Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

Ορφέας Περίδης: «Θέλει πολύ μεγάλη δύναμη να μη σε ξέρει κανείς και μέσα σ' ένα μήνα να μιλάει όλη η Ελλάδα για σένα»

 

Κάθε φορά που βλέπω τον Ορφέα Περίδη σκέφτομαι πως αυτός ο άνθρωπος έτσι όπως είναι, σα φιγούρα ακόμη, σε πείθει πως γράφει καλά τραγούδια. Καλλιτέχνης με Κ κεφαλαίο, εσωστρεφής και όλο συστολή επί σκηνής, φαινομενικά αγχωμένος μονίμως, ανατρέπει τη δημόσια εικόνα του με το που κάτσεις να συζητήσεις μαζί του. Εκεί σε συνεπαίρνει ο ήρεμος λόγος του, η σκέψη του και αυτή η φλόγα του ανήσυχου και του δημιουργικού ατόμου, ικανή να γίνει φωτιά μόνο όποτε αυτός το θελήσει, έτοιμη πάντα όχι να σε κάψει, αλλά να σε ζεστάνει. Κάποτε τον ρώτησα αν είχε ποτέ μακριά μαλλιά. Μου ζήτησε με γέλια να περάσουμε στην επόμενη ερώτηση. Σ' αυτή μας τη συνάντηση, είπε του φωτογράφου ότι είναι τυχερός γιατί τον πετυχαίνει έχοντας γυρίσει μόλις από το κουρείο. Χιούμορ αυτοσαρκασμού, ίδιο κι απαράλλαχτο μέσα σε μία δεκαετία σχεδόν. Όπως ίδια κι απαράλλαχτη είναι η τέχνη του, η φωνή του και τα τραγούδια του. Σημαντικά, αθόρυβα για τα ΜΜΕ, γεμάτα ποίηση σαν να είναι σαιξπηρικά σονέτα.

Ας ξεκινήσουμε με μία ερώτηση που μου ζήτησε να σου απευθύνω μια ψαγμένη φίλη μου: Πως καταφέρνεις και γράφεις τόσο ωραία τραγούδια ενώ σκέφτεσαι τόσο στριμόκωλα;

Αναγκαστικό ειν' αυτό, διότι μέσα σε τρία λεπτά πρέπει να πεις πολλά πράγματα, οπότε τα στριμώχνεις. Είναι υποχρεωμένος λοιπόν ο τροβαδούρος να τα στριμώχνει τα πράγματα.

Εσύ, ακόμη και ένα τραγούδι μέσα στα τόσα που έχεις, πόσο στριμώχνεσαι για να το φτιάξεις;

Στην αρχή νιώθεις την ανάγκη να πεις κάτι μέσω της μουσικής που μεταδίδεται με τον αέρα, να χρησιμοποιήσεις μια γλώσσα που χωρίς αυτήν δεν μπορείς να τα πεις αλλιώς. Ανάγκη και πίεση παράλληλα για να εκφραστεί.

Στο σπίτι σου βλέπω πιάνο. Παίζεις πιάνο; Σε έχουμε ταυτίσει με την κιθάρα στα χέρια.

Ναι, παίζω. Λίγο.

Έχεις κάνει μουσικές σπουδές;

Έχω κάνει. Λίγες θεωρητικές γνώσεις τις έχω. Έκανα υποχρεωτικά πιάνο, το οποίο εγκατέλειψα στα 25 για να συνεχίσω με την κιθάρα, πτυχίο κλασικής κιθάρας και αρμονίας. Ήμουν 26-27 ετών, μιλάμε για το 1983-84.

Είχες δάσκαλο τον Κυδωνιάτη;

Είχα δάσκαλο τον Κυδωνιάτη δυστυχώς μόνο στην ιστορία μουσικής και τη μορφολογία. Εξαίρετος καθηγητής, καταπληκτικός πιανισταράς! Μας έλεγε πως όταν έδωσε εξετάσεις για να πάρει το δίπλωμα του στη Γαλλία, στην επιτροπή ήταν ο Maurice Ravel! Εγκατέλειψα όμως το πιάνο χάριν της κιθάρας. Το ξανάπιασα βέβαια μόλις πάτησα τα 50 και νιώθω πάρα πολύ ευτυχισμένος!

Πόσων ετών είσαι τώρα;

Είμαι 56.

Άρα έκανες το μπαμ που λέμε στα 36 σου ακριβώς, πριν 20 χρόνια. Το ΄93 δε βγήκε το Αχ ψυχή μου φαντασμένη με τη Φωτοβολίδα;

Έτσι είναι, αλλά είχαν προηγηθεί τα Σύνεργα του Νίκου Παπάζογλου.

Το γνωρίζω κι ήθελα να σε ρωτήσω πως προέκυψε αυτή η συνεργασία. Υπάρχει δηλαδή μια παραφιλολογία που λέει πως πήγες κι έβαλες μια κασέτα με τα τραγούδια σου στην τσέπη του Παπάζογλου.

Όχι, μόνος του την έβαλε (γέλια). Πήγα και βρήκα τον Παπάζογλου στα καμαρίνια του Λυκαβηττού που έδινε μια καλοκαιρινή συναυλία. Άκουσε τα τραγούδια και ανταποκρίθηκε περίπου ένα μήνα μετά, ζητώντας μου δύο. Το δεύτερο τραγούδι δεν περίμενα να το θέλει. Ήταν το Θάνατο θέλω τραγικό, ομολογουμένως λίγο γκροτέσκο σαν τραγούδι. Τον παρακάλεσα να πει ένα άλλο που νόμιζα πως θα του πήγαινε και το δέχτηκε. Έτσι τραγούδησε και το Φεύγω.

Φαντάζομαι πόση χαρά θα πήρες που ο Παπάζογλου είπε τραγούδια σου.

Ε, ασφαλώς...

Ωστόσο, από το ΄89 που βγήκαν τα Σύνεργα του, μέχρι το ΄93 που έκανες τον πρώτο δικό σου δίσκο, μεσολάβησε μια τετραετία. Εκείνο το διάστημα αναρωτιόσουν για το πότε θα έρθει και η δική σου επιτυχία;

Αυτό άρχισα να το πιστεύω μετά από δύο χρόνια, όταν έγιναν οι Πρώτοι Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας.

Θα πάμε εκεί, αλλά εγώ θέλω να σε ρωτήσω κατά πόσο ο παράγοντας της φιλοδοξίας έπαιξε ρόλο τον πρώτο εκείνο καιρό.

Όταν έχεις ένα υλικό και καίγεσαι να το τραγουδήσεις δε σταματούν ποτέ οι τρόποι μετάδοσης του προς τα έξω. Ήτανε κάτι σαν έμμονη ιδέα αυτό το πράγμα και το πήγαινα παντού, το έτρεχα μόνος μου. Άκουγα και τους φίλους μου που μου έλεγαν ότι είναι καλά αυτά που γράφω...Διότι, αγαθή τύχη και μεγάλη μου τιμή να τραγουδήσει υλικό δικό μου ο Παπάζογλου, αλλά ήθελα εγώ να τραγουδήσω τα τραγούδια μου, αυτό ήταν το όνειρο μου και η επιδίωξη μου.

Αυτή η ευκαιρία σου δόθηκε με τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας του Χατζιδάκι.

Ειλικρινά δε θυμάμαι πως έμαθα τότε για τους Αγώνες...Θυμάμαι μόνο ότι έστειλα τον Ρομπέν των καμμένων δασών, έγινε η επιλογή, με διάλεξαν και πήγα και βρήκα κάπου στο Χολαργό τον Νίκο Κυπουργό. Κάναμε μία πρόβα για να δούμε πως θα το βγάλουμε, αλλά δεν μ' άρεσε καμία ιδέα. Δεν ήταν του Κυπουργού οι ιδέες, ήτανε του Τάσου Καρακατσάνη που έκανε τις ενορχηστρώσεις. Να σου πω τι γινόταν, εγώ είχα στο μυαλό μου το τραγούδι αυτό να 'βγαινε με ένα ψεύτικο αρμονιάκι, το οποίο να έπαιζε προγραμματισμένα σαν το Ρίτα-Ριτάκι των Κατσιμιχαίων, αν το θυμάσαι.

Το θυμάμαι και λέω πως σήμερα ακούγεται μάλλον ξεπερασμένος εκείνος ο ήχος με το «αρμονιάκι».

Ίσως θα έπρεπε να πω ηθελημένο ψεύτικο το αρμονιάκι, καθώς είχα ολοκληρωμένη ενορχηστρωτικά εικόνα. Ήθελα να δείξω έναν άνθρωπο μόνο του σ' ένα δωμάτιο και να τραγουδάει αυτόν το στίχο συνοδεία ενός γιαπωνέζικου ψευτο-πιάνου.

Πιθανώς σήμερα να ήθελες το ίδιο με ένα toy piano ή ένα music box.

Όχι ακριβώς music box, που έχει μια παιδικότητα ονειρική, αλλά έτσι όπως σ' το είπα. Το ενορχήστρωσε, λοιπόν, ο Τάσος Καρακατσάνης -εκπληκτικά βεβαίως- αλλά όχι αυτό που εγώ ήθελα να κάνω. Εκεί σταμάτησα λίγο τη διαδικασία και έφερα έναν computer από το σπίτι μου, μιλάω για τα computer τα ATARI.

Πόσα χρόνια είχα να την ακούσω αυτή τη λέξη; Για πες...

Για να το μεταφέρω, έφερα ολόκληρο το σύστημα, την οθόνη κ.λπ. και το στήσαμε επί τόπου.


Καλά, αυτό θα το γούσταρε ο Χατζιδάκις πολύ περισσότερο από όποια ενορχήστρωση.

Δε γνωρίζω, ποτέ δεν έμαθα. Αυτό που συνέβη όμως ήταν το εξής: Το computer έπαιξε πολύ καλά στην πρόβα, αλλά την επόμενη, όταν είπα live το τραγούδι με μια κιθάρα στα χέρια, έπαθε blackout και σταμάτησε στα μισά του τραγουδιού. Εγώ συνέχισα κανονικά με την κιθάρα, σε τηλεοπτική πανελλαδική κάλυψη μάλιστα, κι οι άλλοι από κάτω νόμιζαν πως ήταν ενορχηστρωτικό τρικ (γέλια). Σε ότι αφορά τον Χατζιδάκι, μου έδωσε το χέρι, δε θυμάμαι τι μου είπε, μάλλον θα με συνεχάρη που πήρα βραβείο και, πίστεψε με τώρα, δε μπορώ να θυμηθώ τίποτα για τον Χατζιδάκι. Τον είδα ελάχιστα. Έξι μήνες μετά τον ξανασυνάντησα έξω απ' το Μέγαρο Μουσικής, του μίλησα, «είμαι καλά» μου είπε, «ευχαριστώ» και έφυγε. Ο άνθρωπος αυτός όμως έβλεπε μέσα σου, καταλάβαινε. Ήξερε δηλαδή ότι με μένα δε χρειαζόταν να πει και πάρα πολλά. Ποιος ξέρει πως με είχε ψυχολογήσει... Εγώ πιστεύω ότι σωστά με ψυχολόγισε...

Ή ποιος ξέρει πως θα του φάνηκαν τα τραγούδια του πρώτου σου δίσκου.

Δεν είμαι σίγουρος αν είχε προλάβει να τ' ακούσει, αφού έφυγε λίγους μήνες μετά την έκδοση του.

Είπες πριν ότι ήθελες εξ αρχής να πεις εσύ τα τραγούδια σου. Ο Γιώργος Νταλάρας σε συνέντευξη του πριν χρόνια μου 'χε πει πως απ' όλους τους τραγουδοποιούς της γενιάς σου, μόνο εσένα θεωρεί τραγουδιστή για να τραγουδάς ο ίδιος το υλικό σου.

Ευχαριστώ πάρα πολύ! Τώρα το μαθαίνω από σένα και τον ευχαριστώ! Λοιπόν, φωνητικές σπουδές δεν έχω κάνει, όπως και σχεδόν κανένας της γενιάς μου που λέει κι ο Νταλάρας. Νομίζω ότι μπορώ να τα αποδώσω τα τραγούδια μου. Να σε ρωτήσω κάτι; Ξέρεις την καταγωγή της λέξης τραγουδοποιός;

Κάτι έχω ακούσει με τον Χατζιδάκι πάλι, αλλά καλύτερα πες μου εσύ...

Την ιστορία μού την έχει αφηγηθεί η Αγαθή Δημητρούκα: Τη λέξη αυτή, τραγουδοποιός, την έψαχναν πολύ καιρό ο Γκάτσος με τον Χατζιδάκι. Δεν είμαι σίγουρος αν είχαν καταλήξει στο να την υπερασπιστούν δημόσια, πάντως ξέρω ότι ένα καλοκαίρι που γινόταν στην Κρήτη ο Μουσικός Αύγουστος, πλησίασε τον Χατζιδάκι ένας δημοσιογράφος και τον ρώτησε πως αυτοπροσδιορίζεται. Νευριασμένος ο Χατζιδάκις του απάντησε: Τραγουδοποιός! Δηλαδή νευριασμένα τό'πε αυτός, δεν ξέρουμε ακόμη αν όντως ήθελε έτσι να προσδιορίσει τον εαυτό του. Γιατί σίγουρα δεν ήταν μόνο τραγουδοποιός ο Χατζιδάκις.

Ναι, αλλά ούτε ποτέ είχε και την πετριά του συμφωνιστή συνθέτη.

Δεν ήταν συμφωνιστής, όχι, αλλά τα μουσικά έργα πού'χει κάνει για το θέατρο είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα από την τάδε βαρετή συμφωνία που μπορεί να γνωρίζουμε.

Εσένα σε εκφράζει ο όρος τραγουδοποιός;

Όχι, ούτε μένα, δεν μ' αρέσει. Τροβαδούρος μού φαίνεται ωραιότερος όρος. Υπάρχει και μια πρόσφατη διατύπωση του Σαββόπουλου, που δε μπορώ να θυμηθώ τώρα.


Θα θεωρούσες κάπου τον εαυτό σου καρπό της σποράς που έκαναν παγκοσμίως κάποτε ο Bob Dylan, ο Donovan, η Baez;

Κοίταξε, αλήθεια είναι αυτό που λες. Στην Ελλάδα ο σπόρος αυτός μπήκε από τον Σαββόπουλο, από τον Λοΐζο, ασφαλώς και από τον Γιώργο Ρωμανό. Ο Ρωμανός ειδικά συνοδεύει μια πολύ όμορφη περίοδο της ζωής μου. Μου άρεσαν οι στίχοι, η φωνή του, οι συνθέσεις του, οι πρωτοποριακές ενορχηστρωτικές ιδέες του - ο πρώτος που έπαιξε ψυχεδέλεια στην Ελλάδα ήτανε! Μην παρακάμπτουμε και το ελληνικό rock, που έμπλεξαν κάποιοι την ελληνική μουσική με δυτικά μοτίβα. Δε μπορούσα να το φανταστώ αυτό πιτσιρικάς κι όμως έγινε ωραιότατα από τον Σαββόπουλο, την Κωχ, τους Πελόμα Μποκιού, τον Πουλικάκο, τον Σιδηρόπουλο, όλους αυτούς. Χωρίς καμία αμφιβολία μας επηρέασαν και άλλοι δημιουργοί και μας έκαναν παρέα σε δύσκολες φάσεις μας: τα έργα του Γιάννη Μαρκόπουλου, το Καπνισμένο τσουκάλι του Λεοντή, λόγου χάριν.

Βάσει όλων όσων είπαμε, λογικό να σ' έχουν κατατάξει στους έντεχνους.

Έντεχνο; Κοίταξε να δεις...

Σ' ενοχλεί ο όρος έντεχνο;

Δηλαδή αυτό τώρα είναι υποτιμητικό, πως να το πάρω; (γέλια)

Απλά εδώ και χρόνια μια συλλογή με έντεχνο μπορούσε να περιλαμβάνει από ρεμπέτικα και δημοτικά με την Τσαλιγοπούλου μέχρι Χατζιδάκι - Θεοδωράκη, Περίδη και Κ. Βήτα.

Δηλαδή, ας πούμε, όλοι αυτοί έχουμε τέχνη μέσα μας; Αν είναι έτσι να θεωρούν το έργο μου, να τους ευχαριστήσω. Αλλά, ξέρεις, άμα ακούς τη λέξη έντεχνο σήμερα πιστεύεις ότι δεν είναι κάτι αυθεντικό και πηγαίο.

Και ότι έχει βαρύγδουπο στίχο, λέει αμπελοφιλοσοφίες κ.λπ.

Ναι, πιθανώς. Δεν θέλω να σνομπάρω τους άτεχνους, γιατί είναι και κάτι που δε μπορώ να κάνω εγώ.

Στους άτεχνους που λες υπάγεται και ο Βασίλης Καρράς που τραγούδησε το δικό σου το Κάτι μου κρύβεις;

Η αλήθεια είναι ότι όποτε φεύγει ένα κομμάτι από το δωμάτιο μου και εκδίδεται, ανήκει σε όλους. Μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να πω σε κάποιον που θέλει να τραγουδήσει τραγούδι μου, μην το κάνεις γιατί με προσβάλλεις! Εμένα, ξέρεις, δε με ενοχλεί ο φάλτσος τραγουδιστής και ο Καρράς, ακόμη και φάλτσος να ήταν, πάλι θα του τό'δινα.

Που δεν είναι φάλτσος, λες;

Όχι, δεν είναι φάλτσος. Το ρεπερτόριο του στο σύνολο του δεν μου αρέσει, αλλά φάλτσος δεν είναι.

Το 1993 σκάει η Φωτοβολίδα. Παιζόταν τρελά απ' όλα τα ραδιόφωνα. Πως μπόρεσες να διαχειριστείς την επιτυχία εσύ που είσαι...

Δηλαδή πως με κόβεις;

Ρε παιδί μου, να, είσαι...

Ευάλωτος!

Ακριβώς, είπες τη σωστή λέξη.

Θέλει πολύ μεγάλη δύναμη να μη σε ξέρει κανείς και μέσα σ' ένα μήνα να μιλάει όλη η Ελλάδα για σένα. Τρομερό σοκ! Υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι που είχαν τον ψυχικό εξοπλισμό να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Ο Αλκίνοος, π.χ., είναι ένας άνθρωπος τόσο δυνατός ως ψυχισμός πέραν του ότι είναι γλυκός, ηθικότατος και καλότατος που μπόρεσε να αντιμετωπίσει ότι συνέβη τότε. Ο Αλκίνοος τα κατάφερε, νομίζω, καλύτερα από μένα. Εγώ έπαθα ένα σοκ που έκανα τρία χρόνια να το ξεπεράσω.

Σωστά, απόδειξη ότι ο δεύτερος δίσκος σου βγήκε το ΄96.

Είναι και το ότι με τρώει το άγχος κάθε φορά να βγάζω τραγούδια, για τα οποία δε θα ντρέπομαι μετά από χρόνια. Ας το πούμε άγχος, ενώ είναι έννοια. Θες να κάνεις ότι καλύτερο γίνεται!

Λογικό για κάθε καλλιτέχνη...

Ο δεύτερος δίσκος για να γίνει, επειδή το υλικό προϋπήρχε κατά 90%, μου φαινόταν ημιτελής. Το βασάνισα τρία χρόνια. Τρία χρόνια μού πήρε βασικά για να γραφτούν το Ατέλειωτο τραγούδι και Τα τραγούδια μου τ' αμερικάνικα. Δεν ήμουν και τόσο έμπειρος στο στίχο και στην τραγουδοποιητική τέχνη.

Τι μου θύμισες τώρα! Το 2009 βρέθηκα στην Κίνα και σε ένα βουνό της Κίνας, εκεί που γεννήθηκε ο Μάο, άρχισαν να παίζουν κλαρίνο ο Θωμάς Δρόσος και τσαμπούνα ο Σπύρος Ηλιάδης. Και τότε αρχίσαμε να τραγουδάμε όλοι μαζί τα δικά σου Τα τραγούδια μου τ' αμερικάνικα!

Απίστευτο! Άκου! Καταπληκτική εικόνα στην άλλη μεριά του πλανήτη! Αυτός ο δίσκος είχε γίνει χρυσός, όπως και ο επόμενος, το Για που τό'βαλες καρδιά μου.

Μάλιστα. Ήταν και η περίοδος που οι δίσκοι σου είχαν την καλύτερη διακίνηση από τους μαύρους στο δρόμο. Έχασες τελικά απ' αυτή την ιστορία;

Με τη σιντο-πειρατεία λες, ε; Κοίταξε, εάν σκεφτείς ότι τώρα με το internet δεν παίρνουμε μία, τουλάχιστον απ' την άγραφη κασέτα κάτι παίρναμε (γέλια)

Σε συνέντευξη της η Αρβανιτάκη πριν λίγα χρόνια μου 'χε πει ότι αν έβλεπε εκείνη τη στιγμή μικροπωλητή να πουλάει το cd της, θα φώναζε την αστυνομία.

Κατάλαβα, αλλά εγώ πιστεύω ότι σήμερα με το διαδίκτυο είναι χειρότερη η κατάσταση.

Ορθώς ανάφερες τον Αλκίνοο πριν, γιατί σας θυμάμαι σε ένα κοινό live να χορεύετε μέχρι και βαλς, χωρίς την παραμικρή χημεία μεταξύ σας. Πιο εσωστρεφής εσύ, πιο επικοινωνιακός αυτός.

Είχαμε χορέψει το Βαλς σα βάλσαμο, το τραγούδι του Ρασούλη και του Βαγιόπουλου. Ήμουν απ' έξω απ' όλα τότε, δεν ήταν μόνο οι παραστάσεις με τον Αλκίνοο. Και ίσως γι'αυτό να επεδίωξα τη συνεργασία μαζί του για να μη σηκώσω μόνος μου το βάρος ενός live. Τώρα μου συμβαίνει τ' αντίθετο: Συνήθισα μονάχος, θέλω να παίζω μόνος.

Κοινώς, μετά τα 50, εκτός του ότι επέστρεψες στο πιάνο, ωρίμασες και σκηνικά θα λέγαμε.

Ναι, γιατί ο τροβαδούρος είχε σαν συνοδεία λαούτο, φορητό όργανο. Κι εγώ τώρα πια ασχολούμαι με τα μουσικά όργανα. Πέραν της κιθάρας πού'ναι απαραίτητο όργανο για κάθε τροβαδούρο, δοκιμάζεις αν ένα τραγούδι είναι όντως τραγούδι, αν στέκεται δηλαδή με μία κιθάρα μόνο.

Ξέρεις τι έπαθα προχθές; Σε μια παρέα τραγούδησαν με κιθάρα ένα τραγούδι της Μποφίλιου και τότε, ακούγοντας το γυμνό, κατάλαβα πόσο καλό τραγούδι είναι τελικά.

Άλλαξε ολόκληρο το περιβάλλον του τραγουδιού. Είδες πόσο σημαντική είναι η ατμόσφαιρα της κιθάρας; Μαγική! Ωστόσο εγώ είπα να δοκιμάσω λίγο τον εαυτό μου και στο πιάνο. Και μετά στα χάλκινα πνευστά, που μου άρεσαν από παιδάκι και όταν με είχε πάει η μάνα μου στη μπάντα της Καλλιθέας ήταν κλειστά. Μετά από δέκα χρόνια, στα 17 μου, πήγα στο Ωδείο. Ασχολούμαι με το κόρνο επίσης.

Α, εσύ έγινες άνθρωπος - ορχήστρα.

(γέλια) Μου αρέσουν πολύ οι φλογέρες, η αναγεννησιακή μουσική, η μπαρόκ...

Έχεις τέτοια στοιχεία σε ορισμένα τραγούδια σου.

Αυτά ίσως εσύ τα διακρίνεις. Θυμάμαι λοιπόν ένα δάσκαλο φιλόλογο που είχα και που μας έλεγε Όποια ξένη γλώσσα μαθαίνετε, ανάβει ένα φωτάκι στο μυαλό σας. Έτσι μού φαίνεται ότι ανάβει φωτάκι σε μένα τώρα με τα πολλά μουσικά όργανα.

Στην πρώτη συνέντευξη που μου 'χες δώσει, το 2006, όταν σου είπα πως πυκνώνουν οι φωνές που σε χαρακτηρίζουν σημαντικότερο τραγουδοποιό της γενιάς σου, είχες απαντήσει με το καταπληκτικό Αν το αξίζω, γιατί όχι; Σήμερα, εφτά χρόνια μετά, δεδομένου ότι παίζει να ισχύει το ίδιο, τι θα έλεγες;

Εμένα δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις. Τα -ότερος, -ότατος με απωθούν, γιατί όπως λέει κι ο Σωράτης ο φίλος μου ο Μάλαμας, όλοι ήρθαμε στη ζωή αυτή για να γράψουμε ένα κομμάτι. Μπορεί δηλαδή να γράψαμε διακόσια, αλλά για ένα κομμάτι γεννηθήκαμε! Ασφαλώς και δεν ήρθαμε για ένα κομμάτι, ο Σωκράτης το είπε λίγο μεταφυσικά, αλλά μη νομίζεις πως από τα εβδομήντα τραγούδια πού'χω γράψει εγώ, αγαπήθηκαν πάνω από δέκα. Μιλάω γι'αυτά που μου έδειξε ο κόσμος ότι αγαπάει. Άλλα δέκα έχει κι ο Σωκράτης, άλλα δέκα κι ο Θηβαίος, ο Θανάσης, ο Πορτοκάλογλου, σε όλους μας έχει συμβεί. Εντάξει, ίσως ο Αγγελάκας έχει γράψει λίγα παραπάνω (γέλια)

Τον σέβεσαι τον Αγγελάκα, ε;

Μ' αρέσει ο Αγγελάκας. Μ' αρέσουν αυτά τα τραγούδια του που διέπονται από ένα μεταφυσικό στοιχείο στο στίχο και τη μουσική του.

Θα συμφωνούσες πως ο τελευταίος δίσκος σου κυκλοφόρησε σε μία περίοδο έκπτωσης της δισκογραφίας;

Ήθελα πολλά χρόνια να κάνω ένα θεματικό cd, δώδεκα τραγούδια, το καθένα για έναν μήνα. Διακρίνω μια πικρία στα λόγια σου.

Σωστά τη διακρίνεις, γιατί πρόλαβα να δουλέψω σε καλές εποχές της δισκογραφίας και σήμερα έχουν ξεφτιλιστεί τα πάντα.

Έχεις απόλυτο δίκιο, αν σκεφτείς ότι γι'αυτόν το δίσκο κοπίασα μία πενταετία, ψάχνοντας σε βιβλία και λαογραφικά περιοδικά για να βρω στοιχεία για τους μήνες. Ήθελα να κάνω κάτι που να μην είναι έκθεση ιδεών, αλλά να περιέχει κάτι απ' τη φωτιά στην ψυχή του καλλιτέχνη. Πιστεύω ότι με το δίσκο Ονειροπόλων μόχθοι τα κατάφερα κάπως και άλλωστε δε μπορούσα να δώσω άλλα, έχοντας διανύσει μια πενταετία.

Τόσο το χειρότερο τότε που τον είδες στο περίπτερο με το TV Tivo λίγους μήνες μετά το δισκάδικο.

Αυτός ο δίσκος, όπως και πολλοί άλλοι δίσκοι, όχι μόνο δικοί μου, δόθηκε μαζί με κάποιο έντυπο. Μου είπαν ότι είναι ο μόνος τρόπος για να κινηθεί το cd μου, αφού πλέον δεν υπήρχαν τα συνοικιακά δισκάδικα, δεν υπήρχαν και τα μεγάλα. Έτσι λοιπόν συμβιβάστηκα στην ιδέα, μη βρίσκοντας άλλο τρόπο να φτάσω στα σπίτια των συμπατριωτών μου. Σκέφτηκα για ποιο λόγο το κάνω αυτό το πράγμα; Για να πάει ο άλλος να τ'αγοράσει με λαχτάρα στο ανύπαρκτο δισκάδικο ή βίντεο-κλαμπ, ξέρω γω;

Έχεις πάθη σαν άνθρωπος;

Ασφαλώς και έχω πάθη. Είμαι καπνιστής, δεν είναι πάθος αυτό; Πάθη όλοι έχουμε, είναι και οι κακοί μας δαίμονες. Τα εξαργυρώνω όμως με τα τραγούδια μου.

Η οικογενειακή ζωή σου παρέχει ισορροπία;

Έχουμε δύο κόρες 14 και 16 ετών με τη γυναίκα μου, τη φλαουτίστρια Ηλιάνα Μιχοπούλου. Με γονείς μουσικούς λογικό είναι να καλλιτεχνίζουν, αλλά προτιμούν άλλες τέχνες, χορό κλπ. Ότι θέλουν ας κάνουν, γιατί η δική μας γενιά δεινοπάθησε απ' αυτό. Η γενιά των γονιών μου ας πούμε θεωρούσε τον καλλιτέχνη άνθρωπο αποτυχημένο στη ζωή. Αυτός ήταν κι ο λόγος που κι εγώ πήγα σε Ωδείο στα 17 μου σε μεγάλη ηλικία.

Ζουν οι γονείς σου;

Ναι, είναι πολύ ηλικιωμένοι. Χάρηκαν τότε με την επιτυχία μου και κατάλαβαν ότι είχα σαφή προσδιορισμό στη μουσική από μικρή ηλικία κι ότι δεν έπρεπε να μού'χουν φέρει εμπόδια.

Πάντα έτσι γίνεται. Αν επιτύχεις χαίρονται κι αν αποτύχεις λένε Δεν στα 'λεγα;

(γέλια) Ναι, ναι, ακριβώς έτσι συμβαίνει.

Τι θα ακούσουμε στον Σταυρό του Νότου από το πρώτο βράδυ της Παρασκευής 20 Δεκεμβρίου;

Θα παρουσιάσω τέσσερα καινούργια τραγούδια, που μου αρέσει πολύ να το κάνω, για ν'ακούσει κάτι νέο ο κόσμος. Θέλω να δείξω στον κόσμο κυρίως ότι δεν είμαι εν υπνώσει.

Εν υπνώσει πολιτικά εννοείς;

Το τραγούδι περιέχει την πολιτική, την κοινωνία, το θάνατο, τον έρωτα, τα πάντα. Θα κάνω μια επιλογή απ' τα εννέα cd μου και θα παίξω επίσης τα καινούργια κομμάτια μαζί με κάποιες συμμετοχές μου σε δίσκους του Μανώλη Ρασούλη, του Μανώλη Φάμελλου κ.α.

Τότε, αναφορικά με το εν υπνώσει που λες θα σε ρωτήσω αν εννοείς το ότι θες να δηλώσεις την παρουσία σου σε μία περίοδο που η μόδα ενδεχομένως στη μουσική έχει αλλάξει. Μιλάω για την αγγλόφωνη σκηνή, τα νέα συγκροτήματα κλπ.

Δυστυχώς δεν είμαι ενημερωμένος. Πες μου να μπω στο youtube να ψάξω.

Σ'το λέω μήπως ένιωσες ότι η δική σου σειρά μουσικών - τραγουδοποιών κάπου παραγκωνίστηκε.

Δεν πήρα χαμπάρι κάτι τέτοιο. Κατ' αρχάς πιστεύω ότι δεν πρέπει νά'χουμε παράπονο. Παιχτήκαμε και αγαπηθήκαμε, αλλά την ίδια στιγμή για ένα περίεργο λόγο εγώ αισθάνομαι και παραγκωνισμένος.

Θα το απέδιδες στις συνθήκες ή στον ευάλωτο, όπως αυτοπροσδιορίστηκες, ψυχισμό σου;

Θα το απέδιδα και στις συνθήκες. Ας πούμε, για φαντάσου, έκλεισε η Ελληνική Ραδιοφωνία. Ξέρεις τι πλήγμα ήταν αυτό για τη μετάδοση των δικών μας τραγουδιών; Ούτως ή άλλως εγώ νιώθω παραγκωνισμένος από τότε που πρωτοεμφανίστηκα. Μπορείς να φανταστείς γιατί; Γιατί πίστευα ότι ο κόσμος δε θα κολλήσει στο σουξέ, δε θ' ακούει κτηνωδώς τη Φωτοβολίδα και θα μάθει και τ' άλλα μου τραγούδια που αγαπώ. Κάτι που δε συνέβη! Και σκέψου ότι εγώ είμαι και προνομιούχος, αφού πολλά κομμάτια μου έγιναν μεγάλες επιτυχίες.

Καλά, εδώ θα μπορούσε να σου πει κάποιος Μην τα θες κι όλα δικά σου!

Όχι μόνο αυτό, αλλά θα μπορούσε να μου πει επιπροσθέτως Μην τα θες όλα δικά σου, διότι το κριτήριο του κόσμου είναι πάντοτε αλάθητο.

Νιώθεις χορτασμένος άνθρωπος;

Ασφαλώς.

Ήρεμος;

Και ήρεμος.

Σ' ευχαριστώ πολύ.

Εγώ σ' ευχαριστώ.

* Η συνέντευξη με τον Ορφέα Περίδη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στον Χολαργό τον Δεκέμβριο του 2013

** Πρώτη δημοσίευση: LIFO.gr

*** Οι φωτογραφίες είναι του Αλέξανδρου Ακρίβου 

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

Νίκος Ζούδιαρης: «Ποτέ δεν θέλησα ν' απασχολώ τον κόσμο με τα τραγούδια μου»

 

Σπουδαίος τραγουδοποιός ο Νίκος Ζούδιαρης με ένα πηγαίο ταλέντο στο να φτιάχνει τραγούδια διαχρονικά κοσμαγάπητα: Δίσκοι με τις φωνές του Αλκίνοου Ιωαννίδη, του Απόστολου Ρίζου, της Τάνιας Τσανακλίδου, της Μαργαρίτας Ζορμπαλά, του Παύλου Παυλίδη κ.α., όπως και τραγούδια μεμονωμένα – πολύτιμα δώρα στην καριέρα της Ελένης Τσαλιγοπούλου («Χίλιες σιωπές») και της Ελευθερίας Αρβανιτάκη («Μέτρησα»). Η συνέντευξη αυτή, η πρώτη του εφ’ όλης της ύλης μετά από αρκετά χρόνια, έγινε με αφορμή έναν ολοκαίνουργιο κύκλο τραγουδιών με τίτλο «Mascaron» και με ερμηνεύτρια την Αλεξάνδρα Γκουντούλια, την οποία ανακάλυψε μέσω YouTube.  Τα καλά της τεχνολογίας, θα λέγαμε, όταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες δημιουργούς θεωρεί «σπονδή στο αύριο» τη συνεργασία του μ’ ένα άγνωστο κορίτσι, που είναι όμως μία έκτακτη εκφραστική ερμηνεύτρια. Ο λόγος στον ίδιο τον Νίκο Ζούδιαρη:

Όταν είπα ότι θα σας πάρω συνέντευξη, βρέθηκε άνθρωπος που ρώτησε: «Ζει ο Νίκος Ζούδιαρης;» Να που ζείτε λοιπόν και σας έχω ολοζώντανο απέναντι μου.

Λογικό είναι να το σκεφτεί κανείς, γιατί μία σιωπή συνδυάζεται συνήθως με προβλήματα υγείας, παρότι κάποιος πάλι θα είχε γράψει κάτι αν είχα πεθάνει. Δεν ήταν απόφαση, αλλά ένας τρόπος ζωής που με ώθησε σ’ αυτή την απομάκρυνση. Δεν είχα ποτέ την πρεμούρα να κάνω τον ένα δίσκο μετά τον άλλο, αφού δεν λερώνω χαρτιά αν δεν έχω κάτι να πω.

Και δεν είχατε να πείτε κάτι μέσα στην κρίση που μας τσάκισε;

Είχα πολλά να σκεφτώ και να αισθανθώ. Παρατήρησα ότι ο κόσμος άλλαξε πολύ μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, επομένως μπορεί να έγραφα, αλλά δεν είχα την ανάγκη να εκδώσω κάτι. Μέσα στη μεγάλη ανατροπή της ζωής μας, δεν πιστεύω ότι έπαιζε ρόλο ένα τραγούδι περισσότερο, ένα τραγούδι λιγότερο. Σκεφτόμουν πώς θα περάσει όλο αυτό το μήκος της αποσύνθεσης κι έτσι γράφτηκα στο ΕΑΠ για να το περάσω με σπουδές. Το 2010 ήμουν 51 ετών κι ήθελα να καταλάβω μέσα σε ποιο κόσμο βρίσκομαι και να εξελίξω κάποιες απόψεις μου. Ταξίδευα μέσα μου παντού και έξω στους δρόμους κι αυτό το έβλεπα μέσα από το σκότος που έφερε η Χρυσή Αυγή και ο νεοφασισμός.

Συμμετείχατε σε διαδηλώσεις;

Σίγουρα σε πάρα πολλές, αλλά θα μπορούσα να σας πω ένα περιστατικό: Ένα βράδυ σ’ ένα καφέ – μπαρ, έρημο μια και ο κόσμος δεν είχε λεφτά να πιεί ένα ποτό, μπαίνει μέσα ένας μετανάστης χτυπημένος στο κεφάλι. Μπήκε για να σωθεί και ευτυχώς ήταν ο σωστός χώρος. Ενώ περιποιούμασταν τα τραύματα του και έξω περίμενα να δω δυο – τρεις μαντραχαλάδες φουσκωτούς, είδα καμιά δεκαριά πιτσιρίκια 16- 17 ετών να μορφάζουν και να κάνουν νοήματα σε στυλ «Για έλα έξω και θα τα πούμε». Το παιδί αυτό από το Μπαγκλαντές πούλαγε λουλούδια στις γειτονιές. Αφού ηρέμησε, τον ρώτησα που θέλει να πάει. Συνεννοηθήκαμε με μεγάλη δυσκολία και ήθελε όντως να γυρίσει στο σπίτι του στα Κάτω Πατήσια. Του είπα να μην ανησυχεί και να μ’ εμπιστευθεί. Φεύγουμε, μπροστά εμείς προς ολοταχώς για την πλατεία με τα ταξί κι από πίσω μας ερχόταν η αγέλη των εφήβων μουρμουρίζοντας και απειλώντας. Ζήτησα από ένα φίλο ταξιτζή να πάει σπίτι του τον άνθρωπο και δεν δέχτηκε καν χρήματα. Φεύγουν, αλλά εγώ γυρνώντας πίσω, βλέπω τα παιδιά μαζεμένα και πάω κατευθείαν κατά πάνω τους: «Δεν ντρέπεστε, ρε κωλόπαιδα, να περπατάει ο πατέρας σας στο δρόμο και να φοβάται να περάσει μη σκοτώσετε κάναν άνθρωπο;»…Πετάχτηκε ο αρχηγός: «Μας παίρνουν τις δουλειές», το γνωστό σύνθημα. Του κάνω: «Αφού σου παίρνει τη δουλειά, θα έρχεσαι με λουλούδια κάθε Σάββατο βράδυ στο μαγαζί αυτό και θα σου δίνω εγώ ένα εικοσάρικο». Ντροπιάστηκε κι οι άλλοι άρχιζαν να τον προκαλούν: «Άντε, ρε, απάντησε του τώρα»! Αυτό το βίωμα που σας περιέγραψα φανερώνει κι άλλο το πόσο δεν έχουν σημασία τα τραγούδια, είτε βγαίνουν, είτε δεν βγαίνουν. Ποτέ δεν ήθελα δηλαδή ν’ απασχολώ τον κόσμο με τα τραγούδια μου ή να είμαι πρώτος, δεύτερος, τελευταίος κλπ.

Ωστόσο τον απασχολήσατε για τα καλά τον κόσμο όταν εμφανιστήκατε το 1993 «Στην Αγορά του Κόσμου» με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη και μπήκατε στην οικογένεια των συνθετών του λεγόμενου έντεχνου τραγουδιού.

Με τον Αλκίνοο μαζί βγήκαμε, χρωστάμε το ίδιο ο ένας στον άλλον. Είχα ξεκινήσει να σπουδάζω μουσική, την άφησα, συνέχισα ξανά, αλλά τα περισσότερα τα συνάντησα στο δρόμο, ερευνώντας μόνος μου το πεντάγραμμο. Σ’ ένα δάσκαλο μου οφείλω το ότι ξέρω να διαβάζω μουσική, όπως και την ένταση να προχωρήσω. Πριν από πενήντα χρόνια η κατάρτιση ήταν ελλιπής και δεν συνέβαινε τίποτα στα ωδεία.

Από που κατάγεστε, κύριε Ζούδιαρη;

Γεννήθηκα το 1959 και μεγάλωσα στην Αθήνα με καταγωγή απ’ το Νομό Ηλείας. Οι γονείς μου ήταν από δύο διπλανά χωριά. Η μητέρα μου ήτανε δασκάλα στην Αθήνα, άρα ήρθαν νωρίς εδώ κι εγώ έχω μνήμες από το χωριό μόνο τα καλοκαίρια. Μοναχογιός, αλλά όχι μοναχοπαίδι, αφού έχω μια αδελφή. Ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός, αλλά υπήρχε ένα περιβάλλον στο σπίτι με τάσεις κυρίως προς τη λογοτεχνία. Τα πρώτα μου μουσικά ερεθίσματα ήταν το Δεύτερο Πρόγραμμα – ο πατέρας μου είχε πάντα ένα ραδιόφωνο να παίζει στο σπίτι – και καθώς μεγάλωνα η έκρηξη του πολιτικού τραγουδιού και του ροκ σε Ευρώπη και Αμερική. Αγαπούσα ότι με ενεργοποιούσε και κρατάω ακόμη πολλά βινύλια από το παρελθόν. Δεν είχα σκοπό να κάνω καμία καριέρα μουσικού.

Και πώς την κάνατε τελικά;

Στα 12 μου πήγα στο ωδείο και μετά έπαιζα κιθάρα σε ροκ γκρουπάκια της εποχής. Για κάποιους λόγους βρέθηκα να δουλεύω στο λιμάνι του Πειραιά ως εκτελωνιστής σ’ ένα γραφείο διεθνών μεταφορών. Τότε, ένας φίλος απ’ άλλο εκτελωνιστικό γραφείο, έκανε ερασιτεχνικά τον σκηνοθέτη σ’ ένα έργο του Ντάριο Φο για τη θεατρική ομάδα του ΟΤΕ στα Σπάτα. Αυτός μου πρότεινε να γράψω μουσική. Έκανε αυτός τον σκηνοθέτη κι εγώ έκανα τον συνθέτη, παιδιά ήμασταν. Έγραψα κάτι μουσικές για την ομάδα μαζί με ενάμισι τραγούδι και ανάμεσα τους γνώρισα μια ηθοποιό που έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε πολύ καλά. Δέσαμε και κάποια χρόνια μετά, όταν είχα ήδη αρχίσει να φτιάχνω τα τραγούδια μου, πήγαινα στο στούντιο του Κώστα Στρατηγόπουλου. Ο Κώστας μου έλεγε «Κάτι συμβαίνει με τα τραγούδια σου», που τα παίζαμε με δύο κιθάρες. Μια μέρα θέλησε να μου γνωρίσει μια νεαρή κοπέλα που ήταν παρτιτουρογράφος του Κυπουργού, νομίζω. Περιμένω και βλέπω ξαφνικά εκείνη την κοπέλα απ’ τον θίασο των Σπαταναίων. Σπούδαζε τότε στο Εθνικό Θέατρο, ενώ είχε προχωρήσει και στα μουσικά. Ήταν η Φωτεινή Μπαξεβάνη, γνωστή ηθοποιός σήμερα. Ζήτησε ν’ ακούσει επί τόπου μουσικές μου κι όταν άκουσε «Το όνειρο», είπε να τηλεφωνήσει ενός συμφοιτητή της στο θέατρο. Σε λίγο ήρθε με το παπάκι του ο Αλκίνοος, που συγκινήθηκε και δέσαμε αμέσως. Έβλεπα τα μάτια του να λάμπουν από συγκίνηση όποτε του παρουσίαζα ένα τραγούδι. Γίναμε σύντομα παρέα και με δυο άλλα παιδιά που συνέχισαν μόνοι τους με τον Αλκίνοο: Τον Γιώργο Χριστοδουλίδη και τη Στέλλα Φυρογένη. Μείναμε οι δυο μας με τον Αλκίνοο, φτιάξαμε ένα ντέμο και ο Κώστας έλεγε να το πάμε στις εταιρείες, απ’ τις οποίες ούτε κατά που πέφτουν δεν ήξερα. Έτυχε τότε ο Νίκος Σούλης να πάρει τον Αλκίνοο σ’ ένα κλιπ της Γαλάνη όπου θα έκανε έναν άγγελο. Στο διάλειμμα, ο Αλκίνοος παίζει της Δήμητρας το «Ζήνωνος». Ζήτησε να με γνωρίσει κι έτσι βρεθήκαμε στην Polygram να κάνει η Γαλάνη παραγωγή του δίσκου μας.

Σας βοήθησε η τύχη.

Ήταν όλα ωραίες καραμπόλες. Κάναμε δύο δίσκους και πλέον θεωρώ τον Αλκίνοο μία κατηγορία από μόνο του. Χαθήκαμε, αλλά κρατάμε εσωτερικές επαφές. Η αποδοχή ήταν τεράστια και σχεδόν γίναμε αμφότεροι φίρμες εν μία νυκτί. Υπήρχε ενθουσιασμός και ανησυχία απ’ την πλευρά μου, αφού δεν ήξερα τι είναι η επιτυχία, ακούγοντας όλα τα ραδιόφωνα να παίζουν την «Αγορά του Αλ Χαλίλι». Το ίδιο και ο Αλκίνοος, που το «έφαγε» πιο σφοδρά, όντας νεότερος που έβγαινε και μπροστά με τη φάτσα του. Εγώ ήμουν του παρασκηνίου και βολευόμουν. Αμέσως μ’ αγκάλιασαν όλοι: Η Τσαλιγοπούλου με τον Ανδρέου, που κι αυτοί είχαν μόλις ξεκινήσει, όπως και ο Θάνος Μικρούτσικος που ζήτησε να με γνωρίσει. Τεράστιος γίγαντας για μένα και για όλη τη χώρα! Δεν βρέθηκε άνθρωπος να με αμφισβητήσει με το που εμφανίστηκα.

Ο δεύτερος δίσκος είχε βγει στο πλαίσιο «πάμε να επαναλάβουμε την επιτυχία»;

Όχι από μένα, αλλά σίγουρα από τις εταιρείες που δεν ξέρουν τη ζωή τη δική μας. Όταν κάναμε τις μίξεις και ήρθε σύσσωμη η εταιρεία ν’ ακούσει το υλικό στο «Σιέρρα», βρέθηκε ένας παράγοντας που μου είπε το εξής καταπληκτικό: «Νίκο, εάν αλλάξεις στίχους στον ‘’Βόσπορο’’ και το κάνεις ερωτικό, θα γίνει μεγάλη επιτυχία». Απάντησα: «Καλά, δεν ακούς ότι είναι ερωτικοί οι στίχοι; Αγαπώ την τελευταία στροφή που λέει: ‘’Την βρήκα στις στροφές των ποιημάτων/ Με τις βαριές χανούμισσες να ζει/ Και ρίχνω μες στο στόμα των αρμάτων/ Την κούφια μου αλήθεια τη μισή’’. Μεγάλος έρωτας». Με κοίταγε καλά – καλά… Ο δίσκος έκανε την ίδια επιτυχία με τον πρώτο. Ακολούθησε το «Αφήλιο» με την Τάνια Τσανακλίδου, τον Νίκο Κουρουπάκη και τον Τάκη Μπουρμά.

Ήταν πολύ ωραίος δίσκος το «Αφήλιο». Και μια συνεργασία με μια καταξιωμένη ερμηνεύτρια που ήρθε γρήγορα.

Μέσω του ηχολήπτη του Πετρονικολού γνωρίστηκα με την Τάνια. Της πρότεινα να έλεγε τα νέα τραγούδια μου, το δέχτηκε κι έτσι έγινε. Επίσης μεγάλη επιτυχία σε πιο τζαζ – ροκ ύφος, αν και μ’ έχουν διαμορφώσει πολλά είδη μουσικής. Δεν έχω στο μυαλό μου μία παλέτα με μόνο δύο χρώματα. Πάω όπου πάει η ψυχή μου, έχω την αίσθηση της γέννας ενός στίχου ή μιας μελωδίας.

Φαντάζομαι ότι θα βελτιώθηκε πολύ οικονομικά η ζωή σας. Εισπράττατε και καλά δικαιώματα τότε.

Είχα εκτοξευθεί οικονομικά, ισχύει, αν και δεν είχα κανένα οικονομικό θέμα λόγω του λιμανιού. Ένιωσα με δυο καρπούζια κάτω από μία μασχάλη, αφού κράτησα για κάποια χρόνια την ιδιότητα του εκτελωνιστή. Μετά το «Αφήλιο», ήρθε το «Ένας κύκνος κλαίει».

Ήξερα πολλούς τραγουδιστές που είχατε δοκιμάσει γι’ αυτό το δίσκο σαν τον Παντελή Θεοχαρίδη και τον Βασίλη Γισδάκη.

Με τον Παντελή δεν είχα ντεμάρει τα κομμάτια, αλλά είχαμε επικοινωνία. Με τον Γισδάκη τα είχα ντεμάρει και μάλιστα ανέβασε στο YouTube τη δοκιμή μας στο ομότιτλο τραγούδι. Εδώ έπαιξε ρόλο ο χαρακτήρας μου: Ποτέ δεν μπήκα στη βιομηχανία του τραγουδιού ακόμη κι όταν μου πρότειναν εκείνα τα χρόνια τεράστια συμβόλαια με μεγάλους τραγουδιστές. Βεβαίως κολακευόμουν, αλλά η αγωνία μου ήταν να έχω τον πλήρη συναισθηματικό έλεγχο των τραγουδιών μου. Αναζητούσα τη ζύμωση και όχι την εκτέλεση των πραγμάτων. Δεν ξέρω τι έχασα με το να μη συνεργαστώ με μεγάλα ονόματα και ποτέ δεν σνόμπαρα κανέναν, θα ήταν όμως εκτός των προθέσεων μου. Μπορεί να μη μου «έκοβε» καλλιτεχνικά και πολύ…

Ήσασταν πιστός τουλάχιστον στις αρχές σας.

Πιστός σε κάτι που ήμουν εγώ ο ίδιος. Τον Γισδάκη, αν θυμάμαι καλά, μου τον είχε προτείνει ο Θύμιος Παπαδόπουλος. Συναντηθήκαμε, δοκιμάσαμε κάτι και το παιδί ήταν εξαιρετικός τραγουδιστής – δεν το συζητάμε – αλλά η δική μου ιδιοσυγκρασία δεν «τραγούδαγε» καλά μαζί του, κάτι που δεν του είπα ποτέ. Ίσως να είναι ντροπή μου. Και μετά χαθήκαμε. Όλως τυχαίως με καλεί ο Μπουρμάς που έπαιζε με τον Γιώργο Ζήκα στο «Χαμάμ» στα Πετράλωνα. Βλέπω ένα παιδάκι να τραγουδάει λαϊκά με μια περίεργη ροκ φωνή και παθαίνω πλάκα. Ήταν ο Απόστολος Ρίζος και τον δοκίμασα σε δικά μου κομμάτια, αφού ποτέ δεν προβάρω γνωστά τραγούδια με τραγουδιστές. Ήθελα πάντα να βλέπω αν ο εκάστοτε τραγουδιστής μαρκάρει δικό μου τραγούδι ώστε να γίνει δικό του στη συνέχεια και να πω «Πάμε». Όταν πρωτόπαιξα στον Ρίζο το «Τι να θυμηθώ» και το τραγούδησε, άκουσα αμέσως αυτό που ακούω και στο δίσκο.

Επομένως ήταν ακόμη ένα πετυχημένο «πάντρεμα» τραγουδιστή και συνθέτη σ’ ένα άλμπουμ που βγήκε το 2000 και σημείωσε επίσης επιτυχία.

Έτσι έγινε. Είχα μόλις αλλάξει εταιρεία, από την Polygram στη Minos, ταυτόχρονα όμως ένιωθα ότι δεν είχα πολλή δουλειά μες στις εταιρείες. Δεν τηρούσα τα συμβόλαια, γιατί δεν μπορούσα να δίνω τραγούδια κατά παραγγελία. Δεν ήθελα πληρωμένες αγάπες, ήθελα να αγαπάω και να αγαπιέμαι με τους τραγουδιστές μου, όχι κάποιον που πληρώνει γι’ αυτό. Είναι σχέση ζωής για μένα με τους ανθρώπους που τραγουδούν την ψυχή μου.

Τοποθετείτε στην πρώτη γραμμή πάντα τους τραγουδιστές σας.

Βεβαίως, όπως και τους μουσικούς μου, για τους οποίους θα μπορούσα να σας μιλάω για ώρες. Έμαθα πολλά απ’ αυτούς και εξελίχθηκα κι εγώ ως μουσικός. Ένας λόγος σοβαρός που δεν βγήκα ποτέ ως τραγουδιστής οφειλόταν στο ότι τα τραγούδια μου ήταν καλοταξιδεμένα.

Κάτι παρεμφερές μου είχε πει ο Νίκος Ξυδάκης όταν τον κάλεσε ο Χατζιδάκις στον Σείριο και βγήκε ως τραγουδιστής των τραγουδιών του.

Όχι, εγώ δεν βγήκα ποτέ τραγουδιστής, γιατί καλά περνούσα…Είχα τις σκέψεις μου, τους φίλους μου και πάντα θα βρίσκονταν καραμέλες στην τσέπη μου για να τους κερνάω. Στην εταιρεία, λοιπόν, για άλλα πράγματα με θέλανε και άλλα μπορούσα να κάνω. Ήταν υπεράνω της αντίληψης και της αισθητικής μου. Συμβόλαια μου έκαναν όχι επειδή είχαν καταλάβει ποιος είμαι και τι κάνω, αλλά επειδή είχα κάνει κάποιες επιτυχίες.

Μιλάμε, όμως, για βιομηχανία της μουσικής, είναι λογικό.

Δεν τους κατηγορώ, ο καθένας κάνει τη δουλειά του.

Είναι ο καπιταλισμός που όλα γύρω απ’ αυτόν γυρίζουν.

Αυτό, αυτό το γνωστό απέθαντο τέρας που ξαφνικά η επιθυμία σου γίνεται εμπόριο. Όλο αυτό έφερνε τρομαχτικές αντιρρήσεις μέσα μου ενόσω κι εγώ εξελισσόμουν. Το επόμενο βήμα μου ήταν ο δίσκος «Νερό κι αλάτι» που κάναμε με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά κατά επιθυμία της συχωρεμένης της Τσουκαλά. Έγινε εκτός συμβολαίου δικού μου σε παραγωγή της ίδιας της Ζορμπαλά που το δώσαμε για διακίνηση στη Minos. Προηγουμένως είχα δώσει τις «Χίλιες σιωπές» για ένα CD-single της Τσαλιγοπούλου, που το λέει μέχρι σήμερα. Να’ναι καλά αυτό το κορίτσι, είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος. Ο δίσκος με τη Ζορμπαλά δεν «περπάτησε», αλλά εμένα αυτό δεν με θορύβησε καθόλου. Αγαπώ τα τραγούδια που κάναμε και που εξέφρασαν το πώς ήμουν τότε. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις ένα δέντρο με ένα ξερό κλαδί έναντι ενός άλλου που δίνει καρπούς, ούτε θα έλεγα ότι δεν ήταν καλός ο δίσκος. Λίγο μετά έκανα το «Poster» για την Ελευθερία Αρβανιτάκη σε δική μου παραγωγή. Έφτιαξα πέντε τραγούδια με την αίσθηση πόλης. Κάλεσα την Ελευθερία και την ευχαριστώ που τα είπε, αφού παλιότερα είχε τραγουδήσει στίχους μου σε μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου για τον κινηματογραφικό «Τσαλαπετεινό του Γουαϊόμινγκ». Είχαμε γίνει μια οικογένεια. Το «Μέτρησα» έγινε μεγάλη επιτυχία, μια χαρά, όμως εγώ είχα συμφωνήσει με τη Minos να αποδεσμευτώ. Δεν ήθελα να μην τιμώ τα συμβόλαια μου.

Δεν είναι μία αιρετική πράξη να προτείνεις νέους τραγουδιστές αντί να δίνεις τραγούδια σε μεγάλους ερμηνευτές;

Οδηγούμουν σε μια ηρεμία γιατί το τηλέφωνο μου χτύπαγε συνέχεια και ζούσα μέσα στις εντάσεις. Είχα σημαντικές προτάσεις, αλλά ανέκαθεν ήμουν στουντιακός τύπος και της παρέας. Πήρα μια καταπληκτική ερμηνεία από τραγουδιστή ή ένα παίξιμο από μουσικό; Κλείνω το στούντιο και πάμε για ένα κρασί, δεν είμαστε πλεονέκτες. Πάμε να ζήσουμε τη στιγμή! Αναζητώντας το μοναχικό μου δρόμο, τον εκτός εταιρειών, θέλησα να εκδώσω μέσα από εκδοτικό οίκο.

Ήσασταν απ’ τους πρώτους αφού τα επόμενα χρόνια είχαμε πολλά βιβλία – CD.

Κάλεσα τον Παύλο Παυλίδη και τον Μανώλη Λιδάκη και κάναμε το «Για ποια ταξίδια μου μιλάς», εννέα τραγούδια πάνω σε εννέα διηγήματα μου. Βγήκε απ’ τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και πέρασα καταπληκτικά στο μαγαζί του στα Εξάρχεια. Εκεί γίναμε φίλοι με τον Αργύρη Χιόνη που ήταν μεγάλος ποιητής. Αναζητούσα ενστικτωδώς μάλλον να κινούνται τα πράγματα με όλα τα ρίσκα και απολάμβανα την παρέα ποιητών και λογοτεχνών. Πάντα ο λόγος μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ πίσω πάντα από τις ιδεολογίες.

Οι ιδεολογίες που δεν σας κατέστησαν ποτέ «επαγγελματία» συνθέτη.

Όταν έχω κάτι να πω πιάνω το χαρτί και την κιθάρα. Ταυτόχρονα προσπαθούσα να έχω ήσυχη ιδιωτική ζωή με τις εσωτερικές εντάσεις να γεννάνε τα τραγούδια κάθε φορά. Να μην ξεχάσω να σας πω ότι τα κομμάτια του πρώτου δίσκου είχαν απορριφθεί αρχικά απ’ την ίδια εταιρεία που τελικά κυκλοφόρησαν. Είχα πάει τα κομμάτια από τη ΛΥΡΑ στην Κριεζώτου και από την Polygram στη Μεσογείων. Στην αρχή, όταν πήγα να πάρω πίσω την κασέτα και τους ρώτησα «Έχετε να μου πείτε κάτι;», μου απάντησαν πως τα βρήκαν παλιομοδίτικα. «Ευχαριστώ πολύ» είπα κι έφυγα κι η ιστορία με τον Αλκίνοο και τη Γαλάνη έγινε λίγο πιο μετά.

Από το 2007 και το βιβλίο – CD μέχρι σήμερα, σας ξανακούσαμε να συμμετέχετε στον τελευταίο δίσκο του Ηλία Λιούγκου.

Ενδιάμεσα είχα δώσει δύο τραγούδια στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που τον εμπεριέχω και τον αγαπάω, όπως και κάποια τραγούδια για την «Άσφαλτο που τρέχει» του Γιώργου Νταλάρα. Με τον Λιούγκο βρεθήκαμε πρόσφατα και τον εκτιμώ πολύ σαν καλλιτέχνη. Όλο αυτό τον καιρό άκουγα τραγούδια άλλων και τα θαύμαζα, σαν τις «Μέλισσες» του Καζαντζή και της Φωτάκη. Τη Φωτάκη τη γνώρισα και τη θεωρώ άριστη τεχνικά, αλλά και μία στιχουργό που δεν φοβάται τα συναισθήματα της. Μου άρεσαν τα τραγούδια του Παυλίδη, όπως και της Μποφίλιου. Τους παραδέχομαι, γιατί αυτοί είναι μεγάλοι καλλιτέχνες, εφόσον κατέκτησαν το να κινούνται πάνω στο όνειρο τους. Μου ταιριάζουν και μπράβο τους!

Μπόσκο - Νίκος Ζούδιαρης (15 Νοεμβρίου 2024)

Φτάνουμε στο 2024, αισίως 31 χρόνια μετά την πρώτη σας εμφάνιση. Και μ’ ένα νέο κύκλο τραγουδιών, στον οποίο προτείνετε πάλι μία νέα άγνωστη ερμηνεύτρια.

Δεν είχα σταματήσει να γράφω για οτιδήποτε μ’ απασχολούσε. Ότι ακούτε μέσα στο νέο δίσκο είναι χτισμένο από τη γέννηση του, δεν πήγα δηλαδή μετά να δω τι θα κάνω. Κι εδώ έχω την πλήρη επιμέλεια του με τη συμβολή τρομακτικών μουσικών φίλων. Κιθάρες παίζει ο Αριστείδης Χατζησταύρου, ακουστικό μπάσο ο Δημήτρης Τσεκούρας και τύμπανα ο Θάνος Μιχαηλίδης. Κάποια κομμάτια τα είχα δοκιμάσει με μια άλλη φωνή, που δεν ήθελε να κάνει καριέρα. Κοιτάξτε, εγώ μπορεί να’μαι επιλεκτικός, δύσκολος ή ότι άλλο θες, όμως ζω απ’ αυτό: Απ’ τα τραγούδια μου που παίζονται και από τα πνευματικά μου δικαιώματα. Κάποια στιγμή την περίοδο 2019-2020 μέσω του YouTube μου εμφανίζεται μία κοπέλα. Αλεξάνδρα Γκουντούλια τ’ όνομα της. Ανακάλυψα την εναλλακτική φωνή της και την ευρύτητα των ακουσμάτων της, δοκιμασμένη σε διάφορα είδη. Κοίταζα ολόκληρη την κινησιολογία της για να μην πέσω πάνω σε κάνα ψώνιο και με παιδέψει. Την έκοψα για εντάξει και της έστειλα ένα μήνυμα στο inbox μήπως μπορούσε να κατέβει από τη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδαζε φαρμακευτική. Δεν απάντησε, θα είχε πάει στα σπαμ. Σκέφτηκα «Δεν θα ενδιαφέρεται, τι να κάνει τώρα αυτό το παιδί με τους παλιούς;» μέχρι που το είπα σ’ ένα φίλο μου, που ήξερε τον κιθαρίστα της. Έτσι έγινε, την έπιασε ο μουσικός της: «Ρε συ, σε ψάχνει ο Ζούδιαρης, σου έχει στείλει μήνυμα». Μου απάντησε αμέσως και ήρθε στην Αθήνα. Γνώρισα ένα κορίτσι με καταπληκτικές απόψεις και όρεξη για όνειρο, που δεν βασιζόταν στο χτίσιμο καριέρας, αλλά σ’ ένα ταξίδι ζωής. Ήρθε με το τραίνο δυο – τρεις φορές, οπότε της είπα: «Αλεξάνδρα μου, εμένα μου κάνεις για τα τραγούδια μου. Δεν βιάζομαι να γίνει ο δίσκος, μπορείς να πηγαινοέρχεσαι με το τραίνο για πέντε χρόνια. Αν όμως βιάζονται τα νιάτα σου, πρέπει να έρθεις στην Αθήνα». Δεν μου είπε τίποτα ως συγκροτημένος άνθρωπος. Μετά από λίγους μήνες μου τηλεφωνεί: «Κύριε Νίκο, είμαι στην Αθήνα, μένω σε κάτι φίλους στο κέντρο, είμαι στη διάθεση σας». Της έδωσα συγχαρητήρια, αφού ανέκαθεν με γοήτευαν οι άνθρωποι που ρισκάρουν, όμως της είπα και πως μου έβαλε τη θηλιά στο λαιμό, αφού είχα ν’ αναλάβω όλη την υποχρέωση. Αρχίσαμε σιγά – σιγά να δουλεύουμε τα τραγούδια, έχοντας τη συμπαράσταση των μουσικών που ανάφερα. Υπάρχουν δύο τραγούδια μέσα που αν παρατηρήσετε, είναι ίδια: Ακούγοντας τη μπάντα να παίζει, εμπνεύστηκα και πάνω στην ίδια αρμονία έγραψα άλλη μελωδία και άλλους στίχους.

Έχει πλάκα αυτό γιατί στο δίσκο του Λιούγκου, που συμμετέχετε, υπάρχουν δύο διαφορετικές μελοποιήσεις ενός στιχουργήματος.

Αυτό είναι ενδιαφέρον, όμως αυτό που έκανα εγώ είναι πολύ πιο δύσκολο και «τρελό». Φαντάσου πόσο πυρακτωμένος ήμουν καλλιτεχνικά! Εδώ οφείλω να ευχαριστήσω την Αλεξάνδρα, καθώς είδα τις ανοιχτές και προοδευτικές πολιτικές θέσεις της. Έφτιαξα μια σιλουέτα που μπαίνει μέσα στη συλλογική συνείδηση και αρχίζει να κουρδίζει το όνειρο για να μπορέσει να γίνει η επανάσταση. Το πρώτο συστατικό του «Revolution» είναι το «Rev-», το «Όνειρο» για να δημιουργηθεί το μεγάλο μπαμ. Πολλοί στίχοι γράφτηκαν κυριολεκτικά πάνω στα χείλη της Αλεξάνδρας.

Αλεξάνδρα Γκουντούλια - Νίκος Ζούδιαρης (φωτογραφία: Άκης Χρήστου)

Βρήκατε τη μούσα σας με λίγα λόγια.

Ακριβώς. Μία καλλιτεχνική περσόνα που με βοήθησε να φύγω απ’ τους οποιουσδήποτε δισταγμούς μου. Η παραγωγή είναι δική μου και το άλμπουμ θα βγει ψηφιακά στα τέλη Νοεμβρίου, όχι από εταιρεία, αλλά μέσα από τις ψηφιακές πλατφόρμες πώλησης. Θα υπάρχει στα κανάλια του YouTube και των δυονών μας.

Πως και δεν χτυπήσατε πάλι πόρτες εταιρειών;

Είχα δύο προτάσεις, η αλήθεια είναι, που με τιμούν. Ήθελα όμως να αξιοποιήσω τη δυνατότητα της ψηφιακής πώλησης, που είναι στα χέρια των δημιουργών. Ήθελα ακόμη να εξασφαλίσω την ανεξαρτησία της Αλεξάνδρας, παρόλο που μου είπε να κάναμε ότι ήθελα. Η Αλεξάνδρα πλέον είναι ένα κομβικό πρόσωπο της καλλιτεχνικής ζωής μου, αλλά και της προσωπικής, διότι – μην ξεχνάμε – είναι κόρη μου. Δεν το λέω σεξιστικά ή πατριαρχικά, αναφέρομαι όμως στην ηλικία της, αφού μέσω αυτής έχω μια κλειδαρότρυπα για να κοιτάω στο αύριο. Δεν με νοιάζει να περάσω στη νέα γενιά. Ακούω το μυαλό της και την ολοκληρωμένη προσωπικότητα της. Μπορεί να μην αγαπηθεί τίποτα απ’ όλο αυτό, αλλά εμάς μας νοιάζει το ταξίδι και δεν το λέω κλαψούρικα. Σημασία έχουν και το ταξίδι και ο προορισμός. Αν είμαστε καλά, από Γενάρη – Φλεβάρη το άλμπουμ θα βγει και σε βινύλιο.

Και φτάνουμε στην άχαρη ερώτηση: Με το promo της δουλειάς αυτής, τι κάνετε;

Εδώ πέρα έχουμε πρόβλημα και το πρόβλημα είμαι εγώ: Εγώ δεν γνωρίζω πρόσωπα και δεν τηλεφωνώ κανενός. Έχουμε ακούσει για πληρωμένα τραγούδια, γι’ αυτό και ο κόσμος εγκαταλείπει το ραδιόφωνο.

Είστε έτοιμος να μπείτε σ’ έναν αγώνα που δεν τον ξέρατε τα προηγούμενα χρόνια;

Περιμένω να το ζήσω με έκπληξη γιατί το μουσικό μου έργο έχει αγαπηθεί από τα ραδιόφωνα. Στην περίπτωση που δεν θα δεχτούν τα τραγούδια μου, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δε θέλω να προχωρήσω μέσα από εικασίες και δεν έχω σχετική εμπειρία. Δεν είδατε που σε έρευνα της ΕΔΕΜ μάθαμε ότι παίζονται 500 τραγούδια μόνο όλο το χρόνο; Αν δεν δώσεις ευκαιρία στους δημιουργούς, τι σόι ραδιόφωνο είσαι;

Εκεί σου απαντάνε «Ο κόσμος άλλα θέλει» βάσει μάλλον αστείων δημοσκοπήσεων που κάνουν. Στην τελική γιατί να μου καθορίζουν εμένα πέντε – δέκα μικροαστοί το μουσικό μου γούστο;

Πείτε μου εσείς ονόματα και διευθύνσεις ακροατών στα γκάλοπ να δούμε ποιοι είναι αυτοί!

Αν σας ρωτούσα τι προσδοκάτε μ’ αυτό το δίσκο;

Θα σας έλεγα πως περιέχει δύο ειδήσεις: Τον ύστερο καλλιτεχνικό μου εαυτό και μια πολύ μεγάλη δαιμόνια ερμηνεύτρια: Την Αλεξάνδρα Γκουντούλια. Θα ήθελα να πάει πάρα πολύ καλά μόνο και μόνο για να βοηθήσει την Αλεξάνδρα να κάνει τη διαδρομή της. Είναι σαν μια σπονδή στο αύριο.

* Πρώτη δημοσίευση: Docville/ Documento (ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης)

** Η συνέντευξη με τον Νίκο Ζούδιαρη πραγματοποιήθηκε στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας στις 15 Νοεμβρίου 2024

*** Εδώ ακούτε ολόκληρο το άλμπουμ «Mascaron»: https://www.youtube.com/watch?v=vVl5vjnpCsQ&list=PLoAEUdtS5a1osIGjNiEKslFsAZG0TRMPf

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Αλκίνοος Ιωαννίδης στη LIFO: Άφετε τα παιδία ελθείν προς με!

Αγαπημένος Αλκίνοος Ιωαννίδης! Είχαμε πολλά χρόνια, όχι για να βρεθούμε, αλλά για να μου δώσει συνέντευξη. Τελευταία φορά, νομίζω, ήταν το 2009, στις 7 Φεβρουαρίου, τη μέρα των γενεθλίων μου, όπου μόλις είχε κυκλοφορήσει ο δίσκος του ''Νεροποντή''.
Αυτή τη φορά, πάλι, δίσκο καινούργιο δεν έχει ο Αλκίνοος - η ''Μικρή βαλίτσα'' του κυκλοφόρησε πριν από ενάμισι χρόνο -, ετοιμάζει παραστάσεις όμως, πρώτα στη Θεσσαλονίκη και μετά για δύο προγραμματισμένα διήμερα στην Αθήνα, στο Κύτταρο της οδού Ηπείρου! 
Κι επειδή πολλοί με ρωτάνε για την τοποθεσία της φωτογράφησης, ας διευκρινίσω πως δεν πρόκειται για το δάσος του...Αμαζονίου, αλλά για το πάρκο Χαλανδρίου, που είναι υπέροχο και αγνοούσα την ύπαρξη του. Εκτός από τον φωτογράφο Πάρι Ταβιτιάν, τον συνεργάτη μου από το LIFO team, εκεί ήταν και η Ντρούσκα, η 7χρονη σκυλίτσα του Αλκίνοου. Ακολούθησε κάπου αλλού γεύμα με ψητές σαρδέλες, μπρόκολο και πατζάρια! Τη συνέντευξη του τραγουδοποιού και ερμηνευτή μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ:
http://www.lifo.gr/articles/music_articles/93225

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

λευκωσία-loop-festival-1st-day-review

Ο Λευτέρης Μουμτζής συνομιλεί με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη χθες το βράδυ, πίσω απ' τη σκηνή, στα καμαρίνια του Θεάτρου Μελίνα Μερκούρη της Λευκωσίας, λίγο πριν την εμφάνιση του δημοφιλούς τραγουδοποιού. Ήταν μαγική η πρώτη βραδυά του Loop Festival και δεν αναφέρομαι τόσο στο καλλιτεχνικό μέρος, όσο στις αντιδράσεις του κοινού, που παρακολούθησε με τον δέοντα σεβασμό όλους τους καλλιτέχνες. Πραγματικό μάθημα αποτέλεσε για μένα η συγκεκριμένη συμπεριφορά των Κυπρίων απέναντι στους δημιουργούς που βρίσκονται επί σκηνής και καταθέτουν την ψυχή τους. Όχι σαν κάτι δικά μας βόδια που πας στον Ιανό ή αλλού κι όση ώρα γίνεται η συναυλία, αυτά μουγκανίζουν από κάτω, χασκογελάνε ή προσπαθούν να λύσουν τα υπαρξιακά τους προβλήματα. Σίγουρα το χθεσινό κοινό, κυρίως νεολαιίστικο, θα το χαιρόταν πολύ ο Μάνος Χατζιδάκις, όπως και κάθε μουσικός που σέβεται τον εαυτό του και τη δουλειά του.

Στη σκηνή ανέβηκε πρώτος ο ταλαντούχος Γιάννης Αναστασάκης Μαρίνος με το project Elektronik Meditation. Μας "έστειλε" νωρίς-νωρίς με τη μουσική του που ήταν ένα πλέγμα από πολλές άλλες μουσικές: Brian Eno, Hawkwind, Tangerine Dream, ambient κ.α. Στο τέλος, μάλιστα, έπαιξε και μία εξαιρετική διασκευή, φυσικά δίχως λόγια, στην Αγρύπνια του Θανάση Παπακωνσταντίνου, χρησιμοποιώντας την ίδια λούπα με τη φωνή του Άραβα από την πρωτότυπη ηχογράφηση του τραγουδιού!









Τον Γιάννη-Elektronik Meditation συνόδευσε στο ψυχεδελικό show του η visual artist Ντενίζ Αγγελάκη, ζωγραφίζοντας και προβάλλοντας επί τόπου σε video-wall τα σχέδια της! Μεθαύριο, Παρασκευή, συντονιστείτε τα μεσάνυχτα στο clipartradio! Λέω να σας γνωρίσω τη μουσική του Elektronik Meditation, μια και ο δημιουργός είχε την ευγενή καλωσύνη να μου χαρίσει ένα αδισκογράφητο ακόμη demo του!

Κατά τη διάρκεια του opening του φεστιβάλ, ήρθαν και με βρήκαν στα καμαρίνια οι Αραμπάς, δηλαδή ο Σωφρόνης Σωφρονίου και ο Γιώργος Ιωάννου. Ο Σωφρόνης επιμελείται το ηχητικό κολάζ και ο Γιώργος το οπτικό μέρος αυτού που παρουσιάζουν και που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν παιχνίδι με τους συνειρμούς και τη μνήμη. Έπαθα πλάκα με την περίπτωση τους και θα δούμε παρακάτω τι ακριβώς έκαναν χθες βράδυ!


Να και ο κιθαρίστας Μπάμπης Παπαδόπουλος, που μόλις είχε φτάσει από τη Θεσσαλονίκη στην Κύπρο κι ήρθε κατ' ευθείαν στο θέατρο για ν' ακούσει μουσική. Κι όταν λέω "ν' ακούσει" κυριολεκτώ, εφόσον όλη την ώρα την άραξε σε μία γωνιά παρακολουθώντας προσηλωμένος τα live των συναδέλφων του! Μόνο που έκοψε τα μαλλιά του κι αυτός κι η αλήθεια είναι πως τρομάξαμε να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον μέσα στο πλήθος!



Ως μέλη της ίδιας οικογένειας των μουσικών, εδώ ο Μπάμπης συνομιλεί με την τσελίστρια Σοφία Ευκλείδου.







Κι εδώ στήνεται στο φακό μου μαζί με τον Λευτέρη Μουμτζή και τον βιολιστή Φώτη Σιώτα. Αυτός ο Σιώτας, πάλι, δε μπορώ να μην πω ότι πέραν της τέχνης του είναι κι ένας από τους πιο θετικούς ανθρώπους που έχω συναντήσει. Απόλαυσα πραγματικά τη συζήτηση που είχαμε στα καμαρίνια.


Οι Αραμπάς ανέλαβαν ήδη δράση! Συγκεκριμένα, ο Γιώργος Ιωάννου συντονίζει - προφανώς - το ηχητικό με το οπτικό υλικό του project τους!







Το οποίο project έλαβε χώρα στη δεξιά άκρη της σκηνής. Στις όψεις ενός κύβου που υπήρχε προβάλλονταν κινηματογραφικά επίκαιρα και πλάνα από στιγμές του βωβού και του σύγχρονου κινηματογράφου,




ενώ παράλληλα ακούγαμε λουπαρισμένες συνθέσεις του Bach, του Beethoven, του Chopin, του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι και της Πλάτωνος.






Δεν ξέρω αν όντως επρόκειτο για ένα παιχνίδι με τις μνήμες, εγώ πάντως το εξέλαβα σαν ένα καλειδοσκόπιο της νεότερης σύγχρονης ιστορίας και σαν μια μηδενιστική ματιά πάνω στην αναπόφευκτη κατάρρευση των παγκόσμιων πολιτιστικών αξιών. Γι' αυτό και ανατρίχιασα σύγκορμος, δηλώνοντας φαν τους και πρόθυμος να βοηθήσω ώστε να παρουσιάσουν τη δουλειά τους και στην Ελλάδα! Το ιδεώδες θα ήταν οι Αραμπάς να ανοίξουν τις επερχόμενες συναυλίες της Λένας Πλάτωνος στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών κα μακάρι να γινόταν εφικτό κάτι τέτοιο!



Αμέσως μετά την παρέμβαση των Αραμπάς στο πρόγραμμα του φεστιβάλ, δεύτερος "επίσημος" καλλιτέχνης μετά τον Elektronik Meditation, ήταν ο Luup - κατά κόσμον Στέλιος Ρωμαλιάδης.





Με τη Σοφία Ευκλείδου στο τσέλο και τον Λευτέρη Μουμτζή στα αγγλόφωνα τραγούδια, στην κιθάρα και στο κοντραμπάσο, ο Luup αυτοπροσώπως έπαιξε φλάουτο και μας πήγε ένα τριπαριστό ταξίδι στη βρετανική επαρχία του Μεσαίωνα!



Ο Ρωμαλιάδης είναι ένας τζίνιους καλλιτέχνης, σχετικά άγνωστος στην Ελλάδα, αλλά με δύο δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει από γαλλική και αμερικανική εταιρεία αντίστοιχα, κερδίζοντας airplay σε πολλούς underground ραδιοφωνικούς σταθμούς του εξωτερικού. Υπ' όψιν ότι την Παρασκευή αυτή θα παίξω στο clipartradio και συνθέσεις του Luup, αφού ναι μεν ο ίδιος μου χάρισε το δεύτερο άλμπουμ του, εγώ όμως αισθάνθηκα την ανάγκη να το αγοράσω και σε συλλεκτικό βινύλιο!




Το όνομα του συγκροτήματος Van Der Graaf Generator δε λέει και πολλά πράγματα στον πολύ κόσμο, μου εξομολογήθηκε λίγο απογοητευμένος - και με το δίκιο του - ο Luup. Εμένα, πάλι, οι τρεις πρώτοι τους δίσκοι κοσμούν τη δισκοθήκη μου εδώ και πολλά χρόνια, δε θα φανταζόμουν όμως ότι ο Βρετανός κ. David Jackson που παίζει σαξόφωνο στα άλμπουμς του Luup είναι το ιδρυτικό μέλος του θρυλικού progressive-rock συγκροτήματος μαζί με τον Peter Hammill μια φορά κι ένα καιρό! Κοίτα να δεις τι γίνεται στον κόσμο!



Μόλις έφτασε από τη θεατρική πρόβα της και η κυρία Στέλα Φυρογένη για να συμπράξει με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη στην ανάγνωση των τριών τελευταίων κεφαλαίων της Φόνισσας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη!




Μην πεις πολλά πράγματα για μένα στον πρόλογο σου, μου ζήτησε ο πάντα σεμνός Αλκίνοος, τονίζοντας ότι κανονικά θα έπρεπε να μιλήσω με τις ώρες γι' αυτά πού'χει κάνει η Φυρογένη στο τραγούδι και στο θέατρο!




Δεν είχα δει τη σύμπραξη του Αλκίνοου με τη Μαρία Φαραντούρη στη Φόνισσα, πέρσι το καλοκαίρι, στο αρχαίο Θέατρο των Φιλίππων, αυτό που παρακολούθησα πάντως χθες με τη Φυρογένη, με εντυπωσίασε πάρα πολύ!
























Η Στέλα ζωντάνεψε κυριολεκτικά μπροστά μας με την ερμηνεία της τη Φραγκογιαννού, όση ώρα κεντούσαν, τόσο ο Παύλος Μιχαηλίδης και ο Φώτης Σιώτας με τα έγχορδα τους, όσο και ο Αλκίνοος με τις λούπες και τα φωνητικά του! Ένα αριστούργημα ήταν το κομμάτι αυτό της συμμετοχής του Αλκίνοου στο Loop Festival!








Στο δεύτερο σύντομο μέρος του προγράμματος του, ο Αλκίνοος τραγούδησε - πάντα με την τεχνική του looping - πέντε τραγούδια: δύο δικά του, από ένα της Λένας Πλάτωνος και του Ορφέα Περίδη και ένα κυπριακό παραδοσιακό.



Τελικά πανταχού παρούσα είναι η Λένα μεταξύ των νέων προοδευτικών μουσικών κι εδώ δεν αναφέρομαι στον Αλκίνοο που κοντεύει να συμπληρώσει 20ετία στο ελληνικό τραγούδι! Ο Αλκίνοος, πάντως, παρουσίασε χθες βράδυ το πιο ψυχεδελικό καρυωτακικό Βράδυ που έχω ακούσει, λουπάροντας όλα τα μέρη του τραγουδιού για ηλεκτρική κιθάρα και όχι μόνο!



Ο Αλκίνοος είναι ένας ορίτζιναλ σταρ, όχι με την έννοια της αμερικανιάς, την εμπορική και ισοπεδωτική, αλλά μ' αυτήν του αστεριού, ενός αστεριού αυτόφωτου και ολόφωτου που η λάμψη του διαχέεται παντού, ακόμη κι αν o ίδιος κάθεται κρυμμένος στην άκρη του stage!



Πίσω στα καμαρίνια ήταν απαραίτητη μία φωτογραφία με το συγκρότημα Stelafi σε απαρτία, δηλαδή με τον Λευτέρη Μουμτζή, τη Στέλα Φυρογένη και τον Ανδρέα Τραχωνίτη.



Και λίγο αργότερα, η Σοφία με τον Λευτέρη λικνίζονταν στους ρυθμούς ενός ψυχεδελίζοντος συγκοπτόμενου τσιφτετελιού, καθώς ο Αλκίνοος τραγουδούσε τους Τρεις καλογήρους Κρητικούς (και τρεις απ' τ' Άγιον Όρος)!



Η κυρία που βλέπετε στη photo με τον Αλκίνοο είναι η δασκάλα του από το...νηπιαγωγείο! Συγκινητικό, αν σκεφτεί κανείς πως όποτε δίνει συναυλίες ο τραγουδοποιός στη γενέτειρα του, εκείνη πάντα πηγαίνει για να τον καμαρώσει!



Και μία photo bosko - Αλκίνοου, αμέσως μετά το τέλος του προγράμματος του.








Είχα μιαν ανησυχία για το κλείσιμο της πρώτης βραδυάς του Loop Festival, αφού θεωρούσα κάπως δύσκολο να "μπει" το κοινό στον κόσμο των Soundspecies μετά τον Παπαδιαμάντη, τον Καρυωτάκη και την παράδοση του λουπαδόρου Αλκίνοου.



Εδώ ο Oliver, ο ένας εκ των Λονδρέζων αδερφών Keene, παίζει ηλεκτρική κιθάρα, γνωστοποιώντας μας πως η μουσική των Soundspecies δεν είναι αμιγώς ηλεκτρονική!











Τελικά το κοινό όχι μόνο εντάχθηκε στο ηχητικό σύμπαν των Soundspecies, αλλά είχαν φύγει όσοι είχαν έρθει αποκλειστικά για τον Αλκίνοο και τους άλλους συμμετέχοντες του φεστιβάλ, με αποτέλεσμα όλοι οι υπόλοιποι θεατές να ξεσαλώσουν με τη χορευτική μουσική των Άγγλων. Κάποια στιγμή μάλιστα ανέβηκαν κι έπαιξαν μαζί τους ο βιολιστής Παύλος Μιχαηλίδης και ο φλαουτίστας Luup-Στέλιος Ρωμαλιάδης!














Τα συγχαρητήρια μου για τη στάση σας να ακούτε πραγματικά μουσική, ένιωσα την ανάγκη να πω στο κυπριακό κοινό από μικροφώνου και το ίδιο έκανε αμέσως μετά και ο Μουμτζής!





Και φτάνουμε στη σημερινή μέρα, όπου πριν λίγες ώρες έσκασε μύτη και η τρομερή Αγγλίδα καλλιτέχνιδα Bunty, η οποία εμφανίζεται απόψε στο Loop Festival. Μουρλοκομείο και νομίζω θα κολλήσουμε άψογα οι δυο μας! Αλλά κάτι πρέπει να κάνω πια μ' αυτά τα μαλλιά μου που ξαναμακραίνουν και μοιάζω με μπάτσο από σήριαλ του Φώσκολου...Fuck, που θά'λεγε και η Bunty!



Η οποία Bunty είναι μοναδική, καταπληκτική performer, κάτι μεταξύ Bjork, Kate Bush και Joni Mitchell! Θα τη δω απόψε επί σκηνής και θα μεταφέρω τις εντυπώσεις μου, όπως και απ' όλη τη δεύτερη και τελευταία βραδυά του Loop Festival. Τώρα σας αφήνω, η Bunty κοιμάται μέσα, δεδομένου ότι πέταξε νύχτα από την Αγγλία για Κύπρο, ενώ έξω στήνεται τρελό μπάρμπεκιου με άπαντες τους συμμετέχοντες του φεστιβάλ! Τα ξαναλέμε αργότερα!