ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΦΛΕΡΥΣ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ, ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΤΕΠΕΣ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΤΗ FATA MORGANA, ΤΟΥΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΥΣ, ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ MAYA DEREN, ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ WOODSTOCK, ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ο Μήτσος Κασόλας είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες
λογοτέχνες, σεναριογράφους και δημοσιογράφους. Τα έργα του, «Η Άλλη Αμερική»
(1973) και ο «Πρίγκιπας» (1981) έχουν τιμηθεί με μεγάλα βραβεία, ενώ το
μυθιστόρημα του, «Αγγελίνα», όπως και ο «Πρίγκιπας», μεταφέρθηκαν στην
τηλεόραση. Ταυτισμένος με τον ποιητή Νίκο Καββαδία μέσα από μελέτες που
συγκέντρωσε σε δύο βιβλία (το 2004 και το 2009), ο Κασόλας επέστρεψε πρόσφατα
με ένα καινούργιο έργο μυθοπλασίας, το «Κατά Ιούδαν Ευαγγέλιο» (εκδόσεις ΚΨΜ),
στο οποίο αναδεικνύει την επαναστατική φύση της χριστιανικής αγάπης. Στα 89 του
χρόνια ο Κασόλας δηλώνει μαχητικά το παρόν του, φιλοσοφώντας ταυτόχρονα για το
επερχόμενο βιολογικό τέλος.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το εικοστό πρώτο βιβλίο σας, που
σημαίνει πως στα 89 σας χρόνια παραμένετε παραγωγικός και δραστήριος.
Άρχισα να γράφω απ’ τα 14 μου και μέχρι τα 28 μου έγραφα
μόνο ποιήματα. Κάποια στιγμή μου πρότειναν απ’ τον Κέδρο να δείξω τα ποιήματα
μου στον Γιάννη Ρίτσο. Πράγματι, ήταν μια καλή ιδέα παρόλη τη συστολή μου
μπροστά σ’ ένα τέτοιο μεγαθήριο. Ήμουν και 28 χρονών, για τη δεκαετία του 1950
μιλάμε. Τόλμησα να συναντήσω τον Ρίτσο, που του είπα πως στην Ελλάδα οι
περισσότεροι γράφουν, αν και δεν διαβάζουν ποίηση. Του εξήγησα πως άμα δεν
αξίζουν, να μην ταλαιπωρώ κι εγώ τους αναγνώστες και τον εαυτό μου. «Θα τα
διαβάσω, κύριε Κασόλα» απάντησε ο Ρίτσος, «και θα σας πω τη γνώμη μου, όπως μου
τη ζητάτε, αλλά σε δύο μήνες από τώρα, γιατί έχω να ταξιδέψω στο εξωτερικό». Το
απόγευμα της ίδιας μέρας μου τηλεφωνεί η Νανά Καλλιανέση από τον Κέδρο, φίλη
όλων των αριστερών ποιητών.
Τη θυμάμαι την Καλλιανέση, κόντεψε ν’ αφήσει τα κόκαλα της
στις εξορίες.
Ακριβώς. Μια μέρα την έπιασε και της είπε ο Κώστας Βάρναλης:
«Νανά, όταν πεθάνω θα είσαι μπροστά από το φέρετρο μου, όχι από πίσω». Κι όταν
αυτή τον ρώτησε: «Γιατί, βρε γεροξεκούτη;», της απάντησε: «Για να βλέπω τα
ωραία σου τα πισινά».Τέλος πάντων, μετά
από το τηλεφώνημα της, πάω στη στοά Πανεπιστημίου 44 και Χαρ. Τρικούπη και
πέφτω πάνω στον Ρίτσο, Μου χαμογέλασε κι είπα πως πάει να μου χρυσώσει το χάπι.
Μου λέει: «Κύριε Κασόλα, τελικά θα σας απαντήσω τώρα. Παίρνοντας το τρόλεϊ να
γυρίσω στο σπίτι, έριξα μια ματιά στα ποιήματα σας. Όταν έφτασα, μου φώναξε η
γυναίκα μου να κάτσουμε στο τραπέζι, αλλά δεν γινόταν ν’ αφήσω στη μέση κάτι
που άρχισα. Να τα δημοσιεύσεις σαν μια δωρεά στη νεοελληνική ποίηση»!
Τι όμορφο!
Έτσι βγήκαν οι «Μικρές μαρτυρίες», η πρώτη ποιητική συλλογή
μου. Το άφησα το βιβλίο στο θυρωρείο της «Αυγής» για τον Μποστ. Την επόμενη
κιόλας μέρα, κάτω απ’ το χρονογράφημα του, είχε βάλει υστερόγραφο: «Προς τον Μήτσο Κασόλα. Είσαι ποιητής μέχρι το κόκαλο, σε
διάβασα όλη τη νύχτα και για να μ’ ευχαριστήσεις, πέρνα να γνωριστούμε». Γίναμε
φίλοι με τον Μποστ επί σειρά ετών κι έχω πολλές ιστορίες γι’ αυτόν.
Είχατε ένα καλό βάπτισμα στην ποίηση με Ρίτσο και Μποστ.
Κι αμέσως ο Τάσος Λειβαδίτης είπε το εξής: «Με το πρώτο του
ποιητικό βιβλίο, ο Κασόλας μπαίνει στη χωρία των ποιητών μας». Έμπνευση είχα
αντλήσει απ’ τη ζωή τη δική μου και των φίλων μου, Είμαι θαυμαστής αυτού του
κόσμου, ξέρετε, που θα τον χάσω σε λίγα χρόνια (χαμογελάει). Η ανάπτυξη των
επιφωνημάτων θαυμασμού γεννάει την ποίηση και τη ζωγραφική πόσω μάλλον όταν εγώ
ήμουν χωρικός από ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας. Εκεί κάτω από το όνομα
«Ανάληψη» που δόθηκε στο χωριό και με τόσα χωριά «Ανάληψη» που υπάρχουν, χάθηκε
η ιστορία του.
Πείτε μου επιγραμματικά την ιστορία της γενέτειρας σας.
Είχε ένα πύργο εκεί, που κάποτε ο Καραϊσκάκης οργάνωνε τις
επιδρομές του προς το Μεσολόγγι. Μετά ήταν ανταρτοχώρι και πέρασαν όλοι οι
αρχηγοί από κει, καθήμενοι στο παραγώνι του τζακιού. Με τέτοια βιώματα μεγάλωσα
εκεί ως τα 14 μου πριν έρθω στην Αθήνα το 1951. Ο πατέρας μου ήταν αριστερός
και εδιώκετο συνεχώς. Αποφάσισε να βρει ένα τσαγκαράδικο στην Αθήνα ως
τσαγκάρης που ήταν και σιγά – σιγά μας τράβαγε έναν – έναν εδώ. Ήμασταν οχτώ
άτομα, έξι παιδιά και οι γονείς. Απ’ τα οχτώ παιδιά ζούμε τα τρία σήμερα, εγώ
και οι δύο αδερφές μου.
Σαν μια εξορία δεν ήταν να αφήνεις το χωριό σου για την
Αθήνα;
Έχω ένα στίχο σχετικό στις «Μικρές
μαρτυρίες»: «Από μικρό με πήραν και μ’ έφεραν στους κάμπους και μαθημένος ως
ήμουν στις πέτρες να πατώ, βουλιάζω τώρα μες στους βάλτους της ασφάλτου».
Γνώρισα όμως τον Ρίτσο και βγήκε η συλλογή μου – ποιος αγόραζε τότε ποίηση; Κι
όμως, μπαίνανε άνθρωποι στα βιβλιοπωλεία και ζητούσαν τις «Μικρές μαρτυρίες».
Τρελάθηκα εγώ τότε! Μετά ακολούθησε η «Συγκομιδή» και το «Δελτίο καιρού» με το
ομότιτλο ποίημα, ένα απ’ τα πιο σκληρά ποιήματα που έχω γράψει. Κατά τον Πάνο
Γεραμάνη, ίσως ήταν το καλύτερο τραγούδι του αιώνα μας.
Βέβαια, το μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος και το
τραγούδησε η Μαρία Δημητριάδη.
Η Δημητριάδη μου έλεγε πως συγκινούνταν κάθε φορά που το
τραγουδούσε. Ο Μαρκόπουλος είχε μελοποιήσει και το «Παπαντόπ» με τον Παύλο
Σιδηρόπουλο. Μου είχε πει ο Μαρκόπουλος ότι τη βραδιά του Πολυτεχνείου, που
ήταν μέσα, έπαιζε το «Παπαντόπ» και δεν αναφέρεται πουθενά. Έπεφτε η πύλη από
το τανκ και ακουγόταν το «Παπαντόπ». Τώρα που μεγάλωσα πολύ και κάποιοι
καταγράφουν τα γεγονότα, καλό είναι να τα λέμε αυτά. Για το ίδιο τραγούδι, μου
τηλεφώνησε η Μελίνα Μερκούρη από τη Νέα Υόρκη. Το θέλανε για την ταινία
«Δοκιμή» που κάνανε με τον Ντασέν. Περιαυτολογώ τώρα, αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω
και πως πάει με τις συνεντεύξεις. Όταν φτάνεις βέβαια στα 90 σου, δεν ξέρεις τι
να πεις και τι ν’ αφήσεις.
Στιχουργός επαγγελματίας δεν σας ενδιέφερε να γίνετε ποτέ.
Όχι. Η ποίηση δεν είναι μέρος του όλου, είναι το όλον. Έτσι
προέκυψε ο Όμηρος που γέννησε τα παιδιά του, τον Ευριπίδη, τον Αισχύλο και
όλους εμάς. Η ποίηση είναι σκληρό πράγμα, καμιά φορά αιμορραγείς γράφοντας
ποίηση. Εγώ πάλι δεν είμαι της γνώμης να κάνεις δυσνόητη την ποίηση σου,
μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Όχι, ένα κι ένα κάνουν δύο, θα προκύψει είτε
ποίηση, είτε μια μαλακία. Αργότερα ακολούθησαν το «Χρονικό», η «Άλλη Αμερική».
Στην Αμερική που βρεθήκατε κιόλας.
Ναι, βρέθηκα. Μεγάλη περιπέτεια. Αν δεν υπήρχε η Αλίκη
Βουγιουκλάκη να μεσολαβήσει, δεν θα έφευγα ποτέ. Δούλευα τρία χρόνια στη ΦΙΝΟΣ
ως β’ βοηθός του Ντίνου Δημόπουλου. Κάναμε τη «Δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά», την
«Αρχόντισσα και ο αλήτης» κ.α. Η Αλίκη που μ’ αγαπούσε πολύ με είδε μια μέρα
στενοχωρημένο στο στούντιο. Είχα περάσει πάλι από την Ασφάλεια που με φώναζαν
κάθε τρεις και λίγο. «Τι έχεις, ρε Μητσάκο;» με ρώτησε, παρόλο που δεν ήταν
αριστερή, αλλά ούτε και δεξιά του κερατά. Ήταν καλός άνθρωπος και αντικειμενική.
«Θα το τακτοποιήσουμε» μου είπε. Ίσως είμαι ο μόνος ποιητής στην Ελλάδα που τον
διάβασαν αστυνομικοί και, μάλιστα, ο αρχηγός της αστυνομίας. Ήθελα να φύγω απ’
την Ελλάδα γιατί έτσι και κάποιον τον τραβούσαν, έτρωγε ξύλο. Η
θεία της Αλίκης, που ήταν φίλη με τον αρχηγό της αστυνομίας, μεσολάβησε κι
έφυγα. Θέλω να σας πω ότι η συζήτηση που είχα μ’ αυτόν τον άνθρωπο, διήρκεσε
μιάμιση ώρα, γιατί ήθελε να δει για ποιον θα υπόγραφε ώστε να έβγαινε εκτός
Ελλάδας. Το ερώτημα του ήταν ένα: «Μορφωμένος άνθρωπος και γράφετε ωραία
ποίηση, γιατί είστε κομμουνιστής;» Απάντησα: «Ότι γράφω, είναι υπέρ της
πατρίδας». Την επόμενη που ξαναπέρασα από την αστυνομία, οδός Ομήρου, είδα στο
γραφείο του τον Εσταυρωμένο δακρυσμένο, το πουλί της χούντας και τα πορτραίτα του
Παπαδόπουλου και των βασιλέων. Δεν ξέρω πως μου ήρθε και είπα πως θα το πάρω το
διαβατήριο εξ αιτίας της εικόνας του Εσταυρωμένου. «Είμαι υποχρεωμένος να σας
ακούσω» μου έλεγε αυτός, «που έχασα τέσσερα μέλη της οικογένειας μου από τους
κομμουνιστοσυμμορίτες». Εκεί τον ρώτησα να μου πει για ποιο λόγο, όμως, έγινε
ακροδεξιός. «Κι εγώ πιστεύω στον Εσταυρωμένο» άρχισα να του λέω, «εξακολουθεί
όμως να είναι κρεμασμένος γιατί δεν υπάρχει αγάπη». Τα έχασε όταν του είπα πως
έγινα αριστερός γιατί άκουγα στο χωριό μου τις κραυγές των αριστερών από τα
βασανιστήρια. «Ήταν και ο πατέρας μου ανάμεσα σ’ αυτούς. Πως θέλετε, λοιπόν, να
μη γινόμουν κομμουνιστής; Ή θα πήγαινα με τη μεριά του ΕΛΑΣίτη πατέρα μου ή θα
χανόμουν» του έλεγα. Έπειτα άρχισα να του λέω απ’ έξω ολόκληρα εδάφια από την
Καινή Διαθήκη. Είμαι παραμυθάς καλός, βλέπετε.
Πράγματι, ωραία τα λέτε. Συνεχίστε.
Εν κατακλείδι,
βρεθήκαμε να μιλάμε για τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ που
παιζόταν από το Εθνικό. «Α, το ρομάντζο» μου είπε κι εγώ του απάντησα: «Κάνετε
λάθος, δεν είναι ρομάντζο. Είναι ολόκληρη η διχασμένη ανθρωπότητα, η πάλη για
την αγάπη απέναντι σ’ ένα σύστημα». Του απήγγειλα στίχους από το φινάλε του
έργου. Έφτασα στο σημείο να του πω πώς όταν τελειώσει η δικτατορία, τα παιδιά
θα διαβάζουν Κασόλα! Έτσι επιβεβαιώθηκα, αφού όταν ήρθε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ,
με βάλανε στα βιβλία της σχολικής μέσης εκπαίδευσης. Σκέψου δηλαδή, ακόμη και
αστυνομικοί με διάβαζαν εμένα.
Αυτή ήταν μία μεμονωμένη περίπτωση. Είχατε υποστεί κυνηγητό
από τη χούντα.
Πράγματι, ένα απ’ τα βιβλία που είχαν απαγορεύσει ήταν και
το δικό μου, το «Δελτίο καιρού», που είχε βγάλει ο Κουλουφάκος. Αυτός μου είχε πει πως έμπαινε η αστυνομία στα βιβλιοπωλεία
και μάζευε το βιβλίο. «Τρέξε να σώσεις όσα αντίτυπα μπορείς» με συμβούλεψε.
Γυρνούσα στα βιβλιοπωλεία και είτε αγόραζα το βιβλίο μου, είτε μου το έδιναν οι
άνθρωποι.
Πείτε μου όμως πως πήγατε τελικά στην Αμερική.
Αρχικά πάω στο Λονδίνο. Έβλεπαν οι αστυνομικοί του Λονδίνου
το διαβατήριο μου, όταν έφτασα στο αεροδρόμιο τους, και γελούσαν. Ήταν
διαβατήριο για ένα μήνα μόνο, για ένα ταξίδι αεροπορικώς. Υπήρχε ένας άλλος
αστυφύλακας ονόματι Πάνου που απασχολούνταν στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας. Αυτός γύρισε και μου είπε: «Τα κατάφερες, θα σου δοθεί
διαβατήριο, αλλά εγώ το ξέρω πως θα μας καταγγείλεις διεθνώς και δεν θα
ξαναγυρίσεις στην Ελλάδα». Εγώ του απαντούσα: «Μα τι λέτε; Εργάζομαι βοηθός στη
ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ. Θα παρατήσω τη δουλειά μου για να μείνω έξω;» Του είχε μπει η ιδέα
ότι θα μιλούσα στο BBC κι εγώ σκεφτόμουν: «Ρε μαλάκα, θα σε κανονίσω τώρα. Μου
άνοιξες το δρόμο»! Φτάνω λοιπόν στο Λονδίνο, όπου
σπούδαζε η γυναίκα μου, η Αριάδνη…
Σας είχε κοστίσει πολύ ο θάνατος
της.
Είμαι δυστυχής. Την έχασα πριν από τέσσερα χρόνια. Μεγάλη
απώλεια. Έξυπνος άνθρωπος. Πληκτρολογούσε όλα μου τα βιβλία στον κομπιούτερ για
να τα αρχειοθετήσει. Ήταν 74 ετών. Την τσάκισε ο καρκίνος στους πνεύμονες. Στο
Λονδίνο τότε τη ρώτησα: «Που είναι εδώ η ελληνική πρεσβεία;» Συμπτωματικά, ήταν
κοντά μας. Της ζήτησα να με οδηγούσε εκεί την επόμενη
κιόλας μέρα. «Βρε Μήτσο, γλίτωσες από την Ελλάδα και θες τώρα να μπλεχτείς
εδώ;» μου έλεγε, όμως ήμουν αποφασισμένος. Πήγαμε μαζί στην πρεσβεία και ζήτησα
τον μορφωτικό ακόλουθο. Περνάω μέσα και χωρίς να πω κουβέντα, πετάω πάνω στο
γραφείο του το διαβατήριο της χούντας. «Μια χαρά διαβατήριο είναι» μου κάνει
αυτός. «Ωραία, αφού είναι μια χαρά διαβατήριο, λέω να το πάω κι από το BBC»
απάντησα. «Ε, καλά, μη φτάσουμε και ως εκεί. Παρεξήγησις!»… Έτσι κατάφερα να
μου βγάλουν πενταετές διαβατήριο, έχοντας βέβαια φάει μέσα σ’ ένα χρόνο στο Λονδίνο
όλες τις οικονομίες μου.
Σας άρεσε το Λονδίνο;
Ωραία πόλη! Καταλαβαίνεις ότι εκεί γεννήθηκε ο καπιταλισμός.
Δεν είναι αστεία πράγματα αυτά. Και οι πόλεις μετράνε! Το αντιλήφθηκα όταν το
αεροπλάνο πετούσε από πάνω λίγο πριν προσγειωθούμε. Το περπάτησα πολύ το
Λονδίνο. Ήταν κι η εποχή των Beatles τότε. Όταν ξεμείναμε από λεφτά, σκέφτηκα
έναν ξάδερφό μου που είχε μαγαζί εστίασης στο Νιού Τζέρσεϊ στην Αμερική. Αυτός με κάλεσε να δουλέψω εκεί για μερικά χρόνια μέχρι να
επαναπατριστώ. Είπαμε να πάμε, αλλά πως ξεπερνάς το γνωστό πρόβλημα με τα
διαβατήρια και τις ρετσέτες που σου έδιναν να υπογράψεις; «Καθίστε έξω και θα
σας φωνάξω» μας είπε ο υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο. Χωρίς
να το περιμένουμε, μας φωνάζουν: «Μήτσος Κασόλας – Αριάδνη Κυριακίδη να πάνε
στο τάδε γραφείο». Πάμε και βρίσκουμε έναν μαύρο γραφιά πίσω απ’ το γκισέ. «Θα
το πάρουμε το διαβατήριο» γυρίζω και λέω της γυναίκας μου και όταν με ρώτησε
από που το συμπέρανα, της απάντησα: «Κοίταξε, εμείς σαν φυλή κρατάμε για 10.000
χρόνια, ίσως και παραπάνω. Αυτοί είναι νέοι. Δεν πρέπει να νικήσει η ιστορία
μας;» Μας ρώτησαν αν έχουμε χρήματα. Καλά κρασιά…Στο
μεταξύ, είχα ζητήσει από τον Βότση και τον Κοροβέση να βάλουν ρεφενέ λεφτά στον
λογαριασμό μου για το ταξίδι. Συνηθιζόταν αυτό τότε, τα βάζανε σήμερα, τα
παίρνανε αύριο οι άνθρωποι. Έτσι δηλώσαμε συνάλλαγμα, απάντησα στις ερωτήσεις
του γραφιά, του έδειξα το δίπλωμα των κινηματογραφικών μου σπουδών και του
εξήγησα πως θέλω να πάω στο Χόλιγουντ. Εδώ να πω πώς όταν γυρίσαμε από την
Αμερική και πέρασα να δω τον Φιλοποίμενα Φίνο, που ήθελε να κάνει ταινία τον
«Πρίγκηπα», το μυθιστόρημα μου, με τον Βέγγο, γύρισε και μου είπε: «Βρε Κασόλα,
πριν κάνα δυο χρόνια, μου τηλεφώνησαν από την αμερικανική πρεσβεία και με
ρωτούσαν για σένα αν δουλεύεις εδώ. Κατάλαβα και τους είπα τα καλύτερα».
Επομένως, μέσω Αλίκης έφτασα στο Λονδίνο και μέσω Φίνου έφτασα στην Αμερική.
Ο Μ. Κασόλας σε καφέ της Χαλκίδας (φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης)
Πόσο μείνατε στην Αμερική τελικά;
Ένα χρόνο. Η Νέα Υόρκη είναι μια ζωντανή πόλη, που κανείς
δεν κοιμάται. Η πρωτεύουσα του καπιταλισμού. Νοικιάσαμε ένα σπίτι μιας Εβραίας
και κοντά μας ήταν ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε φαρμακευτικούς χάρτες. Ήμουν
παράνομος, αφού είχε λήξει η προθεσμία της εξάμηνης παραμονής, εκεί όμως είχαν
ανάγκη από έναν κουβαλητή. Υπήρξε κι ένας Έλληνας προϊστάμενος τμήματος που
ζήτησε να με γνωρίσει. Αυτός μου έδωσε τη δουλειά με
έναν όχι πολύ υψηλό μισθό.
Η Ελλάδα σας έλειπε;
Αν μου έλειπε; Ούτε μια μέρα δεν ήθελα να καθίσω έξω. Ο
τόπος μας είναι ευλογημένος, χθες βροχή και σήμερα ηλιοφάνεια. Επιστρέψαμε το
1971 και μπήκα στην αντιστασιακή ομάδα του Λέοντα Λοΐσιου. Τυπώναμε παράνομες
προκηρύξεις μέχρι που σε μια επιχείρηση της αστυνομίας ανακάλυψαν τον τηλέγραφο
και σκόρπισαν το υλικό. Έτσι συνελήφθησαν τα μέλη της ομάδας. Κρατούσα κάποιες
σημειώσεις απ’ τη ζωή μας στην Αμερική, που δεν της άρεσε καθόλου της γυναίκας
μου. Ζητούσα πληροφορίες κοινών βιωμάτων, που είχαν σβηστεί τελείως στο μυαλό
της. Έτσι προέκυψε η «Άλλη Αμερική», το πιο γνωστό μου βιβλίο. Ζήτησε να με
γνωρίσει ο Νίτσος και μου υπέδειξε ο Γιάννης Μαρκόπουλος να τον γνωρίσω κι εγώ.
Ρουμελιώτης κι αυτός, τα βρήκαμε. Μου ζήτησε κομμάτια από το βιβλίο προς
δημοσίευση. Φώναξε τον Λευτέρη Παπαδόπουλο στο γραφείο του: «Πάρε αυτά τα
κείμενα και κάνε επιμέλεια». Ο Παπαδόπουλος, λοιπόν, ονόμασε το βιβλίο μου «Η
Άλλη Αμερική», που του άρεσε και γίναμε φίλοι έκτοτε. Μιλήσαμε πριν ένα μήνα,
πάω καμιά φορά και τον βλέπω. Η «Άλλη Αμερική» δημοσιεύθηκε σε έντεκα ολοσέλιδα
στα ΝΕΑ και πρέπει να’χε διαβαστεί από τουλάχιστον 400.000 ανθρώπους.
Είστε και τυχερός άνθρωπος πέρα απ’ το όποιο ταλέντο.
Συμφωνείτε;
Αστειεύεστε; Πολύ τυχερός! Η γραφή η δικιά μου άρχισε απ’ τα
13 μου, όταν δώσαμε εξετάσεις περίπου 600 παιδιά για το Γυμνάσιο. Ήρθα πρώτος,
δηλαδή η μοίρα μου ήταν προγεγραμμένη κατά ένα τρόπο. Ας
πούμε προορισμός, όχι μοίρα…
Πότε ξεκινά η σχέση σας με τον ποιητή Νίκο Καββαδία;
Από ένα φίλο που ήταν στην Αμερική και είχε διαβάσει στην
ΑΥΓΗ τους «Επιθανάτιους λόγους». Ήμουν ο πρώτος που μίλησα στην ΑΥΓΗ για τον
Καββαδία και μετά προέκυψαν δημοσιεύσεις εφτά δοκιμίων. Από το 1975 που
δημοσιεύθηκαν τα άρθρα μου, λίγο καιρό μετά το θάνατο του ποιητή, ξεκίνησε η
Καββαδιομανία που εκτινάχθηκε με τις μελοποιήσεις του Μικρούτσικου.
Όταν το ΠΑΣΟΚ πήρε την εξουσία το ’81, είδατε να συμβαίνει η
πολυπόθητη Αλλαγή;
Δεν το πολυκαταλάβαινα τότε. Ο Ανδρέας ταρακούνησε λίγο την
Ελλάδα, την εκσυγχρόνισε ειδικά στα κοινωνικά φρονήματα που ήταν μέγας βραχνάς.
Κάλεσε κάποια στιγμή τους Έλληνες της Αμερικής σε ομιλία του, εποχή ΠΑΚ. Μας φάνηκαν ανεδαφικά αυτά που έλεγε. Οι άλλοι συνέρρεαν να
τον ακούσουν κι εμείς φεύγαμε. Είχε πολλές όψεις και που να ήξερα ότι ο
καθηγητής αυτός ήταν επιδέξιος και παμπόνηρος. Ποτέ δεν έγινα Παπανδρεϊκός,
αφού μια ζωή ήμουν στην Αριστερά κι εκεί παραμένω. Στο ΚΚΕ Εσωτερικού με
αρθρογραφία μου φανατική κατά του ΚΚΕ, για την οποία έχω μετανιώσει λίγο. Έχω
επιφύλαξη για τη στάση μου, αφού ΚΚΕ και αστική διακυβέρνηση ταυτίζονται. Και ο
Γενικός Γραμματέας τέκνο της αστικής διακυβέρνησης είναι, ένας ανώτερος
κρατικός υπάλληλος.
Ωστόσο, επί Μελίνας, εκτιμήθηκε πολύ το συγγραφικό σας έργο.
Η Μελίνα με βράβευσε για τον «Πρίγκηπα» με το πρώτο βραβείο
μυθιστορήματος. Ισχύει. Ευνοήθηκα από την Αλλαγή, αφού ήταν ώριμο τέκνο της
οργής του λαού που την εξέφρασε ο Παπανδρέου και όσες δυνάμεις της Αριστεράς
είχαν ανοιχτά τα μάτια τους. Η Αριστερά ήταν μην πεινώσα, μη διψώσα, μην
κυβερνώσα, μην αλλοιώσα! Τέλος πάντων, άσε, μη συνεχίσω άλλο…
Φιλίες είχατε κρατήσει μεγάλες και ισχυρές.
Οι περισσότεροι άνθρωποι φύγανε από τη ζωή…Ο Αγγελόπουλος, ο
Κούνδουρος, ο Μίκης…Τα’χει πει ο Σολωμός: «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».
Ότι και να λέμε, όταν αισθάνεσαι την απώλεια, ζωντανός τη ζεις! Εγώ δε φοβάμαι
θάνατο όσο φοβάμαι τους θανάτους των άλλων. Αυτοί που αγαπάς, φεύγουν, κι
αισθάνεσαι μια ματαιότητα, διότι ο χρόνος είναι άπειρος και μέσα στην
απεραντοσύνη του, εμείς μπορεί να εκπροσωπούμε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου.
Κι αυτό, όμως, το ένα χιλιοστό, έχει μεγάλη αξία. Αγαπούσα και τον Μιχάλη
Κατσαρό που δεν ξέρω αν τρελάθηκε, επειδή είδε την αλήθεια. Πρέπει να βρω την
κασέτα που είχε έρθει σπίτι μου και κατέγραψα τη συνομιλία μας. Ήταν στενός
φίλος του Μίκη και του Μαρκόπουλου.
Φτάνουμε στο τωρινό 21ο βιβλίο σας.
Το έγραψα πρόπερσι το καλοκαίρι στα 86 μου. Τριάντα χρόνια είχα στο μυαλό μου την ιδέα
του. Κάποια στιγμή γελούσα με τις ανατροπές που σκεφτόμουν, έλεγα «κάτσε γράφε
για να μην τα ξεχάσεις». Μέσα σε σαράντα μέρες το έγραψα στο χωριό μου απάνω
στα βουνά.
Γράφετε στο χέρι ή στον κομπιούτερ;
Δεν ξέρω ούτε γραφομηχανή, ούτε κομπιούτερ. Όλα στο χέρι και
μετά τα δακτυλογραφούσε η γυναίκα μου. Έχω τώρα ένα βιβλιοπωλείο στη γειτονιά
που τους πηγαίνω τα χειρόγραφα μου και μου τα «χτυπάνε». Ενώ είμαι έμπειρος γραφιάς, συχνά βιάζεται το
χέρι μου ή το μυαλό μου και είμαι ανορθόγραφος. Μπορείς να το φανταστείς;
Μπορεί να είστε δυσλεκτικός. Δεν σημαίνει ότι δεν έχετε
ευχέρεια λόγου.
Όχι, δεν είμαι…Τίποτα δεν αποκλείεται, βέβαια. Η ιδέα του
βιβλίου είναι η εξής: Μαζεύει ο Χριστός τους μαθητές για ένα δείπνο, μοιράζει
το ψωμί και το κρασί. Όταν λέει «Κάποιος από εσάς θα με προδώσει» και φτάνει
στον Ιούδα:
-Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;
-Εσύ, εσύ!
-Εγώ, ο αδερφός σου, θα σε προδώσω; Κάνεις λάθος! Δεν θα σε
προδώσω ποτέ.
-Κανόνισε την πορεία σου, Ιούδα!
-Εγώ δεν πιστεύω ότι πατέρας σου είναι ο Θεός! Σ’ έπαιξε ποτέ
στα χέρια του ο πατέρας σου;
-Ήταν από πάντα γραμμένο ότι θα με προδώσεις!
-Από πάντα; Με ρωτήσατε εμένα αν ήθελα να γεννηθώ για να γίνω
προδότης; Λάθος κάνεις! Δεν πρόκειται να σε προδώσω!
Στο τέλος ο Ιούδας τον προδίδει από αγάπη και όχι από
φιλαργυρία.
Γράφετε μονίμως κάτι;
Όχι πια. Μάζεψα μόνο όλα τα ποιήματα μου από το 1964 μέχρι
το 1976 που αφοσιώθηκα στην πεζογραφία. Παράλληλα, όμως, έγραφα όποιο ποίημα
μου «ερχόταν» και το τοποθετούσα σ’ ένα κουτί. Είδα ότι μερικά άντεχαν και τώρα
ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις ΚΨΜ.
Εισπράττετε δικαιώματα από τα έργα
σας;
Μεταξύ μας τώρα, δεν καταλαβαίνεις με τη σύγχρονη τεχνική
των πωλήσεων. Που να ξέρεις πόσα εξέδωσε ο εκδότης και πόσα πούλησε; Τελείωσε η
ιστορία που υπόγραφες ένα συμβόλαιο για χίλια αντίτυπα. Μέχρι πριν πέντε
χρόνια, υπόγραφα. Συνήθως, π.χ., το τιράζ στον Καστανιώτη ήταν δύο χιλιάδες
αντίτυπα. Τελείωναν και επανεκδίδονταν. Τα παιδιά του ΚΨΜ είναι καλοί άνθρωποι,
έχουν κάποιον που διεκπεραιώνει τα των πωλήσεων, αλλά που να ξέρουν κι αυτοί με
ακρίβεια τι γίνεται; Δεν ελπίζω σε τίποτα, για το βιβλίο για τον Καββαδία ότι
ήταν να κερδίσω, το κέρδισα μέχρι την έβδομη έκδοση που έκανε. Ίσχυαν τα
συμβόλαια ακόμη. Απ’ το μισθό μου ζω, δεν εισπράττω τρομερά δικαιώματα και
επειδή έχω ένα σπίτι δικό μου, μπορώ και τα φέρνω βόλτα.
Που μένετε, κύριε Κασόλα;
Στην Αγία Παρασκευή, αλλά έχω γυρίσει ένα σωρό γειτονιές.
Έμενα για χρόνια στην Καισαριανή, μετά στη Νέα Σμύρνη και τώρα εκεί που σας
είπα. Σε λίγα χρόνια θα μένω στην πιο μικρή κουκέτα της γης. Στον τάφο! Είμαι
μπερδεμένος με την καύση ή την ταφή. Ως χωρικός θέλω τα κλασικά, τις νεκρώσιμες
καμπάνες και όλα αυτά. Απ’ την άλλη, επειδή έχω παραμεγαλώσει κι έχω σκεφτεί,
σαν να μην έχουν αξία όλα αυτά. Πέθανες; Τελείωσαν όλα, είτε σε χώσουν στη γη,
είτε σε κάψουν. Έλα όμως που η ιστορία διδάσκει τον απαραίτητο ύστατο
χαιρετισμό στο νεκρό. Θέλει τάφο και στην Ελλάδα εν ονόματι των τάφων νίκησαν
οι Αθηναίοι στην αρχαιότητα. Στις κόρες μου, πάντως,
είπα: «Να κάνετε ότι δεν σας κάνει κόπο, εγώ ούτως ή άλλως τίποτα δεν θα
καταλαβαίνω». Μες στο μυαλό μου, να ξέρετε, έχω πεθάνει πολλές φορές. Και όχι
μόνο στο μυαλό μου. Ο ένας μου νεφρός κόντευε να σαπίσει από καρκίνο. Με
πρόλαβαν στο παρά πέντε και με βάλανε στο χειρουργείο. Είμαι μ’ ένα γερό νεφρό
και αυτό με ζει τώρα. Το άλλο ήταν μεταστατικός καρκίνος από τον πνεύμονα, που
με χτύπησε πριν από δεκαπέντε χρόνια. Μετά είχα καρκίνο στον προστάτη. Τον
αφαιρέσαμε και τώρα είμαι απροστάτευτος. Στα 89 μου δεν νομίζω να πεθάνω από
καρκίνο. Σκέφτομαι καμιά φορά: «Ολόκληρο σύμπαν, εσύ, γιατί με παίρνεις τώρα;
Άφησε με να πάω 200 ετών, κάνε και στους άλλους το ίδιο άμα θες»…
Είναι τα ζώα πιο ευτυχισμένα που δεν έχουν επίγνωση του
τέλους;
Οι ελέφαντες καταλαβαίνουν και έχουν δικό τους νεκροταφείο.
«Έχω το ωκεάνιο μέσα μου και περισσεύει τόπος» γράφω σ’ ένα ποίημα μου. Αναλύω
την απώλεια στην ουσία. Κι αν έχω μέσα μου τη γνώση του ωκεάνιου, ζήτημα είναι
αν έχω την γνώση του απέραντου χρόνου.
Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη
συνομιλία.
Εγώ σ’ ευχαριστώ. Αν τυπωθεί στην εφημερίδα, θα τη διαβάσω.
Από το ίντερνετ, δεν θα τα καταφέρω…
* Πρώτη δημοσίευση: Documento (ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης)
** Το βιβλίο «Το κατά Ιούδαν Ευαγγέλιο» του Μήτσου Κασόλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ
Η ερμηνεύτρια και τραγουδοποιός Μαίρη Δαλάκου έχει τη δική της μεγάλη
πορεία που ακόμα γράφεται στο βιβλίο με την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.
Από τη συνεργασία της με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο και τη θητεία της στις
νεοκυματικές μπουάτ της δεκαετίας του 1960 μέχρι τη συμμετοχή της στους
Δεύτερους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας και στην «Πορνογραφία» του Μάνου
Χατζιδάκι, είκοσι χρόνια αργότερα. Κι ακόμη, οι πιο ροκ αναζητήσεις της και η
στροφή της στον σύγχρονο ηλεκτρονικό ήχο, πάντα με μια διάθεση νεοτερισμού και
πειραματισμού, με τη συμβολή του μοναχογιού της, του Κωνσταντίνου Καμπάνη ή «Mr. Woofer».
Η αλήθεια είναι πως η Μαίρη Δαλάκου δεν έκανε ποτέ αυτό που λέμε μεγάλη
καριέρα. Τους λόγους τους εξηγεί η ίδια στην ακόλουθη συνέντευξη της, η οποία
διέπεται από μία αφοπλιστική ειλικρίνεια. Έχει ζήσει τόσα πολλά, όμως, και
άλλωστε ανέκαθεν την ενδιέφερε το «εδώ και τώρα», το να βιώνει τον παρόντα
χρόνο με όλες τις αισθήσεις της. Δεν είναι μικρό πράγμα να είσαι τραγουδιστής,
να αποδίδεις το «Χάρτινο το φεγγαράκι» και το Ιερό Τέρας OrsonWelles να σου κάνει
σιγόντο με τον δικό του τρόπο! Ούτε, ακόμη, είναι μικρό πράγμα να είσαι
καλλιτέχνης και να έχεις συμπορευθεί με τα πιο μυθικά ονόματα του νεοελληνικού
πολιτισμού.
Η συνέντευξη που
θα διαβάσετε διαθέτει πληροφορία, άγνωστες ιστορίες για πρόσωπα και
καταστάσεις, αναφορές σε οριακά έργα της εγχώριας μουσικής, μαζί με όλη την
αλήθεια της Δαλάκου. Είναι το απόσταγμα του βίου μιας καλλιτέχνιδας που, όπως
γίνεται αντιληπτό, ποτέ δεν έβαλε νερό στο κρασί της και ποτέ δεν δίστασε να
έρθει σε ρήξη με ένα ολόκληρο κατεστημένο, σαν αυτό της πάλαι πότε κραταιάς
δισκογραφίας. Σήμερα η Μαίρη Δαλάκου ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει τα
ολοκαίνουργια τραγούδια της σε στίχους του σημαντικού Φώντα Λάδη, τα οποία
κινούνται σε ηλεκτρονικά dreamypop ηχητικά τοπία.
Κυρία Δαλάκου,
σας συναντώ σ’ ένα σπίτι που θυμίζει ναό τέχνης. Υπάρχει μια έντονη αύρα από το
παρελθόν. Να φανταστώ ότι εδώ περάσατε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας;
Είναι το σπίτι
που έζησα απ’ την αρχή της πορείας μου, πράγματι. Γεννήθηκα στη λεωφόρο
Αλεξάνδρας σε ένα τεράστιο παλιό σπίτι με ένα μεγάλο κήπο, που το απαλλοτρίωσε
ο δήμος τα επόμενα χρόνια. Σήμερα πρέπει να λειτουργεί σαν καλοκαιρινό καφέ, αν
δεν κάνω λάθος. Ο παππούς μου κάποια στιγμή το νοίκιασε σε έναν Κόκκαλη, ο
οποίος έφτιαξε ένα νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως, το «Όασις», ήταν πολύ γνωστό.
Εκεί έπαιζαν ο Χιώτης με τη Ζωή Νάχη και τη Μαίρη Πορτοκάλη, μια υπέροχη
τραγουδίστρια. Εμένα, ως παιδάκι, μου’χαν δώσει ένα τραπεζάκι έξω απ’ την
κεντρική μάντρα και μου επέτρεπαν να κάθομαι ν’ ακούω από μια ώρα και μετά.
Έχοντας ήδη το μικρόβιο, άρχισα να «ξεσηκώνω» κόλπα.
Κατάγεστε από μία
καλλιτεχνική οικογένεια. Ο πατέρας σας ήταν ζωγράφος και ένας απ’ τους ιδρυτές
της Στέγης Γραμμάτων και Καλών Τεχνών.
Ακριβώς. Σ’ ένα
εντευκτήριο της Καραγιώργη Σερβίας, ενόσω ο πατέρας μου ήταν φοιτητής στην
Καλών Τεχνών, μαζεύονταν όλοι οι διανοούμενοι: Ο Σικελιανός, ο Παλαμάς, ο
Λουκής Ακρίτας, πατέρας της Έλενας, ο Σταμάτης Μερκούρης, πατέρας της Μελίνας –
μεγάλες προσωπικότητες. Ανάμεσα τους και ένας ζωγράφος ονόματι Κώστας Πάγκαλος,
που είχε την έμπνευση να φτιάξουν τη Στέγη και να κάνουν μια αίτηση στο
Υπουργείο Παιδείας. Ο πατέρας μου, που ήταν μέσα σ’ όλα, μάζεψε τις υπογραφές.
Έτσι, ο Πάγκαλος τον πήρε στη Στέγη και τον πάντρεψε επίσης με τη μαμά μου.
Ήταν ένας σταθμός αυτός στη ζωή του, διότι από τότε κανείς δε μπορούσε να ζήσει
μόνο με τη ζωγραφική. Μπαίνοντας στη Στέγη, ακολούθησε όλες τις διαβαθμίσεις κι
έγινε γενικός έφορος όλων των καλλιτεχνικών. Δεν ήταν μόνο τα εικαστικά, αλλά
και τα μουσικά. Στο ένα από τα δύο κτίρια που στεγαζόταν η Στέγη, υπήρχε ένα
φανταστικό πιάνο Στανγουέι, που καθόμουν εγώ και χανόμουν με τις ώρες, όποτε μ’
έπαιρνε μαζί του. Εκεί στεγαζόταν επίσης η Κρατική Ορχήστρα και οι
μουσικοί έκαναν τις πρόβες τους. Έτσι, έχοντας αγάπη για τη μουσική και
βλέποντας και μένα όλη την ώρα εκεί, ο πατέρας μου κανόνισε με τους μαέστρους
και με έγραψε στο Ωδείο Αθηνών.
Να πως από το περιβάλλον του πατέρα μπήκατε στον κόσμο της
μουσικής.
Ναι και τότε ήμουν μοναχοκόρη. Ο αδερφός μου, αρχιτέκτονας
σήμερα, γεννήθηκε αργότερα. Θα έλεγα το ίδιο και για το περιβάλλον της μητέρας
μου. Η μητέρα μου ήταν εκείνη που μας στήριζε όλους. Είχαν πάρει μαζί με τον
πατέρα μου έναν χώρο στην οδό Νίκης, που πάνω στεγαζόταν – να φανταστείτε – η
εταιρεία Music Box. Κάτω ήταν ένας μεγάλος υπόγειος χώρος με γραφεία και
εργαστήρια. Έφτιαξαν τη Γκαλερί Τέχνης. Εκείνη ήταν η οικοδέσποινα και ο
πατέρας μου με τις γνωριμίες του έφερνε παιδιά νέα από το Πολυτεχνείο και την
Καλών Τεχνών. Τον Αλέκο Φασιανό, μάλιστα, ο πατέρας μου τον είχε στηρίξει πολύ.
Ήθελε να με παντρευτεί κιόλας και τού’λεγε ο πατέρας μου: «Σιγά μη σου δώσω την
κόρη μου! Τρελέ!» (γέλια) Ο Φασιανός ήταν από τότε ένα ασυμβίβαστο πλάσμα,
έμοιαζε λίγο τρελούτσικος.
Πως ήταν για εσάς το πιο ακαδημαϊκό κλίμα του Ωδείου Αθηνών;
Τα χρόνια εκείνα τα θυμάμαι σαν ένα φωτεινό πράγμα, ήταν
πολύ όμορφα! Ο πρώτος μου αυθορμητισμός υπήρξε το τραγούδι, η σύνθεση ήρθε
αργότερα. Θυμάμαι μια εικόνα που με είχε στιγματίσει από πολύ πριν, όταν ήμουν
στην πρώτη δημοτικού: Μας πήγαιναν εκδρομή στο Πεδίον του Άρεως. Ξέφυγα απ’ τα
άλλα παιδάκια και πήγα γύρω – γύρω απ’ τη μάντρα που ήταν σκαρφαλωμένα τα
μεγαλύτερα παιδιά κι εγώ δεν μπορούσα να δω. Πήγαινα, λοιπόν, πέρα – πέρα πίσω
και είδα τη Νινή Ζαχά. Τραγουδούσε με την κιθάρα της…Έχασα την αίσθηση του
χρόνου και σε μια φάση κατάλαβα πως είχα χαθεί γενικώς, δεν ήξερα που ήμουν.
Θεώρησα ότι είχα χάσει τη μάνα μου, ότι ήταν άλλη μέρα, άλλη ώρα, ούτε κι εγώ
ήξερα τι γινότανε…Πέρασα τρέχοντας από τα παρτέρια και τα παγκάκια που κάθονταν
οι μαμάδες, αλλά η δικιά μου φυσικά δεν με είδε. Έκανα το παράτολμο βήμα να πάω
μέσα από τα σκοτεινά καλντερίμια του Πεδίου του Άρεως ώστε να βγω κατευθείαν
στο σπίτι. Έφτασα, η ορχήστρα του Χιώτη είχε ξεκινήσει και μπήκα απ’ την πλαϊνή
πόρτα. Το έπαιζα μεγάλη, αλλά κι εκείνοι με ήξεραν, αφού πήγαινα και καθόμουν
στο πιάνο τους. Βρήκα μόνο τον παππού μου στο σπίτι. Μετά από λίγο έρχεται και
η μάνα μου σε έξαλλη κατάσταση. Είχε κατατρομάξει κι ήταν έτοιμη να με δείρει,
αλλά τελευταία στιγμή της έπιασε ο παππούς μου το χέρι και της φώναξε: «Μη»!
Αν σκεφτώ πόσο πολιτικοποιημένη είστε σήμερα στα social
media, και δεδομένου ενός μεγαλοαστικού περιβάλλοντος που μεγαλώσατε, είχατε
από τότε τις ίδιες ανησυχίες;
Δεν ήταν και τόσο μεγαλοαστικό το περιβάλλον μου. Ο παππούς
μου μόνο, ο πατέρας της μητέρας μου, ήταν κοσμοπολίτης απ’ τα νιάτα του. Είχε
κάνει στην Αμερική και γυρνώντας με χρήματα, έφτιαξε ένα μπακάλικο. Έχω ακούσει
ότι μεσ’ στην Κατοχή, βοήθησε πολύ κόσμο. Έρχονταν λάδια απ’ το χωριό, είχε κι
ένα υπόγειο κι έφτιαχνε κρασί, αλλά το λάδι το μοίραζε σε ανθρώπους της
γειτονιάς που το’χαν μεγάλη ανάγκη. Το παράδοξο είναι πως ο παππούς μου ήταν
καραδεξιός και όλα τα παιδιά του βγήκαν καρααριστεροί. Ήταν στην ΕΡΕ και οι
γιοι του, τα αδέρφια της μάνας μου, μονίμως του βάζανε χέρι. Είχαν πάρει σβάρνα
όλες τις εξορίες οι θείοι μου. Αργότερα, θυμάμαι πως τους έλεγα ότι πήγα στη
Φολέγανδρο και κάνανε: «Α, έχουμε φτιάξει τα δρομάκια εκεί»…Ή πήγαινα στην
Ανάφη και μου λέγανε: «Α, κι εκεί έχουμε φτιάξει τα πλακόστρωτα»…Αριστεροί,
συναγωνιστές, ήταν και οι θείοι που είχαν παντρευτεί τις αδερφές της μαμάς μου.
Θέλω να μου μιλήσετε για τους καθηγητές σας στο Ωδείο. Ήταν
η αφρόκρεμα της εποχής.
Στην αρμονία είχα τον Βαβαγιάννη, αρχιμουσικό στην Κρατική
Ορχήστρα. Υπέροχος, παρά το ότι έμοιαζε αυστηρός και απρόσιτος. Ποτέ δεν τους
φοβήθηκα αυτούς τους ανθρώπους! Κάτι μας έφερε κοντά, να φανταστείτε έφευγαν
όλοι και μένα με κράταγε και κλείναμε μαζί την τάξη. Μου έδινε prima vista
χειρόγραφα θέματα, κάτι σπάνιο για κάθε μαθητή μουσικό, που εμένα με
ιντριγκάρισε και με βοήθησε πολύ. Στα 17 μου έδωσα εξετάσεις εισαγωγικές για να
μπω στο τραγούδι, αν και ο πατέρας μου το φοβόταν λίγο. Ωστόσο εγώ την έκανα
την επαναστασούλα μου και δεν τον άφηνα να ζωγραφίζει συνοδεία…Beethoven
(γέλια). Μου είχε όμως μεγάλη αδυναμία κι έτσι, όταν τον έπιασαν καθηγητές του
Ωδείου και του είπαν «Άσ’ το παιδί να κάνει αυτό που θέλει», όχι μόνο με άφησε,
αλλά και με βοήθησε! Στο μεταξύ εγώ τότε να μην ξέρω ούτε ένα ελληνικό
τραγούδι, άκουγα μόνο ξένα! Λάτρευα τον Bobby Darin και όλο το ρεπερτόριο του
Αμερικανικού Σταθμού.
Η Μαίρη Δαλάκου ανάμεσα σε ζωγραφικά έργα του πατέρα της (φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης, 2019)
Το ίδιο μου είχε πει και η Μαρία Φαραντούρη. Όταν είχε πάει
να την ακούσουν, λέει, ο Λοΐζος και ο Λεοντής, ζήτησε να τους τραγουδήσει…Paul
Anka.
Ναι, η Μαρία είναι της γενιάς μου. Κάπως έτσι κι εγώ,
λοιπόν, ανακάλυψα τον Χατζιδάκι. Στις εξετάσεις είπα το «Χάρτινο το φεγγαράκι»
συνοδεύοντας τον εαυτό μου στο πιάνο, γιατί από την εφηβεία μου ήδη όποιο
κομμάτι άκουγα, το μετέφερα στο πιάνο με τους τόνους που έβρισκα και τα πάντα.
Είπα ακόμη τη «Φλαμουριά», Mozart μεταφρασμένο στα ελληνικά, και δεν θυμάμαι τι
άλλο…Με κράτησαν, πάντως, πέρασα! Μπήκα στην τάξη της Μαρίκας Καλφοπούλου, που
ήταν εξαιρετική, κι από κει γνώρισα την Έλλη Νικολαΐδου, που αποδείχτηκε Η
δασκάλα της ζωής μου! Η Έλλη ήταν ένα τόσο μουσικό πλάσμα…Άμα της άνοιγες το
κεφάλι, νότες θα ξεπετάγονταν! Είχε μια φοβερή μουσική ευαισθησία,
πειραματιζόταν, σου έβρισκε όλα σου τα κρατήματα. Με την Έλλη συνέχισα για πάρα
πολλά χρόνια στο σπίτι της, για την ακρίβεια μέχρι τότε που ήμουν στον «Ρήγα»
με τον Καλογιάννη και τον Μικρούτσικο, στη Μεταπολίτευση. Δεν πέθανε πολύ
μεγάλη η Έλλη, αλλά είχε κουραστεί πάρα πολύ. Παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία τον
Φοίβο Ανωγειανάκη, που έπαθε αλτσχάιμερ δυστυχώς. Αυτό την τσάκισε, την πλήγωσε
και την κούρασε…
Ελάχιστοι γνωρίζουν πως πριν μπείτε στο Ωδείο, είχατε
περάσει από μία εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη, περιβάλλοντα μάλλον αταίριαστα.
Ναι, ήταν τότε που με τράβηξαν κάποιοι συμμαθητές να πάμε
από την εκπομπή του, το «Μουσικό Λεωφορείο». Γινόταν σ’ ένα υπόγειο, όπου αυτός
έκανε τα δικά του, είχε κοινό πιτσιρικαρία και που και που τσίμπαγε κανέναν,
«έλα πες μας ένα τραγούδι» κλπ. Από κάτω ήταν η γκαλερί της μάνας μου και χωρίς
να έχω πει τίποτα σε κανέναν, πάμε με δύο κολλητές μου. Όταν είπε ο Μαστοράκης
«Ποιος θέλει να τραγουδήσει;», εν χορώ η κουστωδία με έδειξε και φώναξε:
«Ετούτη εδώ, ετούτη»! Τραγούδησα Sergio Endrigo και το «OH, Carol», αν θυμάμαι
καλά. Χειροκροτήθηκα, φεύγω, πάω σπίτι και την άλλη μέρα η γυναίκα του
διευθυντή της Music Box κατεβαίνει στη μάνα μου: «Φέρε μας την κόρη σου να της
κάνουμε συμβόλαιο». Κόκαλο η μάνα μου, λέει «Τι;»…«Μα δεν ξέρεις ότι ήρθε χθες
και μας τραγούδησε;»…«Όχι, αλλά τέλος πάντων είναι πολύ μικρή για να υπογράψει
συμβόλαιο»…Αργότερα, βέβαια, όταν ο πατέρας ήθελε να με βοηθήσει, όπως σας
είπα, ήξερε τον Μίκη και τον έφερε από το σπίτι με τη Citroen του. Καθόταν εδώ
που καθόμαστε εμείς τώρα. Εγώ ψιλοντρεπόμουν, διάλεξα να τραγουδήσω τα
πιο λυρικά του τραγούδια, τα «Δακρυσμένα μάτια» από τους «Λιποτάκτες» και το
«Χείλι μου μοσχομύριστο» από τον «Επιτάφιο». Εκεί ο Μίκης είπε μια σοφιστεία,
ότι τα Ωδεία χαλάνε τους επίδοξους μουσικούς, αλλά εμένα απ’ τό’να αυτί μπήκε,
απ’ τ’ άλλο βγήκε. Ήξερα ότι τίποτα δεν επρόκειτο να με χαλάσει. Μου πρότεινε
να πάω στον ΣΦΕΜ (σ.σ. Σύλλογος Φίλων Ελληνικής Μουσικής). Πήγα και θυμάμαι ότι
με υποδέχτηκε ο Παναγιώτης Κουνάδης. Ήταν όλοι σε αναμονή, γιατί περίμεναν τον
Γιάννη Μαρκόπουλο. Ο Μίκης είχε υπό την προστασία του τους Μαρκόπουλο, Λεοντή,
Λοΐζο. Αυτοί οι τρεις έμεναν και στο ίδιο διαμέρισμα για ένα διάστημα και είχαν
τον ίδιο καθηγητή στην αρμονία, τον Πολ Σκλάβο.
Υπήρχε ένα μποεμιλίκι ωραίο τα χρόνια εκείνα.
Εντελώς! Μου έχουν πει διάφορες πλάκες που κάνανε στον
Μαρκόπουλο: Τον άφηναν μεσ’ στο ΙΝΤΕΑΛ, όποτε δεν είχαν λεφτά, για να πάνε να
ζητήσουν από τον Σκλάβο, ο οποίος όντως τους χαρτζιλίκωνε. Εκείνου, όμως, του
έκαναν νόημα απ’ έξω ότι έμειναν άφραγκοι. Πήγαινε ένα γκαρσόνι συνεννοημένο
και έλεγε του Μαρκόπουλου: «Ελάτε μέσα να πλύνετε πιάτα» (γέλια). Όση ώρα
περιμέναμε, λοιπόν, τον Μαρκόπουλο, γιατί πάντα ο Γιάννης αργούσε στα ραντεβού
του, γνώρισα τη Μαρία Φαραντούρη, τον Φώντα Λάδη, τη Τζώρτζια – τη μετέπειτα
σύντροφο του Μανώλη Γλέζου – κ.α. Κάθισα στο πιάνο κι εκεί που τραγουδούσα,
βλέπω δίπλα μου ένα τύπο που με ρωτάει «Μπορείς να πεις κάποιο δικό μου;» Ήταν
ο Σαββόπουλος, που μόλις είχε έρθει από τη Θεσσαλονίκη, ζούσε σε μια σοφίτα εδώ
και έκανε δουλειές του ποδαριού, μη γνωρίζοντας κανέναν στην ουσία. Συνδεθήκαμε
με τα παιδιά. Κάποια στιγμή πρότειναν στον Γιώργο Ζωγράφο, στον Σαββόπουλο, στη
Φαραντούρη και σε μένα να πάμε να παίξουμε σ’ ένα πολιτιστικό φεστιβάλ στη
Βουλγαρία. Πήγαμε, θυμάμαι, στο Προξενείο και ήμασταν έτοιμοι για αναχώρηση,
αλλά κάνοντας να κόψουμε απ’ την Παλιά Βουλή, πέφτουμε πάνω σε μια πολύ άγρια
διαδήλωση. Οι μπάτσοι χτυπούσαν τον κόσμο με τα γκλομπς, διαλυθήκαμε, ο
Ζωγράφος μας έχασε και μετά μας έκανε παράπονα που τον αφήσαμε μόνο του. Έτσι
δεν πήγαμε ποτέ σ’ αυτό το φεστιβάλ. Με τον Διονύση, μετά, ήταν να πάμε στη
«Ρουλότα». Καθόμασταν απ’ έξω και περιμέναμε, αλλά δεν υπήρχε κανείς. Μου κάνει
ο Σαββόπουλος: «Να έρθω στο σπίτι σου να μου κάνεις το τραπέζι;» Τά’χασα, το
σπίτι μας ήταν ανάστατο ακόμα, δεν ήξερα καν αν είχε φαΐ η μάνα μου…«Μένω
μακριά» του λέω, «Δεν πειράζει, έρχομαι» μου απαντάει…Πήραμε το λεωφορείο πίσω
απ’ την Εθνική Βιβλιοθήκη κι ήρθαμε εδώ. Τρέχω στη μάνα μου: «Έχεις τίποτα να
φάμε; Έφερα έναν συνάδελφο»…«Ναι, έχω πατάτες με κρέας»…«Αα, ωραία»…Στρώνουμε,
κάθεται ο Νιόνιος, πιάνει το πιρούνι και λέει: «Μουστάρδα έχει; Δεν τρώγεται
αυτό χωρίς μουστάρδα»! Τρέχω πάλι μέσα, ήξερα ότι δεν υπήρχε μουστάρδα και
στέλνω τον αδερφό μου, που ήταν μικρότερος, να πάει να αγοράσει. Πολύ μετά, μου
έλεγε ο αδερφός μου: «Όσο σκέφτομαι που έτρεχα να πάρω μουστάρδα γι’ αυτόν…»
(γέλια) Τέλος πάντων, ο Νιόνιος ήθελε να συνεργαστούμε τον πρώτο καιρό, αλλά
εγώ τότε γνώρισα τον Κώστα Χατζή, που μια ζωή ήταν βοηθητικός. Ακόμη κι εκείνα
τα πρώτα χρόνια, πριν γίνει Ιεχωβάς μέσω της πρώτης γυναίκας του, είχε μιαν
άλλη συμπεριφορά, ένα άγριο πλάσμα, αλλά δίκαιο και δοτικό. Με τον Χατζή κάναμε
μια σειρά εκπομπών που ενορχήστρωσε και διηύθυνε ο Μαρκόπουλος.
Πολύ την εκτιμώ αυτή την αναδρομή στους καλλιτέχνες –
σταθμούς στη ζωή σας. Με τον Κώστα Χατζή κάνατε και το ντεμπούτο σας μπροστά σε
κοινό.
Βέβαια, παρουσιάσαμε τα τραγούδια του «Θησέα» του
Μαρκόπουλου στην τότε μπουάτ του, τη «Μπουάτ των τσιγγάνων» που μετά έγινε τα
«Χρυσά Κλειδιά». Μεγάλος χώρος για την εποχή, αλλά χωρίς πιάνο, κάτι που με
είχε προβληματίσει. Κάνουμε πρόβα, με συνοδεύει ο Κώστας και στην πρεμιέρα
έρχονται όσοι δεν φαντάζεστε: Ο Μιχάλης Κακογιάννης, ηθοποιοί, μουσικοκριτικοί,
πολιτικοί. Εμείς ρίχναμε ματιές από’να κουρτινάκι στο καμαρίνι, όπου ακούω τον
Κώστα να μου λέει: «Δεν θυμάμαι τίποτα»! Βγαίνουμε, σβήνουν τα φώτα, ανάβει ένα
σποτάκι και ξαφνικά παίρνω την απόφαση να μαγνητίσω όλα αυτά τα πρόσωπα που
ήρθαν για να μας ακούσουν. Λειτούργησε ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης. Άρχισα να
λέω κανονικά τα κομμάτια και να μπαίνει ο Χατζής.
Ο Μαρκόπουλος δεν σας διηύθυνε;
Όχι, ο Μαρκόπουλος καθόταν από κάτω μαζί με το κοινό. Δικά
του τραγούδια λέγαμε, αλλά δεν μας διηύθυνε, η βραδιά ήταν προς τιμήν του.
Ωραία είχε πάει αυτή η πρώτη μου εμφάνιση μπροστά σε κοινό και μετά θυμάμαι ότι
ο Κώστας με έστειλε σε ένα μαγαζάκι στην Ύδρα. Καλοκαιράκι ήταν, τραγουδούσα
και ξένα κομμάτια. Ήταν η ίδια περίοδος που στην Ύδρα έμενε και ο Leonard Cohen
και τον συναντούσαμε στο δρόμο. Όταν γύρισα, πάλι μέσω του Χατζή, γνώρισα τον
Γιώργο Μπουκουβάλα που είχε φτιάξει το «Συμπόσιο». Ήταν καλοκαίρι πάλι,
Σεπτέμβρης, και ο τρελάρας ο Μπουκουβάλας είχε κάτι ιδέες που τις
πραγματοποιούσε: Γινόταν στο Δαφνί η Γιορτή του Κρασιού και νοίκιασε ένα
κλειστό χώρο εκεί κοντά, στο δάσος Δαφνίου. Στη μέση υπήρχε μια λίμνη με δυο –
τρεις πάπιες και έναν – δυο κύκνους. Εκεί συνάντησα τον Νότη Μαυρουδή, που τον
είχα γνωρίσει στον ΣΦΕΜ, και συνόδευε τον Γιώργο Ζωγράφο και μένα. Οι νεαροί
σερβιτόροι φόραγαν κοντές αρχαιοελληνικές χλαμύδες κι έρχονταν να μας δουν πάλι
όλοι οι διανοούμενοι. Ένα βράδυ έγινε το εξής κι ας με συγχωρέσει ο Ζωγράφος
από κει που τ’ ακούει: Ο Γιώργος είχε μια τάση να τα τσούζει τα κρασάκια του.
Εμείς αρχίζαμε μόλις σταματούσαν τα νταβαντούρια από δίπλα, απ’ τη Γιορτή του
Κρασιού. Εκείνος ήταν εκεί πριν, δοκίμασε διάφορα κρασιά και μας ήρθε με
μαγουλάκια κόκκινα και μάτια που γυάλιζαν. Είχε ένα συνήθειο όταν τραγουδούσε,
να βάζει τα χέρια πίσω στη μέση και να ανασηκώνεται στις μύτες των ποδιών του.
Πήγαινε αργά – αργά πέρα δώθε με το ρυθμό. Όπως τό’κανε, λοιπόν, έρχεται ένας
κύκνος και του τσιμπάει τη γάμπα. Μπερδεύεται στο καλώδιο, πάει να πέσει και ο
Μαυρουδής ψυχραιμότατος τον αρπάζει με το’να χέρι, ενώ με τ’ άλλο έπαιζε
κιθάρα, χωρίς να σηκώσει καν το κεφάλι του. Πέφτει το μικρόφωνο στη λίμνη, το
πιάνει ένα γκαρσόνι, του το αρπάζει απ’ το χέρι ο Γιώργος και αρχίζει να
τραγουδάει με μπουρμπουλήθρες (γέλια).
Ας μείνουμε λίγο παραπάνω στον Γιάννη Μαρκόπουλο. Αν λέμε
σήμερα ότι η Φαραντούρη ήταν η Μούσα του Θεοδωράκη, εσείς ήσασταν η αντίστοιχη
Μούσα του Μαρκόπουλου, κάτι που κι ο ίδιος σας είχε πει.
Είχαμε μεγάλη συνεργασία, αλλά έγιναν και πολλά δυσάρεστα:
Είχαμε κάνει τα πρώτα 45άρια δισκάκια του και με είχε πάει από την εταιρεία ως
δική του ανακάλυψη. Σε ένα στούντιο που βρισκόταν κοντά στο Κολυμβητήριο, εκεί
που γνώρισα και τον Μίνωα Βολανάκη και μετά συνεργαστήκαμε πολύ, γράψαμε τα
«Τραγούδια του Θησέα». Ο Γιάννης ήταν ασυνεπής και ένιωσα ότι με παράτησε.
Ήμουν και πιτσιρίκα τότε, δεν ήξερα καν να διεκδικήσω τα χρήματα μου από τις
κινηματογραφικές εταιρείες για τις ταινίες που τραγούδησα. Έκανε μάλιστα κάτι
που με στενοχώρησε τρομερά: Όταν κάναμε εκείνες τις εκπομπές στο ραδιόφωνο, ο
Μαρκόπουλος ήξερε ότι ο πατέρας μου μέσω της Στέγης είχε πολλές γνωριμίες,
οπότε με έβαλε να ζητήσω τις μήτρες από τις μπομπίνες για να τις αντιγράψει.
Εγώ δεν είχα εμπειρία, αλλά με πίεσε, βρίσκω έναν γνωστό και του ζητάω να μου
δώσει τις μήτρες. «Είναι τρομερά δύσκολο αυτό που ζητάς» μου είπε, «αλλά
βασίζομαι στην εμπιστοσύνη σου και θα το κάνω. Να μου τις φέρεις πίσω, όμως, σε
μια βδομάδα αλλιώς μπορεί να βρω τον μπελά μου, να χάσω τη θέση μου». Να
φανταστείτε ότι με ειδοποίησαν συνωμοτικά, του στυλ «Το δέμα σας είναι έτοιμο».
Τα δίνω στον Γιάννη και τον παρακαλάω να κάνει και για μένα ένα αντίγραφο.
«Εντάξει» μου λέει…Περνάνε οι μέρες, τον ειδοποιώ: «Πρέπει να μου παραδώσεις
τις μήτρες»…«Α, δεν ξέρω που τις έχω βάλει τώρα»…«Τι θα πει αυτό;»…«Δεν
θυμάμαι»…Πάω μια μέρα στο σπίτι του και βρίσκω εκεί τον συμπαθέστατο Ερρίκο
Θαλασσινό, τον σκηνοθέτη και στιχουργό. «Τι κάνεις εκεί;» αρχίζει να του λέει,
«Γιατί την ταλαιπωρείς την κοπέλα; Ψάξε και βρες τα πράματα για να μην την
εκθέσεις»! Τελικά τα βρήκε! Ήθελε να τα κρατήσει! Τα πήρα και τα επέστρεψα,
αλλά αντίγραφο φυσικά δεν μου’κανε και μάλιστα ένα απ’ αυτά τα τραγούδια, σε
ποίηση Χριστοδούλου, δυστυχώς χάθηκε.
Σήμερα έχετε επαφές;
Όχι, δεν έχω. Του τηλεφώνησα μια φορά πριν αρκετά χρόνια και
του ζήτησα να μου δώσει ένα αντίγραφο από εκείνες τις ηχογραφήσεις – το βιολί
μου εγώ! Αυτός άρχισε τα δικά του: «Θα κάνω ένα δίσκο – αφιέρωμα στη Μαίρη
Δαλάκου»! «Βρε δε θέλω αφιέρωμα, ένα αντίγραφο θέλω» του απαντάω, αφού ήξερα
ότι όλα αυτά ήταν λόγια του αέρα. «Ναι, ναι» μου έλεγε και φυσικά ποτέ δεν
επανήλθε. Ο Γιάννης είχε κάνει μια συμφωνία με την εταιρεία να λένε σε όποιον
άλλο συνθέτη με ζητάει ότι είμαι η αποκλειστική του ερμηνεύτρια. Τότε είχε
δεσμό με μια κοπέλα εξαιρετική, από τα μπαλέτα της Ραλλούς Μάνου, που τον είχε
βοηθήσει απίστευτα. Χρυσό κορίτσι ήταν η Πιερέττα, την οποία συνάντησα και
πρόσφατα. Εγώ αυτό για την εταιρεία το έμαθα αργότερα, που μου το σφύριξαν.
Κάποια στιγμή που ήμασταν στο σπίτι του, μου πέταξε ένα: «Εμείς πότε θα κάνουμε
έρωτα;» κι έτσι, που είχα ξετσουρμώσει, του απάντησα αυθόρμητα: «Δεν θα
κάνουμε, γιατί είμαι καλόγουστη»…Πώς μου βγήκε αυτό, δεν ξέρω, έτσι που
ντρεπόμουν…Τον θυμάμαι εκείνη την πρώτη μέρα στον ΣΦΕΜ που κάθισε στο πιάνο και
του τραγούδησα ένα – δυο δικά του, που τα’χε πει ο Χατζής. Τελειώσαμε, φεύγω
εγώ, κατεβαίνω την Ασκληπιού κι ακούω μια φωνή από πίσω μου: «Μαίρη, Μαίρη,
περίμενε»! Τον βλέπω, έρχεται κοντά: «Θέλω να γίνεις η Μούσα μου»! «Α, εγώ θέλω
να πάω να μ’ ακούσει ο Χατζιδάκις» του κάνω (γέλια). Να επιμένει: «Όχι, μην
πας, ο Χατζιδάκις έχει τη Μούσχουρη, εγώ θά’χω εσένα! Θα κάνουμε πρόβες στο
σπίτι μου στην Κυψέλη, μένω με τη μάνα μου και τ’ αδέρφια μου, δεν υπάρχει
τίποτα πονηρό, δώσε μου το τηλέφωνο σου να πάρω εγώ τον πατέρα σου»…Έτσι
ξεκινήσαμε να κάνουμε πρόβες!
1965. Η Μαίρη Δαλάκου, ο Νότης Μαυρουδής με την κιθάρα, ο ηθοποιός Σπύρος Καμπάνης και ο Αλέκος Σταματέλης
Οι μπουάτ είναι ένα άλλο μεγάλο κομμάτι του βίου σας. Από
τις μπουάτ γνωρίσατε τον σύζυγο σας και πατέρα του παιδιού σας.
Έτσι έγινε, ναι. Μετά τη Γιορτή του Κρασιού, που έλεγα πριν,
δούλευα στο χειμερινό «Συμπόσιο», αλλά δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα. Ένα βράδυ
πέφτω πάνω στον Νότη Μαυρουδή, που ήταν στρατό τότε. «Δεν έρχεσαι σε μια μπουάτ
παρακάτω» μου λέει, «που παίζω μόνος μου κιθάρα;» Δέχτηκα και εκεί, στις
«Νεφέλες», γνώρισα τα δύο παιδιά, ηθοποιοί, που είχαν τη μπουάτ, τον Αλέκο
Κουρή και τον Σπύρο Καμπάνη. Εκεί επίσης ήταν και ο χώρος του Μίνωα Αργυράκη,
που ήταν συμφοιτητής με τον μπαμπά μου, ένας πολύ ιδιαίτερος καλλιτέχνης.
Μπαίνω μέσα και βλέπω τον πιο όμορφο χώρο: Είχαν φτιάξει μια ωραία κατασκευή με
κινηματογραφική αισθητική. Φαινόταν σαν υπόγειο από το δρόμο. Βρίσκομαι,
λοιπόν, με τον Νότη Μαυρουδή κιθάρα – φωνή και σε λίγο καιρό πήραν και ένα
πιάνο όρθιο. Άρχισαν να έρχονται όλοι οι ηθοποιοί από το Εθνικό Θέατρο, να
παρουσιάζονται μονόλογοι, μονόπρακτα.
Ποια χρονιά γίνονται όλα αυτά;
Πρέπει να είμαστε στα 1965 με ’66. Θυμάμαι τον Λυκούργο
Καλλέργη, τον Βόκοβιτς, τον Νανέρη, τον Χρήστο Τσάγκα και τον Βαγγέλη Καζάν –
οι τελευταίοι ήταν πολύ φίλοι με τον Σπύρο (σ.σ. τον Καμπάνη). Έκαναν φοβερό
ντουέτο, ο Τσάγκας αυτοσχεδίαζε με το να μιμείται τη βροχή και τον αέρα που
φυσάει. Τότε μας ανακαλύπτει η Μελίνα! Ερχόταν τουλάχιστον τρεις φορές την
εβδομάδα και κάθε φορά έφερνε σπουδαίες προσωπικότητες. Αυτή μας έφερε ένα
βράδυ τα μπαλέτα Μπαλσόι μετά την παράσταση στο Ηρώδειο! Την ώρα που τραγουδούσα
εγώ στο πιάνο, βλέπω απέναντι στην πόρτα κάποιον να στέκεται με πιρουέτα. Ήταν
ο Νουρέγιεφ! Μετά έρχονταν η Λαμπέτη με τον Κακογιάννη και τον Κώστα Καρρά,
όπως και η Ελένη Ανουσάκη, που γίναμε φίλες. Η Καρέζη, ο Άλκης Γιαννακάς, ο
Μπάρκουλης! Η Τατιάνα Μιλλιέξ η συγγραφέας, επίσης, που είχε εκδιωχθεί από τη
δικτατορία! Ως και τη Γκρέτα Γκάρμπο μας είχε φέρει η Μελίνα!
Άρα έπεφτε χρήμα μεσ’ στο μαγαζί.
Ναι, αλλά μη φανταστείτε ότι οι τιμές των ποτών ήταν για να
αφήνουν χρήματα. Απλά ήταν ένα φυτώριο τέχνης κι εκεί ένιωσα σαν να έμπαινα σε
μια επιπλέον δοκιμασία για προσωπική μου βελτίωση.
Ούσα παντρεμένη με τον Καμπάνη κιόλας;
Ούσα ερωτευμένη. Είχαμε μια δαιδαλώδη ιστορία, αφού ήταν
ένας δύσκολος άνθρωπος. Μου είχε δώσει και ένα ντοσιέ με κάτι υπέροχα ποιήματα
του. Το ίδιο ντοσιέ μου είχε ζητήσει και ο Μαρκόπουλος, του το έδωσα και μετά
μου’λεγε πάλι ότι τό’χασε…
Δεν είναι να του δίνεις πράγματα του Γιάννη Μαρκόπουλου, απ’
όσα μου αφηγείστε.
Έλα ντε, ναι! Κάποια στιγμή ο Σπύρος ήρθε και μου είπε ότι
προτίθεται να πάρει το πρώτο μαγαζί στη Θόλου, που τό’χε κάνει μπαράκι ο
Αρτέμης Μάτσας, αλλά τό’χε κλείσει σύντομα. Μου ζήτησε να με πάρει
τραγουδίστρια. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του, ήθελα και να τον στηρίξω. Τότε
μελοποίησα το ποίημα του με τίτλο «Απανεμιά», που το’χαμε πάει στο Φεστιβάλ
Τραγουδιού Θεσσαλονίκης κι έτσι βαφτίσαμε και τη μπουάτ: «Απανεμιά», όπως είναι
γνωστή μέχρι σήμερα. Στην «Απανεμιά», να ξέρετε, έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση
τραγουδιστές, που θα γίνονταν μεγάλοι στη συνέχεια, σαν τη Ρένα Κουμιώτη και
τον Μανώλη Μητσιά. Μέχρι, όμως, να φτιαχτεί η «Απανεμιά», εγώ πέρασα από τις
«Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη με τα Τζαβαράκια, τον Πουλόπουλο κ.α. Όλες οι
μπουάτ τότε ήταν μικρά σπιτάκια, με ή χωρίς σκεπή. Στις «Εσπερίδες» κάθε άνοιξη
βάζανε το πιάνο στο παράθυρο κοντά στην αυλή που ήταν πιο ψηλά. Ένα βράδυ παίζω
το «Χάρτινο το φεγγαράκι», το πρώτο ελεύθερο μέρος, το «Θα φέρει η θάλασσα
πουλιά»…Έχω κλειστά τα μάτια κι εκεί που πρέπει να πάρω την ανάσα για να βρω το
τέμπο, τα ανοίγω και βλέπω τον Orson Welles μπροστά στο περβάζι! Ψύχραιμη εγώ…
Τον αναγνωρίσατε;
Βεεέβαια! Με παρακολουθούσε και έχοντας συναίσθηση του
κοινού, «έπαιξε» μαζί μου με έναν τρόπο θεατρικό. Τελειώνοντας το τραγούδι,
άρχισε να χειροκροτάει πρώτος. Ο κόσμος ακολούθησε, χειροκροτώντας εμένα και
τον Orson Welles. Μπαίνει μέσα και τότε η γυναίκα του Γιάννη Αργύρη, που είχε
μια απίστευτη μυωπία και ήταν ευτραφής, σηκώνεται, πάει κοντά και του φωνάζει:
«Περάστε, κύριε Χατζιδάκι, καθίστε!» (γέλια) Εννοείται ότι μετά χρειάστηκε να
εξηγήσουμε στον Welles για ποιο λόγο γέλασε όλο το μαγαζί.
Καθίσατε κοντά του, ανταλλάξατε κουβέντες;
Ναι, μιλήσαμε για αρκετή ώρα. Δυστυχώς δεν υπάρχει
φωτογραφία, αλλά είναι γνωστή και επιβεβαιωμένη ιστορία. Γίνεται και η
«Απανεμιά» λίγο μετά, αλλά δυσκολευτήκαμε να πάρουμε άδεια. Δεν είχε τάχα μου
έξοδο κινδύνου. Την ανοίξαμε τέλη του ’66 – αρχές του ’67. Ένα βράδυ ανοίγουμε,
ήταν Απρίλης του ’67, και συνειδητοποιούμε ότι δεν έχουμε καθόλου κόσμο. Ο
Σπύρος είχε μια παλιά Μερσεντές, φεύγαμε, με άφηνε στη Φιλοθέη και συνέχιζε.
Ανεβαίνοντας προς το σπίτι μου, δε βλέπουμε ψυχή στο δρόμο! Μπαίνουμε στη Βασιλίσσης
Σοφίας, νέκρα! Και δεν ήταν πολύ αργά…Μου λέει ο Σπύρος: «Πάω στο θάλαμο να
πάρω τηλέφωνο σε εφημερίδα να ρωτήσω τι συμβαίνει»…Έρχεται μετά από λίγο: «Δεν
λειτουργεί κανένα τηλέφωνο»…Ξαναμπαίνει στο αμάξι και μόλις φτάνουμε στη
Φειδιππίδου, μας τυφλώνουν τα φώτα κι ακούμε τον εκκωφαντικό θόρυβο απ’ τις
ερπύστριες που κατέβαιναν! Καταλαβαίνετε το σοκ! Με άφησε στο σπίτι μου και τ’
άλλο πρωί που ήρθε να με ξυπνήσει η μάνα μου, της κάνω «Θέλω να κοιμηθώ, άσε
με, τραγουδάω το βράδυ»…«Μην ανησυχείς, σήκω» μου λέει, «γιατί δεν πρόκειται να
πας πουθενά απόψε». Μας είχαν όλους σε τριήμερο περιορισμό κατ’ οίκον! Η χούντα
μας πολέμησε πολύ ως μπουάτ. Θεωρούσαν τις μπουάτ φυτώρια κομμουνιστών κι είχαν
βαλθεί να μας κλείσουν. Παρόλα αυτά ο κόσμος μας τιμούσε, αν και οι
αιφνιδιασμοί ήταν καθημερινοί. Ερχόταν ένα επιτελείο από εφτά – οχτώ άτομα με
επικεφαλής έναν Οδυσσέα Σπανό, μετέπειτα βασανιστή στα ΕΑΤ – ΕΣΑ. Είχε μια ουλή
αυτός στο πάνω χείλος, τον έβλεπες κι έλεγες πως είναι Γκεσταπίτης. Ψάχνανε
μήπως ακούσουν Θεοδωράκη που ήταν υπό απαγόρευση ή βρίσκανε διάφορα
επιχειρήματα. Θυμάμαι έναν μπάτσο που είπε μια φορά το φοβερό: «Ο φωτισμός
είναι ελλιπές» (γέλια) Έβγαλαν ένα κανονισμό που έλεγε «Δεν υπάρχει μπουάτ,
μόνο καφωδείο υπάρχει». Ως εκ τούτου, μας υποχρέωναν να δίνουμε δύο δραχμές το
ποτό. Έριξαν πάρα πολύ τις τιμές…Εμείς πάλι είχαμε βάλει τον αδερφό του Γιάννη
Αργύρη, τον Γιώργο, να φυλάει τσίλιες στα στενά της Πλάκας και δίναμε στον
κόσμο διπλό τιμοκατάλογο: Στη μία όψη ήταν η κανονική τιμή και στην άλλη η τιμή
που μας είχαν επιβάλλει. Ευτυχώς ο κόσμος μας ήταν συνειδητοποιημένος και
αλληλέγγυος, οπότε κανείς δεν δυσαρεστήθηκε. Έτσι πέρασε εκείνη η περίοδος.
Στην οποία περίοδο, βέβαια, κάνατε τον πρώτο σας δίσκο και
live μάλιστα!
Ήταν ίσως ο πρώτος live ελληνικός δίσκος.
Ναι, ένας απ’ τους πρώτους, αν σκεφτούμε ότι την ίδια
χρονιά, το ’68, είχε βγει ο δίσκος του Γιώργου Ρωμανού «Στα Διονύσια και στο
στούντιο σε τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι και δικά του».
Σωστά! Θυμάμαι ότι είχαν φέρει ένα ηχογραφικό μηχάνημα από
την εταιρεία, που ήταν θεϊκό, το οποίο το πήραν αργότερα στο στούντιο. Εκείνη
την εποχή οι επεξεργασίες ήταν απλές, δε μπορούσε μετά στο στούντιο να βγει
«καλλονός» ένας τραγουδιστής «τέρας». Ο Θοδωρής Κάτσαρης που είχε φέρει μια
φανταστική κιθάρα από την Ισπανία, με είχε συνοδέψει στα ξένα τραγούδια. Δύο τα
επεξεργαστήκαμε στο στούντιο με την προσθήκη του Γιώργου Λαβράνου στα κρουστά.
Το ίδιο διάστημα έρχεται ο παραγωγός Σπύρος Ράλλης και μου δίνει μια κασέτα με
ένα τετραδιάκι.
Ωχ, θα μου πείτε- υποθέτω- για τα κλεμμένα τραγούδια του
Χατζιδάκι. Είμαι όλος αυτιά!
Μου λέει «Άκουσε τα αυτά», αλλά εμένα επειδή η μουσική και
το παίξιμο του Χατζιδάκι στο πιάνο ήταν μεσ’ στην ψυχή μου, δεν υπήρχε
περίπτωση να με κοροϊδέψει κανείς! Πάω και του λέω «Αυτός είναι Χατζιδάκις»,
ενώ απ’ έξω η ετικέτα έγραφε «Γιώργος Βλάσης»! Φωνή δεν υπήρχε, οι στίχοι ήταν
στο τετράδιο και μάλλον ανήκαν στον ίδιο τον Μάνο. Έξι οργανικά ήταν όλα κι
όλα. Μου κάνει ο Ράλλης: «Έλα, εντάξει, κάνε το κορόιδο, γιατί ο Χατζιδάκις
είναι τσακωμένος με τον Λαμπρόπουλο αυτή την περίοδο και δεν θα του κάνει δίσκο»…
Που ο Χατζιδάκις, εν τω μεταξύ, βρισκόταν στην Αμερική από
το ’66…
Ακριβώς! Αυτά γίνονται μεσ’ στη χούντα λίγο πριν αρχίσουν να
στέλνουν κόσμο στη Γυάρο. «Μη μιλήσεις, μην πεις τίποτα στον Γιώργο Βλάση»
συνέχισε ο Ράλλης…Τον γνώρισα τον Βλάση, ήταν ένας ωραίος άντρας αυτός, ψηλός,
λίγο μπον βιβέρ κλπ. Τα λέω τα κομμάτια και τα βάζουν στο όνομα μου. Όλο αυτό
το διάστημα θεωρούσα ότι θα τα ηχογραφήσω και κάποια στιγμή θ’ αποδοθούν στον
Χατζιδάκι, τον δημιουργό τους. Κλείσανε στούντιο και ενορχηστρωτής θα ήταν ο
Πάνος Τριανταφυλλίδης, με τον οποίο είχαμε φιλικές σχέσεις. Τραγουδάω τα
τέσσερα κι εκεί μαθαίνω ότι δεν τα βρήκαν ο Βλάσης με τον Τριανταφυλλίδη. Τότε
μαθαίνω ότι θα έκανε τα υπόλοιπα ο Δήμος Μούτσης. Πάω ένα πρωί στο στούντιο,
έρχεται ο Μούτσης αγουροξυπνημένος, με παίρνει παραμέσα και μου λέει: «Τι
ακόρντα βάζεις εδώ;»…«Εσύ δεν ξέρεις;» του κάνω…«Κοίτα, έχω ξενυχτήσει, ήπια
και λίγο χθες»…Δεν θυμάμαι τι έγινε, αλλά το πράγμα έληξε άδοξα, δεν γράψαμε
άλλα. Συμπληρώσαμε τη φωνή μου στα πρώτα με τις ενορχηστρώσεις του
Τριανταφυλλίδη.
Μπουάτ «Νεφέλες» γύρω στο 1965: Η Μελίνα Μερκούρη με τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό και τη Μαρλένα Καρρέρ
Τι ιστορία κι αυτή! Ο Ράλλης, όμως, τον πέτυχε το σκοπό του;
Υπάρχει και μια άλλη ιστορία: Ένα βράδυ, είπε να με πάει στο
σπίτι μου από το στούντιο της Κολούμπια, στον Περισσό. Δεν γνωρίζω αν εκείνο το
διάστημα ήταν ακόμα σύζυγος της Σέβης Τηλιακού, της στιχουργού, ή αν είχαν
χωρίσει. Αντί να με πάει σπίτι, μου πρότεινε κάτι άλλο για ξεκούραση μου. Να
σκεφτείτε ότι του μιλούσα στον πληθυντικό. Ήθελε τάχα να μου δείξει κάτι.
Στρίβει κάποια στιγμή στην Πατησίων και άρχισαν λίγο να με ζώνουν τα
φίδια…Κατάλαβα ότι με πήγαινε στη γκαρσονιέρα του. Μπήκαμε, έβαλε μουσική…«Να
χορέψουμε;» με ρωτάει…«Δεν χορεύω» του απαντάω…Για καλή μου τύχη χτύπησε το
κουδούνι, ήταν ένας γείτονας του. Παίρνω την τσάντα μου, λέω «Να φεύγω, είναι
περασμένη η ώρα». Μούτρωσε αυτός! Δεν είχε λεχθεί κάτι, αλλά κατάλαβα που την
πήγαινε τη δουλειά! Μέχρι ενός σημείου, λειτούργησε η παιδιάστικη συμπεριφορά
μου, να μην καταλάβει δηλαδή ότι τον φοβάμαι. Με γύρισε στο σπίτι κι απ’ την
επόμενη μέρα άρχισε να χαλάει η δουλειά με τα τραγούδια του Βλάση – Χατζιδάκι.
Τον έψαχνα, πουθενά δεν τον έβρισκα! Μπαίνω στην εταιρεία, λέω στη γραμματέα:
«Τον κύριο Ράλλη»…«Δεν είναι εδώ, έχει meeting» μου κάνει αυτή κι εκείνη τη
στιγμή ανοίγει η πόρτα του Αντύπα, του διευθυντή, και τον βλέπω μέσα. Γυρνάω
και της λέω: «Σοβαρή εταιρεία θα είστε, αν ξέρετε να λέτε και ψέματα»! Έρχεται
ο Ράλλης ξοπίσω μου: «Κυρία Δαλάκου, σας θέλω στο γραφείο μου». Πάω μέσα…«Μια
κυρία δεν μιλάει ποτέ έτσι» μου κάνει…«Έχετε παρεξηγήσει, ένας κύριος δε μιλάει
έτσι, αν έχει μάθει πως έχει απέναντι του μία κυρία» απαντάω…Εκεί έδρασα
παιδιάστικα και πήγα κατευθείαν στο γραφείο του διευθυντή, αφού νόμιζα πως με
είχαν ακόμη το «νταχτιρντί παιδί» τους. Δεν του είπα ευθέως τι έγινε, απλά ότι
«κάποια εμπόδια βάζει ο κ. Ράλλης»!
Εισακούστηκε το παράπονο σας;
Πως, αμέ…Δυο μέρες μετά μού’ρχεται ένα εξώδικο. Μου έσπαγαν
το συμβόλαιο επειδή τάχα μου μια μέρα δεν παρουσιάστηκα στο στούντιο. Το έδωσα,
θυμάμαι, σε ένα συγγενή μας δικηγόρο, ο οποίος ήταν αριστερός και δεν πρόλαβε
να κάνει τίποτα, αφού τον τσίμπησαν και τον έστειλαν στη Γυάρο! Ο Κώστας
Χατζής, στο μεταξύ, ενώ είχε περάσει πολύς καιρός, ήθελε να με βοηθήσει.
Κανόνιζε να έρθει μαζί τους σε συνεννόηση επειδή με ήθελε σαν guest σε μια δική
του δουλειά. Έτσι ξανάπεσα μπροστά στον Ράλλη! Ήμουν πεισματάρα και τσαούσω,
αυτός πάλι με ψάρευε, δεν έλεγε κάτι συγκεκριμένο. Ήξερα ότι ήθελε έναν πίνακα
του πατέρα μου και του τον πήγα! «Κοιτάξτε, επειδή ξέρω ότι έχετε καημό έναν
πίνακα από τον πατέρα μου, αυτός σας τον δωρίζει. Χαίρετε»…Έφυγα και δεν του
είπα τίποτα άλλο. Από κει και πέρα κατάλαβα ότι σε συνδυασμό με τη λογοκρισία
και την απουσία των μεγάλων συνθετών, που έλειπαν στο εξωτερικό, είχαν αρχίσει
να ξεφυτρώνουν διάφοροι τύποι που δεν ήταν ανάλογου διαμετρήματος.
Και φυσικά να παρακολουθείτε έναν διασυρμό σας.
Ισχύει απόλυτα αυτό που λέτε, γιατί άρχισαν τα σπασμένα
τηλέφωνα από εταιρεία σε εταιρεία. Αργότερα στη ΜΙΝΟΣ, κάποιος μου είπε:
«Μαίρη, εσύ ξέρουμε ότι δεν είσαι για τα πάρτι»…Καταλαβαίνετε τώρα γιατί δεν
έκανα μεγάλη δισκογραφία, εκεί που τα πράγματα έδειχναν σοβαρά. Ταυτόχρονα με
καλούσαν στην επιτροπή λογοκρισίας για τα «Τραγούδια του Θησέα» του
Μαρκόπουλου. Με ρώταγε αυτός ο Σπανός, «Τι είναι αυτός ο νιος που μάχεται
κλπ.», μου έκαναν ανάκριση, όπου εγώ τους εξηγούσα το μύθο του Θησέα και του
Μινώταυρου (γέλια). Παρόλα αυτά, μας είχαν συλλάβει μιαν άλλη φορά και με τον
άντρα μου, όπου μας είχαν βάλει χωριστά και μας ρωτούσαν τον έναν για τον
άλλον. Να πω ακόμη ότι μας είχε βοηθήσει πολύ μεσ’ στη χούντα ο δημοσιογράφος ο
Παλαιολόγος, που έγραφε στο «ΒΗΜΑ».
Με ποιο τρόπο σας βοήθησε ένας δημοσιογράφος;
Αυτός μαζί με έναν φωτορεπόρτερ έπαιρνε σβάρνα όλες τις
μπουάτ για ένα μήνα περίπου. Έκανε αφιερώματα, συνεντεύξεις, παρουσιάσεις για
το τι ήταν ακριβώς οι μπουάτ. Τρομερά σημαντική η βοήθεια του, γιατί η χούντα
απειλούσε ότι θα μας έκλειναν όλους.
Μπουάτ «Απανεμιά»: Η Μαίρη Δαλάκου ανάμεσα στον Σπύρο Παπαδάτο και τον Γιώργο Παπαδάτο. Μαζί τους ο μικρός Μιλού.
Το 1972, ωστόσο, παρά τα τόσα προβλήματα, κάνατε και δεύτερο
δίσκο με τον Βαγγέλη Πιτσιλαδή.
Κάπου τον είχα γνωρίσει, με είχε ακούσει να λέω ξενόγλωσσα
κομμάτια και με ρώτησε «Τι κάνεις εσύ εδώ;» Ο Βαγγέλης είχε σχέσεις με την
Ελβετία, μέσω της αδερφής του, όπως και επαφές με εταιρείες σαν τη Decca. Δικά
μου λάθη κι αυτά, όταν απέρριψα τρεις πολύ σπουδαίες προτάσεις για το
εξωτερικό, οι οποίες όμως είχαν πέσει πάνω σε πολύ κακές συγκυρίες. Στο δίσκο
οι συνθέσεις ήταν δικές μου και δικές του, τον υπογράφαμε μαζί συνθετικά. Η
εταιρεία όμως έκλεισε γρήγορα και δεν είχε διάρκεια η δουλειά…Αν θέλετε βέβαια
τη γνώμη μου, οι ενορχηστρώσεις και τότε και τώρα δεν με εκφράζουν, υπήρχε μια
δυστοκία απ’ την πλευρά των μουσικών.
Πόσο καιρό μείνατε παντρεμένη με τον Καμπάνη;
Ένα χρόνο μόνο, αλλά ήμασταν πολλά χρόνια μαζί, χωρίς να
έχουμε συζήσει. Ο γιος μας γεννήθηκε το ’76. Με τον άντρα μου αρχίσαμε να
μιλάμε για γάμο όταν έπαιζα στον «Ρήγα» με τους Θάνο και Ανδρέα Μικρούτσικο,
τον Καλογιάννη και τη Δημητριάδη. Ξεκινήσαμε μεσ’ στη χούντα χωρίς να μπορούμε
να τραγουδάμε αυτά που θέλαμε. Για να πω την αλήθεια, ο Θάνος Μικρούτσικος, που
πολύ με συμπαθούσε, είχε δώσει έναν ροκ επαναστατικό τόνο στα «Τραγούδια του
Θησέα» του Μαρκόπουλου, που δεν είχαν απαγορευθεί. Με έβαζε να λέω και τα
«Νέγρικα» του Λοΐζου, τα οποία επίσης είχαμε κάνει δυνατά, ψιλορόκ! Στη μέση
της σαιζόν, έγινε το τελευταίο Πολυτεχνείο. Κλείσαμε και βγήκαμε κι εμείς στους
δρόμους. Μια βδομάδα μετά που είχε αλλάξει η κατάσταση, προβάραμε και
ξαναβγήκαμε με τα απαγορευμένα του Μίκη, τα «Τραγούδια του Ανδρέα», όλα αυτά.
Γινόταν χαμός! Δεν υπήρχε καν χώρος να σταθείς πάνω στη σκηνή του «Ρήγα»!
Θυμάμαι οι μουσικοί να μου πετάνε κρεμαστά το μικρόφωνο, αφού στη σκηνή
κάθονταν οκλαδόν οι φοιτητές. Πόσο μεγάλη αντίθεση με τις πρώτες μέρες που
είχαμε ασφαλίτες στο κοινό! Παντρευτήκαμε τελικά με τον Καμπάνη μιαν άνοιξη
εδώ, σε εκκλησιά δικιά μας στη Φιλοθέη.
Χωρίς να σταματήσετε τις εμφανίσεις σας.
Όχι, συνέχιζα. Τραγούδησα στη «Λήδρα» και κάπου εκεί γνώρισα
τον Μιχάλη Βιολάρη και κάναμε μια μεγάλη περιοδεία στην Κύπρο για ένα ολόκληρο
καλοκαίρι. Έπαιξα και με τη Δέσποινα Γλέζου, που μας έβλεπες κι έλεγες ότι
είμαστε τελείως διαφορετικές. Γίναμε πάρα πολύ φίλες με τη Δέσποινα. Πρόσφατα
άνοιξε και facebook, της έστειλα μήνυμα «Που είσαι εσύ, βρε Δεσποινιώ;» και μου
απάντησε «Σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω» (γέλια) Η Γλέζου προερχόταν από το
ροκ, αλλά ένα φεγγάρι με αντικατέστησε στην «Απανεμιά», όταν εγώ έφευγα και
πήγαινα να τραγουδήσω στο «Ροντέο» με τον Σαββόπουλο.
Πότε αυτό;
Μόλις είχε φτιάξει τα Μπουρμπούλια. Είχε αρχίσει να το
καβαλάει το καλάμι ο Σαββόπουλος! Από κει που με ήθελε παντού μαζί του, μόλις
πήγαμε εκεί, είχε την απαίτηση να βγαίνω με ένα παλιοσύνθι για να του φτιάχνω
ατμόσφαιρα. Να τραγουδάω εγώ δηλαδή την ώρα της βαβούρας κι αυτός μετά να κάνει
το κομμάτι του με τα Μπουρμπούλια. Τον κάλεσα κάποια στιγμή να κουβεντιάσουμε
στην «Απανεμιά»: «Να σου πω» του λέω, «εγώ εδώ μέσα που με βλέπεις, είμαι κυρά!
Κάνω ότι θέλω και τραγουδάω το πρόγραμμα που γουστάρω. Νιώθω μια χαρά με τον
κόσμο που έρχεται. Το κίνητρο μου, αν μείνω στο ”Ροντέο”, είναι να εξελίξω τα
κομμάτια μου»…«Α, δεν γίνεται» μου κάνει…«Κι εγώ τότε δεν γίνεται να έρθω»!
Τίμια πράγματα! Έφυγα και με αντικατέστησε η Μαρίζα Κωχ, η οποία, όταν τη
συνάντησα αργότερα σε έναν δικό της χώρο, μου είπε: «Το τι έχω τραβήξει, δεν
μπορώ να σου περιγράψω»!
Τρίτο δίσκο ξανακάνατε τη δεκαετία του 1980 πια. Λογικό με
τις στραβές που σας είχαν τύχει…
Έδινα διάφορα demos, μου τα κράταγαν πολύ καιρό, μου έλεγαν
να τραγουδήσει μέσα ο τάδε, που δεν είχε καμία σχέση με μένα…Δεν ήθελα να κάνω
δισκογραφία μ’ αυτές τις συνθήκες, ούτε κι εκείνοι ήταν διατεθειμένοι ν’
ασχοληθούν σοβαρά μαζί μου. Τότε ξεκίνησε και η καριέρα μου στη μουσική
διδασκαλία που με γέμιζε όσο τίποτα άλλο! Πέρασα κι εγώ καλά με τους μαθητές
μου, αλλά κι αυτοί, πιστεύω. Άρχισα να μεταφέρω δημιουργικά πράγματα κι εκεί.
Έφτιαξα ένα γκρουπ με μαθητές μου και κάναμε καλοκαιρινές συναυλίες. Αργότερα
κάναμε και τη ΜΟΥΣΥΝΚΑ, τον Μουσικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών, μια ανεξάρτητη
ομάδα, με την οποία δισκογραφήσαμε δουλειές, πραγματοποιήσαμε περιοδείες και
μια σειρά συναυλιών στο «Ροντέο». Με μαθητές μου επίσης φτιάξαμε μιαν άλλη
δραματοθεραπευτική ομάδα που την ονομάσαμε Πειραματάνθρωποι. Μελοποίησα τον
«Μικρό Πρίγκηπα» και δώσαμε μια εξαιρετική παράσταση στο «Θέατρο του Ήλιου» στη
Φρυνίχου. Κι εκεί πάλι κατραπακιά έφαγα! Στο Ωδείο του Κώστα Κλάββα που
δούλευα, επειδή αυτός ήταν πολύ ανταγωνιστικός με τους συναδέλφους του, μου
κοινοποίησε μια ωραιότατη απόλυση ενόσω βρισκόμουν στην Ανάφη με τη σκηνή μου.
Το λόγο δεν τον κατάλαβα ποτέ. Υποθέτω ότι δεν του άρεσε που είχα βοηθήσει
κάποιους Ρώσους άνεργους μουσικούς να πάρουν τα ένσημα τους. Είχαν έρθει αυτοί
να τους βοηθήσω, γιατί δεν ίσχυαν εδώ τα διπλώματα τους. Το έχω κάνει πολλές
φορές αυτό, να μπαίνω μπροστάντζα για όλους! Αυτούς μετά ο Κλάββας τους
«λάδωσε» και τους κράτησε, εμένα όμως μου έστειλε την απόλυση…Μόλις είχα στήσει
σκηνή μαζί με τον μικρό μου γιο…
Με τον Μάνο Χατζιδάκι πότε επιτέλους γνωρίζεστε;
Του είχα στείλει πολύ παλιά μια κασετούλα με τη φωνή μου,
που μάλλον θα παράπεσε. Γινόταν χαμός στο σπίτι του, ράφια ολόκληρα με
κασέτες…Ένας από τους μαθητές μου, λοιπόν, μου έδωσε ένα δείγμα των τραγουδιών
του για να του έλεγα τη γνώμη μου. Του είπα πως δεν είχαν δομή. Μου ζήτησε να
του δώσω ένα παράδειγμα κι έκατσα και μελοποίησα το «Αμαρτωλό» της Γαλάτειας
Καζαντζάκη. Το έφτιαξα, αλλά βάλαμε το όνομα του, μια και μου ζήτησε μετά να το
τραγουδήσω. Λεγόταν Νίκος Θωμάς.
Δηλαδή στην Κέρκυρα πήγατε, τραγουδώντας Νίκο Θωμά;
Περίπου…Υπήρχε κι ένα ολόδικό μου κομμάτι, το «Ένα Καρότσι»,
σε στίχους του Φώντα Λάδη. Το «Ένα Καρότσι» τό’χα γράψει ένα καλοκαίρι που δεν
υπήρχε μεγάλη δημιουργικότητα. Είπα να το στείλω στους Αγώνες του Χατζιδάκι. Το
μαθαίνει ο μαθητής μου και με παρακαλάει να τραγουδήσω και το «δικό του».
Στέλνουμε, λοιπόν, δύο τραγούδια. Χτυπάει λίγες μέρες μετά το τηλέφωνο μου. Το
σηκώνω κι ακούω μια φωνή: «Η κυρία Δαλάκου;»…«Ποιος είναι;»…«Η
ίδια;»…«Ναι»…«Έχετε στείλει δύο τραγούδια στην Κέρκυρα;»…«Με ποιον μιλάω;»…Δεν
μου έλεγε! Τον αναγνώρισα, λέω: «Κύριε Χατζιδάκι, εσείς;»…«Ναι, παιδί μου! Μα
που ήσουν εσύ;»…«Εδώ είμαι, κάποτε σας είχα στείλει και μια κασετούλα
μου»…«Ξέρεις, παιδί μου, ότι η ερμηνεία σου στο ”Αμαρτωλό”, θα απογειώσει το
κομμάτι και θα κερδίσεις το βραβείο;»…«Δεν το ξέρω, αλλά σας ευχαριστώ τόσο
πολύ»…«Πες μου, σε παρακαλώ» συνεχίζει ο Μάνος, «ποιος είναι αυτός ο Νίκος
Θωμάς;»…Του απαντάω: «Ένας μαθητής μου»…Με ρωτάει αν έχει γράψει άλλα τραγούδια
και μετά μου ζητάει να του στείλω εφτά κομμάτια με τη φωνή μου, όποια ήθελα,
που να τα παίζω εγώ στο πιάνο…«Είσαι και μουσικός» μου κάνει, «κι εγώ γιατί δεν
σε ξέρω;»…Τέλος πάντων, μου είπε στο τέλος να κάνουμε ένα ραντεβού στον
«Μαγεμένο Αυλό» και νά’χα μαζί μου κι άλλα τραγούδια του μαθητή μου. Τα έστειλα
τα κομμάτια και το ραντεβού μας έγινε αργότερα. Με το που πάω και με βλέπει,
μου λέει κατευθείαν: «Αυτός, παιδί μου, δεν είναι συνθέτης. Γιατί τό’κανες
αυτό;» και τα ψιλοέχασα. «Λειτούργησα λίγο σαν μαμά κλώσσα» απάντησα…«Και γιατί
δεν έβαλες τ’ όνομα σου;»…Είχε πάθει έναν έρωτα μαζί μου ο Χατζιδάκις!
Μιλήστε μου για την εμπειρία στους Αγώνες Κέρκυρας. Από κει
ξεπήδησαν και τις δύο χρονιές ονόματα τραγουδοποιών που μας απασχολούν μέχρι
σήμερα.
Κάτι είχε γίνει με κάποιο μέλος της επιτροπής. Δεν μπορούσε
να παραστεί και αντικαταστάθηκε από έναν άνθρωπο του δήμου, αν τα λέω σωστά.
Για μία ψήφο βγήκε πρώτο το τραγούδι με τον Πάνο Τσαπάρα. Θυμάμαι τον Χατζιδάκι
που ίδρωνε, όπως μας διηύθυνε, και άλλαζε συνέχεια πουκαμίσες. Εγώ καθόμουν σε
μιαν άκρη και ακούμε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού. Έρχεται προς το μέρος μου:
«Παιδί μου, δεν το ήξερα, θέλω να με πιστέψεις»…«Δεν πειράζει, κύριε Χατζιδάκι,
αρκεί που ζω το τώρα, αυτή τη στιγμή»…Με ανεβάζει στη σκηνή και με βάζει να πω
τρεις φορές το «Αμαρτωλό»! Ήθελε να δηλώσει την προσωπική του εκτίμηση. Είχα
πάθει κι εγώ έρωτα μαζί του, τον έβλεπα πως παρακολουθούσε την ανάσα μου και
πως ήθελε να με προσέξουν οι μουσικοί. Να φανταστείτε, σε μια στιγμή πήγα και τηλεφώνησα
στη μητέρα μου, που ήξερα ότι μας βλέπει από την κρατική τηλεόραση: «Μαμά,
είμαι ευτυχισμένη» της είπα και τό’κλεισα…Αυτή είναι μια συγκλονιστική στιγμή
που θα τη θυμάμαι όσο ζω!
Η εκτίμηση του Χατζιδάκι προς το πρόσωπο σας ήταν δεδομένη,
αν σκεφτούμε ότι σας κάλεσε τον ίδιο καιρό να τραγουδήσετε στην «Πορνογραφία»
του.
Έβαλε τον μουσικό Κινδύνη, που δούλεψε στην Κέρκυρα, να με
ειδοποιήσει ότι με θέλει για τις παραστάσεις της «Πορνογραφίας» που ετοίμαζε με
τον Αργυράκη. Ήταν μια περίοδος εξαντλητική από πρόβες, αλλά υπέροχη. Εκεί
γνώρισα και τα άλλα παιδιά, τον Λιούγκο, τον Λέκκα, την Κατσαγιώργη, τον
Κωνσταντίνο Τζούμα, τη Μαρία Κανελλοπούλου…
Και την Έλλη Πασπαλά.
Όχι, η Πασπαλά δεν ήταν. Η Πασπαλά αντικατέστησε εμένα στο
δίσκο. Εγώ είχα αρρωστήσει τότε κι αυτό είναι το μόνο παράπονο που είχα ποτέ
από τον Μάνο. Είχα μια χρόνια αλλεργική ρινίτιδα, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να
στάζουν υγρά πάνω στις φωνητικές μου χορδές και να μη μπορώ να τραγουδήσω. Και
τού’λεγα: «Αφήστε με να πάω στο γιατρό σήμερα»…«Όχι, μη φύγεις, σε θέλω
εδώ»…Έβγαζα πολλή δουλειά, μάθαινα τα κομμάτια στον Λιούγκο, που δεν ήξερε
νότες, κρατούσα το πιάνο, είχα αρμοδιότητες…Θυμάμαι ότι ο Μάνος δεν έδινε το ok
στον Άρη Δαβαράκη να γράψει τους στίχους στο κεντρικό τραγούδι με τις «Τρεις
Ρόζες» – εγώ έκανα τη Ρόζα Εσκενάζυ και μέχρι το τέλος ήμουν το κεντρικό
πρόσωπο της σκηνής. Ελλείψει στίχων, λοιπόν, λέγαμε «λα – λα – λα»…Σαν πιο
μεγάλο παιδί, μπορεί να λάτρευα και να λατρεύω τον Χατζιδάκι, όμως του
τηλεφώνησα μια μέρα και του είπα: «Ο Τάσος Καρακατσάνης μου είπε να σας θυμίσω
ότι εδώ και καιρό αναφέρεστε σε ένα τραγούδι που είναι της Μαρίας» – Μαρία με
έλεγε…Δεν απαντάει…«Με ακούτε, κύριε Χατζιδάκι;»…Μου απαντάει: «Εγώ δεν έχω
φτιάξει τραγούδι για γυναίκα απ’ τον καιρό της Μούσχουρη»…«Κι εγώ τι πρέπει να
κάνω, να βάλω τα κλάματα; Εγώ τραγουδούσα πριν σας γνωρίσω και θα τραγουδάω και
μετά»…«Καλά, εντάξει»…«Και κάτι άλλο: Δώστε μας στίχους για τις ”Τρεις Ρόζες”,
γιατί πρέπει να τους ποστάρω και έχουμε πρεμιέρα σε λίγες μέρες»…«Εντάξει, θα
γράψω δικούς μου στίχους»…Τον πίεσα και για τα μικρόφωνα που επίσης δεν τα
ήθελε, αφού η ορχήστρα ήταν στην απέναντι μεριά και δεν ακούγαμε ο ένας τον
άλλον! Μου έλεγε ο Κυριαζής, θυμάμαι: «Πες του τα, πες του τα, του τα λέμε κι
εμείς και δεν ακούει». Τέλος πάντων, μας τα έκανε όλα αυτά. Ήμουν σε όλες τις
παραστάσεις, ακόμη και στο στούντιο για το δίσκο. Μια μέρα έφυγα με το έτσι
θέλω. Πήγε να μου πει «Σε θέλω», αλλά του εξήγησα πως έχω φτάσει στο αμήν και
έκλεισα ραντεβού με τον γιατρό μου. Ο γιατρός μου’βαλε χέρι επειδή άργησα. Μου
σύστησε αφωνία και μου έδωσε κάτι φοβερές ενέσεις. Έβγαλα την πρεμιέρα κι
εκείνη την κρίσιμη μέρα, ο Δαβαράκης μας έφερε στα καμαρίνια τον στίχο που θα
τραγουδάγαμε. Ευτυχώς το κομμάτι ήταν στη μέση της παράστασης και προλάβαμε να
το μάθουμε. Για μένα είχε μετριαστεί όλη αυτή η δυσάρεστη κατάσταση, αλλά
ένιωθα μια πατίνα, πως να το πω…Κάτι μεσολάβησε με τις ημέρες, κάναμε παύσεις,
οπότε εγώ είχα κάνει τις αφωνίες μου και του τηλεφώνησα: «Κύριε Χατζιδάκι, εγώ
είμαι εντάξει από δω και πέρα». Τον ακούω να μου λέει: «Παιδί μου, με πίεζαν
από την εταιρεία και βρήκα μια νέα τραγουδίστρια να πει τα τραγούδια σου»!
Έμεινα κόκαλο! Ήταν σαν να με απάτησε ο αγαπημένος μου…Δεν του είπα τίποτα, τι
να τού’λεγα; Με πείραξε γιατί είχα πέσει με τα μούτρα…
Έμαθε ποτέ ο Χατζιδάκις για τα τραγούδια του Βλάση;
Θα σας πω…Ο Βλάσης πήρε τα τραγούδια και τα κυκλοφόρησε στον
Καναδά με το όνομα μου, κανονικά, ως τραγουδίστρια. Εκείνος ως Γιώργος Βλάσης,
φυσικά. Στις πρόβες της «Πορνογραφίας», έρχεται μια μέρα ο Μάνος, σηκώνομαι εγώ
απ’ το πιάνο και μου κάνει «Όχι, μη σηκώνεσαι». Παίρνει ένα σκαμπό και κάθεται
δίπλα μου. Αρχίζω να του παίζω τα κομμάτια αυτά. «Δικό σας δεν είναι αυτό;»…Και
μετά: «Κι αυτό;»…Παθαίνει πλάκα! «Που τα ξέρεις εσύ αυτά τα τραγούδια;»…Του λέω
όλη την ιστορία…«Που ειν’ αυτός τώρα, ξέρεις;» με ρωτάει…«Μου είπαν ότι πλέον
δουλεύει στην Ολυμπιακή»…Ο Βλάσης, πράγματι, ήρθε απ’ τον Καναδά, δούλεψε στην
Ολυμπιακή, απ’ όπου έφυγε με τον βαθμό του διευθυντή και, όπως αποδείχτηκε,
ήταν για ένα διάστημα ο γραμματέας του Χατζιδάκι, που του τα’χε κλέψει! Με
παρακάλεσε να τα τραγουδήσω και να του τα δώσω σε μια κασέτα να τά’χει για το
αρχείο του. Το έκανα, αλλά δεν νομίζω να έγινε και τίποτα στη συνέχεια.
Αργότερα, ένας φίλος παραγωγός ανακάλυψε ότι τα δύο που δεν τα είχα πει, τα
ενορχήστρωσε τελικά ο Δήμος Μούτσης και τα τραγούδησε η Ζωζώ Κυριαζοπούλου. Του
τηλεφώνησα πάλι του Μούτση, αλλά δεν θυμόταν τίποτα…
Η Μαίρη Δαλάκου (στη μέση) στην παράσταση «Πορνογραφία» (1982) του Μάνου Χατζιδάκι
Φοβερή ιστορία είναι αυτή με τα κλεμμένα τραγούδια του
Χατζιδάκι! Την Έλλη Πασπαλά τη συναντήσατε ποτέ;
Πέρασα μετά από τον Σείριο, στις παραστάσεις του Χατζιδάκι,
γιατί αυτός που’χε την επιχείρηση ήταν ο Λάκης Τελκής, ο γαμπρός του Κώστα
Χατζή. Αυτός μου τηλεφώνησε και μου είπε: «Έλα, θα χαρεί να σε δει ο
Χατζιδάκις». Πήγα…Στο διάλειμμα, κατέβηκα στα καμαρίνια, συνάντησα την Πασπαλά,
χαιρετηθήκαμε. Ο Μάνος σηκώθηκε, με αγκάλιασε, με φίλησε. Εγώ μόλις είχα κάνει,
το ’86, τον τρίτο δίσκο μου, το «Μετά την παράσταση». Μου λέει ο Μάνος: «Άκουσα
κάποια τραγούδια σου στο ραδιόφωνο. Δεν είναι του ύψους σου»! Απαντάω: «Δεν
πειράζει. Όλοι έχουμε δικαίωμα να παίξουμε, ανάλογα με την ψυχική στιγμή που
βρισκόμαστε και συν τοις άλλοις ήμουν πολύ ερωτευμένη όταν τα
έγραφα»…Χαμογέλασε…«Καλά! Γράφεις;»…«Πως δε γράφω!»…«Θα μου φέρεις μια κασέτα
σου;»…«Γιατί, κύριε Χατζιδάκι, έχετε άδεια ράφια;»…Αυτό ήτανε! Ο Λιούγκος με
έπιασε και μου είπε πως ο Μάνος έλεγε τα καλύτερα για μένα, ότι «αυτή είναι
αυτόφωτη, δεν έχει ανάγκη κανέναν» κλπ.
Το «Μετά την παράσταση» εμένα μού’χε αρέσει, ήταν ένα αμιγώς
ροκ άλμπουμ.
Ναι, ροκ θα τον έλεγες, που έπαιξαν μέσα καλοί μουσικοί. Μου
άρεσε εμένα η ροκ μουσική κι ήθελα κάτι άλλο, έχοντας φάει τα στραπάτσα μου από
το έντεχνο. Ήθελα κάτι πιο ανατρεπτικό, πιο ζόρικο, πιο ελεύθερο. Λίγο μετά
αρχίσαμε να στήνουμε το home studio μας με τον γιο μου, τον Κωνσταντή. Φτιάξαμε
ένα γκρουπ ηλεκτροακουστικό, με το οποίο δώσαμε πάρα πολλά και ωραία live. Πήρα
ένα σύνθι κι έπαιζα όρθια γιατί ήθελα ελευθερία στο σώμα. Ο γιος μου έπαιζε
βιολοντσέλο, είχαμε δωδεκάχορδη κιθάρα, μπάσο, τύμπανα και μετά προσθέσαμε ένα
φλάουτο και ένα όμποε. Από το σχήμα περνούσαν μαθητές μου, εννοείται.
Το ροκ, ας το πούμε, χαρακτήρισε τη δεύτερη ή την τρίτη
καριέρα σας. Κάνατε πολλές ανάλογες συνεργασίες.
Βέβαια. Κάναμε ένα σχήμα με τον Ηρακλή Τριανταφυλλίδη που
είχε τη Λερναία Ύδρα και παίζαμε στο «Ηλεκτρόνιο», ένα ροκ κλαμπ χαμηλά στη
Χαίιδεν. Ήμασταν ο Ηρακλής, η Δέσποινα Γλέζου, ο Άγγελος Σκορδίλης κι εγώ.
Ταιριάξαμε πάρα πολύ ωραία! Δεν ήμουν καθόλου έξω απ’ τα νερά μου, αφού ένα ροκ
στοιχείο ανέκαθεν υπήρχε μέσα μου.
Και επίσης ουδέποτε περάσατε από τις λαϊκές πίστες όπως
έκαναν άλλοι κι άλλοι συνάδελφοί σας.
Όχι, ποτέ. Κι όποια λαϊκά τραγούδια αγάπησα, δεν προσπάθησα
να τα αποδώσω παίζοντας λαϊκά με τη φωνή μου. Θεωρούσα ότι θα’ναι κάτι ψεύτικο.
Προσπάθησα να λέω τα τραγούδια με έναν συναισθηματικό τρόπο, που άγγιζε εμένα.
Και φτάνουμε στο 2002 με τις «Κόκκινες μπογιές», όπου εκεί
περνάτε σε έναν αμιγώς ηλεκτρονικό ήχο.
Συνεργαστήκαμε εκεί με τον μαθητή μου, τον Αντώνη Καρατζίκο,
που μου έφερε τα κείμενα του. Είχε μεγάλη ευχέρεια στο γράψιμο αυτός. Μου
ζήτησε να του δώσω μελωδίες για να έγραφε στίχους πάνω τους. Έτσι έφτιαξε το
πρώτο κομμάτι, τις «Κόκκινες μπογιές». Με το που τ’ άκουσα, εντυπωσιάστηκα με
το πόσο ένας άνθρωπος κατάφερε να αποδώσει όλα όσα είχα μέσα μου. Από τότε,
κάναμε κι άλλα κομμάτια, έγραψε και αγγλικούς στίχους σε μουσικές του γιου μου,
ο οποίος είναι ηλεκτρονικός μουσικός και συνθέτης.
Ακολούθησε το δικό σας δρόμο ο γιος σας.
Έπαιζε μαζί μου για πάρα πολλά χρόνια, αλλά άρχισε να
εκδηλώνει ενδιαφέρον για τη μουσική τεχνολογία. Τις «Κόκκινες μπογιές» εδώ μέσα
τις φτιάξαμε και όχι με τον απόλυτα σύγχρονο ηλεκτρονικό τρόπο.
Λογικό, πάνε σχεδόν και 20 χρόνια απ’ αυτή τη δουλειά.
Έτσι, γι’ αυτό και τη μίξη την κάναμε έξω, σε άλλο στούντιο.
Σε τι φάση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό, κυρία Δαλάκου;
Έχω κάνει ένα δίσκο με τίτλο «Όλα αλλάζουν», που κυκλοφορεί
ψηφιακά σε ηλεκτρονική πλατφόρμα, όπως και στο bandcamp. Επίσης, πήρα την άδεια
από την Hitch Hyke που έκλεισε και έβαλα και τις «Κόκκινες μπογιές» στο
bandcamp. Άσ’ τα να υπάρχουν…Τώρα ετοιμάζω τον «Βυθό», έναν υπέροχο κύκλο
τραγουδιών του Φώντα Λάδη με κάποια κομμάτια γραμμένα από παλιά, που τα’χα πάει
και του Χατζιδάκι σε κασέτα. Εννοείται πως σήμερα ο ήχος μεταλλάχτηκε. Θα τον
έλεγα ambient. Εδώ θέλω να’μαι τώρα!
Σας βρίσκω, λοιπόν, δημιουργική να ασκείτε την τέχνη σας,
αλλά και την κριτική σας στα κακώς κείμενα μέσω των social media.
Δεν μ’ αρέσει να μπαίνω σε κουτάκια. Προέρχομαι από το ΚΚΕ
Εσωτερικού, αλλά θέλω να’μαι ελεύθερη να κριτικάρω, ακόμη κι αυτά, στα οποία
πρόσκειμαι ιδεολογικά. Σαφώς ρέπω σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο, αφού κάποια
πράγματα δεν αλλάζουν κι εγώ ποτέ δεν βρέθηκα απ’ τό’να άκρο στο άλλο! Μουσικά,
είναι πολύ λίγα τα πράγματα που θα με κάνουν να πω: «Α, για κάτσε ν’ ακούσω τι
είναι αυτό»…Νομίζω πως κάποιοι καλλιτέχνες ακόμη είναι εγκλωβισμένοι στο ίματζ
τους και δεν θέλουν να ρισκάρουν.
Υπάρχουν στεγανά στη μουσική κατά τη γνώμη σας;
Όχι, δεν έχω στεγανά, ανεξάρτητα αν τα πράγματα είναι πολύ
συγκεκριμένα μέσα μου. Όσα ακούω και μου αρέσουν, μπορεί να’ναι κάποια απ’ αυτά
που δεν θα επέλεγα να τραγουδήσω εγώ. Ξέρω, νιώθω τι είναι αυτό που μου πάει
και δεν θα με «τραβήξει» κάτι ξένο.
Πότε με το καλό θα βγει ο νέος δίσκος σας;
Πολύ σύντομα, πιστεύω. Από την προηγούμενη εταιρεία, τη
Hitch-Hyke, μου έδωσαν ιδέες μήπως βγει σε CD κανονικά, όχι ψηφιακά δηλαδή. Θα
το ήθελα και για τον Φώντα τον Λάδη, να είμαι ειλικρινής, αφού η προηγούμενη
δουλειά μου ήταν σε δικούς μου στίχους. Δουλεύουμε πολύ αρμονικά με τον γιο μου
και σε απόλυτη συνεννόηση. Εγώ συνθέτω, ενορχηστρώνω, γράφω τις φωνές και μετά
τα παίρνει αυτός και τα επεξεργάζεται ηλεκτρονικά. Ο Κωνσταντής μένει μόνιμα
στη Φραγκφούρτη.
Άρα μια μοναξιά θα τη νιώθετε κι εσείς εδώ μέσα.
Όχι, γιατί πλέον έρχονται πάρα πολύ συχνά με την κοπέλα του,
τέσσερις φορές το χρόνο. Μετέφερε με φορτωτική όλο το στούντιο του μέσα, εδώ,
όταν τέλειωσε τις σπουδές του στην Αγγλία. Δεν είναι πια ο ερασιτέχνης που
ήταν, τότε που φτιάχναμε τις «Κόκκινες μπογιές». Κάνει παραγωγές, ασχολείται
και όποτε είναι εδώ δουλεύουμε.
Φίλοι σας ποιοι θα λέγατε ότι είναι σήμερα;
Φίλος μου είναι ο Δημήτρης Λέκκας, τον νιώθω πολύ δικό μου
άνθρωπο. Υπάρχουν κι άλλοι που δεν βλεπόμαστε τόσο συχνά, όπως ο Ηρακλής
Τριανταφυλλίδης, με τον οποίο ανέκαθεν συνεννοούμασταν με λίγα, όχι περιττά.
Έχω καλούς φίλους πολλούς από τους μαθητές μου, είμαστε σαν οικογένεια. Μιλάω
τακτικά στο facebook με τον Γιάννη Σιαμσιάρη, που τον λατρεύω. Με τον Μιχάλη
Τρανουδάκη, επίσης, που τον ξέρω από τη συνεργασία του τα πρώτα χρόνια με τη
Σοφία Μιχαηλίδη.
Μου εμπιστευθήκατε τη ζωή σας όλη και σας ευχαριστώ
ειλικρινά. Πως θα θέλατε να κλείσουμε;
Μ’ αυτό που έλεγα τις προάλλες με μια φίλη μου: Νιώθω καλά
όσο είμαι όρθια και ενδιαφέρομαι ακόμα να γράφω μουσική. Νιώθω πιο ελεύθερη
τώρα. Παρόλο που πέρασα καλά με τους μαθητές μου, ήταν και πολλά τα χρόνια, 35
για την ακρίβεια. Εγκλωβίστηκα λίγο στα ωδεία, αν και καταλαβαίνω πως οι
μαθητές μου έζησαν μοναδικές εμπειρίες. Κι εγώ πέρασα καλά, αλλά εν πάση
περιπτώσει αυτή τη στιγμή κάνω ότι θέλω, με την άνεση που θέλω, και σταματημό
δεν έχω. Ελπίζω να καταφέρω να ξεκινήσω κι αυτό το βιβλίο που πάντα ήθελα να
γράψω, για το οποίο μου έλεγε ο φίλος μου, ο Χάρης Κατσιμίχας: «Γράψ’ το, μωρή
Δαλάκου! Και φωτοτυπημένο να μας τό’δινες, εμείς και πάλι θα το πληρώναμε, θα
το αγοράζαμε» (γέλια)
Μαίρη Δαλάκου - Μπόσκο (Σεπτέμβριος 2019)
* Η συνέντευξη με τη Μαίρη Δαλάκου πραγματοποιήθηκε στο σπίτι της τον Σεπτέμβριο του 2019