Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025

«Μαίρη Χρονοπούλου, θυμάσαι πότε έκανες έρωτα τελευταία φορά;»

 

Η Μαίρη Χρονοπούλου είναι η χαρά της ζωής, κυριολεκτικά όμως! Παρόλο που από το τηλέφωνο μου είπε πως θα μου μιλήσει απ’ το «κρεβάτι του πόνου», η νεανική φωνή της και η ταχύτητα του λόγου της ησύχασαν κάπως τις φοβίες μου για το τι θα αντίκριζα. Φοβίες που είχαν ενταθεί με μία βόλτα στο διαδίκτυο σε άρθρα με δακρύβρεχτους τίτλους και σχεδόν σοκαριστικές φωτογραφίες. Καμία σχέση! Σίγουρα η Χρονοπούλου έζησε πολλές προσωπικές τραγωδίες τα τελευταία χρόνια, απ’ τις οποίες όμως κατάφερε και βγήκε αλώβητη. Δεν είναι τυχαίο που πρόσφατα, μετά την αναπηρία της από εκείνο το αυτοκινητικό δυστύχημα του 1999, μπόρεσε να σηκωθεί από το αναπηρικό αμαξίδιο και να κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα.

Με υποδέχτηκε η ίδια με την οικιακή βοηθό της, τη Λαμάρα, στο απομονωμένο σπίτι της στο βουνό της Παιανίας. Την ώρα που έμπαινα στο δωμάτιο της ένα deja vu το έπαθα, καθώς στην γιγαντοοθόνη της τηλεόρασης έπεφταν οι τίτλοι τέλους από το δαλιανίδειο μιούζικαλ «Μια κυρία στα μπουζούκια». Παράγγειλε στη Λαμάρα να μας φτιάξει από ένα campari με λεμόνι, πήρα τη θέση μου απέναντι της και ο πάγος έσπασε μέσα σε ελάχιστα λεπτά.

Πρώτα μου ζήτησε να ακούσουμε όλο λαχτάρα το CD που της έγραψε ο Στέφανος Κορκολής με μουσικές και τραγούδια του. Τον αγαπάει πολύ τον Κορκολή η Χρονοπούλου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που την άκουσα να μου λέει πόσο πολύ θέλει να’ναι πάντα καλά και να’χει την υγειά του. Να ευχαριστήσω κι εγώ από δω τον Στέφανο, καθώς μάλλον δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί αυτή η σπάνια συνέντευξη δίχως τη διαμεσολάβηση του.  Από το 2014 αναζητούσα τη Χρονοπούλου μα δεν μπορούσα καν να την προσεγγίσω, τουλάχιστον έτσι όπως θα’θελα και έτσι όπως τελικά πραγματοποιήθηκε η δημόσια συζήτηση μας.

Η Μαίρη Χρονοπούλου δεν δίνει πια τετ α τετ συνεντεύξεις και γι’ αυτό ήμουν μάλλον απ’ τους τυχερούς που δέχτηκε να συναντήσει και να την εξωθήσουν σε μία δημόσια συζήτηση όλο πνεύμα και χιούμορ μαζί με μία σπάνια εξομολογητική διάθεση. Για την ακρίβεια, δεν ήταν λίγες οι στιγμές που ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια με ιστορίες της, οι οποίες μοιραία έμειναν εκτός συνέντευξης.

Κυρίες και κύριοι, η Μαίρη Χρονοπούλου, μία απ’ τις μεγαλύτερες σταρ της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, είναι εδώ, όμορφη, γλυκιά, περιποιημένη και ευφραδής, σε μία εξαιρετικά καλή φυσική και πνευματική κατάσταση. Παρά τα 87 της χρόνια και τα προβλήματα που εξακολουθούν να την ταλαιπωρούν.

Μήπως να την αφήναμε αυτή τη συνέντευξη για τον καινούργιο χρόνο; Δεν μας πήγε καλά αυτός, καθόλου καλά δεν μας πήγε…

Μην ανησυχείτε, θα κάνει ποδαρικό η συνέντευξη σας αυτή για να μας πάει καλά η χρονιά. 

Άντε να δούμε, άντε! Πάμε! Και να μιλάμε στον ενικό, σε παρακαλώ! 

Μου είπες πως θα με συναντήσεις απ’ το «κρεβάτι του πόνου», αλλά ένιωσα να το λες με περηφάνια σαν μια νίκη της ζωής επί του θανάτου.

Ακριβώς όπως το λες. Ήμουν τελείως παράλυτη και έκανα τρομερές φυσικοθεραπείες ώστε σήμερα να μπορώ να σηκωθώ στα πόδια μου. Πως να μην το πεις, λοιπόν, νίκη του θανάτου από τη ζωή;

Είναι τρομερό που μετά από 20 χρόνια παραλυσίας, ξαναπερπάτησες. Δεν το έχω ξανακούσει.

Χάρη στον Κώστα Γλάρο, τον γιατρό μου.

Και όχι στη θέληση σου για ζωή;

Α, χωρίς αυτόν δεν θα έκανα τίποτα. Είχα πάει σ’ ένα σωρό γιατρούς και δεν γινόταν τίποτα. Αυτός, στις τρεις – τέσσερις εβδομάδες, με έκανε να μπορώ να κινηθώ. Ήτανε Θεός. Σωστά διέκρινες περηφάνια στο λόγο μου, γιατί επιδόθηκα σε πολύ οδυνηρές ασκήσεις και τα κατάφερα. Έκανα με τον Γλάρο τρεις φορές τη βδομάδα και τις υπόλοιπες μέρες μόνη μου. Δύσκολο, πολύ δύσκολο, αλλά εγώ εκεί, μες τη μοναξιά μου να το παλεύω. 

Δεν την περίμενες μια τέτοια πρόοδο.

Όχι, δεν την περίμενα. Είχα πάει παντού. Άρχισα να βαριέμαι.

Σε είχα πετύχει στο Ηρώδειο, θυμάμαι, στη συναυλία για τον Μάνο Λοΐζο και σε είχα χαιρετίσει. 

Α, ναι, στο Ηρώδειο με το αμαξίδιο. Τώρα σηκώνομαι με βοήθεια και κάνω μερικά βήματα, όχι πολλά, δυο – τρία. 

Στη ζωή σου όλη κινήθηκες με μία αξιοπρέπεια, το μοναδικό αληθινό στοιχείο που δεν έχει ανάγκη ούτε να προκαλεί ή να προβοκάρει. 

Κάποιος άνθρωπος κάποτε μου χάρισε τη «Μαρίνα» του Ελύτη. Μου έμεινε μια φράση: «Η Μαρίνα είναι μακριά απ’ την ηθική, είναι γεμάτη ήθος». Πιστεύω ότι δεν υπήρξα ποτέ ηθικολόγος, αλλά είχα πάντα βαθύτατο ήθος μέσα μου. Πολύ!

Θα σε ρώταγα αργότερα για την ηθική και το ήθος, αλλά με πήγες εσύ εκεί τώρα.

Το ήθος κάνει την αξιοπρέπεια και η αξιοπρέπεια κάνει το ήθος. Είναι αλληλένδετα. Να κάτι, για το οποίο επίσης περηφανεύομαι: Το ήθος μου.

Δεν έχω απέναντι μου πια τη «Γυναίκα του γλεντιού», την ηρωίδα εκείνου του δαλιανίδειου τραγουδιού. Βρίσκεις κάτι το ίδιο συναρπαστικό στην παρούσα φάση σου;

Ναι, ναι (με σιγουριά). Σίγουρα, γιατί τα μέσα μας δεν γερνάνε. Η ψυχούλα μας και όσο το μυαλό μας είναι καλά. Δεν είναι μόνο η μνήμη, αλλά βρίσκεις ερεθίσματα και σ’ αυτή την ηλικία. 

Όπως;

Ποικίλα. Από ένα καλομαγειρεμένο φαγητό μέχρι το ποτό που πίνω ή το να πέτυχαν οι κουραμπιέδες μας. Μια καλή κουβέντα ακόμη ή ένας καλός φίλος, που θα μιλήσω μαζί του.

Ή μια ταινία σας που θα παίξει η τηλεόραση (σ.σ. την ώρα που μπήκα στο δωμάτιο της έπεφταν οι τίτλοι τέλους από το «Μια κυρία στα μπουζούκια»).

Ναι, σαν και «Του αγοριού απέναντι», τι εμβληματικό άσμα! Είχα να τη δω πολλά χρόνια την ταινία αυτή.

Και πως ένιωσες;

Δεν μ’ άρεσε. 

Υποκριτικά;

Ακριβώς. Βλέπω πολλές ατέλειες μου. Ανέκαθεν ήμουν η πιο σκληρή κριτικός του εαυτού μου. Ούτε η Ροζίτα Σώκου νά’μουν! Τι κάνει το Ροζιτάκι;

Καλά πρέπει να’ναι, αν και δεν γνωρίζω ακριβώς.

Έχουμε ακριβώς δέκα χρόνια διαφορά. Όταν εγώ έκλεινα τα 80, η Ροζίτα έκλεινε τα 90. Άρα τώρα που εγώ πήγα 87, εκείνη θα είναι στα 97. Τη λατρεύω αυτή, καλό παιδί ήταν.

Η ομορφιά και η γοητεία σου διευκόλυνε τις ανθρώπινες σχέσεις σου;

Δεν ήμουν όμορφη. Ενδιαφέρουσα ήμουν.

Το πιστεύεις αυτό τώρα;

Απόλυτα. Ήμουν ενδιαφέρουσα κι αυτό μέτραγε πιο πολύ. Εννοώ ενδιαφέρουσα απ’ τα μέσα μου κι αυτό μέτραγε πολύ παραπάνω από μία αντικειμενική ομορφιά. Διαφορετικά, η Πάρη Λεβέντη και η Ρίκα Διαλυνά θα έπρεπε να μας είχαν πάρει όλους τους ρόλους κι όλους τους άνδρες. Ωραίες κοπέλες ήταν αυτές! Ούτε τους άνδρες μας φάγανε, ούτε τους ρόλους. Φυσικά και η γοητεία ήταν κίνητρο για ευκολότερες σχέσεις και τη μεταχειρίστηκα στο έπακρον (γέλια). Μη φοβάσαι, δεν βγήκα αδικημένη καθόλου απ’ τη ζωή.

Το βγάζεις αυτό, δεν είχα καμία αμφιβολία.

Α ναι, το λέω, χορτάτη και γεμάτη απ’ τη ζωή. Και μέχρι τώρα καμία μιζέρια. Η Λαμάρα, η Γεωργιανή που με φροντίζει, παρατήρησε ότι το παντελόνι μου είναι πολύ νεανικό. Μου είπε: «Είχα ένα παλιό βιβλίο με τις περιπέτειες του βαρόνου Μινχάουζεν και φορούσε το ίδιο παντελόνι». Εγώ φυσικά θέλω να το φοράω και δεν το βάζω κάτω. 

Το ότι είσαι πια κάπως σαν σύμβολο έγινε ερήμην σου;

Ναι. Απ’ τα μέσα μου πάλι και ίσως να το κατάλαβε ο κόσμος. Δεν αποσκοπούσα ποτέ σε κάτι τέτοιο.

Και πότε το είδες να συμβαίνει;

Τώρα που πέρασαν τα χρόνια. Πρέπει να μεγαλώσεις για να σε μυθοποιήσουν.

Και σου αρέσει αυτό;

Πως να μη μ’ αρέσει; Η ματαιοδοξία είναι το δυνατό συναίσθημα του κερατά! Όλοι, όλοι ανεξαιρέτως, είμαστε ματαιόδοξοι. Μέχρι το τέλος.

Δεχόσουν μόνο τη δική σου αλήθεια στην ερμηνεία των πραγμάτων;

Πάντα πίστευα στη δική μου μεγάλη αλήθεια κι αυτήν αποζητούσα. 

Μονομερές δεν ακούγεται αυτό;

Μα ήμουν μονομερής και μονομανής, πολύ. Κακομαθημένη, αν θες, αλλά έτσι ήμουν. Δεν δεχόμουν άλλη αλήθεια για τα πράγματα, εκτός απ’ τη δική μου. Ποτέ δεν μ’ ενδιέφερε η αλήθεια των άλλων.

Και όταν προστρέχεις στα έργα τέχνης δεν αναζητάς την αλήθεια του καλλιτέχνη;

Για τον Ελύτη το λες αυτό;

Είσαι πολύ έξυπνη. Μίλησες πριν για τη «Μαρίνα».

Τι ωραίος ο Ελύτης, Θεέ μου, τι ερωτικός! Με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο τσακωνόμασταν, αυτουνού του άρεσε ο Σεφέρης, και του έλεγα: «Χριστιανέ μου, ο Ελύτης είναι ερωτικός». «Και ο Σεφέρης είναι» μου απαντούσε! «Που τον είδες, μωρέ, ερωτικό τον Σεφέρη;» επέμενα και απαντούσε ξανά ο Θόδωρος: «Είναι ερωτικός, αλλά το έχει κρυμμένο» (γέλια) Ο γλυκός μου! Του άρεσε ο Σεφέρης, αλλά ο Ελύτης υπήρξε και πολύ ωραίος άνδρας, ακόμη και σε μεγάλη ηλικία.

Καταλήγουμε, λοιπόν, στο ότι πέραν της δικής σου αλήθειας, αναζητούσες κι αυτή των ποιητών.

Κοίτα, ο Ελύτης είναι ο ποιητής της καρδιάς μου. Λιώνω με τον κύριο Αλεπουδέλλη, να με συγχωρείς. Ο Σεφέρης ναι μεν είναι μεγάλος ποιητής, αλλά εμένα δεν με γρατζούνισε ποτέ. 

Απομυθοποιούσες ποτέ τον εαυτό σου;

Ου, πάρα πολύ! Κυρίως με το κρυφό μίλημα με τον εαυτό μου το βράδυ στο σκοτάδι. Στο κρεβάτι μου, γι’ αυτό και δεν πάω ποτέ να εξομολογηθώ. Αυτοεξομολογούμαι. Κάνω κριτική στις πράξεις μου, στα πεπραγμένα, στα γεγονότα, στις πιο μύχιες σκέψεις μου. Ποτέ δεν χαρίστηκα στον εαυτό μου. 

Από νέα το έκανες αυτό; Μοιάζει ένας παράγοντας εξισορρόπησης.

Ναι, από νέα γυναίκα που ήμουν. Θέλει κότσια αυτό, που εμένα δεν μου λείψανε ποτέ. 

Απ’ τη μια ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ, Χόλιγουντ α λα ελληνικά, μα απ’ την άλλη, «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» και Αγγελόπουλος, μια πιο μαρξιστική θεώρηση των πραγμάτων.

Τα λάθη της Αριστεράς τα είχα διαβάσει, τα ήξερα, μαζί με τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Ποτέ δεν ήμουν αριστερή – αριστερή, θα έλεγα ότι ήμουν ροζέ και ποτέ κόκκινη. Ένωση Κέντρου αρχικά και μετά παθιασμένο ΠΑΣΟΚ. Στην Αριστερά δεν μπορούσα να πιστέψω με τόσα λάθη που είχε χρεωθεί. Δεξιά δεν ήμουν ποτέ, εννοείται, άρα τι μένει; Ένα ροζέ παιδί και, μάλιστα, εκ τύψεων.

Τι εννοείς «εκ τύψεων»;

Γίνονταν πλημμύρες, πέφτανε οι σκεπές, πνίγονταν οι φτωχοί άνθρωποι. Εγώ είχα τύψεις γιατί έμενα σ’ ένα καλό διαμέρισμα σε καλό καρτιέ, είχα τις δασκάλες μου, το καλό ιδιωτικό σχολείο, είχα ανέσεις. Αυτό με γέμισε από νωρίς τύψεις. Γιατί εγώ να τα’χω όλα αυτά και οι άλλοι να μην τα έχουν; Υποχρεωτικά έγινα ροζέ, ΠΑΣΟΚ δηλαδή. Μας απογοήτευσε, φάγαμε τη μούφα του, πέρασε κι αυτό. Τον μεθύσαμε τον ήλιο, σίγουρα ναι! Τον μεθύσαμε με τον λάγνο και πλάνο Παπανδρέου μ’ αυτό το «Ελληνίδες κι Έλληνες». Και ο Λοΐζος να τρέχει από πίσω του, τι πράγμα ήταν κι αυτό! 

Το ροζέ παιδί δυσκολεύτηκε με αντίθετους πολιτικά συναδέλφους του;

Όχι, ποτέ, ο καθένας είχε τα πιστεύω του. Τους σεβόμουν και με σέβονταν, αν και δεν τολμούσε και κανείς να βγει να μου την πει. Ήμουν και δυναμικό παιδί που είχα χειροδικήσει, ξέρεις.

Σε ποιον; Η Καλή Καλό μου είχε πει, λόγου χάριν, ότι είχε χαστουκίσει τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Δεν ήταν ποτέ για χαστούκι η Ρένα, η Ρηνούλα! Ήταν τόσο καλό παιδί. Εγώ είχα χειροδικήσει στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, όταν μου είχε κάνει μια τεράστια αδικία στους «Κυνηγούς». Το χρειαζόταν! Βγήκα απ’ το δωμάτιο μου, στον πάνω όροφο, στις Κάνες και τσίριζα σαν Κατίνα: «Αγγελόπουλε! Έλα απάνω τώρα»! Και ανέβηκε και εγένετο στο δωμάτιο μου της κακομοίρας! Στο διπλανό δωμάτιο ήταν ο αδερφός του μαζί μ’ έναν νεαρό, τον ανιψιό της Μαρίκας Καψή, και τους άκουσα να λένε: «Μα δεν θα της απαντήσει; Δεν θα της δώσει κι αυτός κάνα χαστούκι;» Τίποτα αυτός! 

Τι έκανε δηλαδή ο καημένος ο Αγγελόπουλος;

Τίποτα, τα έφαγε όλα. Είχαμε μεγάλη αγάπη μεταξύ μας, όμως, αφού μ’ έπαιρνε σ’ όλες του τις ταινίες. Μετά απ’ αυτό δεν περίμενα να με ξαναπάρει δηλαδή.

Λες να εκτιμούσε κατά βάθος τον εκρηκτικό χαρακτήρα σου;

Δεν ξέρω, αλλά εγώ δεν υπήρξα υποτελής απέναντι του. Σε κανέναν δηλαδή δεν υπήρξα υποτελής μέχρι τώρα. Εν προκειμένω, όμως, είχα δίκιο. Έφταιγε ο Θόδωρος και το ήξερε. 

Πιστεύεις στην παντοδυναμία του ενστίκτου;

Μόνο σ’ αυτή πιστεύω. Απόλυτα. Δεν με πρόδωσε ποτέ το ένστικτο μου, μ’ αυτό πορευόμουν πάντα και το ακολουθούσα. Σχεδόν ποτέ δεν μ’ έβγαλε σε λάθος δρόμους. Ήξερα ακριβώς τι θα μου συμβεί μετά από έξι – εφτά μήνες.

Αυτό λέγεται ενόραση, όχι ένστικτο.

Ενόραση λέγεται και δεν το βρήκα απ’ τους γονείς μου. Το είχα από μόνη μου. Ορμέμφυτο θα το έλεγα.

Μ’ αρέσει το λεξιλόγιο σου.

Κι εγώ κι εσύ ομιλούμε καλά την ελληνική. Κάποιος φίλος μου έκανε παρατήρηση ότι τα Χριστούγεννα δεν γράφονται με δύο «νι», αλλά με ένα και είχε λάθος. Είναι η «γέννα του Χριστού – Χριστού γέννα», πώς μου λες ότι θέλει ένα «νι»; Κι έτσι, υπάρχουν μερικοί που γράφουν τα Χριστούγεννα με ένα «νι», σαν ο Χριστός να εγένετο, απ’ το γίγνομαι, λες κι έγινε από άχυρο ή από πηλό. Ο Χριστός, όμως, εγεννήθη, άρα θα το γράψεις αναγκαστικά με δύο «νι».

Μαίρη Χρονοπούλου - Θόδωρος Αγγελόπουλος - Μελίνα Μερκούρη (1984)

Ο κόσμος θέλει απομονωμένο τον καλλιτέχνη; Όταν τον βλέπει μες τη συνάφεια του κόσμου, δυσκολεύεται να τον μυθοποιήσει;

Η απομόνωση χτίζει πολύ μύθο, πολύ παραμύθι. Ξέρεις τι σημαίνει το να είμαι εγώ απομονωμένη στο βουνό με γύρω – γύρω χιλιάδες στρέμματα άχτιστα; Πιστεύω πως έπαιξε μεγάλο ρόλο στην υστεροφημία μου. 

Ποια η διαφορά δηλαδή αν έμενες σ’ ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι;

Όχι Παγκράτι τώρα, να χαρείς. Εγώ είμαι γέννημα – θρέμμα του ιστορικού κέντρου, που λένε, δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα έμενα στο Παγκράτι. Θα ήταν φθορά για μένα να με βλέπουν με την τσίμπλα στο μάτι να πηγαίνω στο περίπτερο να παίρνω τσιγάρα ή να φωνάζω τον περιπτερά να έρχεται αυτός. 

Να σου πω την αλήθεια, σκιάχτηκα λίγο στα όρη στα άγρια βουνά που με έφερνε το ταξί.

Όπως το λες, στα όρη στα άγρια βουνά. Μ’ αρέσει, όμως, αυτό το αγροτόσπιτο με την τεράστια πισίνα, που μου χάλασε όμως και ποιος να τη φτιάχνει τώρα. Όλα χαλάνε.

Επέλεξες συνειδητά την απομόνωση και τη μοναξιά;

Την επέλεξα γιατί την ήθελα. Κανείς και καμία κατάσταση δεν με υποχρέωσε. Επιλογή δική μου ήταν όλα. Είμαι απόλυτα συμφιλιωμένη με τη μοναξιά μου.

Το λες σαν να μπούχτισες απ’ τους ανθρώπους.

Ε, ναι, το βρήκες, συμβαίνει κι αυτό. Παραμπούχτισα, θα έλεγα, και ήθελα την ησυχία μου.

Αναζητούσες μία τελειότητα στη ζωή ή στην τέχνη σου;

(σκέφτεται) Στην τέχνη μου, νομίζω. Τελειότητα στη ζωή δεν υπάρχει. Είμαστε γεμάτοι λάθη οι άνθρωποι. Δεν ωραιοποίησα τη ζωή μου, ενώ τη δουλειά μου με τα χρόνια την έκανα πολύ καλύτερη. 

Όντως, αν εξετάσει κανείς την πορεία σου.

Σκαλοπάτι – σκαλοπάτι χτίστηκε, γι’ αυτό και στην ταινία που είδα ήμουν πολύ κακή. Καρμικό ήταν αυτό απόψε που μπήκες μέσα κι έπαιζε αυτή η ταινία. Κι εγώ, να ξέρεις, πιστεύω πολύ στο κάρμα. 

Με μια ινδουιστική λογική;

Με τη βουδιστική λογική. Ασχολήθηκα κάποτε με τις ανατολίτικες θρησκείες, αν και ο βουδισμός δεν είναι ακριβώς θρησκεία, αλλά θεοσοφία. Εμπεριέχει την άσκηση. Δεν ασχολήθηκα το ’60, που ήταν λίγο της μόδας, αλλά αργότερα. 

Το ’60 πραγματικά δεν θα σε φανταζόμουν να την ψάχνεις με άλλες θρησκείες, θα παραήταν «χίπικο».

Α ναι, δεν υπήρξα χίπισσα ποτέ, εγώ ήμουν γυναίκα της θερμάνσεως, του air condition, του καλού μπάνιου, της κολώνιας και του αρώματος. Δεν τη μπορούσα τη μπίχλα των χίπηδων (γέλια). Μακριά απ’ αυτά ήμουν.

Μπορεί να σου άρεσε η μουσική τους, όμως.

Οι Beatles μου άρεσαν τρομερά, όχι τόσο η Baez και ο Dylan. Πιο μετά ήμουν του μπλουζ, του Tom Waits, και του ροκ σαν την Patti Smith. Τέτοια άκουγα. Και ο Francesco de Gregori μ’ άρεσε πολύ.

Έτσι όπως σε βλέπω τώρα απέναντι μου, έχεις τα περιθώρια να λες «γυρίζω σελίδα»;

Δεν ξέρω, αλλά ελπίζω πάντα σε κάτι αλλιώτικο. Έχοντας φτάσει πολλές φορές κοντά στο θάνατο, μου είπε ένας αγαπημένος μου φίλος: «Για να σ’ αφήσει να ζήσεις, έχεις ακόμα να κάνεις κάτι». 

Και τον εμπιστεύεσαι τον φίλο αυτό, είναι διανοούμενος;

Δεν είναι διανοούμενος στο επάγγελμα, αλλά έχει καλή σκέψη. Τι να είναι τώρα αυτό που έχω ακόμα να κάνω, δεν το γνωρίζω.

Ποιος είχε τη στόφα του σπουδαίου μέσα απ’ την Ελλάδα που γνώρισες;

Ο Παπανδρέου, θα έλεγα. Είχε γοητεία το κέρατο! Και ο Αγγελόπουλος. Μόνο που ούτε ο Παπανδρέου θα μπορούσε να κάνει ταινία, ούτε ο Αγγελόπουλος να’ναι καλός οικονομολόγος. Επίσης, ο Βασίλης Γεωργιάδης και πάνω απ’ όλους, τώρα που το σκέφτομαι, ο Μίνως Βολανάκης. Ήμασταν νύχι με κρέας, είχαμε σχεδόν ερωτική σχέση με τον Βολανάκη και μου κόστισε πάρα πολύ ο θάνατος του. Σου ορκίζομαι ότι δύο φορές τον είδα σαν σκιά, ολόγραμμα, εδώ κάτω, ενώ εγώ ήμουν πάνω στην κρεβατοκάμαρα μου. Φόραγε το μακρύ παλτό του και το κόκκινο κασκόλ και του φώναξα σαν σε όραμα: «Μινούς!» – έτσι τον έλεγα. Δυο φορές τον «είδα» εδώ μέσα και μην το γελάς. Επίσης, λάτρευα τον Γιάννη τον Δαλιανίδη. Κι ας μην τον κακολογούν, δεν κάνει…

Ποιος τον κακολογεί; Ο Δαλιανίδης δικαίως είναι πια στο απυρόβλητο.

Δεν κάνει, γιατί αυτός μας έφτιαξε όλους. Ποιος να τον κακολογήσει τώρα, που να τολμήσει; Ήταν τόσο αγαπημένος φίλος ο Γιάννης.

Μεγαλώνουν οι άνθρωποι, φεύγουν.

Φεύγουν και σε λίγο θα φύγουμε κι εμείς.

Εσύ, είπαμε, κάτι έχεις ακόμα να κάνεις.

Κάτι έχω, ναι, αλλά τι; Έτσι απεφάνθη ο δημιουργός.

Πως κατακτιέται μια σπουδαία ερμηνεία;

Με εσωτερική πάλη και πόνο. Είναι οδυνηρή η αγωνία να βγάλεις έναν καλό ρόλο. Σαν να γεννάς.

Ποτέ δεν «ξεπέταξες» έναν ρόλο;

Όχι, ακόμη κι εκεί που ήμουν πολύ μέτρια, σαν την ταινία που λέγαμε. Ή στο κωμικό σήριαλ που έκανα. Δεν είμαι καλή στην κωμωδία, αλλά τό’βγαλα με ευκολίες που είχαν όμως τον πόνο της γέννας.

Σε «φτιάχνει» ο πόνος της γέννας αυτής;

Ω ναι, όπως το λες. Παιδιά δεν κάναμε, αλλά κάναμε ρόλους τουλάχιστον.

Τι είναι αυτό που πονάει στις απώλειες; Ότι δεν θα ξαναδούμε κάποιους ανθρώπους;

Ναι, ο Νίκος ο Κούρκουλος, ας πούμε, μια ζωή ήταν ο μεγάλος μου αδερφός. Όταν πέθανε ο Νίκος, κλείναμε 52 χρόνια φιλίας. Αδέρφια, μια σάρκα. Το ίδιο και ο Γιάννης ο Βόγλης ή ο Φαίδων Γεωργίτσης, που ήμασταν και γείτονες. 

Τους έβλεπες αυτούς ενόσω ζούσαν ή απλά νοσταλγείς τα παλιά; Έχει σημασία για το μέγεθος του πένθους.

Δεν είναι αυτό. Ήξερα ότι θα τους πάρω στο τηλέφωνο και θα μιλήσουμε. Μια και με ρωτάς, όμως, με τους φίλους μου βλεπόμουν, γι’ αυτό και μου λείπουν όποτε τους σκέφτομαι.

Μπόσκο - Όλγα Μπακομάρου - Μαίρη Χρονοπούλου (Νομισματικό Μουσείο, Οκτώβριος 2021)

Η αγάπη είναι το ύψιστο δείγμα ανταμοιβής;

Είναι, αλλά ξέρεις τι είναι ακόμη και πιο ύψιστο απ’ την αγάπη; Το να ταΐζεις τον άλλον. Η πιο ερωτική πράξη είναι να μαγειρεύεις για τον άλλον και να τον ταΐζεις. Ίσως γι’ αυτό έγινα πολύ καλή μαγείρισσα.

Το λες με την έννοια της αλληλεγγύης;

Το λέω με την έννοια του σεξ! Το να φτιάξεις ένα ωραίο φαΐ στον άλλον, να το φάει και να σου πει «Τι ωραίο που ήταν», ισούται με τρεις καλές σεξουαλικές πράξεις.

Τόσο πολύ;

Τόσο πολύ! Ηδονή!

Να σου κάνω μια τολμηρή ερώτηση;

Κάν’την κι άμα δεν θέλω, δεν θ’ απαντήσω. Δεν φοβάμαι τίποτα εγώ.

Θυμάσαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες έρωτα;

Πάμε πάμπολλα πέτρινα χρόνια πίσω. Δεν τη θυμάμαι σαν πράξη καθαυτή, γιατί δεν ήταν κάτι που με συντάραξε. Πάνε όμως και 27 χρόνια από τότε.

Με εντυπωσιάζεις που τα έχεις μετρημένα. 

Ναι, γι’ αυτό και ήταν πολύ καλή η ερώτηση σου. Ξαναλέω, όμως, ότι δεν ήταν κάτι συνταρακτικό. 

Σε ικανοποιεί η στάση των media απέναντι σου;

Απόλυτα, ναι. Εμένα, ας πούμε, ποτέ δεν έβγαλαν τηλεφωνική συνομιλία μου ως συνέντευξη. Στην «Espresso», π.χ., έχω έναν πολύ καλό μου φίλο, που με προστάτευε ανέκαθεν: Τον Αλκίνοο Μπουνιά, φίλος μου απ’ το ’77. 

Οι κακουχίες άλλαξαν και την κοσμοθεωρία σου;

Πολλές κακουχίες. Κυρίως μεγάλο κατόρθωμα είναι η υπομονή που χρειάζεται να αντλήσεις. Πήγα και ήρθα, ή θα πήδαγα το χαντάκι ή θα έμενα στάσιμη στο ανάχωμα. Τον περασμένο Ιούλιο πήγα στο νοσοκομείο με 40 οξυγόνο και 16 αιματοκρίτη. Παραληρούσα, έβλεπα οράματα. Η Λαμάρα θυμόταν τη μαμά μου, που πέθανε 107 ετών, αλλά τα’χε χάσει στα 100. «Α, σαν τη μαμά της και η κυρία» έλεγε. Νόμιζε πως τα’χα χάσει. Οι γιατροί με κράτησαν στο Ιπποκράτειο και με έβαλαν στην καρδιολογική, φοβούμενοι τα μικρόβια. Έδωσαν μια μάχη για να με σώσουν και με έσωσαν στο Ιπποκράτειο.

Το Ιπποκράτειο έχει και το καλύτερο υπερτασικό κέντρο.

Α, σε μένα δύο πράγματα δουλεύουν τέλεια ακόμα: Τα αγγεία μου και τα γυναικολογικά μου. Όλα τα άλλα είναι σμπαράλια (γέλια). 

Από τι αντλείς δύναμη αυτόν τον καιρό;

Από μια βαθύτερη αιρετική πίστη που έχω.

Σε τι;

Στο Θείο στοιχείο. Με τον δικό μου τρόπο.

Οι παπάδες και η κοινωνία, ξέρεις, δεν συμπαθούν τους αιρετικούς.

Έχω φίλους καλούς κληρικούς, σαν τους αδερφούς Πουλάκη. Ο ένας έχει αναλάβει να με κηδέψει, γιατί έχει γραφείο τελετών, κι ο άλλος είναι ανώτερος ιερωμένος. Με τον δεύτερο κάνω ωραίες κουβέντες. Συμμερίζεται την αιρετικότητα μου.

Ίσως γιατί είσαι απλά η Μαίρη Χρονοπούλου.

Ίσως γιατί οι πράξεις μου είναι αγνές. 

Δεν σε κουράζω τώρα, ε;

Ίσα – ίσα, μ’ αρέσει η εναλλαγή των ερωτήσεων σου και το πως εκφράζεσαι.

Τι σε καταπραΰνει ψυχικά, η προσευχή ή η επιστήμη;

Κατά καιρούς το ένα, κατά καιρούς το άλλο. Όταν είμαι τέζα από υγεία, σωστό θεωρώ να στραφώ στην επιστήμη. Όταν είμαι τέζα ψυχικά, στρέφομαι στη βοήθεια «από πάνω». Και όποτε το έχω ζητήσει, έχει γίνει. Μην το κοροϊδέψεις, αλλά η Παναγία η Γρηγορούσα μ’ έχει βοηθήσει. 

Δεν συγκρούονται μέσα σου επιστήμη με θρησκεία;

Όχι, είναι άλλοι δρόμοι.

Το είπες, πας απ’ το δρόμο που σε συμφέρει ουσιαστικά.

Μπορεί. Η αυτοσυντήρηση είναι πολύ πονηρό πράγμα. Έχω βγάλει πολλές ωραίες παροιμίες εγώ, όπως ο Θεός να με φυλάει απ’ το κέρατο του άσχημου άνδρα. Σοφή κουβέντα, αφού ένας ωραίος δεν θα σε απατήσει, ένας άσχημος όμως…Ζήτω που καήκαμε. Αναζήτησε το «Playboy» με τη γυμνή μου φωτογράφηση, που αντί συνέντευξης, είχα γράψει πέντε – έξι αφορισμούς. 

Μπόσκο, Χάρης Παπαδόπουλος, Μαίρη Χρονοπούλου (Ελληνικός Κόσμος, Ιανουάριος 2022)

Μιλάς με κέφι για εκείνο το «Playboy», σ’ ανεβάζει ακόμα ψυχολογικά.

Ω ναι! Ταυτόχρονα με το «Playboy», είχα πάρει το βραβείο ερμηνείας για την ταινία «Τα παιδιά της χελιδόνας» του Βρεττάκου, έπαιξα σε Επίδαυρο και Ηρώδειο επίσης. Δηλαδή τα αρχαία θέατρα, ο Αριστοφάνης, το «Playboy» και τα «Παιδιά της χελιδόνας» συνέπεσαν! Ήταν τρομερά ερεθιστικό να κάνω τόσα ετερόκλητα πράγματα!

Το πιο ερεθιστικό είναι που έκανες τη φωτογράφηση σε ώριμη ηλικία και πήρες μόνο καλές κριτικές.

Καλέ, ναι, το 1987 έγινε αυτό, άρα ήμουν…(μετράει με τα δάχτυλα του ενός χεριού) 54 ετών! Φαινόμουν, όμως, 38 – 40 τότε, έκρυβα χρόνια.

Ήταν πολύ «τρέντι» τότε οι γυμνές φωτογραφίσεις των σταρ: Δήμητρα Γαλάνη, Άντζελα Δημητρίου.

Μ’ ακολούθησαν όλες μετά, αν και η πρωτοπόρος ήταν η Ζωΐτσα η Λάσκαρη. Ο Θεός να την αναπαύσει, ήταν καλό παιδί.

Σε ταλαιπώρησε η παραφορά που χαρακτήριζε τη ζωή σου;

Ίσως. Λόγω εντάσεων. Η ζωή μου ήταν πάντα ups and downs, καμπύλες ψηλά – χαμηλά. Σ’ άλλες εποχές ήμουν σε ένταση και άλλες σε πτώση, αλλά ουδέποτε υπήρξα επίπεδη, φλατ. Μου άρεσε αυτό και έτσι πορεύτηκα. Ν’ αλλάξω τώρα, λίγο δύσκολο…Παραφορά, βέβαια, όπως το έθεσες, δεν είναι μόνο πάθη, αλλά και αγωνίες. 

Ξέρεις τι θυμήθηκα τώρα; Μια συναυλία στη Λυρική Σκηνή για τους σεισμοπαθείς του Μεξικού. Είχες προλογίσει τη Φλέρυ Νταντωνάκη, ήσουν η παρουσιάστρια της βραδιάς.

Ανάθεμα κι αν θυμάμαι πότε έκανε σεισμούς στο Μεξικό (γέλια). Τρέχα – γύρευε, φιλανθρωπικές συναυλίες που δεν θυμόμαστε γιατί τις κάναμε, αυτά είναι. Τη Φλέρυ την ήξερα, γιατί μου’χε κλέψει κι ένα τραγούδι. Αστειεύομαι. Αναφέρομαι σ’ ένα τραγούδι του Χατζιδάκι που είχα πρωτοπεί εγώ στην Επίδαυρο (σ.σ. τραγουδά το «Έρωτα εσύ» από τη «Μήδεια» του Ευριπίδη σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκι, από τον «Μεγάλο Ερωτικό». Το τραγουδάμε μαζί)

Στον «Μεγάλο Ερωτικό», βέβαια, αυτό το τραγούδησε ο Δημήτρης Ψαριανός.

Ξέρω πως η Φλέρυ ήταν να το τραγουδήσει, όταν ο Χατζιδάκις μοίραζε τα τραγούδια. Και το «Έρωτα εσύ» είναι ένα ερωτικό ζεϊμπέκικο στην ουσία για γυναικεία φωνή. Ε, τι να κάνουμε, θα το έλεγε η Φλέρυ στο δίσκο, που είχε καλύτερη φωνή από μένα. Τη γνώρισα, αλλά μέσω του Μάνου, δεν κάναμε δηλαδή παρέα ποτέ. Τον Μάνο τον ήξερα πριν να γίνει διάσημος, απ’ όταν ήμασταν παιδιά. Εγώ παιδίσκη κι εκείνος νεαρούλης και, αν το πιστεύεις, με φλέρταρε κιόλας. 

Παράξενο λίγο.

Σε μένα, που υπήρξα gay queen και trans queen, τίποτα δεν ήταν παράξενο. 

Γιατί σ’ αγαπούσαν τόσο πολύ οι αποσυνάγωγοι της ζωής;

Ίσως με το ένστικτο των κοινωνικά καταπιεσμένων διέβλεπαν πόσο δεν ήμουν καθόλου ρατσίστρια. Και γι’ αυτό μ’ αγαπούσαν. 

Είχες δώσει και μια ωραιότατη συνέντευξη στο «Κράξιμο» της Πάολας Ρεβενιώτη.

Ακριβώς όπως το λες, ωραιότατη συνέντευξη. Με συγχωρείς, έδωσε στο ίδιο τεύχος συνέντευξη ο Ταχτσής, που ήταν πολύ φίλος μου, μαζί με μένα. Κάπου θα το έχω το τεύχος.

Η Πάολα μού είχε πει πόσο εκτίμησε τη δοτικότητα σου. Η αναρχική Κατερίνα Γώγου, ας πούμε, είχε αποφύγει να δώσει συνέντευξη στο ίδιο έντυπο.

Τι κάνει η Πάολα; Τη θυμάμαι όταν βρεθήκαμε, ήταν ένα αγόρι με μακριά μαλλιά τότε και άρβιλα. Καθόλου δεν με εξέθεσε η Πάολα και ήταν χαρά μου. Την αγαπούσα πολύ την Πάολα. Και τον Κωστάκη τον Ταχτσή αγαπούσα πολύ…Τι απώλεια! Ξέρεις, είχαμε ραντεβού εδώ στις 9 για να μάθουμε ένα έργο του με την Κοντού. Στις 8 με παίρνει τηλέφωνο μια φίλη μου. «Περιμένω τον Ταχτσή» της κάνω και μου λέει: «Μην τον περιμένεις. Τον σκότωσαν»! Βγαίνω έξω, με βουτάνε κάτι μπάτσοι και με πάνε κατευθείαν στην ασφάλεια. Την άλλη μέρα, στις 8 το πρωί, πέταγα για το Φεστιβάλ Βενετίας. Με πέρασαν από ανακρίσεις, γιατί λες; Είχε ο Ταχτσής ένα καρνέ με τηλέφωνα. Με είχε στο «χι», Χρονοπούλου Μαίρη. Μ’ άφησαν κάποια στιγμή, γύρισα στο σπίτι μου βρώμικη κι ελεεινή και πήρα τις βαλίτσες μου κατευθείαν για Ιταλία. 

Τον έζησες από κοντά τον Ταχτσή;

Ναι, κάναμε παρέα. Ανά περιόδους είχε τρίχες, άφηνε μούσι και ήταν άντρας. Όταν έβλεπα χαλάουα και ξύρισμα, καταλάβαινα ότι άρχιζε την παλιοζωή. Και, ξέρεις, δεν το έκανε από βίτσιο, αλλά από ανάγκη. Του έδινε ένα πίνακα ο Φασιανός, τον πούλαγε, πέρναγε έξι μήνες. Μετά, όταν ξέμενε, έβγαινε στην πιάτσα. Ζούσε απ’ αυτό, ήμουν μάρτυς και το ξέρω!

Ίσως η παρέα με τον Ταχτσή να σ’ έκανε τόσο ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Όχι, από πολύ πιο πριν ήμουν ανεκτική. Αν θέλεις, απ’ την επαφή μου με τον Χατζιδάκι και με τον Δαλιανίδη. 

Σου έλεγε τα ερωτικά του ο Δαλιανίδης;

Όχι, τα ήξερα όμως. Τα ζούσα.

Στον Βουτσά, πάντως, τα έλεγε. Ο ίδιος μου το’χε εκμυστηρευθεί.

Ο Δαλιανίδης σεβόταν πολύ τις γυναίκες. Δε χρειαζόταν να μου πει τίποτα εμένα, ζούσα από πρώτο χέρι τους καημούς και τα κλάματα του. Ο Γιαννάκης μου, ο χρυσός μου! Ξέρεις ποιος ήταν μέγας λεβέντης ανάμεσα στους γκέι; Ο Γιάννης ο Φλερύ! Μπροστάρης, πραγματικός αριστερός, τον θαύμαζα πολύ! 

Τι είναι αυτό που κάνει εν έτει 2020 τη Μαίρη Χρονοπούλου να μην είναι outsider;

Ειλικρινά μου κάνει εντύπωση και μένα. Μεγάλη, αφού δεν είμαι και δεν αισθάνομαι outsider. Μου τηλεφώνησε ένας απ’ τους βοηθούς του Αγγελόπουλου, ο Νίκος Σέκερης, και μου έλεγε ότι υπάρχουν πέντε – έξι σελίδες στο facebook που τις χειρίζονται άλλοι. Ένας, έμαθα, έχει μια απίστευτη συλλογή φωτογραφιών μου, που εγώ δεν έχω τίποτα. Κινούνται πολύ οι ιστοσελίδες με τ’ όνομα μου και τα πορτραίτα μου.

Δεν σ’ ενδιαφέρει να μπεις να τα δεις;

Σάμπως ξέρω; Έχω ένα φωνητικό tablet, λέω «Γεια σας, Κώστας Βουτσάς» και βγαίνει ο Βουτσάς.Τώρα πια δεν βλέπω να μπω. Σκιές βλέπω μόνο, έχουν υποστεί βλάβη τα μάτια μου. Έχω τον καλύτερο Έλληνα οφθαλμίατρο και μου κάνει συντηρητική αγωγή. Έτσι είναι κι η Ξένια Καλογεροπούλου. Μου έδωσε οδηγίες πως να μιλήσω με τον Οίκο Τυφλών και να μου στείλουν έναν κατάλογο βιβλίων. Μ’ ένα τρανζιστοράκι θα μπορώ ν’ ακούω την ανάγνωση των βιβλίων. Από Stephen King, αστυνομικά και Άρλεκιν μέχρι Αδερφούς Καραμάζοφ.  

Τι να κάνεις, καλό ακούγεται.

Ναι, πολύ καλό, πραγματικά. Στην αρχή είπα να τ’ αποφύγω, αλλά τώρα θα τα προμηθευτώ.

Πες μου, Μαίρη, είναι κακό να είναι κανείς ανήθικος; 

Αν οι μη ηθικές πράξεις του βλάπτουν τους άλλους, είναι κακό. Αν είναι για τον εαυτό του, με γεια του με χαρά του, δεν θα τον ελέγξω εγώ. Ας κάνει ότι θέλει. Αν όμως πληγώσει άλλους, τότε κάνει έγκλημα.

Εσύ πρόταξες ποτέ ηθικές αναστολές έναντι των επιθυμιών σου;

Ναι, αφού στη μεγαλύτερη επιθυμία της ζωής μου, έναν απελπισμένο έρωτα, έβαλα το ήθος μπροστά. Έχε υπόψη, όμως, πως πάντα στο τώρα τοποθετούμε τη μεγαλύτερη επιθυμία της ζωής μας. Υπήρξε και για μένα η φάση που πρόταξα ήθος και ηθική. Απεσύρθην απ’ τη σχέση μου μ’ έναν παντρεμένο γιατί δεν ήθελα να πληγώσω την εξαίσια σύζυγο του. Κι ας πληγώθηκα εγώ τρομερά στη μέση της ζωής μου.

Αν υποτεθεί πως διάγουμε την εποχή μιας απόλυτης απελευθέρωσης, μήπως παραγκωνίστηκε η έννοια της καύλας και του πάθους;

Σωστά, άμα το πάθος είναι αβέρτα χύμα, παύει νά’ναι πάθος. Το πάθος πρέπει να’ναι καναλιζαρισμένο, να βρίσκεται σε κανάλι και να βγει με την έκρηξη στην άκρη της κάννης. Δεν γίνεται, ρε φίλε, να είναι όλα στο πιάτο, πόσο μάλλον όταν πας να το υπερασπιστείς αυτό και με θεωρητικούρες. Δεν υπάρχει πάθος έτσι, υπάρχει ξεκώλιασμα. 

Να το γράψω έτσι;

Να το γράψεις έτσι.

Πόσο εύκολο είναι για σένα που γεύτηκες τη ζωή με το κουτάλι να μονάζεις αυτή τη στιγμή;

Μόνο τη γεύτηκα; Στομαχόπονο έπαθα! Όταν νιώσεις πως ήρθε η ώρα του, απλά το κάνεις κι αυτό.

Όλος αυτός ο αγώνας για ζωή εμπεριέχει και μία ματαιότητα;

Όχι, η ίδια η ζωή είναι ένας αγώνας και γι’ αυτήν έχεις να παλέψεις. Πως να το κάνουμε, για να έχει ενδιαφέρον η ζωή πρέπει να είσαι μονίμως στο κυνήγι και στον αγώνα. 

Παραδίνεσαι στη μελαγχολία σου ή την αποδιώχνεις;

Χωρίς να είμαι σίγουρη, μάλλον με το που ξυπνάω είμαι μελαγχολική. Δυστυχώς δε μπορώ να την αποδιώξω τη μελαγχολία, γιατί οι γιατροί μου απαγόρεψαν τα ηρεμιστικά. Παλιότερα κάτι έπαιρνα και το έκοβα στον ύπνο. Τώρα πια δεν μου επιτρέπουν ηρεμιστικά, αλκοόλ, τσιγάρο – ήμουν βαριά καπνίστρια – ζάχαρη, αλάτι και άμιλλο. Όλα τα ωραία πράγματα στη ζωή μου. Το μόνο μου ηρεμιστικό είναι ένα φυτικό με βαλεριάνα και μελατονίνη μαζί. 

Δεν ξέρω τι είναι πιο μελαγχολικό, να μιλάμε για απόντες, σαν τον Κούρκουλο και τη Λάσκαρη, ή για γιατρούς που σε κουράρουν;

(ξεκαρδίζεται στα γέλια) Είναι τραγικά μελαγχολικό. Του κερατά, δεν υπάρχει! Κρέμεσαι πάνω απ’ τους γιατρούς, εξαρτάσαι πια απ’ αυτούς. Είναι και λίγο αστείο, πάντως.

Κι αυτό βγαίνει στην όψη σου, μία περιπαικτική διάθεση.

Μα ναι, αφού κατά κανόνα δεν είμαι θλιμμένη. Έχω κι εγώ τις στιγμές μου. Εσύ τι περίμενες να δεις, κάνα πτώμα;

Βάσει όσων κυκλοφορούν με δραματικούς τίτλους στο διαδίκτυο, ναι, κάτι τέτοιο για να’μαι ειλικρινής.

Ξέρεις τι έχω περάσει; Που κάηκα και σημαδεύτηκα φρικτά; Θα μιζέριαζα μόνο αν ήμουν σαν τη μητέρα μου ή μόνο αν τα χάσω. Ελπίζω να μη ζήσω σαν τη μάνα μου.

Δεν θα ήθελες να φτάσεις 107 χρονών;

Όχι (το φωνάζει). Μια φρίκη. Τα’χε χάσει στα 100 κι ήταν σαν φυτό. Οδηγούσε, βέβαια, μέχρι τα 95 της. Με 200 έτρεχε. Παλιά έπαιρνε τον χωματόδρομο που ήταν εδώ πάνω με 150, για να μην αισθάνεται – έλεγε – τις λακκούβες. Μιλάμε για πολύ παλιά οδηγό, προπολεμική. Ο Θύμιος Καρακατσάνης, που έμενε εδώ παραπάνω, έλεγε στη γυναίκα του: «Πρόσεχε! Όταν βγαίνεις στη διασταύρωση, να σταματάς πάντα, γιατί άμα κατεβαίνει η μαμά της Μαίρης, την έβαψες» (γέλια) 

Τη σκέφτεσαι συχνά τη μάνα σου;

Τη σκέφτομαι, αλλά φοβάμαι ότι δεν την αγαπούσα.

Λόγω γυναικείου ανταγωνισμού;

Ήταν πολύ σκληρή μάνα. Μου λείπει φοβερά ο πατριός μου, εκείνος πέθανε στα 72 και η μαμά στα 107. Πριν από 32 χρόνια έφερα εδώ τα κόκαλα του σ’ έναν άδειο τάφο, τσιμεντωμένο. Πήγαινα εκεί, έκανα τσιγάρο και του μιλούσα. Μετά έβαλα και τη μάνα μου εκεί όταν πέθανε πριν από τρία χρόνια. Τους τσιμέντωσα και τους δύο, γιατί εγώ δεν πρόκειται να ταφώ, και ησύχασα.

Είσαι υπέρ της καύσης;

Ασυζητητί. Αρνούμαι να γίνω βορά σκουληκιών και σκαθαριών. 

Μίλησε μου ακόμα λίγο για τη σχέση με τη μάνα σου.

Ήταν πολύ σκληρή γυναίκα. Δεν την ένοιαζε η καλλιτεχνία, αφού κι εγώ δεν βγήκα μικρή στο θέατρο. Ήταν λίγο Άουσβιτς, λίγο Μπέργκεν – Μπέλσεν. Ακροδεξιά δεν ήταν, αν και μάλλον Δεξιά ψήφιζε. Κρατούσε και μια σιγή γύρω απ’ τα πολιτικά.

Ειλικρινά ξαλάφρωσες με το θάνατο της;

Ναι, κατά ένα τρόπο. Δεν ήθελα βέβαια να πεθάνει, γι’ αυτό και της στάθηκα πολύ στα τελευταία της. Της είχα απίστευτη πολυτέλεια, έκανα το καθήκον μου σαν κόρη για να μην έχω τύψεις. 

Και δεν το εκτιμούσε;

Γενικά δεν εκτιμούσε τίποτα. Καλό λόγο δεν είχε ποτέ. Σκυλί ήταν η μαμά. Ας είναι καλά όπου έχει πάει, αλλά δεν θα ήθελα να συναντηθούμε. Ζηλεύουν οι μανάδες τις κόρες τους, να ξέρεις.

Και συχνά τις φορτώνουν με ψυχολογικά προβλήματα θες να μου πεις;

Εμένα δεν το κατόρθωσε, όσο κι αν το ήθελε! Τα δικά της τα λάθη εγώ τα πλήρωσα ως μοναχοκόρη, μοναχοπαίδι. Έτσι μας άφησε και ο πατέρας μου, μας εγκατέλειψε. Τον έχασα κι αυτόν γύρω στα 80 του.

Είχες επαφές με τον βιολογικό σου πατέρα;

Ελάχιστες, γιατί με είχε πληγώσει όταν μας άφησε. Ήμουν σχεδόν οκτώ ετών και μεγάλωνα, υποτίθεται, σ’ ένα εύπορο περιβάλλον κι απ’ τις δυο μεριές. Μου έλειψε ο πατέρας, πόσο μάλλον όταν αδιαφορούσε όταν εγώ έκανα τη μεγάλη καριέρα μου. Αντίθετα, με τον πατριό μου γνώρισα τι θα πει πατρική στοργή. Άγιο Βασίλη τον λέγαμε, άγιος άνθρωπος ήτανε. Σκέψου για ν’ αγοράσω κιόλας τάφο εδώ στην Παιανία. Τον πήρα απ’ το κοιμητήριο στο Μαρούσι και τον έφερα εδώ κοντά μου.

Είναι και μια επένδυση σήμερα ν’ αγοράσεις τάφο.

Σου είπα, ο τάφος έχει σφραγιστεί τώρα πια. Βάλαμε μέσα και τη μαμά φρέσκια – φρέσκια, καθαρίσαμε. Εγώ θα πάω στη Ριτσώνα. Απεχθάνομαι την ιδέα της σήψης και της φθοράς. Έχω αγοράσει και το φέρετρο μου, δηλαδή ένα κουτί. Το πλήρωσα 500 ευρώ και το έχω μες την αποθήκη. Κούκλα η Μαρίτσα (γέλια). 

Θεωρείς ότι ήταν όλα μάταια όσα έκανες στη ζωή σου;

Όχι. Ίσως κάποια, λίγα, αλλά δεν θα ήθελα να τα θυμηθώ.

Για να μη δυσαρεστήσεις άλλους;

Για να μη δυσαρεστήσω τον εαυτό μου. Διαλέγω μερικά πραγματάκια από ζωή, καριέρα και φιλίες και τα κρατάω. 

Θέλω ένα 24ωρο σου να μου περιγράψεις για να σ’ αφήσω κι εγώ στην ησυχία σου.

Το πρωί ξυπνάω, φωνάζω «Λαμάρα». «Τι είναι;» μου λέει, «Καλημέρα» της κάνω. Κλασικός διάλογος. Μου λέει τι ώρα είναι, έρχεται και μου ανάβει τα air conditions, με σηκώνει απ’ το νοσοκομειακό κρεβάτι που έχω εδώ και μου φέρνει το πρωινό μου: Γάλα καρύδας ή γάλα αμυγδάλου και ένα cream cracker ολικής αλέσεως με τυρί κρέμα πάνω. Μετά αρχίζει η τουαλέτα: Πλύσιμο, πλύσιμο και πάλι πλύσιμο. Κάθε πρωί με πλένει και τοπικά τρεις – τέσσερις φορές την ημέρα. Μες τη βδομάδα πέντε – έξι φορές με πάει μέσα με τα καρούλια, με το καροτσάκι και πλατσουρίζω μες τα νερά. Πολλά νερά, ντους και σαπούνια. Ακολουθεί η ενημέρωση. Βλέπω όλα τα δελτία ειδήσεων. Κανένα δεν χάνω, εναλλάξ τα κανάλια. Ζω με τις ειδήσεις, τα ίδια ακούω, αλλά μ’ αρέσει. Ταινία για να δω, θα πρέπει να’ναι ελληνικό, ώστε να τους καταλαβαίνω όλους απ’ τις φωνές τους. 

Εγώ, πάντως, απόψε έζησα το δικό μου ελληνικό και σ’ ευχαριστώ όσο δεν φαντάζεσαι.

Να μη μ’ ευχαριστείς. Δεν θέλω πια να δίνω συνεντεύξεις. Αν δεν μ’ άρεσε η παρέα σου και η δουλειά σου, δεν θα σου χαριζόμουν. Ξέρεις τι μου’ κανες μόνο; Πεθύμησα πάλι, μετά από πολλούς μήνες, να ξανανάψω τσιγάρο. Δεν κάνει, όμως.

* Η συνέντευξη με την ηθοποιό Μαίρη Χρονοπούλου πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2020 στο σπίτι της στην Παιανία.

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr

*** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο ένθετο Docville της εφημερίδας Documento. Ολόκληρη η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Οι_10» (εκδόσεις Άπαρσις)

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

Νάντια Μουρούζη: «Είπα κάποια ''όχι'' που τα πλήρωσα στη συνέχεια»

Γυναίκα-αερικό που τεχνηέντως με χιούμορ κρύβει την έμφυτη μελαγχολία της. Ποτέ δεν έκανε λάβαρό της τη λέξη «καριέρα», όπως εξομολογείται με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Αυτή που υπήρξε μούσα του Θόδωρου Αγγελόπουλου στον εμβληματικό «Μελισσοκόμο» του και συμπρωταγωνίστρια του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι! Στην πιο κρίσιμη καμπή της πορείας της τα βρόντηξε όλα και έφυγε στο Παρίσι. Με τον επαναπατρισμό της εμφανίστηκε σε σίριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης και έγινε ευρέως γνωστή. Τον ίδιο καιρό η σχέση της με τον ηθοποιό Δημήτρη Παπαμιχαήλ απασχόλησε όλα τα Μέσα. Δεν έχει θέμα να μιλάει μέχρι σήμερα για τον άνθρωπο αυτό, αφού κρατάει ισχυρές μνήμες. Η Νάντια Μουρούζη, το πιο όμορφο βλέμμα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, ετοιμάζεται να εμφανιστεί σε δύο θεατρικά έργα, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Αυτή ήταν και η αφορμή της δικής μας συνάντησής.

Διακρίνω μια μελαγχολία στο πρόσωπο σας παρά την καλή σας διάθεση. Είναι κάτι έμφυτο;

Είναι έμφυτο, ναι, από παιδί που ήμουν. Δεν ξέρω το λόγο, ξέρω όμως ότι δεν γίνεται επίτηδες. Υπήρξε καλό και κακό στη ζωή μου – κακό, γιατί οι άλλοι θεωρούσαν ότι δεν ήμουν επικοινωνιακή, δεν έκανα τη «χαριτωμένη».

Που γεννηθήκατε;

Στην Αθήνα, στο «Έλενα». Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν τριών ετών και ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε μετά. Μεγάλωσα με τη μάνα μου χωρίς να είναι απών ο πατέρας μου. Απόκτησα έναν ετεροθαλή αδερφό απ’ τη μεριά του μπαμπά. Καλλιτεχνική φύση ήταν η μάνα μου: Ζωγράφιζε, ενώ μέχρι το τέλος της ζωής της έκανε διάφορα, π.χ. μάθαινε γιαπωνέζικα. Θείος της μάνας μου ήταν ο Γιώργος Πασσαλάρης, πολύ καλός βαρύτονος που έκανε καριέρα στην Αυστρία. Επειδή κι η μάνα μου ξαναπαντρεύτηκε, ο δεύτερος άνδρας της έπαιζε κόρνο στη Λυρική Σκηνή κι έτσι μ’ έπαιρνε και μένα μαζί της και είδα του κόσμου τις παραστάσεις. Απ’ την άλλη, επειδή ένιωθα και πολλή μοναξιά, μεταμφιεζόμουν στο σπίτι ως παιδούλα και έπαιζα ρόλους. Συμμετείχα σε σχολικές εκδηλώσεις, φαινόμουν από μικρή…

Η Νάντια Μουρούζη βρέφος στην αγκαλιά των γονιών της
Ότι θα σας απασχολούσε η τέχνη…

Ότι το είχα ανάγκη περισσότερο. Είναι, ειδικά όταν ξεκινάς στο θέατρο, σαν να λες «δεν μπορώ να ανασάνω αν δεν παίξω» ή «θα παίξω για να υπάρξω». Έτσι, με το που τελείωσα το σχολείο, έδωσα εξετάσεις και μπήκα κατευθείαν στο Θέατρο Τέχνης επί Κουν ακόμη. Δάσκαλοι μου ήταν ο Λαζάνης, ο Αρμένης και ο Κουγιουμτζής, αλλά και ο Κουν, που τον πρόλαβα σε πέντε σκηνοθεσίες του. Από σπουδάστρια έπαιξα στο Χορό σε τραγωδίες και κωμωδίες στην Επίδαυρο μέχρι που ο ίδιος ο Κουν μου έδωσε μεγάλο ρόλο στο «Θαμμένο παιδί» του Σαμ Σέπαρντ.

Σας προόριζε για «ενζενί» ο Κουν;

Όχι, θα έλεγα πως με προόριζε περισσότερο για «σουμπρέτα», δηλαδή «ενζενί κομίκ». Ήμουν «περσόνα», μου έδινε να παίξω χαρακτήρες γυναικών. Στο μεταξύ, πριν να πάω στου Κουν, ήμουν ένα μάλλον ανήσυχο κορίτσι, που με έλκυε οτιδήποτε «παράνομο». Έκανα διάφορες ήπιες «αλητείες», μη φανταστείτε όμως…«sex and drugs», όχι τέτοια πράγματα.

Πολιτική συνείδηση είχατε;

Βέβαια, με ενδιέφεραν πολύ τα κοινά. Από μικρή ανήκα στην ΚΝΕ, στην ΚΟΒΑ Παγκρατίου, αλλά μετά έφυγα και εντάχθηκα στον Ρήγα του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ήταν η πιο υγιής όψη της Αριστεράς για μένα και, ως γνωστόν, οι πιο καλοί αστοί ήταν οι Ρηγάδες.

Ας πάμε στον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Αυτός ήταν ένας μεγάλος σταθμός στη ζωή μου. Έψαχνε μια κοπέλα στο δικό μου στυλ και ήρθε και με είδε στο Τέχνης. Ο Μίμης Κουγιουμτζής του είχε μιλήσει για την ακρίβεια. Αμέσως μετά την παράσταση, μιλήσαμε και με πήρε. Λίγο μετά θα μάθαινα πως αρχική επιλογή του, όπως και των παραγωγών του, ήταν η Ζιλιέτ Μπινός. Έκαναν, λέει, ραντεβού στο Παρίσι, αλλά ο Θόδωρος τη βρήκε πολύ «μπουρζουά» για το ρόλο του περιπλανώμενου κοριτσιού.

Γνωρίζατε τις προηγούμενες ταινίες του;

Ο αδερφός της μάνας μου με είχε πάει να δούμε τον «Μεγαλέξανδρο». Μου είχε πει: «Έχει μεγάλη διάρκεια. Θα αντέξεις;», εγώ όμως μαγεύτηκα! Εκεί είπα μέσα μου «Τον ξέρω αυτόν», ένιωσα σαν ο δημιουργός να ήταν δικός μου άνθρωπος. Και μετά από κάποια χρόνια, έτσι έγινε! Πολύ δυνατή προσωπικότητα ο Αγγελόπουλος και παρόλο που δεν κάναμε στενή παρέα, τον συμβουλευόμουν σε διάφορες καταστάσεις στη ζωή μου. Όταν του ζητούσα τη γνώμη του για κάτι, μου απαντούσε: «Εγώ σκέφτομαι αλλιώς, εσύ σκέφτεσαι αλλιώς, αλλά είναι έτσι». Ναι μεν ήταν λίγο σκληρός και αυταρχικός στα γυρίσματα, όμως κάτω απ’ όλα αυτά υπήρχε μια αγάπη περίεργη μεταξύ του ιδίου και των συνεργατών του. Ένιωθες ότι ήταν δικός σου άνθρωπος κι έτσι πρέπει να’ναι και οι σχέσεις των καλλιτεχνών μεταξύ τους. Την ίδια αγάπη που είχε και ο Κουν για τα παιδιά του.

Παρότι ο Κουν ήταν επίσης ένας περίεργος άνθρωπος.

Ξέρω τι λέτε, αλλά εμένα δεν μ’ έπιασε καθόλου αυτό, αφού βρισκόταν λίγο πριν το τέλος της ζωής του. Δεν θα υπήρχε κάποιο άμεσο ενδιαφέρον για μένα, φαντάζομαι. Αντιθέτως, ήταν πάρα πολύ καλός μαζί μου, με αποκαλούσε «ζουζουνίτσα» και εισέπραττα μια καλή ενέργεια. Ο Αγγελόπουλος, απ’ την άλλη, ήταν διαφορετικός στον τρόπο του με τους άλλους.

Η Νάντια Μουρούζη και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι δέχονται τις οδηγίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου στα γυρίσματα του «Μελισσοκόμου» (1986)
Είχατε μάθει αμέσως ότι θα παίζατε δίπλα στον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι;

Ναι και, μάλιστα, μου είχε πει ο Θόδωρος: «Πως αισθάνεσαι που θα παίξεις δίπλα σ’ έναν ογκόλιθο;» Του απάντησα: «Ογκόλιθος εσείς, ογκόλιθος ο Μαστρογιάνι, θα πέσετε να με πλακώσετε». Και έτσι έγινε τελικά.

Τι ακριβώς εννοείτε;

Άρχισαν αμέσως σχεδόν οι ανταγωνισμοί και το φθηνό κουτσομπολιό. Αριστούργημα πέρασα με το συνάφι μου (γέλια). Δεν έχω να σας πω παράδειγμα, γιατί όλα αυτά γίνονται πισώπλατα συνήθως, όχι μπροστά σου. Εντάξει, Ελλάδα είμαστε, θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα τα πράγματα, τα οποία και έξω συμβαίνουν, αλλά πιο απαλά. Εδώ είναι πιο μικρό το χωριό…

Και έκαμψαν τον ενθουσιασμό σας;

Η αλήθεια είναι πως κατάφεραν να ρίξουν λίγο τον ενθουσιασμό μου, ισχύει. Τα ήξερε ο Αγγελόπουλος, αλλά δεν μάσαγε με κάτι τέτοια. «Ξέρω ποιοι τα λένε αυτά» μου απαντούσε, χωρίς να τους κάνει τη χάρη ν’ ασχοληθεί περαιτέρω. Όταν είσαι παιδί, όπως ήμουν εγώ τότε, δεν μπορούσες να φανταστείς ότι συνέβαινε όλο αυτό το πράγμα. Ξέρετε κάτι; Τα είδα και αργότερα αυτά με τις διάφορες κλίκες. Αν δεν ανήκεις εκεί, θα σου βγάλουν το λάδι, κάτι που ισχύει για όλες τις δουλειές.

Τι μνήμες κρατάτε απ’ τον Μαστρογιάνι;

Ήταν ένας πολύ γλυκός, ευγενής και χαριτωμένος άνθρωπος. Εισέπραττα τη γοητεία που εξέπεμπε, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του. Δεν μπορούσες να τον μυθοποιήσεις, καθώς ήταν άνετος και έκανε πολύ χιούμορ. Έκανε πολύ αστεία σχόλια στα γυρίσματα. «Τώρα ο Αγγελόπουλος ‘’pensa’’» έλεγε, δηλαδή «ο Αγγελόπουλος σκέφτεται, στοχάζεται τώρα». Συνέβησαν και πολλές αστείες φάσεις.

Πείτε μου μία.

Ο Αγγελόπουλος με ήθελε αδύνατη κι εγώ δεν έτρωγα, έκοβα τη ντομάτα στα τέσσερα. «Δεν σε θέλω στην ταινία μου με χαλάρωση τριαντάρας» μου είχε πει. Γυρίζω ανάποδα το πιάτο, φεύγω τρέχοντας και πάω και κρύβομαι στο δωμάτιο του Αχιλλέα Χαρίτου. Εξαφανίστηκα και με έψαχναν. Μετά, όταν κατέβηκα πάλι στη ρεσεψιόν, τον είδα να «ψέλνει» τον Μαστρογιάνι επειδή κι αυτός έτρωγε. «Δεν φταις εσύ» μου έκανε ο Θόδωρος για να με ηρεμήσει, «αυτόν εδώ κοίτα τον πώς τρώει και πώς έχει γίνει» (γέλια). Έτσι, κάναμε μια μικρή κολεγιά με τον Μαστρογιάνι αναφορικά με τον Αγγελόπουλο και διασκεδάζαμε τη συνεργασία μας. Δεν κρατήσαμε επαφές με τον Μαστρογιάνι, άλλη μια φορά τον είδα μετά την ταινία, χαιρετηθήκαμε, ως εκεί. Τι επαφές να κρατούσε ένα 20άχρονο κορίτσι μ’ έναν άνθρωπο 65 ετών τότε;

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και η Νάντια Μουρούζη στα γυρίσματα του «Μελισσοκόμου» (1986)
Είχατε διαίσθηση ως προς την καλλιτεχνική επιτυχία του «Μελισσοκόμου»;

Δεν θέλω να χρησιμοποιώ βαρύγδουπες εκφράσεις, όμως για μένα είχα διαβλέψει ότι ήταν κάτι καρμικό. Έχει να κάνει μ’ αυτό που έλεγα πριν, ο Θόδωρος ήταν η ψυχή μου. Από την πρώτη ταινία του που είχα δει, η Ελλάδα του Θόδωρου ήταν η ψυχή μου. Δεν εννοώ για το πως ήμουν εγώ μες στην ταινία ή το πώς είχε βγει ο «Μελισσοκόμος» σαν αποτέλεσμα. Μιλάω για όλη αυτή τη συνθήκη, το σύμπαν που έφερε ο Αγγελόπουλος. Με συγκλόνισε το ότι έπρεπε να συναντηθώ μ’ αυτόν τον καλλιτέχνη, κάτι που επιτεύχθηκε. Είναι πολύ έντονα σημεία αναφοράς αυτά στη ζωή του καθενός.

Υπήρξε φόβος να την «ψωνίσετε» εκείνη την περίοδο; Δεν ήταν μικρό πράγμα να παίζεις με τον Μαστρογιάνι και να σε σκηνοθετεί ο Αγγελόπουλος.

Όχι, δεν ήμουν τέτοιος χαρακτήρας. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι ήμουν κάτι παραπάνω απ’ αυτό που είμαι. Ποτέ δεν είπα «Ααα, τώρα άνοιξαν οι ουρανοί».

Οι «ουρανοί» μπορεί να μην άνοιξαν, σίγουρα όμως κάποιες πόρτες άνοιξαν.

Κάποιες πόρτες άνοιξαν. Είχα πολλές προτάσεις από άτομα που ακόμη είναι στην εξουσία, στα πράγματα εννοώ. Δεν έπαθα κάτι, είπα απλά κάποια «όχι», που τα πλήρωσα στη συνέχεια.

Ποια ήταν τα κριτήρια σας για να αποδεχτείτε μια πρόταση;

Ο άνθρωπος που μου το έλεγε και το που θα έμπαινα κάθε φορά. Θα μπορούσα να ανήκα σ’ ένα σύστημα, που δεν μπήκα ποτέ. Ήθελα την περιπλάνηση, την ελευθερία μου.

Λογικό στην ηλικία που ήσασταν.

Ναι, παρόλο που ήταν πολύ εύκολο να μπω σε καλούπια. Ούτε μετάνιωσα για τα «όχι» μου, αφού ήταν σοβαρά και έτσι μου έλεγε η ψυχή μου (σ.σ. λέει έναν στίχο της Εντίθ Πιάφ στα γαλλικά).

Ποια η σχέση σας με τη γαλλική κουλτούρα;

Όταν εδώ έσπασαν τα νεύρα μου, πήγα στη Γαλλία εν έτει 1986. Ξαφνικά πήγα σε μια χώρα, απ’ όπου είχε περάσει και ο Θόδωρος. Σαν να ακολούθησα το δρόμο του κι εγώ. Δεν μιλούσα πολύ καλά γαλλικά, αλλά τα έμαθα εκεί. Αργότερα, πάλι σε μια κομβική φάση της ζωής μου, ξανάφυγα για Γαλλία και τότε γνώρισα τον σύζυγο μου. Αισθανόμουν μια ασφάλεια στη Γαλλία, αφού εκεί ζούσε ο Μαρί Καρμίτς, ένας απ’ τους συμπαραγωγούς του «Μελισσοκόμου». Πέρασα από κάποιες συνεντεύξεις εκεί, έκλεισα και για μια ταινία στην Ελβετία.

Φύγατε, απ’ ότι κατάλαβα, για μια διεθνή καριέρα.

Όχι ακριβώς. Πήγα γιατί έπρεπε να πάω, κάτι μου έλεγε μέσα μου πως η Γαλλία είναι ένα σπίτι για μένα. Την πρώτη φορά έμεινα τρία χρόνια και τη δεύτερη, δέκα. Έφυγα στο εξωτερικό πάνω στο πικ μου στη χώρα μου.

Νάντια Μουρούζη - Μπόσκο, Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025 (φωτογραφία: Μιχάλης Καραγιάννης)
Δεν είναι λίγο αυτοκαταστροφικό;

Σίγουρα είναι. Δεν με ενδιέφερε, όμως, δεν είχα αλαζονεία, έλεγα απλά «Πάμε για άλλα». Ούσα ηθοποιός, ποτέ δεν είχα στη ζωή μου λάβαρο τη λέξη «καριέρα». Καθόλου, όμως! Μ’ ενδιέφερε να δουλεύω με ανθρώπους που μου βγάζουν τις καλλιτεχνικές ανησυχίες μου. Με τον Θόδωρο, εκτός από τον «Μελισσοκόμο», είχα ρολάκια σε άλλες τρεις ταινίες του. Θυμάμαι μια σκηνή βαλς στο «Βλέμμα του Οδυσσέα», εκεί να δείτε τι είχα πάθει (γέλια). Σ’ ένα τεράστιο μονοπλάνο, με έπιασε νευρικό γέλιο, τόσο που είπα μέσα μου: «Πάει τώρα, εγώ τελείωσα, θα με αποκεφαλίσει»! Μα δεν είναι καλό να γελάς πολύ σ’ ένα μεγάλο ατμοσφαιρικό μονοπλάνο. Τη γλίτωσα, γιατί ήταν τόσο γενικό το πλάνο, που δεν φάνηκε τίποτα.

Φαντάζομαι τι γέλια θα κάνατε τότε και στις «Γυναίκες δηλητήριο» του Νίκου Ζερβού, σταθερού πολέμιου του Αγγελόπουλου.

Μόνο του Αγγελόπουλου; Και μένα μ’ έβριζε (γέλια). Πείστηκα, όμως, και έπαιξα στην ταινία του. Τον αγαπώ τον Νίκο, στο βάθος είναι ένας καλός άνθρωπος.

Γυρνώντας από Γαλλία την πρώτη φορά, μπήκατε για τα καλά στην ιδιωτική τηλεόραση.

Έκανα στο MEGA την εκπομπή «MEGA HIT», παρουσίαζα τραγούδια, από τα οποία δεν καταλάβαινα τίποτα. Ακολούθησαν οι σαπουνόπερες «Η Δίψα», μετά η «Λάμψη» και αργότερα το «Καλημέρα ζωή».

Τότε δεν ήταν όπως σήμερα, που όλο το καλό θέατρο έχει μετακομίσει στην τηλεόραση. Ήταν άνετη η μετάβαση από τον Αγγελόπουλο στον Φώσκολο; Θυμάστε, πιστεύω, την απαξίωση των «κουλτουριάρηδων» για τη «Λάμψη» που χάλαγε κόσμο.

Μα και ο Θόδωρος κάποια στιγμή μου είπε κάπως υποτιμητικά: «Όλο τηλεόραση κάνεις, τρέχεις από δω κι από κει». Και τι να έκανα; Δεν πρέπει να ζήσουν και οι ηθοποιοί στην τελική;

Άρα δεν υπήρχε το στεγανό «κινηματογράφος εναντίον τηλεόρασης» ή το αντίστροφο.

Όχι, όχι, τι θα πει είναι ή δεν είναι «κουλτουριάρης» ένας ηθοποιός; Επάγγελμα είναι κι εγώ προσπαθώ να το κάνω όσο πιο έντιμα. Εντάξει, βιντεοκασέτες δεν έκανα, ήταν λίγο πιο «βήτα», χωρίς να σημαίνει ότι δεν έκαναν καλά αυτοί που τις έκαναν. Δεν έπαθε τίποτα η καριέρα τους. Να πούμε όμως και ότι από τότε, με το που ήρθε η ιδιωτική τηλεόραση, πολλοί μεγάλοι ηθοποιοί παρακάλαγαν για να έμπαιναν σε σήριαλ. Κι αν εγώ άρχισα τηλεόραση με μια μουσική εκπομπή, ήταν για πολύ λίγο, αφού δεν ήμουν καλή, δεν καταλάβαινα αυτά που έλεγα. Ούτε τα τραγούδια εκείνα άκουγα, ούτε τίποτα. Η Μάγκυ Χαραλαμπίδου, ας πούμε, που νομίζω πως ήταν DJ, ήταν πιο ειδική, δεν είχαμε μάλλον καμία σχέση.

Τουλάχιστον θα είχατε λύσει το θέμα του βιοπορισμού.

Ναι, αν και κράτησε πολύ λίγο, όπως σας είπα. Την πρώτη πρόταση για τη «Δίψα» την είχα απορρίψει, μετά πήγα όμως. Κάπου εκεί έκανα και με τον Μανουσάκη το «Φάκελος Αμαζών» στον ΑΝΤ1. Σημειωτέον, μετά τον Αγγελόπουλο είχα κάνει μόνο θέατρο, τον «Έμπορο της Βενετίας» με τον Βολανάκη, έφυγα όμως στη Γαλλία, που σας έλεγα, και αντικαταστάθηκα. Στη «Λάμψη» πέρασα καλά, ο Φώσκολος ήταν ωραίος άνθρωπος και αγαπούσε τους ηθοποιούς. Δεν ξέχναγε ποτέ, έδινε δουλειά σε παλιούς ηθοποιούς. Δεν συμφωνούσα με όλα βέβαια, όπως με την προχειρότητα, με την οποία μας παρέδιδαν τα σενάρια. Δεν υπήρχε και το ίντερνετ τότε, έπρεπε να πας στο κανάλι, να πάρεις το σενάριο της επόμενης μέρας και να γυρίσεις πίσω. Άπειρα χιλιόμετρα! Μενίδι, Σπάτα, κέντρο, πήγαινε – έλα, μεγάλη ταλαιπωρία. Η δυσκολία ήταν το να προλάβεις να μάθεις.

Μαίρη Χρονοπούλου - Νάντια Μουρούζη
Τι εισπράξατε από τη συμμετοχή σας σε μια καθημερινή σαπουνόπερα;

Τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Δεν το είχα ξαναζήσει με καμία δουλειά! Με σταματούσαν στο δρόμο κι εγώ προσπαθούσα να έχω συστολή ή μπορεί να έκρυβα και τη βαρεμάρα μου έτσι, σε στυλ «Άσε με ήσυχη τώρα». Σε σταματούσαν και σου έλεγαν «Είστε πιο αδύνατη από κοντά» κι εσύ τους απαντούσες «Ναι, η τηλεόραση προσθέτει άλλα πέντε κιλά» (γέλια).

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ πότε μπήκε στη ζωή σας;

Ήμουν η τελευταία σχέση του. Από το ’90 κάτι και μετά, τον συναντούσα επί τέσσερα – πέντε χρόνια στον ίδιο τόπο διακοπών. Χώρια απ’ αυτά που λέγονται, πιστεύω πως ήταν ένας ιδιαίτερα αξιόλογος άνθρωπος. Και πολύ ευαίσθητος.

Τον γνωρίσατε μάλλον σε μια παρακμιακή περίοδο του βίου του.

Ήταν κάπως έτσι, ισχύει. Είχε αυτές τις σκέψεις μ’ ένα παράπονο για όλους: «Αυτοί που μου κάνανε το ένα και τ’ άλλο» συνήθιζε να λέει…Περάσαμε καλά μαζί, όμως, αφού μέσα σ’ όλα αυτά, είχε και πάρα πολύ χιούμορ.

Κι εσείς έχετε χιούμορ.

Ναι, έχω, είναι ένα στοιχείο που εκτιμώ πολύ και στους άλλους. Με τον Δημήτρη πολύ στενά ζήσαμε για τρία – τέσσερα χρόνια χωρίς να παντρευτούμε. Του είχα σταθεί ύστερα από εγχειρήσεις που είχε κάνει. Μη φανταστείτε ότι αναπολούσε ιδιαιτέρως το παρελθόν του, δεν θα τον άκουγες να έλεγε «Αχ να ήμουν σαν τότε». Κι αν ακόμη μοιραζόταν ιστορίες από τον παλιό κινηματογράφο, τις περνούσε μέσα από ένα πρίσμα καυστικού χιούμορ.

Ούσα δίπλα του, βλέπατε να έρχεται το βιολογικό τέλος;

Το έβλεπα, αλλά δεν έπαιρνε κι από λόγια. Του έλεγες «Μην το κάνεις αυτό» και απαντούσε «Εγώ ξέρω καλύτερα»…Και για τη σχέση του με την Αλίκη μπορεί να μην έλεγε άσχημα πράγματα, αλλά πάλι ήταν λίγο βιτριολικός. Πρόσφατα φτιάχτηκε το «Καμαρίνι του Δημήτρη» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Έδωσα όσα θεατρικά αντικείμενα είχα δικά του, ύστερα από πρωτοβουλία του Παναγιώτη Φύτρα από το Κανάλι 1 του Πειραιά. Έδωσαν και από το ΚΘΒΕ ένα πολύ ωραίο κοστούμι του – αυτό που φόραγε σ’ ένα έργο με τη Μελίνα Μερκούρη – κι έτσι στήθηκε το καμαρίνι του.

Δημήτρης Παπαμιχαήλ - Νάντια Μουρούζη
Και τη Μελίνα, μέσω Παπαμιχαήλ, τη γνωρίσατε;

Όχι, καμία σχέση. Την πρωτογνώρισα όταν είχε έρθει στο Φεστιβάλ Βενετίας για να στηρίξει την ταινία του Αγγελόπουλου. Επίσης, το ’86 φόρτωσε σ’ ένα στρατιωτικό αεροπλάνο πάρα πολλούς ηθοποιούς – και μένα μαζί – για να συμπαρασταθούμε στους σεισμοπαθείς της Καλαμάτας. Μου άρεσε πάρα πολύ η Μελίνα! «Αγάπη μου, ζήτα μου ότι θες» μου έλεγε, αλλά τι να ζητήσεις, μωρέ, όταν ήσουν 20 χρονών; Καμιά θέση; Πάντως εκείνη το έλεγε και μέχρι σήμερα θεωρώ πως ήταν πολύ πιο μπροστά απ’ τους άλλους. Παρέα έκανα επίσης με τη Δέσπω Διαμαντίδου, την κολλητή της Μελίνας και πρώτο δεσμό του Παπαμιχαήλ. «Τι είχαν πάθει όλοι με τη Δέσπω;» αναρωτιόταν ο Δημήτρης, τότε που η Δέσπω ήταν 37 χρονών και μια κούκλα με το δικό της τύπο. Αυτή κι αν είχε χιούμορ! «Καλά, αυτός βλέπει μια ωραία νοσοκόμα! Αυτή μπορείς να μου πεις τι βλέπει;» μου έλεγε για κάποιον και γελούσαμε. Ωραίο μυαλό! Χαίρομαι που την έζησα συγκριτικά με τη Μελίνα, που απλά την είχα γνωρίσει. Η Δέσπω αποκαλούσε «νινί» τον Δημήτρη κι έτσι τον λέγαμε όλοι τα επόμενα χρόνια. Τον αγαπούσε πολύ τον Δημήτρη…Όταν πέθαινε η Δέσπω, είπε στη Φρόσω, τη γυναίκα που τη φρόντιζε: «Δεν έχω μανούλα, δεν έχω πατερούλη, κι αυτός ο Παπαμιχαήλ δεν με παίρνει τηλέφωνο»…

Τις κουβαλάτε έντονα μέσα σας τις απώλειες;

Πάρα πολύ…Πρώτα απ’ όλα της μάνας μου, που έφυγε από καρδιά σχετικά νέα, το 2014. Μου κόστισε πολύ. Ο πατέρας μου πέθανε πρόπερσι σε πολύ μεγάλη ηλικία, πλήρης ημερών. Κάπου εκεί είπα μέσα μου: «Δεν σε παίρνει άλλο. Γίνε ένα μ’ αυτούς τους ανθρώπους μεσ’ στην ψυχή σου και συνέχισε». Δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτα άλλο. Μοιραία έζησα πολλές απώλειες. Τον Χατζιδάκι, ας πούμε, που δεν ανήκα στην παρέα του, αλλά έτυχε να τον γνωρίσω στο «Πάρτι» στο Παγκράτι και να διαπιστώσω πόσο ευγενής ήταν, με πείραξε επίσης η απώλεια του. Πέρασαν πολλές προσωπικότητες από τη ζωή μου, από τα μάτια μου και την καθημερινότητα μου. Μεγάλη απώλεια ήταν και ο χαμός του φίλου και συμμαθητή μου, του ηθοποιού Αριστοτέλη Αποσκίτη, που πέθανε λίγο πάνω από τα 60 του. Ήταν ο καλύτερος μου φίλος.


Ο ηθοποιός Αριστοτέλης Αποσκίτης και η μητέρα της Νάντιας Μουρούζη - δύο από τις μεγαλύτερες απώλειες της ζωής της
Και πως σας φαίνεται το σήμερα, το τώρα, συγκριτικά με το τότε;

Δεν υπάρχει καμία σύγκριση. Δεν αναπολώ τα παλιά, αλλά κακά τα ψέματα, υπήρχαν άλλες ποιότητες. Τα πράγματα δεν πάνε καλά στην Ελλάδα, αλλά και στη Γαλλία χάλια είναι. Δεν είναι πια το χαρούμενο Παρίσι που γνώρισα, αλλά μία μελαγχολική πόλη.

Κάθε εποχή δεν έχει τις δικές της ποιότητες;

Ναι, αλλά ελπίζω η επόμενη εποχή να φέρει ακόμη καλύτερα πράγματα. Το 2013 μου συνέβη κάτι πολύ άσχημο στην καλλιτεχνική μου πορεία. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ, δεν ήρθε ακόμη η στιγμή. Ένα χρόνο μετά πέθανε η μάνα μου κι εκεί είπα «Γεια σας», τα μάζεψα και ξανάφυγα στη Γαλλία. Η Ήρα Φελουκατζή, η δημοσιογράφος, που ήταν πολύ φίλη μου, με πήγε ένα βράδυ από μια ποιητική εκδήλωση κι εκεί γνώρισα τον σύζυγο μου, τον ποιητή Νίκο Λυμπέρη. Παντρευτήκαμε το 2015, έχουμε κλείσει δηλαδή δέκα χρόνια γάμου, οπότε πήρε μια νέα τροπή η ζωή μου. Παράλληλα, έκανα στη Σορβόννη το μάστερ μου πάνω στην παραγωγή, τη σκηνοθεσία και το σενάριο, ολοκληρώνοντας τις σπουδές μου, που πάντα τις ήθελα. Ο Νίκος ήταν χωρισμένος, έχει τρία παιδιά Γαλλόπουλα και τέσσερα εγγονάκια πλέον, αλλά είναι μποέμ τύπος και καθόλου αυτό που λέμε «σύζυγος style». Εννοείται πως δεν είχα ξεκόψει από τα καλλιτεχνικά πράγματα στην Ελλάδα κι έτσι οι τελευταίες δυόμισι συνεργασίες μου έγιναν με τη Ρούλα Πατεράκη. Την αγαπώ πολύ, επίσης είναι ένας σταθμός στη ζωή μου. Δεν βαριέμαι ποτέ μαζί της! 

Ετοιμάζετε και δύο παραστάσεις αυτόν τον καιρό, είναι και η αιτία της συνάντησης μας.

Ο Ανδρέας Στάικος, που είναι πολύ φίλος μου, μου έχει δώσει ένα έργο που θα παιχτεί με το ΚΘΒΕ. Και με τον Στράτο Τζώρτζογλου θα βγούμε σε περιοδεία με τον «Ήχο του όπλου», που το είχαμε παρουσιάσει ως αναλόγιο στο «BOOZ». Στις 17 Σεπτεμβρίου έχουμε την πρεμιέρα με τον Στάικο στη Θεσσαλονίκη και παλεύω να βρω χρόνο να δουλέψω και τα δύο έργα.

Παλιά μαθαίνατε ευκολότερα τα κείμενα;

Νομίζω ναι, λόγω όρεξης περισσότερο. Και τώρα μαθαίνω, αλλά δεν είμαι καθόλου της τελευταίας στιγμής κι αυτό είναι το μαρτύριο μου. Συμμετείχα προ ημερών στην επιτροπή ενός φεστιβάλ στην Κόρινθο και δεν έκανα ούτε ένα μπάνιο. Ήμουν όλη μέρα μέσα με το air condition και μάθαινα λόγια. Το έργο του Στάικου λέγεται «Η Λέλα και η Λέλα» και θα παίζω εγώ με μια άλλη συνάδελφο, την Εμμανουέλα Κοντογιώργου, συν μία χορεύτρια. Υπαρξιακή κωμωδία για τη σχέση εξουσίας μεταξύ δύο γυναικών. Το είχε ανεβάσει πάλι το έργο στο «Κακογιάννης» κι εκεί το είχα δει κι εγώ.

Τώρα που αναφέρατε το όνομα του, αναρωτιέμαι αν συναντήθηκαν ποτέ οι δρόμοι σας με τον Μιχάλη Κακογιάννη.

Είχαμε γνωριστεί κάποια στιγμή στη Θεσσαλονίκη. Στην ταινία του «Πάνω, κάτω και πλαγίως», μάλιστα, είχε παίξει κι η μάνα μου. Έκανε μια τύπισσα που έβγαινε κι έλεγε «Δεκατρείς του Νοέμβρη, αποφράς μέρα» (γέλια). Τρελοκομείο η μάνα μου, όπου γάμος και χαρά, μέσα ήτανε. Ο Τζώρτζογλου πάλι σκοπεύει να παίξουμε πάλι τον «Ήχο του όπλου» κανονικά στην Αθήνα και μετά να βγούμε σε τουρνέ. Με τον Στράτο μας συνδέουν πολλά. Είμαστε ίδια γενιά και με κάπως κοινή πορεία: Απ’ τον Κουν ξεκίνησε κι αυτός, με τον Αγγελόπουλο δούλεψε μετά, ενώ λουστήκαμε και τα ίδια από ταλαιπωρία στο χώρο μας. Ξέρετε, όταν είσαι νέος και ξεχωρίζεις, αρχίζει κι ο πόλεμος. Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό το μένος, αφού εγώ ακόμη χαίρομαι που βγαίνουν νέα παιδιά στο θέατρο.

Η Νάντια Μουρούζη και ο ποιητής Νίκος Λυμπέρης την ημέρα του γάμου τους στο Παρίσι (2015)
Είστε ευχαριστημένη από τη ζωή σας;

Θα μπορούσα και λίγο καλύτερα.

Σε ποιο επίπεδο;

Στα πάντα. Θέλει μια προσπάθεια να λες πως κι αυτή η μέρα θα πάει καλά και θα είμαι χαρούμενη δόξα τω θεώ.

Έχετε θρησκευτικές πεποιθήσεις;

Είχα ανέκαθεν, αλλά τώρα περισσότερο. Δεν συνέβη κάτι, ήρθε με τα χρόνια. Θα ήθελα να είμαι πιο καλή χριστιανή με την έννοια της προσφοράς, ότι μπορώ να δίνω δηλαδή και όχι μόνο υλικό, αλλά και ψυχικό. Με μαγεύει η αίσθηση της εκκλησιαστικής λειτουργίας, έχει μία ουσία.

Εμένα με εντυπωσίασε ο αγώνας που δίνετε κάθε μέρα που ξημερώνει.

Μα, δεν θέλει αγώνα η εποχή που ζούμε; Βλέπετε να είναι τίποτα χαρισμένο; Δεν καταβάλλομαι, ωστόσο, αφού δεν προσπαθώ και ιδιαιτέρως και σε γενικές γραμμές πιστεύω πως, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, αξίζει να’σαι ένας χρήσιμος άνθρωπος. Το θεωρώ ανάγκη μου.

Και την ευτυχία που τη βρίσκετε;

Στο να επικοινωνώ με ανθρώπους που αγαπάω. Και στο χιούμορ! Θα σας πω μια αστεία ιστορία με τον Μίμη Κουγιουμτζή, που ήταν η πρώτη μεγάλη σχέση μου για τρία χρόνια. Παίζαμε το «Ερωτικό γαϊτανάκι» του Σνίτσλερ και λίγο πριν βγω στη σκηνή, μου κάνει: «Πως πάχυνες έτσι, μωρή χοντρή;» Του κάνω «Ρε άντε παράτα μας», αλλά την ώρα που βγαίνω, άνοιξε το ζωνάκι που φορούσα. Μας έπιασε νευρικό γέλιο για κάνα τέταρτο, δεν θυμάμαι πως καταφέραμε να βγάλουμε τη σκηνή.

Καθόλου θυμό έχετε μέσα σας;

Λίγο, ναι… Τον κρατάω μέσα μου για μένα, όμως. Από παιδί τον έκρυβα.

Ξέρω ότι επρόκειτο να συνεργαστείτε και με τον Ελία Καζάν, εκείνη η ταινία όμως δεν γυρίστηκε ποτέ.

Ο Καζάν είχε έρθει στην Ελλάδα και με είδε στον «Μελισσοκόμο». Ζήτησε να με γνωρίσει. Νομίζω πως θα τον βοηθούσε ο Παντελής Βούλγαρης στη συγκεκριμένη ταινία, γιατί ο ίδιος ήταν πια μεγάλος. Ωστόσο, αν και πάνω από 80, δεν θα τον έκανες πάνω από 60. Ακμαίος! Κάναμε μια πρόβα στο «Μεγάλη Βρετάνια» και τον θυμάμαι που κατέβαζε κάτι μεγάλες κουρτίνες. Εννοείται πως η Μελίνα δεν τον βοηθούσε καθόλου, λόγω της περίφημης λίστας Μακάρθι που ήταν και ο Ντασέν μέσα. Κάποια στιγμή του είπα κάτι σχετικό και εκνευρίστηκε! «Εγώ δεν απολογούμαι» μου είπε! Τελικά δε βρήκε λεφτά και δεν έγινε η ταινία, στην οποία εγώ θα έκανα τη μικρή αδερφή του Νίκολας Κέιτζ. Θα έπαιζε και ο Αντώνης Καφετζόπουλος. Τον συνάντησα στο Παρίσι άλλη μία φορά στο σπίτι ενός παραγωγού του.

Κυρία Μουρούζη, σας ευχαριστώ πολύ γι' αυτή τη συζήτηση.

Δικές μου όλες οι ευχαριστίες! 

Νάντια Μουρούζη - Μπόσκο (φωτογραφία: Μιχάλης Καραγιάννης)
* Η συνέντευξη με τη Νάντια Μουρούζη πραγματοποιήθηκε στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας την Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025

** Πρώτη δημοσίευση: Documento (ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης)