Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Κατερίνα Χέλμη: «Περίμεναν να γίνω η απόλυτη πρωταγωνίστρια στις πουτάνες»


Δεν είναι η γυναίκα ελευθερίων ηθών που σερνόταν στα πόδια του νταβατζή ή έδινε μάθημα ανθρωπιάς στον υπερσυντηρητικό γυμνασιάρχη Βασίλη Διαμαντόπουλο. Ούτως ή άλλως, ζωή και τέχνη, ειδικά στον χώρο της υποκριτικής, ουδεμία σχέση έχουν. Παράξενο πράγμα που είναι η ηθοποιία πάντως! Να έχεις την εικόνα ενός ρόλου που την έκανε πανελληνίως κοσμαγάπητη, αυτόν μιας «κοινής» γυναίκας μες στην υστερία της αναξιοπρέπειας και απέναντί σου να κάθεται μια ώριμη, περιποιημένη κυρία, που είναι το ακριβώς αντίθετο, η αξιοπρέπεια ενσαρκωμένη! Διότι η Κατερίνα Χέλμη αποπνέει μιαν αριστοκρατικότητα από την εξωτερική της εμφάνιση μέχρι τον τρόπο που μιλάει. Αργή εκφορά λόγου, ήρεμη μάλλον, σαν να υπολογίζει καλά τις λέξεις που θα πει, παρά τον αυθορμητισμό και το θάρρος της γνώμης της. Μπαίνοντας στο σπίτι της, ξεχώρισα ένα μεγάλο πορτρέτο του Κωνσταντίνου Καραμανλή με ιδιόχειρη αφιέρωση στον άντρα της, τον ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Σβολόπουλο. «Συνδέονταν με φιλία», με ενημέρωσε, «ο σύζυγός μου, ξέρετε, ήταν από τους στυλοβάτες του Ιδρύματος Καραμανλή». Παρατήρησα και την πλούσια δισκοθήκη της: κλασική μουσική, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, αλλά και Tom Waits, Marianne Faithfull. Όταν ζήτησα τη γνώμη της για την τελευταία, μου απάντησε πως τραγουδάει πλέον σαν άντρας, γι' αυτό και της αρέσει. Και η ίδια άλλωστε δηλώνει «αντράκι» στην ακόλουθη συνέντευξη. Περιμέναμε την Κατερίνα Χέλμη να ετοιμαστεί για τη φωτογράφιση, να ντυθεί και να φτιαχτεί, ως γνήσια κοκέτα. «Σαν βασίλισσα μοιάζετε», της είπα για να με διορθώσει: «Πριγκίπισσα καλύτερα». Από 'κει και πέρα, η συζήτηση κύλησε σαν νερό, με την υφή ενός απολαυστικού λεκτικού πινγκ-πονγκ μεταξύ μας.

Σας θυμάμαι το 1999 στο Σύνταγμα, δίπλα μου, κ. Χέλμη, στη συναυλία κατά των βομβαρδισμών στη Σερβία. Τραγουδούσαμε παρέα «Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα» του Θεοδωράκη κι ήσασταν απ' τους λίγους που δεν ήταν άχαροι μες στο πλήθος. Στη ζωή σας έχετε κατέβει πολύ στους δρόμους;

Το θυμάμαι κι εγώ, ναι! Όχι μόνο κατέβαινα στους δρόμους, αλλά έχω φάει και ξύλο. Εργαζόμουν στη Θεσσαλονίκη, στο ΚΘΒΕ, και όταν έγινε η δεύτερη εξόρμηση των παιδιών κατά της δικτατορίας του Ιωαννίδη βγήκα κι εγώ μαζί τους στον δρόμο. Με μάζεψαν οι χωροφύλακες και, νταν-νταν, με άρχισαν στο ξύλο! Με γλίτωσε ο διευθυντής του θεάτρου που πήγε και τους είπε «οι καλλιτέχνες είναι έτσι» ή «ο ρόλος της είναι αυτός» κ.λπ.

Σας κάλυψε, με λίγα λόγια.

Ήταν χούντα και αυτό έπρεπε να κάνει.

Εσείς ήσασταν αριστερή;

Όχι, εγώ είμαι αναρχική. Δεν ήμουν ποτέ με κανέναν, δεν μπόρεσε κανείς να με «τοποθετήσει» ή να μου βάλει βραχιολάκι. Είχα χαρακτήρα αυτεξούσιο.

Έτσι ορίζετε την αναρχία;

Θέλω να κάνω ό,τι μου αρέσει εμένα. Και με τον πατέρα μου είχα κόντρες, αλλά με βοήθησε. Του άρεσε να έχω τον χαρακτήρα αυτό, γιατί ήταν σαν τον δικό του. Ούτε με στιγμάτισε το ξύλο από τους ασφαλίτες! Καλό μου 'κανε, αν και τα μάτια μου είχαν γίνει μπλε από κάτω απ' τις γροθιές. Βαράγανε τα παιδιά όπου να 'ναι, το θυμάμαι και ζαλίζομαι.

Αίσθησή μου είναι ότι μεγαλώνετε σαν το παλιό καλό κρασί, αλληλένδετα το ταλέντο και η προσωπικότητά σας.

Εγώ διαλέγω τα πράγματα! Στη Θεσσαλονίκη είχα πάει γιατί μας έκλεισαν το θέατρο της Βεργή. Όταν ήταν εδώ το ΚΘΒΕ πήγα σε μια δεξίωση, όπου μίλησα με τους συναδέλφους. Βρέθηκε ο Χρήστος Πάρλας και μου είπε: «Γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ στη Θεσσαλονίκη που σου πάει το ρεπερτόριο; Θα σε θέλει κι ο δάσκαλός σου ο Κωτσόπουλος» − ο μέγας τραγωδός Θάνος Κωτσόπουλος, αν τον γνωρίζετε.

Δεν τον γνωρίζω απλώς, τον είχα κι εγώ δάσκαλο για ένα φεγγάρι στη σχολή κινηματογράφου.

Έτσι, λοιπόν, δεν είχα δουλειά και ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορούσα να μείνω «αργή» λόγω οικονομικών προβλημάτων. Ήθελα και να παίζω σε σοβαρό θέατρο. Όταν λέμε «σοβαρό θέατρο», εννοούμε αυτό της μεγάλης κουλτούρας, το κλασικό ρεπερτόριο.

Και το μη σοβαρό θέατρο ποιο ήταν, οι επιθεωρήσεις;

Ε, ναι, δεν τα ήθελα αυτά.

Δεν πήγαιναν στο παίξιμό σας ή τα σνομπάρατε γενικώς;

Δεν μου 'κανε κέφι. Ακόμα και στα «Κόκκινα Φανάρια» που παίζαμε με τον Δαμιανό και τη Χρονοπούλου, είχαμε έναν σπουδαίο σκηνοθέτη. Από κει, στο θέατρο, με είδαν ο Φίνος με τον Δαλιανίδη και με πήραν στην ταινία «Νόμος 4000».

Καλή ταινία ήταν αυτή, που σήμερα στέκει σαν ντοκιμαντέρ περισσότερο.

Ναι, αν και μένα μου θυμίζει νεορεαλιστικό κινηματογράφο της Ιταλίας μαζί με στοιχεία κι από άλλα «μπιτνίκικα» εργάκια.

Είπατε πριν ότι είχατε τη βοήθεια του πατέρα. Ήσασταν από φιλότεχνη οικογένεια;

Κατάγομαι από την Κεφαλονιά. Ήσυχοι άνθρωποι ήταν οι γονείς μου. Ο πατέρας μου είχε συγγενείς δασκάλους, πήγα σε καλά σχολεία. Κάναμε ξένες γλώσσες, μουσική, θεατρικές παραστάσεις. Το ίδιο και από τη μεριά της μητέρας μου, είχα έναν θείο του Πολυτεχνείου. Μορφωμένοι άνθρωποι γενικά, κοινωνικά τακτοποιημένοι. Ο αδερφός μου, σπουδαίος, ακολούθησε εμένα. Αυτός πήγε στο Βερολίνο και σπούδασε θεατρικές επιστήμες, θεωρητικός δηλαδή. Πώς έχουν σήμερα στα πανεπιστήμια τη θεατρολογία; Ο αδερφός μου την έφερε πρώτος εδώ. Όταν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, μπήκε στην ΕΡΤ και ασχολήθηκε με το ρεπερτόριο στο «Θέατρο της Δευτέρας» από κοινού με τον Σπύρο Μηλιώνη.

Τον έχετε τον αδερφό σας;

Όχι, δυστυχώς.

Ήσασταν δεμένοι;

Πολύ. Γύριζα τη μία ταινία πίσω απ' την άλλη για να μπορώ να συνεισφέρω στις σπουδές του στο Βερολίνο. Έτσι ήμασταν δεμένοι! (κάνει κίνηση δένοντας τα χέρια της)

Το να δουλεύεις για να προσφέρεις στον άλλον φανερώνει κι ένα έντονο αίσθημα αλληλεγγύης.

Δεν μου αρέσει το άδικο.

Το είχατε από μικρή το αίσθημα αυτό;

Μάλλον. Δεν με πείραξε ποτέ και κανείς. Στο σχολείο που πήγαινα, το ψωμάκι που μου 'δινε η μάνα μου, το μισό το έδινα. Μια φορά πήγε μία να μου το πάρει και μου το 'ριξε κάτω. Την άρπαξα απ' τις κοτσίδες!

Είσαστε απ' τους λίγους Έλληνες ηθοποιούς που έχουν περάσει απ' όλες τις μεγάλες σχολές: Εθνικό, Τέχνης και Πέλου Κατσέλη. Πώς συνέβη αυτό;

Ήμουν καλά στο Εθνικό, αλλά ο Βασίλης Διαμαντόπουλος μου έβαλε την ιδέα: «Έλα και από τον Κάρολο, πρέπει να μάθεις απ' αυτόν, γιατί έχεις κάτι που πρέπει να το διδαχτείς». Έτσι άλλαξα σχολή, τόσο απλά. Με θέλανε.

Ποια ήταν η διαφορά μεταξύ του Εθνικού και του Τέχνης;

Το ένα ήταν κλασικό. Μάθαμε την ορθοφωνία από έναν πολύ σπουδαίο δάσκαλο, τον Βαφειά, του οποίου ο γιος συνεχίζει στις δραματικές σχολές σήμερα. Είχαμε και σπαθομαχία, ξιφασκία δηλαδή, μεταξύ κοριτσιών κι αγοριών.

Έχω ξανακούσει γι' αυτά τα μαθήματα και αναρωτιέμαι σε τι ακριβώς βοηθάνε τον ηθοποιό.

Δεν είναι απλώς σε περίπτωση που το χρειαστείς σε έναν ρόλο.

Ε, ναι, δεν παίζατε κιόλας τους «Τρεις σωματοφύλακες».

Ούτε όλες οι κοπέλες έπαιζαν την Ολίβια ή τη Βιόλα στον Σαίξπηρ. Η ξιφασκία μάς βοήθαγε στο θέμα της ετοιμότητας, να μπορείς να δημιουργήσεις στη σκηνή, αν χάσεις τα λόγια σου, ή να μπορέσεις να καλύψεις μια κίνηση που ξέχασες. Κάποια στιγμή που έπαιζα με τον Γεωργίτση στη Βεργή τη «Μαύρη Κωμωδία» κάναμε σκοτάδι με μεγάλο φως. Κρατούσε ο Φαίδωνας ένα αγαλματάκι που του είχε σπάσει το ποδαράκι και δεν έπρεπε να το δει το κοινό αυτό. Πήγα προς την κουίντα και με μια-δυο κινήσεις του έδωσα μια σπρωξιά και το πήγα μέσα, το έκρυψα. Την κινησιολογία τη σπούδασα στο Εθνικό. Στον Κουν, πάλι, εμβαθύναμε στον χαρακτήρα.

Σας συμπαθούσε ο Κουν;

Πώς; (γέλια) Ήταν λακωνικός! Δεν με χώνευε (χαμηλώνει τη φωνή της).

Δεν με εντυπωσιάζει αυτό που ακούω.

Δεν ξέρω. Εγώ ήμουν ένα γλυκό κορίτσι, λίγο κορτατζού, κι αυτός με έπιασε και μου είπε: «Δεν έχω παρουσία για εσάς στο επόμενο έργο, φροντίστε να πάτε κάπου αλλού». Έφυγα!

Σας πείραξε αυτό;

Όχι. Μπορεί να είχε αυτήν τη διάθεση, δεν αλλάζει όμως το ότι ήταν ένας υπέροχος δάσκαλος που έδειχνε πράγματα πολλά. Πηγαινοερχόταν όλη την ώρα με ένα τσιγάρο στο στόμα και σου έδειχνε πάντα. Δεν μπορείς να μη συγχωρήσεις τον χαρακτήρα του.

Μετά όμως, στο Λαϊκό Θέατρο του Πέλου Κατσέλη, δουλέψατε με τον Κατράκη.

Και με την Αλέκα Κατσέλη, τη γυναίκα του Πέλου, σε έργα του Λόρκα και πολλά άλλα. Ο Πέλος είχε ωραία κίνηση, μου έλεγε: «Πρόσεχε τις κινήσεις σου, γιατί είσαι εντυπωσιακό κορίτσι και δεν θέλω υπερβολές». Αυτό πήγαινε και στην κίνηση και στην έκφραση, τα ήθελε όλα απλά και λιτά. Ξέρετε, είναι η πρώτη φορά που τα λέω αυτά, που με «πηγαίνει» κάποιος εκεί, και στενοχωριέμαι λίγο.

Για ποιον λόγο;

Δεν ξέρω, μ' έπιασε κάτι (ακουμπάει το στήθος της με μια έκφραση δυσφορίας). Η συγκίνηση...

Είστε ευσυγκίνητος άνθρωπος;

Ναι! (ζωηρά) Είμαι!

Να μη βλέπετε δελτία ειδήσεων με τα διογκωμένα δράματά τους.

Σωστά! Είμαι πολύ ευσυγκίνητη! Να το ψάξω μέσα μου λέτε;

Ποτέ δεν είναι αργά.

Τις προάλλες κάναμε ένα μνημόσυνο για τα τέσσερα χρόνια από τη φυγή του Χρήστου Πάρλα. Αφού είπα ό,τι είχα να πω, στο τέλος έμπηξα τα κλάματα κι έφυγα κουρέλι.

Πού είναι το κακό;

Ωραίο δεν είναι; Κλαίω με την πρώτη αφορμή.

Και δεν ντρέπεστε μπροστά σε άλλους.

Όχι, δεν μου αρέσουν αυτοί που ντρέπονται. Δεν είναι αληθινοί άνθρωποι. Δεν θα τους έλεγα κακούς, αλλά ανώριμους και ανασφαλείς.

Είστε ακραία σε όλα τα συναισθήματά σας;

Άμα μου πεις κάτι αστείο, γελάω δυνατά. Φεύγει από μόνο του το γέλιο μου.

Γελάτε τακτικά;

Ναι, γελάω.

Με τι;

Και στην τηλεόραση μπορεί να δω καραγκιοζιές και να γελάσω, μ' ευχαριστεί.

Λένε πως οι άνθρωποι που εκφράζονται δυνατά, κρατάνε και καλές σχέσεις με τους άλλους. Ισχύει;

Πώς, ισχύει! Ο Πάρλας μου ζήτησε να βαφτίσω τη δεύτερη κόρη του. Γίναμε φίλοι παίζοντας στο θέατρο. Αδέλφια! Συνάδελφος, με όλη την έννοια της λέξεως, τόσο που η φιλία μας άγγιξε τη συγγένεια. Έτσι λένε οι χριστιανοί, όταν βαφτίζεις ένα παιδί, μπαίνεις στη σειρά των συγγενών του.

Ανοησίες. Εγώ έχω 30 χρόνια να δω τους νονούς μου, αν ζουν κιόλας.

Λένε πως η νονά γίνεται πνευματική μητέρα.

Εκκλησιάζεστε;

Πηγαίνω σε ένα μοναστήρι εδώ παραπάνω. Μου αρέσει η διακριτικότητα σ' αυτά.

Παρακολουθείτε τη λειτουργία και φεύγετε μετά;

Ξέρετε, πάντοτε ήμουν θεοσεβούμενη, γιατί το 'χα από την οικογένειά μου, απ' τη γιαγιά μου, η οποία μας πήγαινε στο Κατηχητικό.

Με το ζόρι;

Όχι, όχι. Έλεγε: «Πήγε στο Κατηχητικό το Κατερινιώ μου, που θα γίνει μια σπουδαία ηθοποιός σαν την Κυβέλη;». Με την Κυβέλη με παρομοίαζε! Δεν ήρθε ποτέ να με δει!

Πώς κι έτσι;

Θα 'χε τα δικά της. Έκανε οκτώ παιδιά, ανάμεσά τους τον πατέρα μου, φορούσε τα καπελίνα της... Μετά, που την είχαμε σπίτι, μπήκε στη ζωή μας. Όταν έφυγα και πήγα για δουλειά στη Θεσσαλονίκη που σας είπα, είδα ότι οι άνθρωποι εκεί ασχολούνταν πιο πολύ με τη θρησκεία, πήγαιναν στις εκκλησίες.

Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει το περίφημο: «Θεέ μου, πόσες αμαρτίες πρέπει να έχει διαπράξει αυτή η πόλη για να έχει τόσο πολλές εκκλησίες!».

Ακριβώς. Οι άνθρωποι εκεί ήταν πιο θεοσεβούμενοι συγκριτικά με τους Αθηναίους. Νοίκιαζα ένα σπίτι μαζί με μια φίλη, που έγινα και κουμπάρα της μετά, η οποία με παρότρυνε να έχω έναν σκεπτικισμό, να είμαι ταπεινή, να μη σκορπίζομαι.

Μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, που λέει κι ο ποιητής.

Τον έχω υπηρετήσει κι αυτόν!

Τι εννοείτε;

Πήγα με τον Μοσκώφ στην Αλεξάνδρεια, όπου απήγγειλα τα ποιήματα του Καβάφη.

Είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής;

Είναι! Πρέπει να μπορείς να δεις μέσα στην ποίησή του, να διεισδύσεις, αλλιώς... Αρνάκι άσπρο και παχύ.

Στη ζωή σας συγχρωτιστήκατε με ποιητές;

Όταν ήμουν μαθήτρια, είχα έναν πολύ καλό φίλο, τον Δημήτρη Χριστοδούλου.

Που έγραψε και τα καλύτερα λαϊκά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.

Αυτός, ναι! Με λάτρευε και με θαύμαζε σαν φιγούρα, σαν κορίτσι. Δεν μου «κόλλησε» ποτέ, μαζί μου ήτανε... τι να σου πω τώρα! «Κατερίνα, εσύ έχεις μυαλό», μου 'λεγε, «πρέπει να μπεις στο πανεπιστήμιο». «Δεν έχω καιρό», του απαντούσα, «πάω στη σχολή». Τελείωνα το Γυμνάσιο, πήγαινα και μπαλέτο ταυτόχρονα. Ήμουν γεμάτη. Ήμασταν μια παρέα από μικρά παιδιά με τον Ευαγγελάτο και τον Σβολόπουλο, τον μετέπειτα σύζυγό μου.

Αλέκος Αλεξανδράκης - Κατερίνα Χέλμη

Η γιαγιά σάς έβλεπε Κυβέλη, άρα να υποθέσω ότι ξέρατε από νωρίς τι θα κάνετε.

Μα, ναι, έπαιζα στο θέατρο του σχολείου. Η τάση των καλλιτεχνών φανερώνεται στα σχολεία με τις σχολικές γιορτές, τα ποιήματα, τις παραστάσεις, ακόμα και με τις εθνικές γιορτές. Εκεί γίνεται το πρώτο αλισβερίσι. Πολύ αργότερα αυτά τα πράγματα τα έβαλαν στα σχολεία η Μελίνα με τον Ντασέν. Όλα τα σχολεία από τα οποία πέρασα εγώ είχαν να κάνουν με τα καλλιτεχνικά, με το πιάνο.

Παίζετε πιάνο;

Τώρα όχι, αλλιώς θα το βλέπατε εδώ. Έπαιζα, αλλά το θέατρο σε απορροφάει. Μου έλεγε ο Γιώργος Παππάς, που τον είχα δάσκαλο στο Εθνικό, επειδή αργούσα απ' το ένα μάθημα στο άλλο: «Άκουσε να σου πω, Χέλμη, και τα δύο θέλουνε μελέτη, ή θέατρο ή μουσική!». Το πιάνο ήθελε πολλή δουλειά, δεν γινόταν! Τι γοητεία.

Ο Παππάς, ε; Εντυπωσιακός άνδρας ήταν, ο γιος της ποιήτριας Μυρτιώτισσας.

Με κοιτούσε μ' αυτά τα μάτια του και μου μιλούσε! Έπαιξε στο σινεμά πολύ με τη Λαμπέτη και με την Κυβέλη! Η μητέρα του, η Μυρτιώτισσα, εδώ παραπάνω έμενε.

Πείτε μου με ποιον τρόπο αναζητούσατε το δικό σας ερμηνευτικό στίγμα.

Ερχόταν από μόνο του. Ο Διαμαντόπουλος μου είχε πει ότι πρέπει να έχω μέσα μου άλλες ζωές.

Καλή ατάκα!

Δεν το 'πα εγώ, ο Διαμαντόπουλος το 'πε όταν έπαιζα ένα κορίτσι απ' τους «Εκατομμυριούχους της Νάπολης». Και μόνο ένα βιβλίο να διαβάσω, ξέρω τι χώρος θα του ανήκει μέσα μου.

Ο Διαμαντόπουλος, να ένας αναρχικός καλλιτέχνης.

Όλοι αυτοί ήταν τόσο χρεωμένοι, που αναγκάστηκαν να φύγουν στο εξωτερικό. Το ξέρατε αυτό;

Για πότε μιλάτε;

Για τότε. Όλοι αυτοί φεύγανε στο Παρίσι. Ο Διαμαντόπουλος, ο Κούνδουρος.

Αυτοεξόριστοι στο Παρίσι έφευγαν λόγω χούντας.

Αυτοεξόριστοι, αλλά χρωστάγανε κιόλας. (γέλια)

Ίσως ο Χατζιδάκις να ήταν πολύ ειλικρινής όταν έγραφε στο βιογραφικό του ότι έφυγε στην Αμερική λόγω χρεών προς την εφορία και όχι για αντιστασιακούς λόγους.

Σάμπως τους άλλους τους ρώτησαν για να το πουν αυτό; Ο Χατζιδάκις το είπε, αλλά ο Διαμαντόπουλος, ο Φυσσούν, ο Ληναίος, δεν το είπαν.

Καθίστε λίγο, οι άλλοι έκαναν αντιδικτατορικό αγώνα και με δυο λόγια εσείς τώρα τους αποκαθηλώνετε.

Τι να κάνω; Έτσι έχουν τα πράγματα. Έλληνες είμαστε.

Ο Έλληνας δηλαδή λέει ψεματάκια που τον συμφέρουν;

Κάποιος μου 'χε πει μια μάγκικη έκφραση για όλο αυτό − απ' τον άντρα μου την έχω ακούσει.

Πείτε τη και σ' εμένα.

Έλα ντε που δεν τη θυμάμαι. (γέλια)

Μιλάτε αυθόρμητα, σαν να μην έχετε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης από τον συνομιλητή σας.

Είμαι «sans chanson»!

Να και το γαλλικό! Τι σημαίνει ότι είστε «χωρίς τραγούδι»;

Δεν μιλάω τακτοποιημένα, «τραγουδιστά». Έτσι μιλούσε η Αρώνη κι έφτιαχνε το μαλλάκι της. Εγώ μιλάω φόρα παρτίδα, χωρίς τραγούδι.

Ανέκαθεν;

Ναι.

Δεν είχε ποτέ κόστος αυτό;

Όχι. Πολλοί το έβρισκαν έως και χαριτωμένο.

Λογικό, όταν το βλέπουν σε ένα νέο και όμορφο πρόσωπο.

«Χαριτωμενιά» το λένε αυτό σήμερα.

Χαίρεστε για τις ταινίες που κάνατε;

Ναι, και είχα κι ανάγκη όταν τις έκανα.

Για βιοπορισμό;

Ναι, δεν είπαμε; Οι σπουδές του αδελφού στο Βερολίνο! Έκανα το ντεμπούτο μου στο «Ο μπαρμπα-Γιάννης κανατάς». Μαθήτρια ήμουν, κοριτσάκι με πήραν. Πολύ ωραία ήτανε!

Το λέτε με βαθιά νοσταλγία.

Έτσι είναι. Την ταινία την έκανε ο Φρίξος ο Ηλιάδης, που δεν είχε μεγάλη καριέρα. Παραγωγός ήταν ο Στράντζαλης, ήταν η πρώτη του ταινία. Ο Ηλιάδης ήταν ηθοποιός, γυρνούσε από δω κι από κει, και παρακάλεσε τους παλιούς μεγάλους να παίξουν στην ταινία του, τον Αυλωνίτη, τον Σταυρίδη, την Αλέκα Στρατηγού, τη σπουδαία Αλέκα Παΐζη, και νέα παιδιά, εκτός από μένα, σαν τον Κούρκουλο, τον Ντούζο και τον Ληναίο. Είχατε δίκιο που μιλήσατε πριν για ντοκιμαντέρ, αυτές τις ταινίες τις βλέπεις σήμερα για να δεις πώς ήταν η παλιά Αθήνα.

Ας πάμε στα «Κόκκινα Φανάρια», όχι στην ταινία, αλλά στο θεατρικό πρώτα.

Με φώναξε η Μαίρη Χρονοπούλου...

Μιλάτε με τη Χρονοπούλου, βλέπεστε;

Την είδα προχθές.

Δεν μου την «κλείνετε» για μια συνέντευξη που την ψάχνω εδώ και τρία χρόνια;

Να πάρετε τηλέφωνο τον πρόεδρο.

Δεν παίρνω τηλέφωνο κανέναν πρόεδρο. Τι να σας κάνω που όλες μού πάτε και βγαίνετε στα κουτσομπολίστικα! Τέλος πάντων. Πού την είδατε, λοιπόν, τη Χρονοπούλου;

Δεν ήξερα ότι θα την έβλεπα στο μνημόσυνο του Πάρλα. Έπεσα στα πόδια της, γονάτισα και τη φίλησα. Ξέρετε, παίζαμε μαζί στο θέατρο, ήμασταν φίλες και συναδέλφισσες τον καιρό εκείνο. Έτσι είμαστε οι ηθοποιοί! Όταν συνεργαζόμαστε στο θέατρο είμαστε καλοί, ευγενικοί μεταξύ μας, βγαίνουμε, τρώμε μαζί τα βράδια. Μετά χανόμαστε.

Η ζωή όλη είναι έτσι.

Δεν ξέρω, έτσι είμαστε εμείς. Μου είπε, λοιπόν, η Χρονοπούλου να περάσω από το θέατρο. Με είδαν ο Δαμιανός και ο Γαλανός, ο συγγραφέας, και ήταν να πάρω τον ρόλο της Πριγκιπέσας, που τον έπαιξε η Καρέζη στην ταινία. Την ώρα της οντισιόν, ο ρόλος πήγαινε για άλλη κοπέλα, η οποία δεν είχε την πρέπουσα ένταση στον διάλογο με τον νταβατζή. Ήταν μια καθωσπρέπει κοπέλα από τον Κουν. Της δίνω μια σπρωξιά, της λέω: «Βάλε ένταση, θα τον χάσεις τον ρόλο». Πετάγεται ο Γαλανός: «Αλλαγή ρόλων! Αφού εσύ δασκαλεύεις την άλλη, πάρε τον ρόλο κι έλα να μας δείξεις τι κάνεις». Έτσι πήρα τον δικό μου ρόλο και η άλλη πήρε της Πριγκιπέσας.

Πως ήταν ο Δαμιανός ως σκηνοθέτης;

Σαν τον Κουν!

Αυστηρός κι αυτός;

Ναι, αλλά έδινε πράγμα, έβγαζε! Σπουδαία προσωπικότητα, τον λατρεύαμε. Ήταν ο αγαπημένος όλων με την έννοια του έρωτα που είχες για το θέατρο και τη δουλειά σου. Εμείς ερωτευόμασταν τον Δαμιανό γιατί μας έδειχνε τόσο άμεσα τον ερωτισμό που έπρεπε να 'χει μια γυναίκα. Πώς το ήξερε αυτό; Φαίνεται, θα 'χε μεγάλη πείρα.

Εύστοχο σχόλιο, κ. Χέλμη, αν λάβουμε υπόψη πως έκανε την «Ευδοκία», όπου υποδόρια έσταζε καύλα για την πρωταγωνίστρια του, τη Βασιλείου.

Έτσι όπως το λέτε, ακριβώς!

Το «Μέχρι το πλοίο» του Δαμιανού το 'χατε δει;

Αυτή ήταν μια ταινία πολύ δραματική εσωτερικά. Όταν με πήραν από τα «Κόκκινα Φανάρια» ο Φίνος με τον Δαλιανίδη, αισθανόμουν πως έκανα απλώς τη δουλειά μου, κι ας έπαιζα πάλι μια πόρνη. Ένιωθα άνετα, αφού στον «Νόμο 4000» παίζαμε με τον Διαμαντόπουλο, που ήταν δάσκαλός μου. Μα, είχα και ένα δέος, αυτό του κοριτσιού που παίζει δίπλα στον δάσκαλό του.

Υποδυθήκατε με εντυπωσιακή φυσικότητα την πόρνη, ήσασταν το ωραίο κορίτσι, το όχι μοιραίο, που τα έλεγε με τον λαϊκό του τρόπο.

Κοιτάξτε, ήταν έτσι όπως τα λέτε, καμία όμως απ' όλες αυτές στα «Κόκκινα Φανάρια» δεν έπαιζε τον ρόλο μου. Εγώ βρήκα την καθημερινότητα του ρόλου μου. Αν ξαναδείτε την ταινία, προσέξτε πως όλες ήταν σαν να βγήκαν απ' τον Τσούχλο ή δεν ξέρω κι εγώ από ποια μπουτίκ. Τέτοια πράγματα φορούσαν στην Τρούμπα, σαν της Καρέζη και της Χρονοπούλου;

Δεν υπήρχε και ενδυματολόγος τότε με τη σημερινή σημασία.

Πώς δεν υπήρχε; Ας ενδιαφερόταν να μάθει! Εδώ, στο θέατρο, μας πήρε μια μέρα ο Δαμιανός και μας πήγε όλες στην Τρούμπα, όλες, εκτός της Καρέζη!

Η Καρέζη δεν ήθελε;

Τα 'χε με τον Ζάχο Χατζηφωτίου τότε!

Το 'πιασα! Άρα το ψάξατε για να παίξετε την πουτάνα, sorry κιόλας για τη λέξη.

Γιατί «sorry»; Εγώ δεν είμαι πουτάνα! Μας πήγε ο Δαμιανός σε ένα καταγώγιο για να δούμε πώς ντύνονται και πώς στήνονται αυτές. Είχαμε και το μικρό το Ανουσάκι! Μας έφαγε όλες!

Στην πουτανιά;

Ε, ναι, δεν την είδες στην ταινία; Τα μαζεύει στο τέλος και γίνεται αρχηγός, πιο πουτάνα κι απ' την πουτάνα. Γίνεται χυδαία!

Το απαιτούσε ο ρόλος της.

Ναι, αλλά το 'πιασε η μικρή! Ήταν πρωτόβγαλτη. Είναι ταλαντούχα η Ανουσάκη, αλλά χάθηκε.

Ασχολήθηκε με την πολιτική.

Σιγά την πολιτική! Δεν ντρεπόμαστε λιγάκι; Η άλλη γι' αυτό παραιτήθηκε, τα είχε δει όλα!

Ποια λέτε;

Η Συνοδινού! Έφτασε μέχρι υπουργιλίκι, αλλά όταν της θίξανε το θέατρο, σηκώθηκε κι έφυγε. Της είπε κάποιος μες στη Βουλή «δεν θέλουμε θεατρινισμούς εδώ μέσα» κι αυτή πετάγεται και λέει: «Δεν σηκώνω κουβέντα για το θέατρο και την τέχνη μας! Παραιτούμαι!».

Μαγκιά της! Πάμε στην ατάκα «θα φαρμακωθώ» που λέτε στον νταβατζή σας στα «Κόκκινα Φανάρια». Είναι θρυλική πια στον ελληνικό κινηματογράφο.

Μόνο; Τη διδάσκουν σε σχολές, μου έχουν πει, τη σκηνή αυτή.

Από σχολές μέχρι τις «Κούκλες» στη Συγγρού, που σας κάνουν οι τρανς.

Τι είν' αυτό που μου λέτε, δεν το ξέρω!

Γυναίκες τρανς που σας μιμούνται, έτσι ακριβώς όπως παίζετε στη σκηνή.

Α, μπα! Και γιατί το κάνουν;

Σόου κάνουν, άλλη παριστάνει τη Βουγιουκλάκη, άλλη εσάς, έτσι πάει και διασκεδάζει ο κόσμος.

Πάρα πολλές φύσεις με λατρεύουν εμένα, όχι μόνο οι τραβεστί, αλλά και οι ομοφυλόφιλοι γενικά.

Είστε gay icon, ναι.

Βάσει αυτής της σκηνής.

Μ' ενδιαφέρει ν' ακούσω πώς το ερμηνεύετε εσείς ψυχολογικά.

Θα ήθελαν πάρα πολύ οι ομοφυλόφιλοι να πέσουν στα πόδια του εραστή τους.

Εσείς θα φαρμακωνόσασταν για έναν άνδρα στην πραγματική σας ζωή;

Όλα τα πράγματα που έπαιξα ήταν κόντρα σε μένα. Δεν παρακάλεσα κανέναν αγαπητικό να με δεχτεί. Πάντα ήμουν αντράκι, γιούργια. Δεν άφηνα ούτε να με φλερτάρουν, ήμουν αγριοκόριτσο.

Φλερτάρατε εσείς, όμως, ως κορτατζού που δηλώσατε πριν.

Ναι, ήθελα εγώ να προκαλώ, εγώ να διεκδικώ. Και τώρα που σας το λέω, το νιώθω! Είχα έναν αγορίστικο χαρακτήρα, έντονη την αρσενική και τη θηλυκή πλευρά μέσα μου. Είναι το ορμέμφυτο, το ίδιο που με έκανε να βγαίνω με τα παιδιά στους δρόμους. Πώς έτρωγα κι έριχνα χαστούκια; Έφευγε καμιά άλλη ηθοποιούλα να πάει να τα βάλει με τους αστυνομικούς;

Έχετε δακρύσει τώρα ή κάνω λάθος;

(παύση) Ναι...

Μ' αυτά που λέμε;

Προηγουμένως δεν σας είπα ότι συγκινούμαι πολύ εύκολα; Εσείς πάλι κι ένα απλό να ρωτήσετε, θα το κάνετε ψυχοβγαλτικά στον άλλον. Με πειράζουν αυτές οι θύμησες. Σκέφτομαι πόσοι μεγάλοι ηθοποιοί έχουνε φύγει. Δεν βλέπω σήμερα το έμψυχο αυτό υλικό που θα κάνει τον κόσμο να ριγήσει.

Αυτό το λέμε κι εμείς οι νεότεροι, φαντάσου να το λέει ένας ηθοποιός της γενιάς σας, που έχει ζήσει δίπλα σε πραγματικά μεγάλους ηθοποιούς.

Ελπίζω να βγουν νέα παιδιά − διδάσκω κιόλας στη σχολή Βεάκη. Εγώ έβγαλα τον Στέλιο Μάινα! Δουλειά του δασκάλου είναι να ανοίγει το μυαλό του μαθητή κι εγώ άνοιγα πόρτες όταν έβλεπα κάτι το ξεχωριστό. Και η Ελένη Κοκκίδου μαθήτριά μου ήταν, με μυαλό και φυσική ευγένεια.

Υποδυόμενη την πόρνη, αποκτήσατε αισθήματα αλληλεγγύης και για τους περιθωριακούς ανθρώπους;

Το είχα αναλύσει κοινωνιολογικά. Μου είχε πει κάποιος ότι τα άτομα αυτά δεν έχουν ειρμό, πορεύονται μόνο βάσει του σεξ και γίνονται υποχείρια του προπομπού τους, του νταβατζή τους, δηλαδή.

Αυτό, όμως, δεν αποκλείει το να είναι καλόψυχοι άνθρωποι.

Δεν πάμε εκεί τώρα, γι' αυτό σας είπα ότι το έψαξα κοινωνιολογικά.

Έχει έναν κυνισμό, εν πάση περιπτώσει, η ανάλυσή σας.

Ο Νεοκλής ο Σαρρής το 'χε αναλύσει αυτό, όταν έκανε μάθημα στους σκηνοθέτες στη Σχολή Σταυράκου. Τον ξέρω από παιδί, τον είχαμε κομπαρσιλίκι όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα κι εγώ και παίζαμε με τον Κατράκη στην Τουρκία «Φουέντε Οβεχούνα».

Αληθεύει ότι θα παίζατε στην κινηματογραφική «Λόλα» στη θέση της Καρέζη;

Όχι. Πολλοί το λένε. Ίσως γιατί περίμεναν να γίνω η απόλυτη πρωταγωνίστρια στις πουτάνες! (γέλια) Ε, μα, ξέρω γω!

Τα «Κόκκινα Φανάρια» είχαν αγγίξει την υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Ναι, είχαν πάει κιόλας εκεί.

Εσείς δεν πήγατε;

Είχε πάει η Χρονοπούλου με τον Βασίλη Γεωργιάδη, τον σκηνοθέτη. Καλός ήταν ο Γεωργιάδης, σαν μπαμπά τον είχαμε. Δεν με πείραξε που δεν πήγα κι εγώ μαζί. Θέλω να σας πω ότι είχα καλές σχέσεις με τους συναδέλφους μου. Θυμάμαι την πρώτη φορά που θα 'παιζα στην Επίδαυρο την Ιοκάστη με τον Κούρκουλο συμπρωταγωνιστή. Το κοινό μάς περίμενε. Με πιάνει η Κατερίνα η Γώγου και μου λέει: «Δάγκωσέ τους τον λαιμό». «Τι λες, μωρέ;» της κάνω και γυρνάει και μου απαντάει με νόημα: «Σε ζηλεύουν!». Την καλύτερη γνώμη έχω γι' αυτήν, που έφυγε τόσο άδικα. Ήταν και καλή ποιήτρια μπορώ να σας πω.

Μιλάμε για τόσους συναδέλφους σας και ακόμα δεν είπαμε τίποτα για τη Βουγιουκλάκη, την αντίζηλό σας στην ταινία «Η αγάπη μας». Κάνατε περίπου 25 ταινίες.

Τόσες είναι, ναι. Έκανα και μερικές με τον Νίκο Αβραμέα. Στις ταινίες του Αβραμέα έπαιξα καθαρά για βιοποριστικούς λόγους, σ' αυτές αναφερόμουν πριν. Η δε Βουγιουκλάκη ήταν καλή στη συνεργασία μας, έγκυος στον Γιαννάκη της τότε. Στην ταινία με φώναξε η γυναίκα του αδελφού του Παπαμιχαήλ, με την οποία ήμουν στενή φίλη. Κολλητάρι μου απ' του Κουν, που μετά έκανε οικογένεια και τα παράτησε, αλλά εμείς ακόμη βλεπόμαστε.

Ελπίζω να μην ακούσω και από εσάς για τους βεντετισμούς της Βουγιουκλάκη.

Δεν είχε ή δεν νομίζω να είχε, μ' εμένα δηλαδή. Τα ίδια λένε και για τη Νίκη Τριανταφυλλίδη, με την οποία δούλεψα πολύ στο πλαίσιο του φεστιβάλ και ήμασταν τρεις φορές αγαπημένες. Θέλω να βγάζω μια στοργή και μια αγάπη για τον άνθρωπο δίπλα στον οποίο παίζω. Γιατί να μου φερθεί άσχημα; Αν μου φερόταν άσχημα, θα 'φευγα και θα 'μενα σπίτι μου. Με την Αλικούλα τότε φεύγαμε απ' το γύρισμα και πηγαίναμε σπίτι της για να μαγειρέψουμε να φάει ό,τι ήθελε το μωρό μέσα της.

Θυμάστε τι ακριβώς μαγειρεύατε;

Φτιάχναμε μαζί σπαράγγια και αυγά ποσέ, ότι του 'ρχόταν του γιου της να φάει. Βλεπόμασταν και τα επόμενα χρόνια. Όταν κανόνιζε κάτι στο σπίτι της, πήγαινα. Είχε μάλιστα κι ένα φλερτ με τον αδελφό μου, αφότου χώρισε με τον Δημήτρη.

Στο βιογραφικό σας αναφέρετε ότι παντρευτήκατε τον παιδικό σας έρωτα, τον ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Σβολόπουλο. Όμορφο και κομματάκι σπάνιο, θα έλεγα.

Γνωριζόμαστε από τα δέκα μας χρόνια, έχουμε έναν χρόνο διαφορά. Είναι σαν το αγοράκι που κοιτάζει με ένα βλέμμα το κοριτσάκι κι αργότερα το παρακολουθεί στις σπουδές του. Ήμασταν φίλοι. Τότε τα παιδιά, μετά τον πόλεμο, άλλο μικρό, άλλο μεγάλο, πήγαιναν σαν τα αρνάκια όπου τους οδηγούσαν. Τον ξανάδα χρόνια μετά στη Θεσσαλονίκη, που ήρθε στο Βελλίδειο να δώσει μια ομιλία για τον Βενιζέλο. Πήγα και του μίλησα σαν παλιά συμμαθήτρια. «Μη χαθούμε», μου είπε. Τελικά, ο Νεοκλής Σαρρής μας ένωσε.

Πόσα χρόνια είστε μαζί, κ. Χέλμη;

Ανεξαρτήτως της γνωριμίας τόσων χρόνων, κάναμε δεσμό το '96 και το '97 παντρευτήκαμε, άρα είμαστε 20 χρόνια επισήμως μαζί. Εμένα ήταν ο πρώτος μου γάμος, εκείνου ο δεύτερος.

Πώς και παντρευτήκατε σε ώριμη ηλικία;

Δεν ήθελα πρωτύτερα, δεν με ενδιέφερε.

Πιστεύατε ότι θα ήταν τροχοπέδη στο θέατρο;

Είχα πολλές προτάσεις, αλλά όλοι ήθελαν να παρατήσω το θέατρο.

Αλίκη Βουγιουκλάκη - Δημήτρης Παπαμιχαήλ - Κατερίνα Χέλμη

Ούτε χτύπησε ποτέ μέσα σας το καμπανάκι της μητρότητας.

Όχι. Είχα θρησκειολογικές αναζητήσεις και παρακολουθούσα σεμινάρια του «Christian Scientist»! Είναι το καλύτερο περιοδικό στην Αμερική με χιλιάδες επιστήμονες.

Καθίστε, γιατί εγώ έβγαλα λαβράκι σήμερα! Για τη Σαϊεντολογία μού μιλάτε! Ενδιαφέρον!

Ακριβώς. Η Σαϊεντολογία λέει πως δεν είναι απαραίτητο να κάνεις παιδί ως γυναίκα. Γιατί να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο και να υποφέρει;

Καλά, δεν χρειάζεται να 'σαι σαϊεντολόγος για να το πεις αυτό.

Εμένα η Σαϊεντολογία με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι δεν θέλω να 'χω ένα παιδί που να υποφέρει μελλοντικά. Έκανε ο αδερφός μου ένα κι έτσι έχω ανίψι τώρα.

Η σχέση σας με τη Σαϊεντολογία ποια είναι σήμερα; Πάρα πολλοί μεγάλοι ηθοποιοί παγκοσμίως την έχουν ασπαστεί.

Τον Ρίτσαρντ Γκιρ λέτε;

Και όχι μόνο. Ο Τομ Κρουζ, ο Τραβόλτα, μέχρι και ο Τσικ Κορία υπήρξε οπαδός της.

Η Σαϊεντολογία με εκφράζει γιατί μπορεί να απαλύνει τον φόβο του θανάτου. Σε κάνει να φεύγεις ήρεμα και ειρηνικά.

Δεν έρχεται σε σύγκρουση με την Ορθόδοξη Εκκλησία;

Ναι. Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως δεν ξέρει τίποτε άλλο από το να συγκρούεται γενικώς. Εγώ δεν έχω θέμα, ο άντρας μου ο Σβολόπουλος είναι σύμβουλος στην Ιερά Σύνοδο και τους στηρίζει κυρίως σε θέματα ιστορικής φύσης. Πολλοί άνθρωποι και από κει, φίλοι μας, με ρωτάνε πράγματα όπως εσείς για τη Σαϊεντολογία, δείχνουν ενδιαφέρον. Εγώ τους απαντάω: «Δεν ξέρω, πάρτε να διαβάσετε». Δεν μπορώ εγώ να τους εξηγώ τι πιστεύω και ως πού μπορεί να φτάσει το δικό μου μυαλό.

Είστε ο πρώτος καλλιτέχνης, πάντως, που γνωρίζω και μιλά ανοιχτά για τη Σαϊεντολογία. Δεν ξέρω αν θα το 'κανε ο οποιοσδήποτε.

Πολλοί είτε δεν γνωρίζουν είτε δεν τους ενδιαφέρει να μιλάνε για τίποτε άλλο πέρα από τη δουλειά τους. Εσείς πάλι, όπως σας βλέπω, όλα τα ψάχνετε, έχετε ενδιαφέροντα. Έχετε μια ιστορία.

Πόσο καιρό ζείτε σ' αυτή την έπαυλη;

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, από τον γάμο μου και μετά.

Δεν σας στέρησε την επαφή με το κέντρο της Αθήνας;

Όχι, καλέ. Έχουμε κι ένα διαμέρισμα-γραφείο στο κέντρο. Κάμαρα, δεύτερο δωμάτιο, σαν βεστιάριο το έχω.

Δεν αισθάνεστε δηλαδή απομόνωση, πέραν του να είστε μαζί με τον άνθρωπό σας.

Αφού μόνο αυτό μετράει. Έχουμε και γείτονες, γνωριζόμαστε, λέμε «καλημέρα - καλησπέρα», υπάρχει και το περίπτερο παραδίπλα.

Αλήθεια, υπάρχει περίπτερο εδώ κοντά;

Όπως θα βγείτε, θα το δείτε.

Πάλι καλά. Δέχεστε φίλους εδώ στο σπίτι;

Βέβαια, και είχαμε κάνει κι ένα πάρτι με την κυρία Τσαλίκογλου, τον Καρατζογιάννη και τα άλλα παιδιά με το τέλος των πρώτων παραστάσεων. Επίσης έρχεται καμιά φορά η Όλγα Τουρνάκη, αυτή η μεγάλη τραγωδός, και καθόμαστε. Δεν έχω πολλούς φίλους, παλιότερα ερχόταν ο Πάρλας με τη γυναίκα του.

Είστε αισιόδοξος άνθρωπος;

Είμαι πεισματάρα.

Δηλαδή;

Δηλαδή, άμα πονάει το πόδι, θα του πω: «Κάνε λίγο γυμναστική και σκάσε!». Δεν είναι εγωιστικό, πρέπει κι αυτό να συνωμοτήσει για το καλό μου.

Πείτε μου για έναν έντονο καβγά που είχατε κάποτε.

Δεν είχα. Εκτός από τους κινηματογραφικούς, βέβαια, ή όποτε γινόταν κάτι κακό και άδικο.

Πιστεύετε στην ουτοπία;

Είμαι τόσων χρονών κι αυτό που έχω καταλάβει είναι πόσο ήρεμοι πρέπει να είμαστε ως άνθρωποι. Εδώ που κάθομαι έρχεται κάθε πρωί ένα πουλί και μου τραγουδάει. Του είχα δώσει κόλλυβα μια φορά και από τότε με επισκέπτεται, ξέρει ότι είμαι εδώ. Του ανοίγω το παράθυρο κάθε που ξυπνάω.

Τι ώρα ξυπνάτε;

Σταθερά στις εφτά και μισή. Μόνη μου. Παίρνω τον καφέ μου και διαβάζω. Να, τώρα διαβάζω πολύ το έργο που παίζουμε. Έχει πολύ ταλέντο ο σκηνοθέτης μας, ο Μάνος. Έχει κι αυτός ορμέμφυτο, παθιάζεται πολύ στις πρόβες. Εγώ έχω δύο μονολόγους σε δύο σημεία και χθες παρακολούθησα ολόκληρη την πρόβα. Ενθουσιάστηκα!

Τι προσδοκάτε πλέον από τη ζωή, κ. Χέλμη;

Να έχω την υγεία μου, να φροντίζω τον άνθρωπό μου, να είμαι ήρεμη. Κι αν με ρωτήσετε τι θα ήθελα να παίξω, θα σας απαντούσα ένα ρωσικό έργο που λέγεται «Τα παράσημα της γριούλας».

Τα έχετε πάρει εσείς τα παράσημά σας και τα παίρνετε. Σας αρέσει που ο κόσμος σας αγαπάει, που είναι εκδηλωτικός απέναντί σας;

Με σταματάνε στον δρόμο και με παρατηρούν αν έχω κάνει καμιά επέμβαση στο πρόσωπό μου. Τίποτα δεν έχω κάνει. Μια κυρία προχθές στην Ερυθραία ήρθε και με φίλησε. Ναι, λοιπόν, τα πήρα τα παράσημά μου γιατί φρόντισα πολύ τους γονείς μου και πήρα την ευχή τους.

Το πιστεύετε αυτό;

Πολύ! Ό,τι και να θέλω, σε τρία λεπτά είναι εδώ.

Οι γονείς σας, εννοείτε, κατόπιν επίκλησης;

Ο πατέρας μου, ναι, είναι εδώ, νιώθω την παρουσία του. Νιώθω το χάδι του, την προστασία του.

Μακάρι να το 'χαν όλοι οι άνθρωποι αυτό.

Πρέπει να το πιστεύεις.

Κυρία Χέλμη, χάρηκα που σας γνώρισα από κοντά και σας ευχαριστώ γι' αυτήν τη μεγάλη συζήτηση που κάναμε.

Για μιάμιση ώρα με πήγατε μπρος-πίσω με χειρουργική ακρίβεια. Επομένως, εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

Κατερίνα Χέλμη - Μπόσκο (φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO)

* Η συνέντευξη με την Κατερίνα Χέλμη (1939 - 2023) πραγματοποιήθηκε στο σπίτι της τον Οκτώβριο του 2017

** Πρώτη δημοσίευση: LIFO.gr 

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

Υρώ Μανέ: «Φτάνει το νεφέλωμα, ας δούμε και το καθαρό νερό» (μια ορμητική συνέντευξη με τη δημοφιλή ηθοποιό από το 2021)

 

φωτογραφία: Κωνσταντίνος Πάλλας

Στις 20 Οκτωβρίου 2010 είχε ξεκινήσει το ταξίδι του ο συναρπαστικός μονόλογος του Νίκου Βασιλειάδη, «Ο συμβολαιογράφος», σε σκηνοθεσία Γιώργου Καραμίχου, με την Υρώ Μανέ στον πιο οριακό ρόλο της καριέρας της: Αυτόν της Ερασμίας, μιας γυναίκας χήρας, εγκλωβισμένης σ’ ένα περίπτερο, που ζητάει ν’ αγαπηθεί και ν’ αγαπήσει μέσα σε μια επαρχιώτικη κοινωνία γεμάτη ταμπού και στερεότυπα. Έντεκα χρόνια μετά, στις 20 Οκτωβρίου του 2021, η παράσταση έρχεται ξανά στην αίθουσα θεάτρου του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης για να συγκινήσει και να προβληματίσει εκ νέου. Συναντήσαμε την πρωταγωνίστρια Υρώ Μανέ ύστερα από ακόμη μία πρόβα της. Μία γυναίκα ισορροπημένη, λαμπρή, όλο χιούμορ, απ’ τη στόφα της μεγάλης ηθοποιού που δοκιμάστηκε επιτυχώς στην κωμωδία και θέλησε κάποια στιγμή να ξανοιχτεί και σ’ άλλα πράγματα, ριψοκίνδυνα ενδεχομένως για τη σχέση της με το κοινό της. Γνώμη μου είναι πως αν και δεν υπήρξε ποτέ ενζενί – το παραδέχεται η ίδια – αυτή ακριβώς η λαϊκή εμφάνιση σε συνδυασμό με το ταλέντο της θα την αναδείκνυε έως και σε μία ατόφια παζολινική ηρωίδα. Από τη Φλώρα στα «Εγκλήματα», τη γυναίκα της διπλανής πόρτας, στην ελευθέρων ηθών «Ρένα» του Αύγουστου Κορτώ και τώρα στη ρημαγμένη ψυχικά Ερασμία του «Συμβολαιογράφου» – κομμάτια όλα που φανερώνουν πως πολλά έγιναν και πολλά ακόμη θα γίνουν μέσα στην πορεία της Υρώς Μανέ.


Καταρχάς γιατί Υρώ και όχι Ηρώ;

Είναι το μισό όνομα, δηλαδή το Αργυρώ κομμένο. Ήθελα να κρατήσω το όνομα της νησιώτισσας Χιώτισσας γιαγιάς μου. Στην αρχή είδα κι έπαθα για να το αποδεχτούν, αφού με περνούσαν για αγράμματη. Θα λέγανε «δεν ξέρει να γράφει τ’ όνομα της αυτή η κοπελίτσα»; (γέλια)

Είστε μια οικογένεια, λοιπόν, που τηρείτε τις παραδόσεις. Στην κόρη σας δώσατε όνομα με ρίζες;

Καμία σχέση. Η οικογένεια μας τηρούσε τα έθιμα μέχρι που ήρθαμε εμείς, η άλλη γενιά, και πάψαμε να τα τηρούμε. Είναι τόσο απλό, δεν μας άρεσε το όνομα της μάνας μου, ούτε της πεθεράς μου, για να το έπαιρνε η κόρη μου. Δώσαμε μάλιστα το δικαίωμα στο νονό της κόρης μου να αποφασίσει για το ποιο όνομα θα επιλέξει.

Ωστόσο κρατάτε επαφές με το νησί. Πηγαίνετε τακτικά.

Πολύ! Αγαπώ πάρα πολύ τη Χίο αν και δεν έχω μεγαλώσει εκεί. Πήγαινα τα καλοκαίρια μου, δηλαδή κατά το ωραιότερο κομμάτι της παιδικής ηλικίας. Καλοκαίρια συνυφασμένα με διακοπές, ανεμελιά, πολύ παιχνίδι, θάλασσα και μυρωδιές από μαστίχα, αφού συνήθως τότε τη μάζευαν από τα μαστιχόδεντρα.

Η παιδική ηλικία έχει εγγραφεί για τα καλά μέσα σας;

Βαθύτατα εγγράφεται η παιδική ηλικία. Είναι το αποκούμπι του καθενός, που αν δεν έχει περάσει καλή παιδική ηλικία, όλος του ο ψυχισμός τυλίγεται και ξετυλίγεται γύρω απ’ αυτό.

Ένας πιο μαύρος ψυχισμός.

Μαύρος ή γκρίζος, δεν ξέρω, αλλά από κει ξεκινάνε τα πιο βασικά θέματα του ανθρώπου. Το έχω δει δηλαδή στην πορεία μου.

Θεωρείτε τον εαυτό σας φωτεινό;

Μ’ αρέσει μόνο όταν οι άλλοι εντοπίζουν αυτό το στοιχείο μου. Νομίζω όμως πως βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο, πρόσκειμαι στη θετική πλευρά της ζωής.

Προέρχεστε από ένα φιλότεχνο οικογενειακό περιβάλλον;

Όχι, δεν είχαν καμία σχέση. Ή, μάλλον, λάθος, το παίρνω πίσω…Αγαπούσαν πάρα πολύ το θέατρο και μάλιστα έχω φωτογραφίες της μαμάς μου, που όταν ήταν μικρή στο χωριό, είχε παίξει τη Γκόλφω. Θέλανε να μαζέψουν χρήματα για την ανέγερση του δημοτικού σχολείου στη Χίο. Ήταν πανέμορφη και, απ’ ότι έμαθα μετά, πολύ ταλαντούχα. Τους είχαν προτείνει να έρθουν και στην Αθήνα να παίξουν, αλλά επειδή τα ήθη και τα έθιμα της εποχής ήταν διαφορετικά, φυσικά και δεν την άφησε η γιαγιά μου. Ο συμπρωταγωνιστής δεν ήταν ο αρραβωνιαστικός της δηλαδή, αλλά κάποιος άλλος, καταλάβατε;

Υπήρχε μια φλέβα καλλιτεχνική.

Νομίζω ναι και μετά, ψάχνοντας το στα χρόνια, ανακάλυψα ότι το πιο βασικό μας στοιχείο ήταν το χιούμορ, αυτό που καταγράφεται στο DNA των ανθρώπων. Διέθεταν πολύ χιούμορ και οι γονείς μου και οι παππούδες μου. Γενικά οι Χιώτες φέρουν πολύ τον αυτοσαρκασμό και το έβλεπα ακόμη και στα καφενεία τους. Πειράζονταν πάρα πολύ μεταξύ τους. Είναι χωρατατζήδες, που λέμε.

Η Ερασμία, η ηρωίδα που καλείστε να ξαναπαίξετε επί σκηνής, έχει ένα έντονο τραγικό στοιχείο.

Είναι μια ιλαροτραγωδία γραμμένη απ’ τον Νίκο Βασιλειάδη. Έχει πολλά στοιχεία χιούμορ και άλλα τόσα δραματικά. Αν θυμηθώ την εποχή πριν ακριβώς έντεκα χρόνια, που πρωτόκανα πρόβες, ο ρόλος ήταν η απόλυτη πρόκληση. Είχαμε ξεκινήσει απ’ το θεατράκι του Γιώργου Αρμένη, δασκάλου μου στο Τέχνης, με τη σκηνοθεσία του Γιώργου Καραμίχου. Προσέγγιζα σιγά – σιγά το ρόλο με μεγάλη αγάπη, δέος και αγωνία, ακροβατώντας μεταξύ κωμικού και δραματικού. Ήταν και η πρώτη φορά στη ζωή μου που τολμούσα κάτι τέτοιο. Σηματοδότησε κάτι ισχυρό στο πως με έβλεπαν οι άλλοι, το κοινό και οι άνθρωποι του χώρου μου, στο ότι ξεφεύγω απ’ την καθαρόαιμη κωμωδία.

Αν πάμε στο 2010 που ξεκίνησαν όλα μ’ αυτό το έργο, σχετικά σε ώριμη ηλικία το τολμήσατε.

Μα δεν μπορείς να τολμήσεις πιο νέα μια τέτοια ακροβασία μεταξύ δραματικού και κωμικού. Δεν είναι το ίδιο όπως όταν έχεις έναν μονόλογο εμβόλιμο σ’ ένα έργο μαζί μ’ άλλους. Εννοείται πως δεν θα το τολμούσα παλαιότερα να είμαι με μονόλογο επί σκηνής για 70 λεπτά. Θα έπρεπε να κουβαλάω στις αποσκευές μου μεγάλη σιγουριά για τα εκφραστικά μου μέσα και να μπορώ να δοκιμαστώ σε κάτι, που ελάχιστοι ίσως θα πίστευαν ότι μπορώ να κάνω. Ο κόσμος, ξέρετε, αλλά και το επαγγελματικό περιβάλλον μας καταχωρεί σε κάτι πολύ συγκεκριμένο.

Μιλάμε και για ένα βαθιά ανταγωνιστικό περιβάλλον. Το ότι εσείς, όμως, είστε καλή ηθοποιός, το φανερώσατε και μέσα από την κωμωδία. Δεν λένε ότι είναι δύσκολο να’ναι κανείς καλός κωμικός;

Όταν ήμουν στο Θέατρο Τέχνης, είχα πολλές δραματικές σκηνές. Ως πιτσιρίκα τριτοετής, έκανα Βασίλισσα Ελισάβετ, «Ριχάρδος Γ’», Σαίξπηρ, δηλαδή κάτι έβλεπαν σε μένα οι δάσκαλοι μου και ο Κάρολος Κουν. Κι αν δεν μας δίδασκε ο Κουν, ήμασταν η τελευταία τάξη που είχε επιλέξει παιδιά για να μας σκηνοθετήσει σε τραγωδίες και κωμωδίες στην Επίδαυρο. Ναι μεν λοιπόν είχα αποσκευές, αλλά πριν έντεκα χρόνια ένιωσα σίγουρη ώστε να δοκιμαστώ σε μονόλογο.

Μπόσκο - Υρώ Μανέ (φωτογραφία: Κωνσταντίνος Πάλλας)

Μήπως να μην είναι τόσο ταπεινός ένας καλλιτέχνης ειδικά όταν είναι πετυχημένος;

Σας ευχαριστώ που το λέτε γιατί η λέξη «ταπεινότητα» εμένα με εκφράζει απόλυτα. Δε χρειάζεται να’σαι αλλιώς, παρά μόνο ταπεινός, όταν κάνεις αυτή τη δουλειά και την αγαπάς βαθιά και ξέρεις γιατί την έχεις επιλέξει. Αν είσαι υπερφίαλος, μπορεί να οδηγηθείς σε ακραίες συμπεριφορές που θα φέρουν σε δυσάρεστη θέση τους άλλους κυρίως.

Πολλοί καλλιτέχνες, πάντως, έχουν κάνει σημαία την παραξενιά τους και το άστατο του χαρακτήρα τους.

Ναι. Κι έχουν κάνει – αν θέλετε – πορείες μεγάλες. Έχουν δώσει τάχα μου θετικό πρόσημο στα πιο αρνητικά χαρακτηριστικά τους, τα έχουν προτάξει και πολλές φορές τα έχουν κάνει υποτιθέμενη υψηλή τέχνη.

Άλλο αυτό, το να κάνεις υψηλή τέχνη τον ίδιο τον κακό χαρακτήρα σου.

Ε, γι’ αυτό φτάσαμε εκεί που έχουμε φτάσει στις μέρες μας. Είναι απότοκο και απόρροια όλης αυτής της κατάστασης! Το σύστημα δυστυχώς έχει αποδεχτεί ανθρώπους και προσωπικότητες που θα μπορούσαν σε άλλη περίπτωση να έχρηζαν έως και ψυχιατρικής αγωγής. Το σύστημα θώπευσε, αγκάλιασε και προσέδωσε γοητεία σε ψυχισμούς με πολλά βαθιά θέματα. Άνθρωποι με την επίφαση της γοητείας του «Κακού» ή του «καταραμένου» διέγραψαν μια τρανή πορεία. Ήρθε όμως η ώρα της Θείας Δίκης που είπε: «ΟΚ, μπάστα, τα πράγματα πρέπει να μπουν στη σωστή τους θέση». Είναι παρήγορο για μένα αυτό.

Είχα ακούσει κάποτε τον Νίκο Κούνδουρο να λέει σε μία ηθοποιό του πως κάνει το πιο αναξιοπρεπές επάγγελμα του κόσμου. Βαριά κουβέντα. Τι λέτε γι’ αυτό;

Δεν θα ήθελα ποτέ από έναν σκηνοθέτη του διαμετρήματος του Κούνδουρου να έχει ειπωθεί κάτι τέτοιο. Θα με στενοχωρούσε πολύ, απ’ την άλλη όμως πιστεύω ότι δεν το είπε έτσι άσκοπα και άσκεπτα. Εμείς έχουμε επιτρέψει να υπάρχει σ’ αυτό το επάγγελμα τεράστια αναξιοπρέπεια. Μπορεί αυτό να είδε ο αείμνηστος Κούνδουρος και να το είπε. Δε με βρίσκει σύμφωνη, βέβαια, το ότι το είπε προκειμένου να εκμαιεύσει κάποια ερμηνεία. Να σας πω και κάτι, επειδή τυχαίνει να έχω υπάρξει και πρόεδρος του ΣΕΗ; Υπάρχει πιο αναξιοπρεπές πράγμα απ’ το να δουλεύουν οι ηθοποιοί απλήρωτοι; Το λέω με πόνο ψυχής! Τι να λέμε από κει και πέρα;

Το είπα για να δω πιο πολύ αν σέβεστε τους μεγαλύτερους. Χαρακτηρίσατε τον Κούνδουρο «αείμνηστο». Είναι μια βασική αρχή.

Το σεβασμό τον κερδίζει κάποιος άνθρωπος, Αντώνη μου. Δε σεβόμαστε κάποιον a priori γιατί είναι υψηλά ιστάμενος στη θέση του. Φυσικά και έχω μεγαλώσει από μια οικογένεια με αρχές, αλλά οφείλω να σέβομαι όσους μου εμπνέουν σεβασμό εξαιτίας του έργου τους και, βασικά, εξαιτίας των πράξεων τους. Αν ένας καλλιτέχνης έχει διαγράψει μία μεγάλη πορεία με αντίθετες όμως πράξεις, εμένα δεν μου λέει τίποτα. Εκεί όχι μόνο δεν έχω σεβασμό, αλλά είναι και εντελώς απέναντι μου.

Πως αντιδράτε όταν είναι κάποιος απέναντι σας;

Μ’ αρέσει να συμπορεύομαι με τους ανθρώπους, όχι να τους έχω απέναντι μου. Συχνά ακόμη αυτοί που απαιτούν το σεβασμό μας, κατέχουν θέσεις εξουσίας. Το λέω πιο σφαιρικά, βλέπε δάσκαλος – μαθητής, πιστός – παπάς…

Ή και εισπράκτορας στο λεωφορείο, που είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Αυτό ακριβώς. Οφείλω να σέβομαι τον άλλον ως συνάνθρωπο μου, προσπερνώντας όμως το επιφαινόμενο θα δω αν πρέπει να τον προσπεράσω ή να αδιαφορήσω πλήρως.

Ξέρετε τι νομίζω πως έχετε εσείς;

(γέλια) Για πείτε μου μήπως δεν τό’χουν δει οι άλλοι.

Δεν είστε η ντίβα που μπορεί να’ναι κάτι βασισμένο σε σαθρό οικοδόμημα.

Θα μου ήταν παντελώς αδιάφορο.

Έχετε, εννοώ, το ταλέντο και το λαϊκό φυζίκ μιας παζολινικής ηρωίδας. Συμφωνείτε;

Ω ναι, σας ευχαριστώ που το λέτε, γιατί η ιδιωτική μου ζωή είναι από κανονική έως αδιάφορη θα έλεγα. Ίσως γι’ αυτό οι ρόλοι της πόρνης του Κορτώ και της Ερασμίας ξανά τώρα, ήρθαν μάλλον στο σωστό τάιμινγκ. Μια και αναφέρατε τον Παζολίνι, σινεμά έχω κάνει ελάχιστο, δυο φορές έχω παίξει μόνο.

Λογικό κάπου. Συνήθως οι ηθοποιοί που έγιναν ευρέως γνωστοί από την τηλεόραση, σνομπάρονται από τους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες.

Αυτά είναι τα στερεότυπα πολλών ανθρώπων του χώρου στην Ελλάδα, στην πατρίδα μας. Δε νομίζω αυτό να συμβαίνει πουθενά αλλού στο εξωτερικό. Με ενοχλεί σαν νοοτροπία και σαν αντιεπαγγελματική στάση. Μου περιορίζει αυτό που οφείλει να κάνει η τέχνη, να διευρύνει τους ορίζοντες. Μου αποδεικνύει πως ο ένας δεν βλέπει την αλήθεια του άλλου, μένει στο φαίνεσθαι, στην επιφάνεια και στο επιδερμικό. Άρα, ένας που μένει εκεί, πόσο σημαντικός καλλιτέχνης είναι τελικά;

φωτογραφία: Κωνσταντίνος Πάλλας

Και ο Κουν, όμως, στην ακμή του, απαγόρευε στους ηθοποιούς του να παίζουν στον κινηματογράφο.

Ναι, γιατί πίστευε πως αν έπαιζες στο σινεμά, θα σου έπαιρνε ενέργεια απ’ αυτό που ο ίδιος θεωρούσε ιερό. Σήμερα όμως που είναι διευρυμένες οι καταστάσεις, το παιχνίδι έχει αλλάξει. Και με ποιον να συγκρίνω τον Κουν ώστε να πω ότι καταλαβαίνω αυτή την απαίτηση; Σ’ ένα άλλο αξιακό σύστημα της εποχής μας, θα οφείλαμε πρωτίστως ως καλλιτέχνες να έχουμε ευρύτητα στον τρόπο σκέψης μας. Δεν μπορούμε να βάζουμε εμείς τρικλοποδιά σε ανθρώπους της τέχνης και του χώρου μας. ΟΚ, λένε για μένα προφανώς: «Έλα, μωρέ, αυτή έχει κάνει τηλεόραση. Τι να την κάνουμε εμείς τώρα στον κινηματογράφο;» Με έχουν ταυτισμένη 100% με την κωμωδία.

Έχετε δίκιο. Υπάρχουν ωστόσο και συνάδελφοι σας που καταστράφηκαν από τα κωμικά σήριαλ. Δε μπόρεσαν να κάνουν σχεδόν τίποτα άλλο διαφορετικό μετά.

Θεωρώ ότι την πορεία μας τη φτιάχνουμε και μόνοι μας. Πολλές φορές τα «όχι» που λέμε, σηματοδοτούν και το επόμενο βήμα μας. Το που τοποθετούμε τον εαυτό μας, επίσης.

Βάλε και τις επαναλήψεις των σήριαλ. Και να θες να αγιάσεις…

Πιο πολλές επαναλήψεις απ’ τα «Εγκλήματα», δε νομίζω να έχουν υπάρξει. Ακόμη και τη στιγμή που μιλάμε, στον ΑΝΤ1 παίζονται τα «Εγκλήματα»! Το ξέρω πάρα πολύ καλά και από στατιστικής άποψης, οπότε έχει να κάνει και με το τι όρια και όρους βάζεις ο ίδιος στην πορεία σου. Θα μπορούσα τότε που πρωτόκανα τον «Συμβολαιογράφο», να έχω αποδεχτεί μιαν άλλη πρόταση σε άλλο μεγάλο θέατρο και μ’ άλλους συναδέλφους, να έχω δηλαδή πατήσει πάνω στα ήδη κεκτημένα. Προτίμησα, επέλεξα να κάνω αυτό, που ήταν ένα τεράστιο ρίσκο για μένα. Εντάξει, μου βγήκε, ήμουν τυχερή.

Φοβηθήκατε, μου λέτε, μήπως με κάτι πιο βαρύ, σας γύριζε την πλάτη ο κόσμος;

Στην αρχή είχα τεράστια αγωνία. Έβλεπα να’ναι όλοι όρθιοι σε ένα θεατράκι 70 – 80 θέσεων, να χειροκροτάνε και να κλαίνε. Κι εγώ ν’ αναρωτιέμαι «ΟΚ, αλλά γιατί δεν γίνεται και κάτι άλλο;»

Τι ακριβώς εννοείτε;

Εννοώ πως δεν πήρα κάτι άλλο πέρα απ’ τη χαρά που μου προσδίδει η απόλυτη αποδοχή και αγάπη του κοινού. Ήμουν χορτάτη απ’ αυτό, αν και με είδε ο κόσμος σε μία τελείως διαφορετική συνθήκη επί σκηνής. Δεν είδα, όμως, να μου έρχεται και μία άλλη πρόταση. Εγώ έκανα κάτι άλλο, έκανα το βήμα μου, αλλά δεν είδα κάποιος απ’ το περιβάλλον μου, το χώρο μου, να πει…

Να πει τι και ποιος; Το Εθνικό Θέατρο, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου;

Δεν είχα, εννοώ, καμία άλλη πρόταση που να με κάνει να νιώσω πως αυτό το λιθαράκι που έβαλα, με πήγε ένα σκαλί παραπάνω.

Ή και πέντε σκαλιά παραπάνω.

Όχι, δεν θέλω πολλά, δύο σκαλιά ή ένα σκαλί το πολύ – πολύ. Να αποδεχτούν μερικοί πως ένας άνθρωπος που τόλμησε αυτό το πράγμα, κάτι κάνει στην τελική. Να πουν «Για κάτσε, μήπως να τον δούμε κι αλλιώς;» Θέλει πολύ μεγάλο αγώνα σε έναν χώρο πραγματικά συρρικνωμένο και στενεμένο. Δυστυχώς δεν έχουμε γενναιοδωρία στο πως αντιμετωπίζουμε τον διπλανό μας, είτε είναι ηθοποιός, είτε σκηνοθέτης, είτε οτιδήποτε. Δεν μου αρέσει αυτή η ψυχική στενότητα.

Να η καλλιτεχνική φλόγα: Να έχεις την αγάπη του κοινού, να σου μιλάνε όλοι στο δρόμο, αλλά εσύ να θες και το παραπέρα, το παραπάνω.

Για όλους ισχύει, όσοι ξέρουν γιατί κάνουν αυτή τη δουλειά και δεν την κάνουν μόνο για τα φράγκα. Έτσι έβαλα κι εγώ τα δύσκολα στον εαυτό μου, κάνοντας τη Ρένα του Κορτώ. Αφού κανείς άλλος δεν μου έδινε μια πρόκληση, είπα να την προκαλέσω εγώ η ίδια. Δική μου ιδέα ήταν. Διάβασα το έργο του Κορτώ και τον προσέγγισα.

Ήταν μεγάλη πρόκληση να υποδυθείτε μια πόρνη;

Φυσικά και, μάλιστα, μια υπέργηρη πόρνη. Δεν ήταν απλό, ούτε για μένα, ούτε για τον κόσμο. Είναι αυτό που έλεγα, εμείς πρέπει να προκαλούμε τα πράγματα.

Κι όμως, θα μπορούσατε στα «Εγκλήματα» να είχατε το ρόλο της Καβογιάννη, μιας πόρνης δηλαδή.

Αν οι σεναριογράφοι θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να κάνω αυτό το ρόλο, θα το έκανα φυσικά.

Και θα ήταν πιο μεγάλη πρόκληση απ’ το να κάνετε τη γκόμενα ενός χασάπη;

Όχι, γιατί θεωρούσα πάρα πολύ ωραίο όλο αυτό που συνέβαινε. Και τότε το θεωρούσα επίσης πολύ μεγάλη πρόκληση. Ίσως να θεωρούσα κλισέ να έκανα τότε την πόρνη, σε αντίθεση με τη Φλώρα, που ήταν η γυναίκα της διπλανής πόρτας, κάτι πολύ δύσκολο για να ταυτιστείς. Ο απόλυτα ρεαλιστικός χαρακτήρας του σήριαλ.

Μέσα σε ολότελα σουρεαλιστικές καταστάσεις. Από’να σημείο και μετά, το σενάριο ξέφυγε, έγινε κάτι ανορθόδοξο για τα στεγανά ενός κωμικού σήριαλ.

Ήταν ένα πολύ καλογραμμένο σήριαλ που έτυχε να γίνει κι από μια ομάδα ανθρώπων που ήμασταν παρέα μεταξύ μας. Ευτυχήσαμε μία περίοδο της ζωής μας να την περάσουμε καλά όλοι μαζί. Μην ξεχνάτε ότι ήταν και η εποχή της «Αποθήκης» τότε, που είχα την τιμή, την τύχη και την έμπνευση να την ξεκινήσω την όλη ιστορία. Είχα από τότε την πετριά να μην περιμένω τα πράγματα να έρχονται εξ ουρανού.

Αυτό υπήρχε καθ’ όλη τη ζωή σας;

Εννοείται. Ζούσαμε στην Αθήνα, π.χ., πέρασα στη Νομική, την τελείωσα, πήρα πτυχίο, αφού όμως τελείωσα το Τέχνης. Στο οποίο Τέχνης, πάλι μόνη μου πήγα. Εγώ δεν προερχόμουν από ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν ήξερε τον τάδε η οικογένεια μου, που να μπαινόβγαινε στο σπίτι μας. Ήμουν ένα απλό παιδί που μάλλον στενευόταν απ’ το περιβάλλον του και κάτι ονειρευόταν. Έλεγα πολύ ωραία ποιήματα ως παιδούλα, θυμάμαι. Έλεγαν όλοι στους δικούς μου «Αυτό το κοριτσάκι πρέπει να το πάτε κάπου να κάνει κάτι, να γίνει κάτι».

Διατηρήθηκε η σχέση σας με την ποίηση;

Πάρα πολύ. Το πρώτο βιβλίο το διάβασα από τον μπαμπά μου, που είχε κάνει και ναυτικός, το «Μαραμπού» και «Πούσι» του Καββαδία, οπότε αυτό ήταν το πρώτο ποιητικό μου ανάγνωσμα. Το ήξερα απ’ έξω. Τι θυμήθηκα τώρα συνειρμικά…Σε μία οντισιόν, είχα πει το τραγούδι σε ποίηση Καββαδία «Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό». Πρέπει να ήταν στο «Ήταν ένα μικρό καράβι» του Λαζόπουλου όταν είχε συνεργαστεί με τον άλλο αείμνηστο, τον Θάνο Μικρούτσικο.

Τραγουδάτε κιόλας; Συνήθως οι ηθοποιοί είναι και πολύ καλοί τραγουδιστές.

Τραγουδάω στις παραστάσεις, όποτε χρειάζεται. Τραγούδησα στον «Συμβολαιογράφο» ένα πολύ ωραίο τραγούδι του εξαιρετικού Κώστα Λειβαδά, όπως τραγούδησα και στη «Ρένα» του Κορτώ. Βέβαια, δεν θεωρώ τον εαυτό μου τραγουδίστρια. Θυμάμαι στη «Ρένα» να μου κάνει μουσική διδασκαλία ο Παναγιώτης Τσεβάς, να μου λέει «Κάτσε εκεί πέρα, βρε χρυσή μου, βρε καλή μου» κι εγώ να του κάνω «Άσε με, μωρέ, τώρα που θα βγω και τραγουδίστρια». Είχε μεγάλη πλάκα, γιατί αφότου τραγούδησα στη «Ρένα» και μετά, είχα προτάσεις να τραγουδήσω ρεμπέτικα σε μαγαζί.

Θα το κάνατε αυτό;

Ούτε καν! Νομίζω πως είναι ξεκάθαρο: Η δουλειά μου είναι να’ μαι ηθοποιός.

Πολλοί συνάδελφοί σας το κάνουν.

Δικαίωμα τους. Τους αρέσει και δεν θα το κρίνω εγώ. Εμένα δεν μ’ αρέσει να το κάνω.

Όταν μπήκατε στο Τέχνης και γνωρίσατε μυθικά πρόσωπα, πιστέψατε σ’ αυτό που λένε «έχω άστρο»;

Μ’ αρέσει αυτή η ερώτηση, γιατί με πάει πολύ πίσω και πολύ στα βαθιά! Ένιωθα μια ασίγαστη σιγουριά και αισιοδοξία, όπως οι περισσότεροι στο ξεκίνημα τους. Έλεγα πως θα το πετύχω αυτό που θέλω κι ονειρεύομαι. Δεν ήξερα αν είναι άστρο ή τύχη.

Θα το λέγατε φιλοδοξία;

Μπορεί, αν εννοούμε την επίγνωση πως είμαι στο σωστό δρόμο. Είχα βάλει κι ένα όριο: Αν περάσουν δέκα χρόνια από τότε που θα τελειώσω τη σχολή και δεν έχω πετύχει αυτό που ονειρεύομαι, θα τα παρατήσω και θ’ ασχοληθώ με τις άλλες σπουδές μου. Θα έκανα απλά χρήση του πτυχίου μου.

Σας πλήγωνε αυτή η προοπτική;

Δεν με πλήγωνε καθόλου, γιατί το’χα σαν ασφαλιστική δικλίδα. Δεν ήμουν και καμιά ενζενί, ήμουν ένας κανονικός τύπος γυναίκας που δεν ήταν και ότι πιο εύκολο για τη δουλειά μας. Τελικά αποδείχτηκε πως άλλα πράγματα έχουν σημασία στη δουλειά αυτή.

Έπαιξαν ρόλο όμως και οι παρέες, το είπατε πριν. Σημαντικό το ότι βρεθήκατε στην παρέα της «Αποθήκης».

Την έφτιαξα την παρέα, δεν βρέθηκα μέσα σ’ αυτή. Δημιουργήθηκε στη σχολή κι εγώ ήμουν, ας πούμε, η συντονίστρια.

Είστε και συγκεντρωτικό στοιχείο.

«Συγκεντρωτικό» είναι λέξη παρεξηγήσιμη. Είμαι πολύ συλλογικό, πολύ παρεΐστικο και ομαδικό στοιχείο. Μ’ αρέσει να έχω την αγωνία της δημιουργίας ενός πράγματος.

Αρχηγικές τάσεις έχετε;

(γελάει) Όχι, γιατί αν είχα…Ξέρετε, θα’χα κάνει και άλλη πορεία. Μου θυμίσατε κάτι: Όταν ήμουν στο ΣΕΗ, ερχόντουσαν συνάδελφοι και με ρωτούσαν «Υρώ, θα πολιτευτείς;» Ήθελαν να ξέρουν αν θα’χουν ένα δικό τους άνθρωπο κάπου.

Λογικό όταν προεδρεύετε ενός σωματείου.

Ήμουν για δύο χρόνια πρόεδρος στο ΣΕΗ και άλλα δύο χρόνια αντιπρόεδρος. Ασχολήθηκα συνολικά τέσσερα χρόνια με τον συνδικαλισμό, οπότε ήταν το μόνιμο ερώτημα των ανθρώπων εκεί που σχεδόν δεν ήμουν καν γραμμένη στο σωματείο μας. Δεν είχα δώσει τέτοια δείγματα.

Θα υπήρξατε, όμως, πολιτικοποιημένη στα φοιτητικά χρόνια.

Ανέκαθεν ανήκα στον προοδευτικό χώρο και ήμουν ένα ανήσυχο μυαλό και μία ανήσυχη ψυχή. Ήμουν στη Νομική Αθηνών, που γινόντουσαν τόσες πολιτικές ζυμώσεις, άρα θα ήταν δύσκολο να πω ότι δεν είμαι πολιτικοποιημένη. Δεν θα έπειθα κανέναν αν έλεγα πως ήμουν αδιάφορη για τα πολιτικά. Προσέξτε, όμως: Ποτέ δεν ήμουν κάτω απ’ την ομπρέλα κανενός κόμματος. Ποτέ δεν με έσερνε το κόμμα απ’ το μανίκι. Βάλε τώρα και το ότι το Τέχνης ήταν στα Εξάρχεια: Νομική, Σόλωνος, Εξάρχεια κλπ. τα έφαγα με το κουτάλι, που δεν είχαν και τη σημερινή αύρα. Ήταν ένα άλλο περιβάλλον τότε μες τις πολιτικές και τις καλλιτεχνικές ζυμώσεις. Το Πανεπιστήμιο απ’ τη μία και το θέατρο απ’ την άλλη, με διαμόρφωσαν ασυζητητί. Πολλοί φίλοι από τότε, από τη Νομική και το Πανεπιστήμιο, δεν ασχολήθηκαν με τα νομικά. Όλοι ασχολήθηκαν με την τέχνη στη συνέχεια. Συναντήθηκα με παιδιά στο θεατρικό τμήμα του πανεπιστημίου. Όσοι βρεθήκαμε εκεί, άλλος έγινε ηθοποιός, άλλος σκηνοθέτης, άλλος συγγραφέας κλπ. Κάποια στιγμή ήρθε και με είδε ο Κατσικονούρης στον «Συμβολαιογράφο», με τον οποίο ήμασταν μαζί στη θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου. Ξανασμίξαμε κι έπαιξα μετά σε έργο του. Πάρα πολύ συγκινητικό!

Δίνετε μεγάλη σημασία στις σχέσεις των ανθρώπων.

Έχει μεγάλη αξία, αλλά μη νομίζετε πως, μεγαλώνοντας, δεν ξεσκαρτάρουν και τα πράγματα. Να αποφασίζεις με «ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις». Χαίρομαι μ’ αυτό, νιώθω πολύ καλά, γιατί με ένα τρόπο βλέπω και τα λάθη μου. Θέλω, σαν «ψάρι» που είμαι, να θολώνουν τα νερά, να μην βλέπω ξεκάθαρο το τοπίο, γιατί πολλές φορές με πληγώνει η πραγματικότητα και η αλήθεια. Έρχεται η ώρα που λες «Φτάνει το νεφέλωμα, ας δω και το καθαρό νερό». Μέσα απ’ το καθαρό νερό, θα πεις ένα «Ωχ! Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα έβλεπα. Μου άρεσε να τα βλέπω, αλλά πρέπει ν’ αντικρίσω την αλήθεια των ανθρώπων»! Ε, εγώ την είδα την αλήθεια των ανθρώπων και χρειάστηκε να πληγωθώ και να πενθήσω. Ένιωσα τελικά γενναία και προχώρησα με τα σημαντικά που έχω.

Γλαφυρότατη είστε.

Έγραφα ωραίες εκθέσεις, γι’ αυτό (γέλια)

Η διάλυση μίας φιλίας ισοδυναμεί με μία ερωτική απώλεια;

Περισσότερο με πένθος έχει να κάνει η λήξη μίας μεγάλης φιλίας, άλλοτε πιο βαρύ και άλλοτε πιο ήπιο. Ήπιο είναι μόνο όταν αποδεχτείς πως στη ζωή υπάρχει και ο θάνατος.

Κάθε απώλεια είναι ένα μικρό πένθος;

Όταν είναι σημαντική η απώλεια, ναι, είναι. Από μόνο του γίνεται, Αντώνη. Δεν πενθείς γιατί τελικά δεν ήταν σημαντική η απώλεια. Τότε μόνο καταλαβαίνεις και τη σημαντικότητα της σχέσης που είχες. Έτσι ορίζονται τα πράγματα κατά την ταπεινή μου γνώμη.

Είστε νέα γυναίκα…

(γελάει) Ευχαριστώ πολύ.

Μα είστε.

Εδώ έχουμε πει τόσα πράγματα, από πότε πρωτοξεκίνησα κλπ. Εντάξει, ΟΚ, είναι πως νιώθεις.

Πως βλέπετε, λοιπόν, το μυστήριο παύσης των λειτουργιών μας;

Δεν το σκέφτομαι, δεν θέλω να το σκέφτομαι. Προσπαθώ να το απωθώ, επειδή είχα μια πολύ μεγάλη απώλεια, αυτήν του πατέρα μου, πριν από έξι χρόνια. Ξέρω πολύ καλά ότι κι εσείς πολύ πρόσφατα χάσατε τη μητέρα σας. Ας το συζητήσουμε, λοιπόν, αφού επιμένετε: Μου κόστισε πάρα πολύ ο θάνατος του πατέρα μου κι εκεί κατάλαβα τη σημαντικότητα της σχέσης μας. Εκεί είπα «Ώπα, υπάρχει τέλος! Ξύπνα, κοπελιά, δες το»! Όταν πέρασε το μεγάλο πένθος, το πρώτο σκληρό στάδιο, με παρηγόρησε το γεγονός πως πέθανε στα 88 του και έκλεισε απλά ένας κύκλος όλο αγάπη και χωρίς απωθημένα με τον άνθρωπο που έφυγε. Άρχισα να μετράω την απώλεια σαν ένα προηγούμενο δώρο ζωής.

Σας μπήκε η σκέψη να συμβεί το ίδιο με εσάς και την κόρη σας;

Ακριβώς! Είπα μακάρι ν’ αξιωθώ κι εγώ να έχω μια πλήρη ζωή, με πλήρη επικοινωνία με τους άλλους και ν’ ακολουθήσω την ωραία ροή των πραγμάτων. Έτσι ευχόμαστε να γίνουν τα πράγματα όλοι όσοι έχουμε παιδιά. Θα ήθελα όποτε γίνει αυτό, μακάρι όσο πιο μακριά μπορεί να’ναι, να γίνει όχι για μένα, αλλά για την κόρη μου. Αυτή μ’ ενδιαφέρει περισσότερο. Να χαρεί τη μαμά της δηλαδή όσο περισσότερο γίνεται, γιατί είναι και μοναχοπαίδι. Και τη μάνα της και τον πατέρα της να χαρεί, τους γονείς της δηλαδή. Ταυτίζομαι σαν παιδί με το παιδί μου, θέλω να νιώσει όπως ένιωσα εγώ με το δικό μου μπαμπά. Ναι, θα πεθάνω κάποτε, δεν μ’ αφορά όσο μ’ αφορά το παιδί μου.

Είναι φοβερό τελικά το μητρικό φίλτρο. Μια νέα γυναίκα, ξαναλέω, δηλώνει πως δεν ενδιαφέρεται για το τέλος της, όσο το να’ναι καλά το παιδί της. Τα πεπραγμένα σας, όμως, δηλώνουν μια δίψα όλο για ζωή και για δημιουργία.

Έτσι όπως το εντοπίζετε και μου το αρθρώνετε τώρα, ναι, αυτό δηλώνω ουσιαστικά. Τελικά αυτή είναι η αλήθεια μου. Μου βγήκε αυθόρμητα και το ότι το εντοπίσατε, μου φαίνεται πολύ όμορφο.

Έχετε καταρρεύσει ποτέ υπό το βάρος μιας ερμηνείας;

Όχι, έχω ζήσει όμως την κάθαρση. Έχω λυτρωθεί, έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος. Έχω ευτυχήσει μέσα από μία ερμηνεία. Να τα εναποθέτεις εκεί όλα και μετά να’σαι ανάλαφρη. Ο κόσμος να κλαίει κι εσύ μετά να νιώθεις αέρινη. Οι άλλοι να νομίζουν πως έγινες ένα με το χώμα κι εγώ να’μαι στη φάση «Που θα πάμε, παιδιά, να φάμε τώρα; Θα κάνουμε τίποτα;» Μου συνέβη κατά κόρον με τη «Ρένα» και τώρα με την Ερασμία του «Συμβολαιογράφου», κάτι που σημαίνει πως αγάπησα ιδιαίτερα τους συγκεκριμένους ρόλους. Ειδικά για την Ερασμία, πιστεύω πως είναι η εποχή της να ξανανέβει.

Αλήθεια, ποιος ο λόγος να επιστρέφετε σταθερά στην Ερασμία εδώ και έντεκα χρόνια;

Η Ερασμία είναι στην ουσία μία γυναίκα που έχει κακοποιηθεί, που έχει πονέσει και είναι στο περιθώριο. Είναι «μεταχειρισμένη», έτσι λέει. Οι παραστάσεις αυτές είναι επετειακές επειδή ξεκίνησαν ακριβώς στις 20 Οκτωβρίου του 2010. Θεώρησα πως είναι η μεγάλη στιγμή της Ερασμίας με όλα αυτά που έχουν βγει στο φως τελευταία. Έγινε μέσα μου μία δραματική ανάκληση να ξαναπεί η γυναίκα αυτή την ιστορία της και να ταυτιστεί με τις ιστορίες πολλών κακοποιημένων γυναικών στην εποχή μας. Δεν πίστευα ότι θα συνέβαινε, αλλά να που δυστυχώς συμβαίνει.

Είπατε πριν πως δεν είδατε να εξελίσσεστε επαγγελματικά μετά από έναν τέτοιο μονόλογο. Μήπως – να το πω χοντρά – λέτε τώρα «Εδώ είμαι, ρε καθίκια, μ’ αυτή τη ρολάρα και πάλι! Φάτε με στη μούρη ως Ερασμία»;

Καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά πώς το λέτε. Έχουν περάσει έντεκα συναπτά έτη που σημαίνει πως δεν με ενδιαφέρει να το πω αυτό. Έγιναν κι άλλα πράγματα στην πορεία και άλλα έχουν δρομολογηθεί. Η παράσταση αυτή επαναλαμβάνεται μετά από προτροπή πολλών ανθρώπων, συναδέλφων που δεν την είχαν δει τότε, λόγου χάριν. Τα μηνύματα που παίρναμε στα social media όλο τον καιρό εν μέσω πανδημίας, μας έκαναν να κινητοποιηθούμε. Τώρα που το σκέφτομαι, καθόλου δεν ήθελα να την πω σε κανέναν. Την καθαρότητα της ψυχής μου θέλησα μόνο και την επικοινωνία της με τους άλλους.

Μα, φαίνεστε καθαρός άνθρωπος, ίσως λίγο φόρα – παρτίδα.

Δεν είμαι φόρα – παρτίδα, απλά ότι έχω να πω, θα το πω και με κόστος ενίοτε. Δεν μπορώ να σας πω ότι δεν ξέρω να διαχειριστώ τη ζωή μου μ’ όλες τις δυσκολίες της ή αν χρειαστεί κάποτε να κάνω τους ελιγμούς μου κι εγώ.

Όπως τώρα που είστε στο διοικητικό συμβούλιο του Εθνικού.

Πράγματι, είμαι στο διοικητικό συμβούλιο του Εθνικού. Θέλει κι εκεί νά’χεις ένα ειδικό βάρος σαν άνθρωπος, να ξέρεις πως θα χειριστείς κάποια πράγματα.

Σας έτυχε ποτέ να παίζετε στη σκηνή και να λέτε πως θα ήταν να βλέπατε τον εαυτό σας από κάτω σαν θεατής;

Αχ, ναι! Το έχω πάθει και στον «Συμβολαιογράφο» και στη «Ρένα» – βλέπετε ότι εμμένω σ’ αυτούς τους ρόλους. Την έχω πρόσφατη και τη «Ρένα» και δεν θέλω να την απαρνηθώ. Θα γίνει σήριαλ κιόλας, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί. Μου συνέβη, λοιπόν, να αποστασιοποιηθώ απ’ τους ρόλους, να πω «Αχ και να καθόμουν μαζί και με τους άλλους θεατές και να έβλεπα»!

Τον εαυτό σας ή αυτές τις δύο γυναίκες;

Αυτές! Δεν έβλεπα ότι ήταν ο εαυτός μου εκεί. Τα κορίτσια, τις φιλενάδες μου, την Ερασμία και τη Ρένα ήθελα να δω.

Κι αυτό δε σημαίνει πως ξέρατε ότι τις παίζετε καλά;

Δεν το είχα σκεφτεί αυτό. Εκ προοιμίου, η Ερασμία είναι ταυτισμένη με μένα. Διόλου τυχαίο που ο συγγραφέας Βασιλειάδης έγραψε στο βιβλίο του: «Αφιερωμένο στην Ερασμία Μανέ». Δεν υπάρχει αυτό! Προφανώς υπήρχε και υπάρχει μέσα μου η ταύτιση με την «Ερασμούλα» μου, όπως μ’ αρέσει να τη λέω.

Μπόσκο - Υρώ Μανέ (φωτογραφία: Κωνσταντίνος Πάλλας)

Συμβάδιζαν πάντα η επαγγελματική με την οικογενειακή ισορροπία σας;

Το είπα και πριν, έχω μια αδιάφορη οικογενειακή ζωή, δεν έχω αυτά τα χολιγουντιανά. Πολλοί δικοί μας προσποιούνται τους χολιγουντιανούς (γέλια). Θυμάμαι τώρα τον Ματ Ντέιμον και τη Μέριλ Στριπ που επίσης έχουν μια στρωτή ζωή με σύζυγο και παιδιά, μακριά απ’ το life style που τους έχουν κατατάξει. Αν δεν είχα στρωτή ιδιωτική ζωή, δεν θα ήξερα πως θα ήταν η επαγγελματική μου. Θέλω να έχω ισορροπία στην οικογενειακή μου ζωή, να’ναι το λιμάνι μου και η εστία μου, ώστε να μπορώ παράλληλα να πετάω. Μ’ αυτό αισθάνομαι καλά και θεωρώ ακόμη πολύ σπουδαίο η κόρη μου να’χει μεγαλώσει με το να βλέπει τη μητέρα της ευτυχισμένη στη δουλειά της.

Σας αρέσει που σας σταματά στο δρόμο ο κόσμος;

Ε, ναι, μωρέ, πως να μη σ’ αρέσει; Μου φαίνεται κομπλεξικό και άρρωστο να μη σου αρέσει! Αφού κάνουμε αυτή τη δουλειά για να μας αγαπά ο κόσμος κι εγώ πάντα έλεγα ότι οι ηθοποιοί είναι άνθρωποι με έλλειμμα αγάπης. Και το λέω ως ένα παιδί που πήρα αγάπη απ’ το σπίτι μου. Μπορεί και σε μένα κάτι να υπάρχει στο βάθος, μία ρωγμή. Δεν είμαι τέλεια, ούτε όλα είναι αγγελικά πλασμένα. Βέβαια, δεν μου αρέσει και καθόλου να παραβιάζουν την ιδιωτικότητα μου: Μου έχει συμβεί να με τραβάει ο άλλος με το κινητό του κι εγώ να’μαι με το μπιφτέκι και το μαρούλι στο στόμα. Μου έχουν τραβήξει μέχρι και τα γυαλιά μου για να δουν τα μάτια μου…Κι εκεί τι κάνεις; Χαζογελάς απ’ την αμηχανία σου. Έλεος δηλαδή!

Σεβασμός στο κοινό, επομένως, αλλά μέχρι ενός ορίου.

Κι αυτό πάλι πιστεύω πως έχουμε τον τρόπο μας να το δείξουμε στο κοινό. Καταλαβαίνουν οι άνθρωποι, δεν είναι ανόητοι. Βέβαια δεν είμαι κι εγώ η Βουγιουκλάκη ή κάνας ποδοσφαιριστής για να μου σκίζουν τις μπλούζες. Εμείς οφείλουμε να εμπνέουμε τον κόσμο σχετικά με τις αντιδράσεις του απέναντι μας.

Έχετε σκεφτεί ποιος θα’ναι ο τελευταίος μεγαλύτερος ρόλος της ζωής σας;

Όχι, είμαι δεκτική στο οτιδήποτε έρθει και στο οτιδήποτε θελήσω να κάνω. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να’μαι υγιής και να έχω τη διάθεση της νεότητας ως ίδιον της ψυχής μου.

Πάντως, δείγμα νεότητας είναι που μπήκατε μέσα με τον σύζυγο σας και μου τον συστήσατε ως «το αγόρι μου».

Μα πως να τον έλεγα; Παθαίνω πάντα αμηχανία με τα «ο άντρας μου» ή «ο σύζυγος μου».

Σας φαίνονται μικροαστικά;

Ναι, βαριέμαι, δεν τα θέλω.

Δίνετε επιλεκτικά πια συνεντεύξεις;

Αν ψάξετε, θα δείτε ότι ποτέ δεν έδινα συνεντεύξεις με το ρυθμό τουλάχιστον που θα περίμενε κανείς. Δίνω πάντα όταν έχω να πω κάτι και όταν υπάρχει λόγος. Βρίσκω πολύ πληκτικό να περιφέρεις το σαρκίον σου απ’ εκπομπή σ’ εκπομπή και να επαναλαμβάνεσαι!

Πείτε μου μια μυρωδιά ικανή να σας πάει στα πρώτα σας χρόνια.

Το γιασεμί και η μαστίχα.

Σας επηρεάζει μια τυχαία εικόνα που θα δείτε στο δρόμο;

Φυσικά, αλίμονο. Ευαίσθητοι άνθρωποι είμαστε, η παρατηρητικότητα είναι μέρος της δουλειάς μας κι αυτή. Με επηρεάζουν δυσάρεστες εικόνες και δεν μ’ αρέσει να τις κρατάω και να τις κουβαλάω. Θυμάμαι μια εικόνα στη Χίο πριν σκάσει καλά – καλά το προσφυγικό. Ήταν μια οικογένεια Σύρων, όχι απ’ τους θαλασσοδαρμένους, αλλά απ’ αυτούς της πρώτης φουρνιάς, με τα κινητά τους και τον καλό ρουχισμό τους. Κάποιος πρόσφερε ένα μπισκοτάκι σ’ ένα μικρό κοριτσάκι. Εκείνο το κοίταξε, παραξενεμένο που δεν προσφέρθηκε κάτι και στους άλλους, κι έπειτα κοίταξε τους γονείς του αν έπρεπε να το πάρει ή όχι. Ήταν Νοέμβρης του 2015, το θυμάμαι καλά. Είδα τη σκηνή από κει που καθόμουν και με εντυπωσίασε η στάση του παιδιού. Συγκινήθηκα για την περηφάνια του παιδιού που τελικά δεν πήρε το μπισκότο. Ένιωσα αμήχανα κι είπα «Δε θα δώσετε και σε μας ένα μπισκοτάκι;» Έκανα το παιδί να χαλαρώσει και να δεχτεί το γλύκισμα.

Υπάρχει μέρα μπροστά σε καθρέφτη που να είπατε «όλα είναι τέλεια» ή «πως είσαι έτσι σήμερα»;

Πιστεύετε ότι υπάρχει άνθρωπος στη δουλειά αυτή που κάνω εγώ, που να μην έχει βιώσει αυτό το συναίσθημα; Εκτός κι αν είναι αποκτηνωμένος κανείς.

Είναι ψυχοθεραπεία η υποκριτική τέχνη;

Νομίζω ναι.

Κι όταν έχεις την ασφάλεια και τη σιγουριά της οικογένειας;

Δεν υπάρχει από πίσω καμία ασφάλεια και καμία σιγουριά της οικογένειας. Όλα χτίζονται, στη ζωή αυτή τα περνάς όλα ψιλοβελονιά. Τίποτα δεν χαρίζεται και δεν προσφέρεται. Αν δεν ήμουν ηθοποιός και ήμουν φιλόλογος, ας πούμε, θα κατέφευγα στη θεατρική ομάδα της σχολής, όπως έκανα απ’ την πρώτη στιγμή στο πανεπιστήμιο.

Τελειώνοντας, θέλω να «ψήσετε» όχι εμένα, αλλά τον τυχαίο αναγνώστη μας, ώστε να έρθει να δει την παράσταση σας.

Η Ερασμία είναι μία εγκλωβισμένη γυναίκα σε λάθος εποχή, σε λάθος χώρο, που ποθεί να ζήσει και να αγαπηθεί. Κι αυτό είναι το πρόσημο που κρατά κάθε άνθρωπο ζωντανό. Μια πρόταση ρέουσας ζωής. «Είμαι εδώ και θέλω να ζήσω»!

* Η Υρώ Μανέ θα είναι η Ραραού, η ηρωίδα του Παύλου Μάτεσι, στην παράσταση «Η μητέρα του σκύλου» που θα ανέβει στη σκηνή του «Ακροπόλ» τον Φεβρουάριο σε σκηνοθεσία Κώστα Γάκη και σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη. Τη διασκευή του έργου υπογράφει η ίδια και η Κατερίνα Γιαννάκου

** Η συνέντευξη με την Υρώ Μανέ πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης τον Οκτώβριο του 2021

*** Πρώτη δημοσίευση: Documento (ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης) & koutipandoras.gr