ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΦΛΕΡΥΣ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ, ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΤΕΠΕΣ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΤΗ FATA MORGANA, ΤΟΥΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΥΣ, ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ MAYA DEREN, ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ WOODSTOCK, ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ
Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017
Η Τάνια Τσανακλίδου/ Έμι και ο Κωστής Καλλιβρετάκης/ Αλί στο, κατά Σίμο Κακάλα, ''Ο φόβος τρώει τα σωθικά'' του Φασμπίντερ στο Θέατρο Τέχνης
Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010
angst-essen-seele-auf
Τι ήταν ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ για τη Λένα Πλάτωνος όλα τα προηγούμενα χρόνια;
Ένας αρκετά παρανοηκός, σε σχέση με το τέλος που είχε, σκηνοθέτης με μεγάλο ταλέντο. Δεν είχε τύχει να δω ταινίες του, παρ' όλο που για ένα διάστημα παίζονταν κατά κόρον στις αθηναϊκές αίθουσες. Ανέκαθεν προτιμούσα τον Βιμ Βέντερς που έκανε ένα πιο ποιητικό σινεμά και όχι τόσο στυλιζαρισμένο όσο ο Φασμπίντερ.
Τι ακριβώς σημαίνει στυλιζαρισμένο σινεμά;
Αν μιλήσουμε για την ταινία που είδαμε χτες, Ο φόβος τρώει τα σωθικά, ο Φασμπίντερ παρέχει τα σύμβολα του με έναν τρόπο πασιφανή σα να βλέπεις ελληνική λα'ίκή ταινία ή παραμύθι παιδικό. Ο τρόπος δηλαδή που εκθέτει το καλό και το κακό φαίνεται υπερβολικά απλοίκός. Υποθέτω, όμως, πως πρέπει νά 'ναι στημένο σαν παιχνίδι. Αντιθέτως, οι ερμηνείες συγκριτικά με τη σκηνοθεσία είναι συγκλονιστικές και καθόλου εύκολες.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φασμπίντερ είχε μια μεγάλη θητεία στο θέατρο.
Πράγματι, η σκηνοθετική ροή του έχει το στήσιμο μιας θεατρικής παράστασης. Μόνο που η ιδιαιτερότητα του έγκειται στην αποφυγή του θεατρικού στόμφου εκ μέρους των ηθοποιών του.
Τι ειν' αυτό που κάνει σημαντικό το Ο φόβος τρώει τα σωθικά;
Η ανθρωπιά του. Ένα βαθιά ανθρώπινο και δίκαιο φιλμ. Και- πολύ σημαντικό- υπάρχει ένα ευτυχές τέλος μετά τα τόσα που έχουν τραβήξει οι δύο ερωτευμένοι ανορθόδοξοι ήρωες. Ακόμη κι αυτό το στοιχείο συντελεί στη λογική του παραμυθιού: Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...
Ως γνωστόν, ο Φασμπίντερ κουβαλούσε μέσα του το ζήτημα της γερμανικής ενοχής.
Πιστεύω ότι οι περισσότεροι Γερμανοί το κουβαλάνε. Για να ευθυμήσουμε λίγο, θα σου πω ότι το 1970 στη Βιέννη τα είχα μ' ένα παιδί, Αυστριακός, που πήγε φαντάρος. Μου έλεγε, λοιπόν, ότι σε μια άσκηση, εκεί που κάθονταν αμέριμνοι και κάπνιζαν, τους φώναξαν: Έρχονται οι Έλληνες, φυλαχτείτε! Κι εκείνος, έχοντας σχέση με Ελληνίδα, ταράχτηκε τρομερά και δεν ήξερε πως ν' αντιδράσει. Μου το έλεγε μετά με τα σπαστά αγγλικά του και γελούσαμε. Πίσω στο θέμα μας, συνάντησα κι εγώ εκεί αρκετούς Γερμανούς καλλιτέχνες, πιανίστες κυρίως, που έφεραν βαρέως τα εγκλήματα των προγόνων τους.
Πως βρίσκεις το φασμπιντερικό εύρημα του νέου Μαροκινού που φτάνει σε γάμο με μια ηλικιωμένη άσχημη Γερμανίδα;
Οπωσδήποτε εξυπηρετεί το θέμα του, δηλαδή την ξενοφοβία, αλλά παρ' όλα αυτά δίνεται τραβηγμένο απ' τα μαλλιά. Αν θες να μιλήσουμε για τη μουσική του φιλμ, εκτός των αραβικών τραγουδιών που ακούσαμε, στο πλαίσιο της εθνικότητας του ήρωα, τα υπόλοιπα θέματα μου φάνηκαν παιδαριώδη, σαν ξεκάρφωτα νανουρίσματα. Μήπως κι η μουσική τελικά υπηρετεί το παραμύθι;
Με δυο λόγια, τι μένει σε κάποιον που βλέπει το Ο φόβος τρώει τα σωθικά;
Μου άρεσε! Μου άρεσε πολύ! Η εξέλιξη του έρωτα των δύο ανθρώπων που βασιζόταν σε συναισθηματικές και γνήσιες σεξουαλικές επιλογές. Κατά τη γνώμη μου, τα είχαν βρεί πρωτίστως στο κρεβάτι για να οδηγηθούν σε γάμο την τρίτη μέρα της γνωριμίας τους, συγχρόνως όμως με συγκλόνισε αυτή η αλληλοπαραδοχή των διαφορετικών πολιτισμών τους και η υπαρξιακή μοναξιά σε ατομικό επίπεδο που τους ένωσε.
* μια συζήτηση με τη Λένα Πλάτωνος με αφορμή την ιδιωτική προβολή της ταινίας Ο φόβος τρώει τα σωθικά (1974) του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ
Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010
Ο RAINER WERNER FASSBINDER, Η ΑΝΝΑ ΒΗΧ & ΟΙ ROXY MUSIC!
Λατρεύω τις ταινίες του Rainer Werner Fassbinder, τα ψυχοπλακωτικά αστικά μελοδράματα και τις προκλητικές ανθρωποκεντρικές ιστορίες του, που κατάφεραν να αποδώσουν τόσο σοφά το ζήτημα της συνολικής γερμανικής ενοχής. Τις προτιμώ περισσότερο κι από τα παγανιστικά αριστουργήματα του Pier Paolo Pasolini, του γεμάτου πίκρα διανοητή για την πορεία της Αριστεράς παγκοσμίως. Κι από τους δυο τους μάθαμε μουσική. Ο μεν Fassbinder μας γνώρισε τους Platters, τον Leonard Cohen, τους Amon Duul II και τους Roxy Music, όπως βλέπουμε και στο απόσπασμα από την οριακή Χρονιά με τα 13 φεγγάρια (1978), μια από τις πιο καταθλιπτικές ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου: η Ελβίρα που κλαίει γοερά υπό τους ήχους του A song for Europe, έχοντας μόλις δεχτεί την απόρριψη των εραστών- θαμώνων ενός παρακμιακού κλαμπ και περιμένοντας την πόρνη φίλη της, τον μοναδικό δηλαδή άνθρωπο που την αποδέχεται. Ο δε Pasolini, όποτε δεν του έγραφε μουσικές ο Enio Morricone, φρόντιζε να μας μαθαίνει τα νέγρικα σπιρίτσουαλς, τα ρουμάνικα και γιαπωνέζικα λαϊκά τραγούδια, αλλά και τους μεγάλους κλασικούς συνθέτες. Τον Fassbinder ωστόσο τον έχω εδώ και χρόνια μεσ' στην καρδιά μου εξ αιτίας της φωτογράφου δασκάλας μου, της συχωρεμένης Άννας Βηχ, στη σχολή κινηματογράφου. Η Άννα υπήρξε πρωταγωνίστρια στο τελευταίο φιλμ του Σταύρου Τορνέ, το Ένας ερωδιός για τη Γερμανία του ΄87, με μουσική Χατζιδάκι, και πραγματικά με ερωδιό έμοιαζε, έτσι ψηλή και όμορφη που ήταν. Σ' αυτήν τρέχαμε για κοπή negative με τα 16αράκια σπουδαστικά φιλμάκια μας, στο σπίτι της, στον Λυκαβηττό, όπου τύχαινε να συναντήσουμε καμιά φορά και τον σκηνοθέτη Σταύρο Καπλανίδη, τον σύντροφο της. Προσπαθούσε να μας μυήσει με τον καλύτερο τρόπο στην τέχνη της φωτογραφίας, παρ' όλο που εγώ ανέκαθεν ήμουν θεωρητικός τύπος και προτιμούσα περισσότερο τις κουβέντες και τα τσίπουρα μαζί της στα εξαρχειώτικα καφενεία. Όπως ένα βράδυ που η συζήτηση ξεκίνησε από τις ταινίες του Fassbinder και κατέληξε με την ίδια να κλαίει, επειδή οι πρόγονοι της οδήγησαν στον όλεθρο τους λαούς του κόσμου! Σώπα, βρε Άννα, αυτά πέρασαν τώρα, της έλεγε ο Α., κοιτώντας κατάματα μια αυτήν και μια εμένα, που ως 20χρονος τα' χα χάσει με την ευαισθησία της δασκάλας μου. Επιχείρησα πολλές φορές να αντιληφθώ τη θέση μιας Βορειοευρωπαίας καλλιτέχνιδας, σαν την Άννα, μέσα στους Βαλκάνιους ρέμπελους ομοϊδεάτες της των δεκαετιών του 1970, του ΄80 και του ΄90. Ήταν τόσο διαφορετικής ψυχοσύνθεσης, μα αγαπούσε εξίσου τον τόπο αυτό και μάλλον αδυνατούσε να μας καταλάβει, εμάς τους χοντρόπετσους, μικρότερους και συνομήλικους της. Θυμάμαι μιαν άλλη μέρα που πήγα στο σπίτι της για δουλειά, άνοιξα το ψυγείο της και έφτιαξα έναν παγωμένο φραπέ. Το ότι δεν την είχα ρωτήσει αν θέλει κι εκείνη καφέ, την έκανε να με συναντάει στη σχολή και να μη μου μιλάει επί δύο ολόκληρες εβδομάδες, όχι όμως από θυμό, αλλά από απογοήτευση με τον στιγμιαίο ατομισμό που επέδειξα. Κι εγώ απ' την άλλη θεωρούσα έως και αστείο το πάντα χαμηλωμένο και υγρό της βλέμμα απέναντι μου, λες και είχα κάνει κάποιο έγκλημα. Όταν τέλος πάντων τα βρήκαμε, αφού της ζήτησα τον λόγο, χαρούμενη μου απάντησε πως δεν τρέχει τίποτα, μια και αγαπάει ιδιαίτερα τα αγόρια με μακριά μαλλιά. Τραγουδούσαμε συχνά σε παρέες με την Άννα, τραγούδια του Σαββόπουλου, ρεμπέτικα, το Σ' το' πα και σ' το ξαναλέω που της άρεσε πολύ και είχα εντυπωσιαστεί, επειδή ήταν τριάντα χρόνια πολιτογραφημένη Ελληνίδα, μα δε μπορούσε να εγκαταλείψει με καμία κυβέρνηση τη χαριτωμένη γερμανική προφορά της. Πίστευε πως αν ο Fassbinder μετείχε σε βάθος της ελληνικής παιδείας, δε θα έβαζε Roxy Music στη Χρονιά με τα 13 φεγγάρια, αλλά την Περιπλανώμενη ζωή του Τσιτσάνη με τη Μπέλλου. Όσο κι αν της πήγαινα κόντρα, εν είδει γόνιμου διαλόγου, υποστηρίζοντας δυναμικά τους διεθνείς Roxy Music! Είμαι Γερμανίδα, γεννήθηκα στη Γερμανία και εκεί ανήκω, έλεγε, αλλά αγαπώ τους Έλληνες, τη γλώσσα, τη σκέψη και τον πολιτισμό τους πιο πολύ απ' οποιονδήποτε άλλο λαό της γης. Γι' αυτό και ζήτησε να ταφεί στη χώρα της, όταν ένας καλπάζων καρκίνος την έστειλε πρόωρα στον θάνατο, γεμίζοντας δάκρυα τα μάτια όλων εμάς που είχαμε τη μεγάλη τύχη να τη ζήσουμε από κοντά και να μοιραστούμε λίγες ανθρώπινες στιγμές. Τόσο το φωτογραφικό της έργο, όσο και η συμβολή της στην ελληνική μικρού μήκους ταινία από τη Μεταπολίτευση και μετά, είναι γνωστά, αν και όχι με το μέγεθος που της αναλογεί. Μέχρι σήμερα, όποτε βλέπω πλάνα του Fassbinder, τα κοντινά του στα πρόσωπα της Χάνα Σιγκούλα, της Ίνγκριντ Κάβεν ή της Μάργκιτ Κάρστενσεν, ο νους μου πηγαίνει πάντα στην ευαίσθητη Άννα Βηχ και στα χρόνια των κινηματογραφικών σπουδών μου. Ωραίοι άνθρωποι, ωραίες ιστορίες! Να' σαι καλά, Άννα, όπου κι αν βρίσκεσαι...






