδιά και τα εγγόνια μου να’ναι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, κάτι που ο οποιοσδήποτε άλλος θα’λεγε στη θέση μου.  

Είστε πια 82 ετών…

Εγώ είμαι 85 τώρα.

Στο βιογραφικό σας στο διαδίκτυο αναφέρεται ως έτος γέννησης σας το 1938.

Όχι, είμαι γεννημένος το ’36, μπήκα στα 85. Δόξα τω θεώ που κρατιέμαι καλά ακόμα. Έβγαλα και τον προστάτη μου πρόσφατα, γιατί με ταλαιπωρούσε με σαχλαμάρες…

Βλέπετε ακόμα μακροπρόθεσμα;

Σκέφτομαι να κάνω κάτι πολύ σοβαρό για μένα: Όλες αυτές οι εμπειρίες και οι σκέψεις που κάνω να μετατεθούν σε νέα παιδιά. Έτσι, στα εργαστήρια που κάνω κι είναι 40 παιδιά περίπου, θα ήθελα να ελευθερωθεί το μυαλό και το σώμα τους ώστε να κάνουν ελεύθερο τραγούδι και ποιητικό θέατρο. Να μπορέσουν να βγουν απ’ τον χαρακτήρα που’ναι ο καθένας τους, αφού η φωνή είναι παράγωγο του μυαλού, του σώματος και του νευρικού – μυικού συστήματος. Ελπίζω να γίνει και αν έχω τη δυνατότητα, μέσα σε δύο ή τρία χρόνια το πολύ, θα ήθελα να ανεβάσω μία τραγωδία με μία σκηνοθεσία- να την πω- έτσι όπως τη γνώρισα από τον Κάρολο Κουν και τους μεγάλους δασκάλους μου. 

Τελειώσαμε, καθώς ξανάπιασε βροχή, καθόμαστε έξω και θα πουντιάσουμε. Πως σας φάνηκε που αφηγηθήκατε ολόκληρη τη ζωή σας;

Ου, χίλια βιβλία μπορώ να γράψω εγώ. Πολύ ωραία τα είπαμε, όμως, και να δω τι θα τα κάνετε όλα αυτά! Δεν μπορώ παρά να σας ευχαριστήσω θερμά γι’ αυτή την κουβέντα. 

2009, Ηράκλειο Κρήτης, Μπόσκο - Σπύρος Σακκάς (φωτογραφία: Γιώργος Μητρόπουλος)
* Η συνέντευξη με τον ερμηνευτή Σπύρο Σακκά πραγματοποιήθηκε σε καφέ της Πλάκας τον Νοέμβριο του 2020

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr