Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

Όταν η Αφροδίτη Μάνου τραγουδούσε με τον Μίκη Θεοδωράκη την ημέρα των γεγονότων του Πολυτεχνείου

 

Από τα τέλη του 1972 και σε ηλικία δεκαεννιάμισι ετών η Αφροδίτη Μάνου είχε βγει στο εξωτερικό ως ερμηνεύτρια του Μίκη Θεοδωράκη. Εκείνη, η Μαρία Φαραντούρη και ο Πέτρος Πανδής με μια επταμελή λαϊκή ορχήστρα, αποτελούμενη από Έλληνες μουσικούς, φυσικά υπό τη διεύθυνση του Θεοδωράκη. Μέσα σε ένα διάστημα δέκα μηνών είχαν δώσει συνολικά 156 συναυλίες, μια δραστηριότητα δηλαδή εξαντλητική για κάθε καλλιτέχνη «on the road». Μάλιστα, στο περιθώριο των συναυλιών, η Μάνου είχε την τύχη να παραστεί τον Σεπτέμβριο του 1973, στη Νέα Υόρκη, σε ιδιωτική προβολή της ταινίας «Serpico» του Sidney Lumet με τη μουσική του Μίκη, παρουσία του Al Pacino.

Δύο μήνες αργότερα, στα μέσα του Νοέμβρη, το συγκρότημα ταξίδεψε στο Τορόντο του Καναδά για ένα τριήμερο συναυλιών. Την παραμονή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα, εκεί δεν είχαν συναυλία. Η Μάνου θυμάται να κάθονται όλοι μαζί στο ξενοδοχείο, συνομιλώντας με Έλληνες επισκέπτες, φίλους και δημοσιογραφικούς παράγοντες. Υπήρχε μια ανησυχία διάχυτη για το τι γινόταν στην Αθήνα, που κορυφωνόταν με ειδήσεις για τους πρώτους νεκρούς. «Αγωνιούσα πολύ για την αδερφή μου» λέει η Μάνου, ενθυμούμενη την αείμνηστη Μαρία Δημητριάδη. «Είχε φτάσει στα αυτιά μου η φήμη ότι τη σκότωσαν»…Λεπτομέρεια: Ενώ η Δημητριάδη ήταν η πρώτη που είχε τραγουδήσει στο εξωτερικό με τον Μίκη Θεοδωράκη την περίοδο της χούντας, το ΄73 βρισκόταν στην Αθήνα και μαζί με τον Θάνο Μικρούτσικο τραγουδούσαν μες το Πολυτεχνείο καθημερινά για τους καταληψίες φοιτητές. Όταν κάποια στιγμή βγήκαν έξω με τα άλλα παιδιά, έφαγαν το ξύλο της χρονιάς τους με αποτέλεσμα να κρύβονται από δω κι από κει για κάμποσες εβδομάδες.

Την επόμενη, 17 του Νοέμβρη, θα δινόταν συναυλία στο Τορόντο, την οποία θα άνοιγε ο Πέτρος Πανδής και αμέσως μετά η Μάνου θα τραγουδούσε τον «Επιτάφιο» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Με το που ανοίγει το στόμα της και λέει «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες», η Μάνου αρχίζει να δέχεται τόνους κόκκινων γαρίφαλων από τον κόσμο, κυρίως φοιτητές της ελληνικής ομογένειας. Ήταν τέτοιο το…ωστικό κύμα από τα λουλούδια που την έσπρωξε κυριολεκτικά προς τα πίσω! «Επρόκειτο για κάτι το συγκλονιστικό και ανεπανάληπτο» την παρακολουθώ σήμερα να λέει με συγκίνηση. Στο μεταξύ τα νέα για την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο είχαν φτάσει. Οι πληροφορίες ήταν πια επιβεβαιωμένες μαζί με την είδηση ότι η Δημητριάδη δεν είχε πάθει τίποτα. Παρόλα αυτά, μόνο ένα τηλεφώνημα στη μάνα της στην Αθήνα κατάφερε να ηρεμήσει τη Μάνου σχετικά με την τύχη της αδερφής της. 

Την άλλη μέρα ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε την εξής προφητική δήλωση στους ξένους ανταποκριτές: «Στην Αθήνα χύθηκε αίμα και όταν χύνεται αίμα οι δικτάτορες γλιστράνε και σύντομα θα πέσουν»! Ένα κανονικό κίνημα συμπαράστασης προς τον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό άρχισε να διαμορφώνεται από την άλλη άκρη του κόσμου!

«Ήταν μια θυελλώδης επεισοδιακή χρονιά» λέει η Μάνου, «αφού είχαν συμβεί πολλά γεγονότα παγκοσμίως με αποκορύφωμα στη δική μας περίπτωση την ετοιμασία του πραξικοπήματος και της εισβολής στην Κύπρο τους αμέσως επόμενους μήνες». Κορυφαία στιγμή της ήταν για την ίδια όμως εκείνη η συναυλία στον Καναδά με όλη την τρομερή αγωνία, το λυτρωτικό τραγούδι του Θεοδωράκη και το ξέσπασμα του κόσμου. Έτσι έζησε την 17η Νοεμβρίου του 1973 η Αφροδίτη Μάνου και δεν πρόκειται να την ξεχάσει ποτέ στη ζωή της! 

* Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr (16.11.2018)

Η ιστορία των «Τραγουδιών του Αγώνα», του πιο επαναστατικού κύκλου τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη


Ο δίσκος «Τα τραγούδια του Αγώνα» είναι ο πλέον «επαναστατικός» του Μίκη Θεοδωράκη, περισσότερο ίσως κι από κάποια μεμονωμένα τραγούδια του, σαν το «Γελαστό παιδί» από τον κύκλο «Ένας Όμηρος» ή το «Σφαγείο» από τα «Τραγούδια του Ανδρέα». Κατά τη γνώμη μου, η ορμητικότητα και ο παλμός των «Τραγουδιών του Αγώνα» εξηγείται αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκαν: Ναι μεν τα μισά δημιουργήθηκαν στο Λονδίνο του 1971, σε συνθήκες ελευθερίας, τα άλλα μισά όμως – συμπεριλαμβανομένης της «Αρκαδίας IV»  γράφτηκαν κατά το διάστημα κατ’ οίκον περιορισμού και εγκλεισμού του συνθέτη στο Βραχάτι (1968), στη Ζάτουνα (1969) και στο στρατόπεδο Ωρωπού (1970).

Πολλά απ’ αυτά τα τραγούδια θεωρούνται ενδεχομένως παρωχημένα σήμερα, κατάλληλα μόνο για τους ετήσιους εορτασμούς του Πολυτεχνείου, κάθε 17 Νοέμβρη. Αναφέρομαι στο «Πάλης ξεκίνημα (Οι πρώτοι νεκροί)», στο «(Κι εσύ λαέ βασανισμένε) Μην ξεχνάς τον Ωρωπό» – ή και «Μην ξεχνάς τον φασισμό» στις συναυλιακές εκδοχές του τραγουδιού τουλάχιστον – και στο «Διότι δεν συνεμορφώθην». Και τα τρία ηχογραφήθηκαν με την ανεπανάληπτη ψυχωμένη ερμηνεία του Θεοδωράκη σε στίχους του Αλέκου Παναγούλη το πρώτο και του ίδιου του συνθέτη στα άλλα δύο. Υπάρχουν κι άλλα τρία «Τραγούδια του Αγώνα» που έγραψαν πραγματική ιστορία: «Ο λεβέντης (Σαν τον αϊτό φτερούγαγε στη στράτα)» σε στίχους του Νότη Περγιάλη με τη φωνή της 19χρονης τότε Μαρίας Δημητριάδη. «Η αυλή (Σφυρίζει στην ταράτσα η ζωστήρα)» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου με τις φωνές της Μαρίας Φαραντούρη και του Θεοδωράκη και, φυσικά, το «Ποιος τη ζωή μου» με τη Φαραντούρη. Ειδικά το «Ποιος τη ζωή μου» με τους στίχους του Ελευθερίου είναι το μοναδικό που κατάφερε να ξεπεράσει τον σκόπελο ενός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου και να αποκτήσει διαχρονικότητα, εφόσον ακούγεται μέχρι τις μέρες μας. Μάλιστα, το διασκεύασαν και οι αδερφοί Κατσιμίχα στο άλμπουμ τους, «Τρύπιες σημαίες», το 2000.

Εκτός του Θεοδωράκη, της Φαραντούρη και της Δημητριάδη, στα «Τραγούδια του Αγώνα» συμμετείχε κι ένας άλλος ερμηνευτής, φοιτητής ιατρικής εκείνη την εποχή στο Λονδίνο. Επρόκειτο για τον Λάκη Καραλή, που την ίδια χρονιά, με παρακίνηση του Θεοδωράκη και με την κιθάρα της συμφοιτήτριας του, Αλέκας Παπαρήγα, θα κυκλοφορούσε το θρυλικό «Supermarket» του, ένα άλμπουμ που καυτηρίαζε τη διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος.

Σε όλα τα κομμάτια που ηχογραφήθηκαν σε λονδρέζικα home studios πιάνο έπαιζε ο Θεοδωράκης, κιθάρα ο Καραλής και μπουζούκι ο Ανδρέας Μιχαλάκης, στενός συνεργάτης του συνθέτη τα χρόνια της αυτοεξορίας του στο εξωτερικό. Συμμετείχαν όμως και τρεις ξεχωριστοί ξένοι μουσικοί: Η Αγγλίδα Rose Simpson στο μπάσο και την κιθάρα που μόλις είχε αποχωρήσει από το ψυχεδελοφόλκ συγκρότημα των Incredible String Band (είχε εμφανιστεί και στο φεστιβάλ του Woodstock μαζί τους τον Αύγουστο του 1969).

Ο Andy Preston στην κιθάρα και τα keyboards, νεαρότατος τότε, που τα ίχνη του ξαναβρίσκουμε στις αρχές των 90s με τη συμμετοχή του σε βρετανικές rock μπάντες. Ο Carl Arnold, επίσης, που συνεργάστηκε πιο στενά με τον Έλληνα συνθέτη, εφόσον έπαιξε κιθάρα και στην πρώτη ηχογράφηση του κύκλου «Τα Λαϊκά» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου στο Παρίσι του 1970.

Άφησα για το τέλος τα τρία τραγούδια τις «Αρκαδίας IV» που αποτελούσαν μελοποιήσεις του Θεοδωράκη στα επαναστατικά ποιήματα «Ωδαί» του Ανδρέα Κάλβου, εξ ου και ολοκλήρωσαν την ενότητα των «Τραγουδιών του Αγώνα»: Τα «Ηφαίστεια», το «Εις Σάμον» και το «Αι ευχαί». Κι αν στην πρώτη επίσημη έκδοση του δίσκου τον Σεπτέμβριο του 1974 αναγραφόταν πως «με τα τραγούδια του Κάλβου ο Μ. Θεοδωράκης συνεχίζει το δρόμο που σταθερά άνοιξε η μεγάλη ελληνική ποίηση κτήμα όλων των Ελλήνων», έχω την αίσθηση πως σαν επιλογή και μόνο φανέρωναν από τότε το όραμα του συνθέτη για μια Πατριωτική Αριστερά (την απόλυτη διαστρέβλωση αυτού του, καθ’ όλα σεβαστού, οράματος θα τη βλέπαμε πολλές δεκαετίες μετά, στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, αλλά δεν είναι επί της παρούσης ένας περαιτέρω σχολιασμός). Το θέμα είναι πως η Μαρία Φαραντούρη στο τραγούδι «Εις Σάμον (Όσοι το χάλκαιον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται)» κατέθεσε μία συγκλονιστική ερμηνεία για όλα τα επόμενα χρόνια, που την έχρισε διεθνή ερμηνεύτρια τραγουδιών διαμαρτυρίας, εφάμιλλη της σύγχρονης της, Αμερικανίδας Joan Baez, ή της Mersedes Sosa από την Αργεντινή.

Τα «Τραγούδια του Αγώνα» έγιναν για όλους τους Έλληνες αντιστασιακούς και αυτοεξόριστους στο Λονδίνο την περίοδο της επταετίας, σήμα κατατεθέν της θυσίας των αγωνιστών συμπατριωτών τους. Κυκλοφόρησαν κυριολεκτικά από σπίτι σε σπίτι που ζούσαν Έλληνες αντιστασιακοί (Γιώργος Γραμματικάκης, Στέφανος Ληναίος, Αντώνης Μπριλλάκης κ.α.) Η έκδοση τους, απαγορευμένη φυσικά στην Ελλάδα, έγινε ταυτόχρονα σε Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία. Εδώ κυκλοφόρησαν τον Σεπτέμβριο του 1974 από τη MINOS με διαφορετικό φυσικά εξώφυλλο, αυτό με την περίφημη μακέτα της Ξανθίππης Μίχα – Μπανιά.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως αμέσως μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του ’73, στη Γαλλία τυπώθηκε μία παράνομη εκδοχή του έργου με τον πιασάρικο τίτλο «November 1973 The Greek Rebellion» και με την ακόμα πιο πιασάρικη αναγραφή στο εξώφυλλο, στα αγγλικά: «These are the voices of students who were murdered (Αυτές είναι οι φωνές των φοιτητών που δολοφονήθηκαν)» κλπ.

Τον Μάιο του 2017, σε συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Μίκης Θεοδωράκης, τον είχα ρωτήσει γι’ αυτόν το δίσκο. Η απάντηση του ήταν η εξής: «Ξέρετε πόσα έργα μου έχουν επανεκδοθεί στο εξωτερικό χωρίς να το γνωρίζω εγώ και οι εκάστοτε εκδότες μου; Τα ”Τραγούδια του Αγώνα” ήταν ήδη γνωστά στο εξωτερικό, άρα κάποιοι επιτήδειοι σκέφτηκαν να τα τυπώσουν με άλλο εξώφυλλο και τίτλο, εκμεταλλευόμενοι τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Πάλι καλά αφού άφησαν και τα ονόματα των δημιουργών. Ας είναι, τότε προείχε ο αγώνας και ελάχιστα μας ενδιέφεραν τα εκδοτικά μας δικαιώματα».

Για την ιστορία να πούμε, τέλος, ότι ο εν λόγω δίσκος του Μίκη Θεοδωράκη δεν είχε σταματήσει να επανεκδίδεται σε βινύλιο και σε CD μέχρι πρόσφατα με διαφορετικά πάλι εξώφυλλα: Από την Polydor το 1996 και από την FM Records το 2005 στο πλαίσιο συγκεντρωτικών επανεκδόσεων της θεοδωρακικής εργογραφίας.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Σταμάτης Κόκοτας: «Η συνέντευξη είναι σαν το χαβιάρι. Τρως από λίγο, αλλά καλό»

 

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που τη δεκαετία του 1980, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ακουγόταν πολύ ο Σταμάτης Κόκοτας. Για την ακρίβεια, θέλοντας και μη, είχα μάθει απ’ έξω όλο το ρεπερτόριο του πρώτου του άλμπουμ: «Όνειρο απατηλό», «Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα», «Στου Όθωνα τα χρόνια», ομολογουμένως μεγάλα τραγούδια που σφράγισε με την ερμηνεία του αυτός ο άψογος τραγουδιστής με τις μακριές φαβορίτες.

Λίγο μετά, όταν «κόλλησα» άσχημα με το rock, μου φαινόταν αδιανόητο πως γίνεται ένας Έλληνας τραγουδιστής, που μου θύμιζε τους…Mungo Jerry, να ξοδεύεται σε λαϊκά τραγούδια, ακόμη κι αν αυτά έγιναν τεράστιες επιτυχίες. Τόσα ήξερα, τόσα έλεγα! Κι όταν πάλι αργότερα έμαθα για τη γαλλική του περίοδο, συνειδητοποίησα πως πρέπει να είναι ο μοναδικός τραγουδιστής που έφερε κάποτε έναν αέρα Δύσης στο εγχώριο λαϊκό τραγούδι. Υπό αυτή την έννοια, μπορεί ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης να τον χαρακτήρισε «Έλληνα Frank Sinatra», για μένα όμως ήταν και θα είναι ο «Έλληνας Michel Polnareff». Ο ίδιος δεν θα’χει πρόβλημα, φαντάζομαι, δεν μου δήλωσε δηλαδή αρνητικός απέναντι στις ταμπέλες και τους χαρακτηρισμούς.

Η συνάντηση μας με τον Κόκοτα κλείστηκε για το «Βυζαντινό», το καφέ του «Χίλτον», στο κέντρο της Αθήνας. Οι σερβιτόροι «σκίστηκαν» να μας εξυπηρετήσουν, κερνώντας καφέδες και γλυκά. Θα είχαν πληροφορηθεί, φαίνεται, πως ο δημοφιλής ερμηνευτής υπήρξε στενός φίλος του ανθρώπου που έφτιαξε το πιο γνωστό ξενοδοχείο στην πρωτεύουσα και ότι εκεί συνήθιζε επί σειρά ετών να πραγματοποιεί τις ιδιωτικές του κοσμικές εκδηλώσεις.

Αν και ευδιάθετος ο Κόκοτας, προσηνής και ευγενής στα όρια του ιπποτισμού, δεν είχε μεγάλη διάθεση για κουβέντα. Αδίκως προσπάθησα να τον παρασύρω σε μία μεγάλη ανοιχτή συζήτηση περί τέχνης και τραγουδιού. Πήρα, ωστόσο, μερικές πληροφορίες για την προσωπική του ιστορία στο τραγούδι και για την προσωπικότητα του – όλα κατατίθενται στη συνέντευξη που ακολουθεί ευθύς αμέσως. Ίσως διότι – όπως πολύ εύστοχα και εύστροφα – σχολίασε και ο ίδιος, «μία συνέντευξη είναι σαν το χαβιάρι. Τρως από λίγο, αλλά καλό».

Κύριε Κόκοτα, θα είναι μία πενταετία περίπου που ήμουν μέσα σ’ ένα λεωφορείο κι από πίσω ερχόσασταν εσείς καβάλα στο βεσπάκι σας. Οι επιβάτες κόλλησαν στα τζάμια για να δουν ένα είδωλο του τραγουδιού κι εσείς τους ανταμοίψατε με ένα χαμόγελο και ένα νεύμα. Μια και μιλάμε όμως για το 2015, σκεφτόμουν πως γίνεται μια τέτοια δημοφιλία να διατηρείται αναλλοίωτη επί σειρά δεκαετιών.

Εγώ τα κάνω όλα και δεν κρύβομαι, συμπάσχω με τον κόσμο. Δεν λείπω από πουθενά, οπότε είμαι και κοντά στο λαό. Θα με δείτε δηλαδή συχνά να πηγαίνω στη λαϊκή, στα μαγαζιά, να δέχομαι την αγάπη των ανθρώπων.

Ο Μάο Τσε Τουνγκ έλεγε πως ο επαναστάτης πρέπει να κινείται μεσ’ στο λαό όπως το ψάρι στο νερό. Δεν πιστεύω να είστε μαοϊκός εσείς.

(γελάει) Εγώ είμαι κάπως καλύτερα, μπορώ να πω. Με φιλάνε και φιλάω κιόλας. Εναγκαλίζομαι με την κυρία, με τον κύριο, εκεί φτάνουν οι εκδηλωτικές συμπεριφορές.

Είναι κάτι που είχατε από το ξεκίνημα σας; Τη σωματική επαφή, εννοώ.

Από την αρχή τα ίδια πράγματα γίνονταν. Από την εποχή που με παρουσίασε ο μεγάλος Ξαρχάκος στο θέατρο και είπα ορισμένα τραγούδια, έγινα όχι ακριβώς ο άνθρωπος του κόσμου, αλλά εκείνο που περίμεναν!

Ακούγεται σαν όνειρο αυτό για ένα παιδί γεννημένο σε μια λαϊκή αθηναϊκή συνοικία.

Φυσικά. Γεννήθηκα στην Αθήνα, Ζωγράφου, στο περίφημο μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδου». 23 Μαρτίου! Οικογένεια πολύτεκνη. Έξι αδέρφια.

Είναι εν ζωή σήμερα;

Όχι…Εγώ και μια αδερφή μου έχουμε μείνει μόνο. Πόσο είχαν χαρεί τα αδέρφια μου με την επιτυχία μου! Αλίμονο! Ήμασταν αγαπημένη οικογένεια, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να παραμένει ίδια…Έρχεται η ώρα που οι οικογένειες διαλύονται.

Ναι, μεγαλώνουν οι άνθρωποι και «φεύγουν». 

Έχασα και πολύ νωρίς τον πατέρα μου, αλλά άσ’τα, μη λέμε τέτοια, μας πιάνει η ψυχή μας. Να πούμε άλλα πράγματα που έχουμε, καλά.

Δεν είναι κακό να μας πιάνει κι η ψυχή μας ενίοτε.

Δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα τώρα πια…Η υπόθεση είναι ότι επί τόσες δεκαετίες είμαι δαχτυλοδεικτούμενος και όπου κι αν πάω, όπου κι αν σταθώ, δεν μπορώ να κρυφτώ.

Αυτό ειν’ αλήθεια.

Δεν λέω ψέματα ποτέ μου.

Κι αυτό που οφείλεται, πιστεύετε; Να μην έχει να κάνει και λίγο με την εξωτερική σας εμφάνιση;

Όχι, ο κόσμος δεν εκτιμάει μόνο τι φοράς ή πως μοιάζεις. Εκείνο που μετράει είναι το τι τους είπες και τι τους κάνεις και σε ποια βαθμίδα έφτασες. Κι εγώ, όπως ξέρετε, έχω ξεπεράσει τον κόσμο όλο.

Δηλαδή;

Να σας πω! Δεν είναι μόνο η αγάπη, είναι και η στοργή που δείχνει ο κόσμος απέναντι μου. Όταν γνωριστώ από κοντά με κάποιον, αν είναι δυνατόν θα μου δωρίσει τον ουρανό ολόκληρο. Τα λόγια που ακούω και το φέρσιμο που εισπράττω είναι κάτι το απίστευτο.

Έτσι ως δώρο θα εισπράξατε και τη γνωριμία σας με τον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο.

Αλίμονο! Ο Ξαρχάκος είναι πολύ καλό παιδί, είναι κύριος και κάναμε πολλά τραγούδια μαζί. Απ’ τα πάντα έμεινε πολύ ευχαριστημένος με μένα κι έτσι έμεινε η φιλία αιώνια.

Πείτε μου, πως ακριβώς συναντηθήκατε με τον Ξαρχάκο;

Στο Παρίσι. Κι εγώ ήμουν στο Παρίσι, κι αυτός ήταν στο Παρίσι…

Εσείς τι δουλειά είχατε εκεί;

Δούλευα ως τραγουδιστής σε κάποιο μαγαζί. Εκεί φωνογράφησα και «Τα δάκρυα μου είναι καυτά».

Που το’χε πει η Ζωή Φυτούση.

Ακριβώς. Η Ζωή Φυτούση τό’πε σε α’ εκτέλεση, ενώ εγώ το έκανα επανεκτέλεση και σε γαλλική βερσιόν.

Νομίζω πως έχει μεγάλο ενδιαφέρον η γαλλική σας περίοδος.

Δεν έχει μόνο ενδιαφέρον, αφού όταν έγινε σουξέ το τραγούδι αυτό στη Γαλλία, δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω στο δρόμο.

Σαν να ήσασταν οι Beatles, μου λέτε.

Σαν να ήμουν στην Αθήνα! Τι να σας λέω, παρέα με Σαρλ Αζναβούρ, Τζόνι Χαλιντέι, Τζιάνι Μοράντι…

Και με Μπριζίτ Μπαρντό, έτσι;

(γελάει) Εντάξει, ανδρικά θέματα ειν’ αυτά…Τι να κάνω, να σου κρυφτώ; Και με έκανε πρωτοσέλιδο η France-Soir! Δίπλα στο «France» η μουτσούνα μου!

Τα κρατήσατε αυτά τα αποκόμματα;

Τίποτα δεν έχω κρατήσει…Ήμουν πάντα ένας ελεύθερος άνθρωπος και δεν κρατούσα ντοσιέ που είχε μέσα τι κάνω και που πάω.

Ελεύθερος απ’ την ύλη;

Ναι, ελεύθερος από κανέναν και τίποτα!

Θα επιμείνω: Πως πήρατε την απόφαση, όντας νέο παιδί, να πάτε στη Γαλλία;

Δεν πήγα έτσι να τραγουδήσω, στο άσχετο. Είχα συμβόλαιο.

Με γαλλική εταιρεία;

Όχι με γαλλική εταιρεία. Με γαλλικό καλλιτεχνικό πρακτορείο. Ξέρετε τι είναι με το που φτάνεις στο Παρίσι, νέο παιδί όπως είπατε, να συναντάς την Εντίθ Πιάφ;

Είχατε συναίσθηση του μεγέθους της;

Τι συναίσθηση νά’χει και τι να πρωτοκάνει ένα νέο παιδί, ομορφόπαιδο, με σαράντα φιλενάδες δίπλα; Όπου έγερνα, γυναίκα έβλεπα!

Κατάλαβα.

Η έπαρσις είναι μεγάλη, αλλά όσο νά’ναι εγώ ήμουν πάντα σοβαρός άνθρωπος. Το ίδιο επιθυμούσα και για τις γνωριμίες μου. Οι μεγάλοι Γάλλοι που συναναστράφηκα, μίλησα και έκανα παρέα, δεν ήταν τόσο επιφυλακτικοί όσο εγώ απέναντι τους. Το σινεμά, για παράδειγμα, δεν το κυνήγησα ποτέ μου.

Είμαι σίγουρος πως θα είχατε προτάσεις για σινεμά.

Θα μπορούσα να’χα κάνει μεγάλα πράγματα.

Με τον Γιάννη Σπανό είχατε βρεθεί στο Παρίσι;

Όχι, εγώ ήμουν – πως να σας το πω – περπατημένος καλλιτέχνης. Όταν κάνεις παρέα με Αζναβούρ, Μπεκό, Πετούλα Κλαρκ, με, με, με, δεν είναι απαραίτητο πως θα βρισκόσουν με τον Σπανό, ο οποίος είναι ένας πολύ μεγάλος συνθέτης. Γνωριστήκαμε αργότερα εδώ, στην Ελλάδα, στη γειτονιά μας και πήγαμε στο στούντιο κι είπαμε τα τραγούδια μας. Μεγαλούργησε και μεγαλουργεί ακόμα, παρόλο που έφυγε νωρίς από τη ζωή. Τι να κάνουμε…

Ο Σταμάτης Κόκοτας με τον Σταύρο Ξαρχάκο

Να πάμε πάλι στη γνωριμία με τον Ξαρχάκο.

Με τον Ξαρχάκο είμαστε φίλοι καλοί και κάναμε παρέα. Βγαίναμε έξω, παίζαμε, ραντεβού από δω κι από κει. Όχι ακριβώς παιδικοί φίλοι, αλλά γνωριστήκαμε στην εφηβεία, πάνω εκεί που μπορούσε ο καθένας μας να διαλέξει κάτι για τον εαυτό του.

Ο Ξαρχάκος, πάλι, προέρχεται από ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον εν αντιθέσει με σας που έχετε λαϊκές καταβολές.

Βέβαια, έτσι είναι. Εγώ ήμουν πάντα λαϊκός και παραμένω λαϊκός. Αυτό το χαρακτηριστικό μου είναι που παραμένει αναλλοίωτο! Ο Ξαρχάκος μου πρωτοπαρουσίασε τα τραγούδια του: «Σ’ αρέσει αυτό, σ’ αρέσει τ’ άλλο;» και τα είπα όλα! Όταν κάποτε άκουσε τη φωνή μου ο Νίκος Γκάτσος, με είπε «Σταματάκη μου» κι έκτοτε έτσι μ’ αποκαλούσε. Μ’ αγαπούσε πολύ εμένα ο Γκάτσος, αλλά όταν λέμε πολύ, εννοούμε πολύ! Εκείνο που μπορώ να μοιραστώ μαζί σας είναι κάτι που μου’χε πει: «Εσύ θα μεγαλουργήσεις έξω απ’ την Ελλάδα. Όλος ο κόσμος θα μιλάει για σένα» – άκου βαριά κουβέντα που μου’ πε!

Όντως, στα ξεκινήματα σας ειδικά.

Μα ήμουν μικρό παιδί και δεν είχα πει ακόμη τίποτα μεγάλο. Όταν με δοκίμασε στο «Ένα μεσημέρι στης Ακρόπολης τα μέρη», αυτό ήταν, τελείωσε! Όταν είπα το μεγάλο τραγούδι «Στην Κρήτη και στη Μάνη», ένα πανδύσκολο κομμάτι για κάθε τραγουδιστή, ο Γκάτσος μου έδωσε τα συγχαρητήρια του!

Τον συναντούσατε τακτικά τον Γκάτσο;

Κάθε δυο – τρεις μέρες στου «Ζόναρς», πίναμε μαζί καφέ. Πετύχαινα και τον Χατζιδάκι, με τον οποίο βέβαια δεν ήμασταν τόσο κοντά όσο με τον Γκάτσο. Και με τον τεράστιο συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι, όμως, σιγά – σιγά γίναμε φίλοι και ανταλλάζαμε πολλές κουβέντες.

Απλά δεν σας προέκυψε συνεργασία.

Τον τραγούδησα πολύ πάντως. Είπα το «Καραβάκι μου ξεκίνα, πάμε πάλι στην Αθήνα» (σ.σ. αναφέρεται στο «Φιλντισένιο καραβάκι» σε στίχους Νίκου Γκάτσου, που στη δισκογραφία πέρασε με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση) και πολλά ακόμη τραγούδια του. Εγώ δεν είμαι απ’ τους ανθρώπους που μένω σε ένα μόνο τραγούδι και σε έναν συνθέτη, είμαι σαν τα πουλιά που πετάνε απ’ τό’να δέντρο στο άλλο. Αποφάσισα να πω τα τραγούδια του κυρίου, της κυρίας, όποιου νά’ναι, αρκεί να χρήζουν αξιοπρεπείας! Αυτό έκανα όλα μου τα χρόνια κι έφτασα στα πολλά σουξέ. Αυτός είμαι, αυτός ήμουν κι αυτός θα είμαι, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Πείτε μου κάτι, με τη Φλέρυ Νταντωνάκη είχατε τραγουδήσει μαζί, πάντα υπό τη διεύθυνση του Ξαρχάκου; Η φλαουτίστα Στέλλα Γαδέδη και ο μπουζουξής Δημήτρης Χιονάς σας θυμούνται να φοράτε ένα στενό φιδίσιο παντελόνι στη συναυλία αυτή.

Φιδίσιο παντελόνι; Αποκλείεται! Εγώ βλέπω φίδια καμιά φορά στην τηλεόραση και γυρνάω κανάλι, κοιτάω αλλού (γέλια). Είχαμε τραγουδήσει με τη Φλέρυ πριν τη συνεργασία της με τον Χατζιδάκι, είναι αλήθεια, και μάλιστα με πιο ηλεκτρική ορχήστρα Ο Ξαρχάκος την είχε φέρει από την Αμερική, ήμασταν και συνομήλικοι με την κοπέλα. Που και πότε ακριβώς, όμως, δεν το θυμάμαι. Όταν έχεις δώσει τόσες συναυλίες, τι να πρωτοθυμηθείς…

Απ’ όλα σας τα τραγούδια, κύριε Κόκοτα, θεωρώ αριστούργημα το «Όνειρο απατηλό» του Καλδάρα και της Παπαγιαννοπούλου. Τι μεγάλο τραγούδι!

Είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερα σουξέ που έγιναν ποτέ στην Ελλάδα, η δε γυναίκα που τό’γραψε ήταν τεράστια, μα τεράστια όμως! Μια γριούλα, της οποίας το στόμα έσταζε μέλι.

Τη θυμόσαστε καλά την Παπαγιαννοπούλου, βλέπω.

Τη «μπάλωνα» και πότε – πότε (σ.σ. εννοεί ότι τη χαρτζιλίκωνε). Πίναμε τα καφεδάκια μας, μ’ αγαπούσε πάρα πολύ κι αυτή…Και στο θάνατο της, πάλι κοντά της ήμουν…Πολύ κοντά της…

Νιώθετε ευτυχής με το τραγούδι που υπηρετήσατε;

Είμαι ευτυχισμένος απ’ τα ωραία τραγούδια που έχω πει, αλλά πιο πολύ ευχαριστημένοι πρέπει να’ναι οι κύριοι που τα έγραψαν και έβαλαν τις μουσικές. Είναι βασικά τα τραγούδια τους, τα οποία τραγουδώ εγώ. Έγιναν μεγάλες επιτυχίες, έμεινα με όλους φίλους, άρα τι άλλο να ήθελα;

Τα’χετε πει αμέτρητες φορές, η φιλία σας με τον Αριστοτέλη Ωνάση είναι επίσης πολύ γνωστή.

Άσ’το, να χαρείς…Δεν είναι ότι δεν θέλω να μιλήσω, αλλά πικραίνεσαι άμα μιλάς συνέχεια γι’ ανθρώπους που δεν υπάρχουν.

Γιατί ν’ αφήσουμε όμως τις μνήμες έξω από μία συζήτηση;

Ακούστε να σας πω, και με τον Αρίστο, και με τη Μαρία (σ.σ. εννοεί τη Μαρία Κάλλας), και με τη Τζάκι Κένεντι, ήμασταν οι καλύτεροι φίλοι, αλλά από μακριά πάντα. Με τον Αρίστο γυρίσαμε όλο τον κόσμο μαζί, πήγαμε σε πολλά μέρη και, τέλος πάντων, τού’κανα τα χατίρια. Έτσι πέρασε η ζωή κοντά του.

Εγώ, όμως, δεν συναντώ κάθε μέρα άνθρωπο που έχει κάνει παρέα με τη Μαρία Κάλλας.

Της Μαρίας της έκανα δώρο έξι δικά μου long play άλμπουμ, γιατί μ’ αγαπούσε πολύ κι αυτή. Είναι η αλήθεια. Ήτανε μια κοπέλα που από σεβασμό δεν μπορούσες να μείνεις για ώρα να συζητάς μαζί της.

Μαρία Κάλλας - Αριστοτέλης Ωνάσης

Τι εννοείτε;

Όταν μιλούσε η Μαρία, ανέβαινε με τη φωνή της πέντε οκτάβες απάνω! Αισθανόσουν μειονεκτικά άμα ήσουν τραγουδιστής και καθόσουν δίπλα της. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός της εκτίμησης που μου είχε. Στον Οίκο Σόθμπις δημοπρατήθηκαν και τα έξι δικά μου βινύλια μαζί με άλλα προσωπικά της αντικείμενα! Ανήκα, εν ολίγοις, στην προσωπική της συλλογή κι εγώ. Καλή κοπέλα ήταν και αγαπούσε παράφορα τον Αρίστο!

Μιλάμε για πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στο διεθνές τζετ σετ ενόσω στην Ελλάδα υπήρχε η χούντα των συνταγματαρχών.

Εγώ το ζούσα αυτό που λέτε, όπως όλοι. Μπορούσες να πεις ή να κάνεις τίποτα; Εμένα δεν μ’ ενδιαφέρουν αυτά και ήμουν αμέτοχος…Θα μου πεις, πως γίνεται να’σαι αμέτοχος, αλλά εγώ θα απαντήσω, πως αλλιώς, αφού δεν μπορούσα να προσφέρω κάτι…

Να προσφέρατε στον αντιδικτατορικό αγώνα, ας πούμε;

Είμαι μακριά απ’ τον αγώνα, πάρα πολύ μακριά. Όχι πως δεν με ενδιέφερε, στενοχωριόμουν μεν, αλλά όπως σας είπα ήδη, δεν μπορούσα να προσφέρω και κάτι. Δεν είμαι άνθρωπος της φασαρίας ή του να θίξω κάποιον. Και κάτι στραβό να μου πουν, «εντάξει» θα απαντήσω.

Είστε δηλαδή χαμηλών τόνων.

Πολύ χαμηλών, μπορώ να πω, χωρίς βέβαια να υπολογίζω και τις κακουχίες που θα βρεθούν στο δρόμο μου.

Ίσως γι’ αυτό είστε σήμερα στη θέση να μου τα διηγείστε ωραία.

Ε, βέβαια. Έτσι σας περιγράφω τον Σταμάτη, ποιος ήταν και τι έκανε, μόνο που αναφορικά με το τραγούδι, δεν μπορεί να με παλέψει κανένας. Αλλού, όπου θέλει, μπορεί να με παλέψει!

Που αλλού δηλαδή; Πείτε μου τα αδύνατα σημεία σας.

Να μιλάμε εμείς σήμερα για κάποιον άλλο. Αυτό παλεύεται, γιατί εγώ βρίσκομαι μακριά του. Εσείς, πάλι, μπορεί να είστε πιο κοντά του, γιατί ο δημοσιογράφος δημεύει, δεν αφήνει τίποτα! Εσείς θα τρέξετε εκεί που θα’ναι ο γάμος, θα γίνει το καλό, πρέπει να είστε εκεί.

Να, το καλό είναι εδώ σήμερα, μπροστά μου, ο Σταμάτης Κόκοτας που μου μιλάει.

(γελάει) Καλά κάνατε και γνωριστήκαμε κι είμαι στη διάθεση σας όποτε το ξαναθελήσετε.

Φοβάμαι ότι θα σας δυσαρεστήσω λίγο τώρα, αλλά θέλω να ρωτήσω για την ακύρωση εκείνης της συναυλίας σας, πρόσφατα, στο Ηρώδειο.

Με ρωτάτε αν κοιμήθηκα δεκαπέντε μέρες; Στενοχώρια που πήρα…

Το φαντάστηκα και για να είμαι ειλικρινής, σας σκεφτόμουν δίχως να σας γνωρίζω προσωπικά.

Έκλαιγα…Σου λέω τώρα ένα μυστικό μου…Όλο το σπίτι μού’φταιγε! Άσ’τα, άσ’τα…Ξέρετε, για ν’ ασχοληθεί κάποιος, πρέπει να’ναι ατζέντης. «Μα, εγώ ξέρω τη δουλειά», τέτοια φάση. Ξέρεις, φίλε, μπράβο, αλλά πρέπει να’σαι και πολύ δυνατός, όχι με το παραμικρό να λυγίζεις! Εγώ δεν τό’ξερα ότι ακύρωσε τη συναυλία, με καταλαβαίνετε;

Ναι, το μάθατε από τις εφημερίδες.

Απίστευτο. Τέλος πάντων, στην ηλικία που έφτασα, η ζωή μου’δωσε ένα ακόμη μάθημα: Εάν κάποιος θέλει να σε ταπεινώσει, δεν είναι ανάγκη να το κάνει μπροστά σου, το κάνει από πίσω σου, την ώρα που’χεις φύγει. Αυτό το πράγμα έπαθα κι εγώ! Δεν περίμενα ποτέ να μη βγω να τραγουδήσω στη γειτονιά μου, εκεί που έχω μεγαλουργήσει. Σαν να πέρασα απ’ έξω και να έφυγα…Δεν φταίω εγώ…

Όχι, δεν φταίτε εσείς.

Δεν πειράζει, επειδή είμαι ευκολόπιστος και αγαπάω τον κόσμο, το έφαγα κι αυτό. Πέρασε…Πήρα ένα μάθημα ακόμα.

Αναρωτιέμαι πως την παλεύατε τόσα χρόνια μέσα σ’ ένα ξακάθαρα ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Εγώ με όλους τους καταστηματάρχες ήμουν σαν γιος με πατέρα. «Γιατί, Σταμάτη;» θα με ρωτήσεις! Διότι, δεν είπα και δεν μου είπε ποτέ κανείς «Στάσου πιο πέρα». Όπου δούλεψα, εκεί έμενα και δεν είχα προβλήματα. Αυτά τα απόκτησα όταν έκανα τεράστιες δουλειές, να όπως τώρα, που η ακύρωση σ’ ένα θέατρο σαν το Ηρώδειο, δεν είναι μικρή δουλειά…

Μην το σκέφτεστε άλλο.

Όχι, ποτέ! Δεκαπέντε μέρες δεν κοιμήθηκα, ήπια 400 τσάγια απ’ τη στενοχώρια μου! Νύχτες ολόκληρες, ξύπναγα στις 2.30, στις 3.30, στις 4.30, μιλάμε για στενοχώρια που τελικά δεν άξιζε…

Απ’ την άλλη, πήρατε τη μεγάλη χαρά να κάνετε το 2013 το comeback σας στο Ηρώδειο στο πλευρό του Σταύρου Ξαρχάκου.

Είναι τόσο καλό που μου το θυμίζετε τώρα! Χάλασε ο κόσμος! Ξαρχάκος ειν’ όμως αυτός, μιλάμε για πολύ μεγάλο μέγεθος!

Έχετε επαφές σήμερα, μιλάτε;

Βέβαια. Πότε – πότε τηλεφωνιόμαστε. Να μην το κρύβουμε, χρωστώ τα πάντα σ’ αυτό τον άνθρωπο.

Πάντα το λέτε αυτό.

Δεν μπορώ να μην το λέω. Τι, ουρανοκατέβατος εμφανίστηκα; Και πως τα είπα τα τραγούδια του κυρίου; Μπορώ να μην αναφέρομαι στα τραγούδια του Καλδάρα, του άλλου σπουδαίου; Μεγάλος συνθέτης και πολύ καλός άνθρωπος! Κι αυτός κι η σύζυγος του, που μού’κανε τα σιγόντα. Μου έλεγε «Μέχρι εδώ καλά πήγαμε». Μου έφερνε μετά το τσάι, «Κάτσε να σου τηγανίσει και κάτι» πεταγόταν ο Απόστολος.

Δεν είχατε όμως την αγάπη μόνο του Καλδάρα και του Ξαρχάκου. Ήταν και ο Μούτσης, ο Ζαμπέτας, ο Μητσάκης, ο Τσιτσάνης.

Δεν ξεχνώ κανέναν! Όλους τους ευγνωμονώ! Αν πάτε τώρα στο σπίτι του Τσιτσάνη και μπείτε στο δωμάτιο που κοιμόταν, θα δείτε πάνω από το κομοδίνο μια φωτογραφία 60 πόντους με τους δυο μας! Αν πάτε στο μουσείο, στο χωριό του στα Τρίκαλα, πάλι φωτογραφία με τους δυο μας θα δείτε. Τώρα τελευταία που συνεργαστήκαμε με τον Μίκη, ο Βασίλης θα ήταν πολύ χαρούμενος. Δυστυχώς, όμως, πέθανε στο Λονδίνο και τα τραγούδια του έμελλε να μου τα δώσει η κόρη του. Ο δε Ζαμπέτας, ότι ώρα και νά’ταν, θα μ’ έπαιρνε τηλέφωνο. «Κοκό» μου έλεγε, «τρέξε γρήγορα, έχω έτοιμο ένα καινούργιο τραγούδι». Στα τελευταία του, όμως, του χάλασα την καρδιά, γιατί ήθελε να πω τα «Χίλια περιστέρια», αλλά τη μελωδία την είχε σ’ ένα άλλο δικό μου τραγούδι. Του είπα: «Τι να λέω τώρα, το ίδιο πράγμα;» και πολύ τσαντίστηκε! Με παίρνει ο Μιχάλης, ο γιος του: «Τι του’κανες, ρε Σταμάτη, και κλαίει όλη μέρα;» Απάντησα…«Τι να έλεγα, ρε συ; Αφού το’χω πει αυτό το τραγούδι και δεν το θυμάται. Θύμισε του το εσύ»! Καλός άνθρωπος και μεγάλος παίκτης! Ο μεγαλύτερος! Ο Ζαμπέτας δεν αντιγράφεται 100%. Ποτέ! Μέχρι ένα 75% το πολύ.

Όταν καθιερώσατε το look με τις φαβορίτες, είχατε πρότυπο κάποιον ξένο καλλιτέχνη;

(σ.σ. κάνει αρνητικό νεύμα με το χέρι) Πόσα μου έδιναν οι Αμερικάνοι για να κόψω τις φαβορίτες, ξέρετε; Τους έκανα εγώ αντιπρόταση να τους βάλω μεσ’ στο συντριβάνι της Ομόνοιας να τους λούσω. Τις φαβορίτες τις καθιέρωσα όταν άφησα τη Γαλλία και γύρισα στην Ελλάδα.

Θα θέλατε τότε να φέρετε έναν αέρα εξωτερικού στα καθ’ ημάς.

Όταν αφοσιώνεσαι σ’ αυτό που λέγεται τραγούδι, κάποια παραξενιά θα κάνεις και θα παρουσιάσεις. Πάρε παράδειγμα τη δουλειά τη δική σου. Στην αρχή πας σεμνά, πολύ φοβισμένα να πάρεις συνέντευξη απ’ την κυρα – Μαρία. Μετά απ’ τη Μαρία πήγες στον Γιάννη, στον Κώστα, στον Πέτρο, ώσπου έφτασες να σου δώσει συνέντευξη ο ποδοσφαιριστής ο μεγάλος. Είναι έτσι για δεν είναι;

Ας πούμε κάπως έτσι.

Τα ίδια πέρασα κι εγώ, μόνο που το δικό μου επάγγελμα μοιράζεται. Εσύ το γράφεις, εγώ το λέω, ο άλλος το γράφει στα μηχανήματα και γινόμαστε μία εταιρεία αποτελούμενη από πέντε ανθρώπους. Αυτοί οι πέντε συμπράττουν για ν’ ακουστώ εγώ.

Μου αρέσει που τιμάτε και τους αφανείς ήρωες του τραγουδιού.

Εγώ ξέρω όλους όσοι έχουμε φωνογραφήσει μαζί τα τελευταία πενήντα χρόνια. Τεχνικούς, ηχολήπτες, τους πάντες και πάντα τους ευχαριστώ. Μέτοχοι δεν είναι κι αυτοί; Το σπίτι δεν το πήρα εγώ, τό’χουμε όλοι μαζί.

Πέραση είχατε στο γυναικόκοσμο με τις φαβορίτες;

Και νά’χα, ήμουν σοβαρός, σας το’ πα πριν. Δεν ήθελα ακρότητες. Ποτέ! Μία, τελευταία, με δάγκωσε εδώ (σ.σ. δείχνει το μάγουλο του)

Σας δάγκωσε; Ήμαρτον!

Από αγάπη! Μ’ άρπαξε, να με φιλήσει ήθελε, ξέρω γω τι έγινε, τρακάραν τα δόντια μας (γέλια)

Ευτύχημα δεν είναι στα 82 σας να σας δαγκώνουν από αγάπη οι γυναίκες;

Να σας πω την αλήθεια, κατέβαινα σκαλοπάτι, ήμουν αιωρούμενος. Αν στεκόμουν στα πόδια μου, θα της έπιανα το χέρι! Δεν μ’ αρέσουν αυτά τα πράγματα!

Επομένως ουδέποτε σας άρεσαν οι εκδηλώσεις λατρείας του πλήθους.

Συμμετείχα. Πάντα. Την κυρία αυτή, όμως, δεν την περίμενα…

Σας είδα πρόσφατα στη συναυλία με τραγούδια του Θεοδωράκη στο Καλλιμάρμαρο και μου άρεσε έτσι όπως τραγουδήσατε, φινετσάτα, σε ελληνικά και γαλλικά.

Είμαι προσκυνητής του Μίκη, ότι και να μου πείτε! Τώρα που θ’ ακούσεις «Το Άξιον Εστί» με μένα, θα πάθεις!

Το ηχογραφήσατε τώρα ή παλιότερα;

Πριν από εννιά μήνες. Και κάτι άλλα τραγούδια του…

Θα ξαναβγείτε δηλαδή στη δισκογραφία με τραγούδια Θεοδωράκη;

Ε, σας κρύβω και πράγματα, δεν σας τα λέω όλα, γιατί είστε και επικίνδυνος (γέλια).

Πάντως, όταν η Σάρα κι η Μάρα τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη, μόνο καλό θα’ναι αν τον τραγουδήσει και ο Κόκοτας.

Ο Μίκης είναι τόσο καλός που δεν λέει όχι σε κανέναν. Τώρα το ποιος είναι ικανός να πει Μίκη, είναι λίγο δύσκολο.

Ο Χατζιδάκις θα ήταν πιο αυστηρός στη διαχείριση του έργου του.

Ο Χατζιδάκις ήτανε του στυλ «Έλα να σου πω, Μαρία, μην το ξαναπείς αυτό, δεν μου άρεσε και τόσο». Δεν προσέβαλε ποτέ κανέναν, είχε τον τρόπο του να το λέει όταν κάτι δεν του άρεσε.

Αν σας πω ονόματα τραγουδιστών των χρόνων της ακμής σας, θα τα σχολιάζατε;

Μη με ρωτάς τέτοια, να χαρείς! Δεν θέλω για να μη νομίζεις κανείς τους ότι κάνω τον κάποιον. Αυτά είναι τρελά, όλα. Τα μυαλά τους είναι στα πόδια τους. Εγώ δεν έχω δουλειά με κανέναν απ’ όλους αυτούς.

Γιατί αυτοί, όμως, έχουν τα μυαλά στα πόδια ενώ εσείς διαφοροποιείστε;

Ο καθένας ξεκινάει την καλλιτεχνία με ένα σκοπό. Εγώ δεν την ξεκίνησα ούτε γι’ αστείο, ούτε επειδή άρεσε στη μαμά μου. Εγώ ξεκίνησα για να παλέψω. Όταν γνωρίστηκα με τον Μπιθικώτση, προσοχή έκατσα! Κάπου είπε ο Γρηγόρης σε μια εφημερίδα: «Εμείς όλοι είμαστε από δω, ο Κόκοτας είναι από κει». Και καθόταν ο άνθρωπος να μ’ ακούει απ’ τις 12.30 ως τις 6 το πρωί για να παίρνει κόλπα. Ο Μπιθικώτσης ήταν τραγουδιστής του Βαμβακάρη, αλλά όταν άκουσε εμένα και μ’ έψαξε, σου λέει «Εδώ δεν παίζει αυτός»! Κι όταν μετά συνεργαστήκαμε, άρχισε να με προσέχει. Όλα αυτά μπορεί να σας τα πιστοποιήσει ο Παντελής Αμπαζής, που’ναι δίπλα μου από το 1996. Ο Μπιθικώτσης τον έστειλε σε μένα κι έχει πολλά πράγματα να σας πει, που καλό θα’ναι να μην τα λέω εγώ.

(σ.σ. Στη συζήτηση μας με τον Κόκοτα, παρεμβαίνει ο μουσικός, μαθητής του και επιστήθιος φίλος του, Παντελής Αμπαζής. Ο Κόκοτας του ζητάει να μιλήσει εκείνος αναφορικά με τον Μπιθικώτση. Τον ηχογραφώ):

Ρώτησα μια φορά τον Μπιθικώτση: «Κύριε Γρηγόρη, ποιους θεωρείτε μεγαλύτερους Έλληνες τραγουδιστές;» Ξεκινάει, αναφέροντας αυτούς που ξέρουμε, τον Καζαντζίδη, τον Γαβαλά, τον Αγγελόπουλο. Γνωρίζοντας την αγάπη του για τον Κόκοτα, διότι όποτε ο Γρηγόρης έπιανε το μπουζούκι μόνο τραγούδια του Κόκοτα έπαιζε – σας το ορκίζομαι – του κάνω: «Κύριε Γρηγόρη, δεν μου αναφέρατε όμως τον Σταμάτη Κόκοτα». Σηκώθηκε τότε πάνω και απάντησε αυστηρά: «Αυτόν, ρε, μην τον βάζεις με μας. Αυτός ειν’ ο Έλληνας Φρανκ Σινάτρα. Έχεις καταλάβει ποιος ειν’ ο Κόκοτας; Τον παραμόνευα κάθε βράδυ επί 14 σαιζόν για να φαλτσάρει! Πήγαινα στο καμαρίνι του, έβγαινε κι έλεγα ”Μα ένα βράδυ δεν θα’ναι κουρασμένος; Δεν θα’ναι άρρωστος; Τον παρακολουθούσα για 14 χρόνια συνεχόμενα, γι’ αυτό σου λέω, ο Κόκοτας δεν μπαίνει μαζί με όλους εμάς»! Ο Σταμάτης άνοιξε έναν ευρωπαϊκό ερμηνευτικό δρόμο στον Μπιθικώτση, που δεν θα τον φανταζόταν ούτε ο ίδιος!

(σ.σ. Ο Σταμάτης Κόκοτας δεν θέλει να συνεχιστεί η συνέντευξη, έχει κουραστεί φανερά)

Ως εδώ, δεν θέλω άλλο! Τόσα είπαμε, δεν χρειάζονται άλλα, μην γίνω σαν τα ψώνια που βγαίνουν και λένε ένα σωρό ψέματα. Σ’ αγαπώ, σε σέβομαι, αλλά ας κλείσουμε εδώ. Να, θα σου πω ότι πήγα πρόσφατα και είδα τον Μίκη, ακούσαμε μαζί «Το Άξιον Εστί». «Σταμάτη, Σταμάτη» μου είπε όλο ενθουσιασμό, «λες κι εκείνα που δεν είπε ο Γρηγόρης, το ξέρεις;» (γέλια) Το είπα ωραία «Το Άξιον Εστί», θα είναι η ερμηνεία του Μίκη Θεοδωράκη, όχι η δική μου! Κι επειδή εσύ τα ξέρεις τα τραγούδια, όταν φτάσουμε στα άλλα του Ρίτσου, «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις» κλπ., πω, πω, Παναγία μου, τι έχει να γίνει!

Να μην σας κάνω μία ερώτηση ακόμα;

Άντε, πες την! Ακούω!

Πως αντιλαμβάνεστε την ωρίμανση σας, το ότι έχετε μεγαλώσει;

Μεγάλωσα, ωρίμασα με τον πόνο του κόσμου και σκοπός μου είναι να ευχαριστώ τους ανθρώπους. Δεν είμαι εγώ για να τον δυσαρεστώ τον κόσμο.

Ανέκαθεν το τραγούδι σας ήταν στην υπηρεσία του ανθρώπου;

Πάντα! Υποταγή στον άνθρωπο!

Η τέχνη στο σύνολο της;

Και η τέχνη στο σύνολο της, και το τραγούδι, που’ναι μέρος αυτής.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Κόκοτα, για τον χρόνο που μου διαθέσατε.

Εγώ σας ευχαριστώ που μου πήρατε αυτή τη συνέντευξη. Τα είπαμε όλα, μην ανησυχείτε. Άλλωστε, η συνέντευξη είναι σαν το χαβιάρι. Τρως από λίγο, αλλά καλό. Δεν είναι για χόρταση.

* Η συνέντευξη με τον Σταμάτη Κόκοτα πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβρη του 2020 στο καφέ «Βυζαντινό» του ξενοδοχείου «Χίλτον»

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr 

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Κλειώ Δενάρδου: «Γιατί μόνο εγώ ήμουν ''πουλέν της χούντας'';»

 

Για μένα, που δεν παρακολουθώ τηλεόραση, άρα δεν είχα πετύχει κάποιες εμφανίσεις της των τελευταίων ετών, το comeback της Κλειώς Δενάρδου ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Πόσο μάλλον όταν αυτό το comeback έγινε με μια jazzy ατμοσφαιρική μπαλάντα βασισμένη στα δημοτικά δίστιχα που της χάρισε ο ανιψιός της Αλέξανδρος Καψοκαβάδης, γνώριμός μου από το νεο-folk, θα το χαρακτήριζα, συγκρότημα Ματ σε 2 Υφέσεις. Η φωνή της Δενάρδου κρατιέται καλά, εντυπωσιακά καλά για την ώριμη ηλικία της. Είναι που δεν την έβλαψε με το τσιγάρο, τις καταχρήσεις και τη νύχτα, όπως παραδέχεται και η ίδια στη συζήτηση που ακολουθεί. Η οποία συζήτηση κλείστηκε άμεσα στο καφέ του ξενοδοχείου Παρκ της λεωφόρου Αλεξάνδρας, έναν χώρο που και μόνο από την άποψη του ονόματός του συνδέεται με τη μεγάλη ιστορία της στο ελληνικό τραγούδι. Ελάχιστοι Έλληνες τραγουδιστές έχουν ζήσει τα μεγαλεία της Κλειώς Δενάρδου στο εξωτερικό, τα ταξίδια, τις εμφανίσεις, τις συμμετοχές στα φεστιβάλ, τα βραβεία και τις διακρίσεις της. Από την άλλη, ίσως είναι η μόνη που το όνομά της και ένα συγκεκριμένο τραγούδι της, το «Πού να 'ναι ο ίσκιος σου, Θεέ» των Ιακωβίδη-Γαβριηλίδη, αμαυρώθηκαν έντονα από την παρουσίαση στη χουντική Ολυμπιάδα του 1969. Δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στη συζήτησή μου μαζί της στο γεγονός αυτό αλλά και στην αδικία που συντελέστηκε εις βάρος μιας εξαιρετικής ερμηνεύτριας, τη στιγμή που, ως γνωστόν, συλλήβδην οι εκπρόσωποι του τότε ελαφρού τραγουδιού, όπως και του λαϊκού, συμμετείχαν στις φιέστες των συνταγματαρχών. Και η Δενάρδου όχι μόνο δεν αρνήθηκε να εκφράσει ευθαρσώς τη γνώμη της για τα γεγονότα, ίσως για πρώτη φορά δημόσια, αλλά μου άνοιξε κανονικά την καρδιά της.

Κλειώ Δενάρδου - Μπόσκο (φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν)
(Ξεκινάω την εκφώνηση) Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017, συνέντευξη με την Κλειώ Δενάρδου...

Και αύριο είναι μια σημαδιακή μέρα για μένα, γιατί πριν από 38 χρόνια έφερα στον κόσμο τον γιο μου, τον Νικόλα.

Ένα παιδί έχετε μόνο, κ. Δενάρδου;

Ναι. Κι ένα εγγόνι... (έρχεται ο σερβιτόρος, παραγγέλνει ελληνικό καφέ με ελάχιστη ζάχαρη) Ήταν θείο δώρο το εγγόνι, γιατί μας άλλαξε τη ζωή, τη δική μου δηλαδή. Πολλές φορές, παλιότερα ειδικά, μου λέγανε «αχ, γιατί δεν εμφανίζεσαι πιο συχνά;», αλλά ήμουν τόσο δοσμένη στην οικογένειά μου που σιγά-σιγά έφυγε όλο το άλλο. Τα καλοκαίρια μόνο που πηγαίνω ακόμα στην Κέρκυρα με ζητάνε και δίνω καμιά συναυλία. Άντε να κάνω κι εδώ καμιά τηλεόραση, αλλά επιλεκτικά πάντα.

Μ' αρέσει που ξεκινάμε με την ιδιωτική σας ζωή.

Κοιτάξτε, οπωσδήποτε ήθελα από μικρή την οικογένεια, όμως μου άρεσε πολύ και η καλλιτεχνία, το τραγούδι. Όταν γνώρισα, βέβαια, τον άντρα μου, η σκέψη ήταν να παντρευτούμε και να τακτοποιηθούμε. Αργήσαμε πολύ να παντρευτούμε κι αμέσως μετά ήθελα να αποκτήσω κι ένα παιδί.

Όπως οι περισσότερες γυναίκες.

Ναι, αν και ο άντρας μου είχε τους ενδοιασμούς του λόγω επαγγέλματος. Τελικά, το θαύμα έγινε και ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου.

Τον έχετε σήμερα τον άντρα σας;

Βεβαίως, και πάμε να κλείσουμε 48 χρόνια μαζί. Προσέξτε, 48 χρόνια από τη μέρα που γνωριστήκαμε, γιατί παντρευτήκαμε μετά από 9 χρόνια σχέσης.

Μου περιγράφετε μια ενάρετη ζωή, ήρεμη. Ο γάμος με τον έναν και μοναδικό σύντροφο, το παιδί μετά, το εγγόνι στη συνέχεια...

Ακριβώς, είχα μια στρωτή οικογενειακή ζωή.

Και μια ισορροπία με την άλλη σας ζωή, την καλλιτεχνική.

Αυτό νομίζω ότι είναι επιλογή. Δυστυχώς, έβλεπα πολλούς συναδέλφους να νοιάζονται μόνο για την καριέρα και να βουλιάζουν σε προσωπικά βάσανα, να μην μπορούν να αφοσιωθούν στην οικογένειά τους. Πρέπει να διαλέξεις! Εγώ, λοιπόν, διάλεξα να βάλω σε δεύτερη μοίρα την καριέρα μου.

Δεν θα έχετε παράπονο, βέβαια. Γνωρίσατε μεγάλες δόξες.

Όχι, δόξα τω Θεώ! Και βραβεύτηκα σε όλο τον κόσμο! Μέσα από τα φεστιβάλ γύρισα όλη την Ευρώπη σχεδόν, έφτασα μέχρι το Ρίο ντε Τζανέιρο. Από τη στιγμή που έχω βγει στο Κάρνεγκι Χολ με τον Χατζηνάσιο στο πιάνο, πώς να μη νιώθω χορτασμένη; Θέλω να σας πω ότι στις αρχές έζησα μεγάλη και έντονη ζωή, αλλά όταν άρχισε να μεγαλώνει το παιδί μου, αραίωνα λίγο-λίγο.

Συνειδητή επιλογή.

Συνειδητότατη, άλλαξαν και οι καιροί όμως, ε;

Σαφώς. Πότε θα τοποθετούσατε χρονικά την απόσυρσή σας από τα μουσικά δρώμενα;

Εγώ είμαι κατασταλαγμένη κι ευχαριστώ τον Θεό που δεν με ταλαιπώρησε η σκέψη ότι κάποια στιγμή θα 'ρθει η απόσυρση. Έλεγα πάντα στον εαυτό μου ότι αν δω κάτι στραβό στον λαιμό μου, στη φωνή μου, το κλείνω με φερμουάρ και τελείωσε το θέμα! Το αντιμετώπισα χωρίς μελαγχολία και μιζέρια ή προβλήματα του τύπου «γιατί να μου συμβεί εμένα τώρα αυτό;» κ.λπ.

Η Κλειώ Δενάρδου με τον Λευτέρη Κογκαλίδη στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού Θεσσαλονίκης

Έχει γούστο που το λέτε αυτό, γιατί ένας νεότερος συνάδελφός σας, μου έλεγε πως στο κοντινό παρελθόν ήσασταν συμμαθητές στα μαθήματα φωνητικής. Εννοώ πως τη φροντίζετε τη φωνή σας.

Δυστυχώς, είμαι ο πιο αδιάφορος άνθρωπος για μένα, για τον εαυτό μου. Τα μαθήματα αυτά τα έκανα για κάποιο διάστημα, δεν εξακολουθώ να τα κάνω. Μην ξεχνάτε, είχα δύσκολο ρεπερτόριο φωνητικά, δεν έλεγα τραγουδάκια «εν-δυο, εν-δυο». Το ίδιο είναι όταν παίζεις πιάνο ή βιολί, χρειάζεται να κάνεις ένα ζέσταμα.

Εγώ, πάλι, πιστεύω πως διατηρείστε σε καλή φωνητική κατάσταση, γιατί δεν «καήκατε» από τις καταχρήσεις και τη νύχτα.

Μπράβο, αυτό είναι! Δεν κάπνισα ποτέ, απ' το αλκοόλ απείχα τελείως και από τα χαζοξενύχτια. Συνηθιζόταν τότε να πηγαίνουν όλοι μαζί μετά σε κάποιο άλλο μαγαζί, αλλά εγώ, τίποτα. Είχα και τον δεσμό με τον άντρα μου και δεν ήθελα να τα κάνω αυτά. Μόλις τελείωνα τη δουλειά μου, γύριζα στο σπίτι μου.

Ο άντρας σας τι δουλειά έκανε;

Έχει μεγάλο βαθμό στην αστυνομία, είναι στρατηγός τώρα!

Πού να σας άφηνε να γυρνάτε τότε; Λογικό...

Κοιτάξτε, εγώ δεν ήθελα. Δεν μπορούσα να κάθεται μόνος του στο σπίτι ή να 'ρχεται να με παίρνει κάθε βράδυ για να πηγαίνουμε αλλού. Δεν ήμουν αυτού του στυλ άνθρωπος.

Κατάλαβα. Την είπατε με καμάρι την ιδιότητα του άντρα σας: στρατηγός!

Ναι, γιατί είναι ένας καταπληκτικός άνθρωπος και όσοι συνάδελφοι τον είχαν γνωρίσει τον αγαπούσαν πολύ. Ήταν πολύ δοτικός και όπου μπορούσε να βοηθήσει το έκανε με την καρδιά του. Κι αν έχει βοηθήσει κόσμο! Συνδεόμασταν πάρα πολύ και με τη Ρένα Βλαχοπούλου, που τον λάτρευε.

Είχατε μεγάλη φιλία με τη Βλαχοπούλου. Μιλήστε μου λίγο γι' αυτήν.

Με τη Ρένα κάναμε μαζί νούμερα πίστας στην «Παλιά Αθήνα», ένα μεγάλο κοσμικό μαγαζί στην Πλάκα. Σκεφτείτε ότι έκαναν ντουέτα οι δυο τους με τον Σωτήρη Μουστάκα. Τεράστιοι ηθοποιοί! Εκεί τη γνώρισα ή, για να 'μαστε σωστοί, εκεί την έζησα. Πρέπει να ήταν το '71, το '72.

Μες στην επταετία δηλαδή.

Ναι, μες στην επταετία, τότε που μπορώ να σας πω ότι όλα τα μαγαζιά ήταν τίγκα. Σκεφτείτε ότι μόλις οι ηθοποιοί ζήτησαν να έχουν ένα ρεπό από το θέατρο, κάθε Δευτέρα, έτσι κι εμείς είπαμε να κάνουμε το ίδιο.

Καλό κι αυτό, να ψάχνετε τότε για ρεπό και σήμερα με το ζόρι να δουλεύει ένα μαγαζί μία μέρα την εβδομάδα.

Δυστυχώς. Κι έτσι τώρα, επειδή ούτε στην τηλεόραση πάω συχνά ούτε έχω έναν δίσκο για να προμοτάρω ώστε να είμαι στην επικαιρότητα, όπου πηγαίνω γίνεται χαμός. Είχα πάει τις προάλλες σε μια πρεμιέρα και με ρωτούσαν όλοι γιατί δεν εμφανίζομαι κάπου. Έλα, πες μου, εσύ τώρα αν μπορώ εγώ να εμφανίζομαι μια-δυο φορές την εβδομάδα, να 'χω το άγχος αν θα έρθει κόσμος ή αν θα πάρω τα λεφτά μου. Γιατί; Γιατί να το κάνω αυτό; Ξαναλέω, δόξα τω Θεώ, είμαι χορτάτη! Σκεφτείτε ότι, παράλληλα με τα κέντρα όπου τραγουδούσα, έκανα και τρεις-τέσσερις χορούς παράλληλα.

Χοροεσπερίδες θα εννοείτε.

Ναι, τραγουδούσα και σε άλλα μαγαζιά, σε ξενοδοχεία σαν το Χίλτον και το Μεγάλη Βρετάνια, το King George, παντού. Ήμουν δουλευταρού. Τελείωνα απ' το μαγαζί και είχα κανονίσει να τραγουδήσω σε χορό αμέσως μετά. Είχα σοφέρ που με περίμενε με ανοιχτή τη μηχανή. Έριχνα από πάνω μια ζακέτα, μια εσάρπα και πήγαινα στον άλλο χώρο. Το ωραίο ήταν που έλεγα του μαέστρου: «Μόλις με δείτε να έρχομαι, παίξτε κατευθείαν την εισαγωγή!». (γέλια)

Ήσασταν ερωτευμένη με τη δουλειά σας.

Ναι, ήμουν. Ο ορισμός της ευτυχίας είναι να βρίσκεσαι στη σκηνή, να παίζει η ορχήστρα, να κλείνεις τα μάτια και να νιώθεις πως η φωνή σου είναι εντάξει. Και τώρα ακόμη είμαι ερωτευμένη με το τραγούδι, με τη ζωή, με τη χαρά των νέων ανθρώπων που βλέπω. Σκέφτομαι πόσο άδικο είναι αυτό σήμερα για τα νέα παιδιά. Πόσο θα διαρκέσει όλο αυτό; Ακούω κάτι φωνές από κοπέλες κι αγόρια και λέω τι κρίμα να μην μπορούν να μοιραστούν αυτό που κάνουν.

Έχετε ξεχωρίσει κάποιους νεότερους συναδέλφους σας;

Πολλούς, πάρα πολλούς, αλλά δεν θα ήθελα να αναφέρω ονόματα.


Κ. Δενάρδου, έχετε υπηρετήσει όλα τα είδη τραγουδιού, από το ελαφρό και το ελαφρολαϊκό μέχρι το ποπ. Ποιο σας πήγαινε περισσότερο;

Το καθαρά ελληνικό, καλό τραγούδι! Ως και του Ζαμπέτα τραγούδησα κομμάτια σε πίστα, όχι σε δίσκο. Ποια τραγούδια του, όμως; Τα αριστουργήματά του! Είχαμε λατρεία! Είχαμε βρεθεί και στην Αμερική, ήταν μαζί με τη γυναίκα του, εμείς σε άλλο κέντρο κι αυτός σε άλλο.

Κι ύστερα αρχίζουν οι απώλειες των φίλων...

Πολλοί, πάρα πολλοί (βουρκώνει). Και τελευταία έχουν φύγει πολλοί. Άνθρωποι που έχουμε συνεργαστεί, όπως η Νάντια Κωνσταντοπούλου, και που δεν έχουμε συνεργαστεί, όπως η Τζένη Βάνου. Συναντιόμασταν πολύ με τη Βάνου στα φεστιβάλ.

Όπως και με τη Μούσχουρη, να υποθέσω;

Με τη Μούσχουρη, όχι. Δεν την πρόλαβα, είχε φύγει ήδη στο εξωτερικό. Την έβλεπα μόνο στα πρωινά, σε συναυλίες του καιρού εκείνου, κι είχα λαχτάρα να γίνω τραγουδίστρια. Η Γιοβάννα είναι φίλη μου, καταπληκτική!


Τον καιρό εκείνο τραγουδήσατε και τον Μίκη Θεοδωράκη, όπως όλοι οι συνάδελφοί σας. 

Σε δισκάκι, μάλιστα... (σκέφτεται) Ένα τραγούδι που πάντα σκέφτομαι με συγκίνηση και το 'χα τραγουδήσει εδώ, στο θέατρο Παρκ, ήταν του Μίκη Θεοδωράκη, η «Μαργαρίτα - Μαγιοπούλα». Ήταν τότε που έκαναν τη σύμπραξη με τον Χατζιδάκι κι εγώ ήμουν η πρώτη που γύρισε σε δίσκο τη «Μαργαρίτα - Μαγιοπούλα». Σκεφτείτε ότι ζούσε τότε ο πατέρας του Μίκη και με λάτρευε. Είχα κάνει και σιγόντο στον Μπιθικώτση με το «Βάρκα στο γιαλό». Μπουζούκι έπαιζε ο Ζαμπέτας, δεν χρειάζεται να πω τίποτε άλλο! (χαμογελάει) Πέρασα πολύ ωραίες στιγμές, μεγάλες συναντήσεις έχω ζήσει.

Πληθωρικός ο Θεοδωράκης, έτσι;

Πληθωρικός και σπουδαίος! Όταν σε διηύθυνε στο τραγούδι του, σε συνέπαιρνε, βρε παιδί μου, σε μάγευε! Πληθωρικός, όπως ακριβώς το είπατε, αλλά δεν σε έπνιγε. Σου έδινε κάτι και πέταγες! Δεν ξέρω, όμως, δυστυχώς ήμουν δειλός, πάρα πολύ δειλός άνθρωπος κι αυτό ήταν το μείον μου. Ποτέ δεν πήγα στον Χατζιδάκι, που τον έβλεπα κάθε μέρα εκεί, να γνωριστώ μαζί του και να του κάνω μια κρούση για συνεργασία. Τίποτα, τίποτα, τόσο χαμηλών τόνων άνθρωπος όσο εγώ δεν πιστεύω ότι υπήρξε!

Πιστεύετε ότι ο Θεοδωράκης συνδύασε ευφυώς την πολιτική με τη μουσική του προσωπικότητα;

Τα συνδύασε όλα μια χαρά! Ακόμα και το ρεπερτόριο αυτό με τα επαναστατικά τραγούδια βρήκε τον δρόμο του, το σήκωνε η εποχή. Και σήμερα, όποτε η εποχή επιτάσσει αντιδραστικές στιγμές, τα τραγούδια του είναι ολόφρεσκα!

Του συζύγου σας του άρεσε ο Θεοδωράκης;

Πολύ! Μα, κοιτάξτε, ο άντρας μου είχε ισχυρές φιλίες με τους πιο αριστερούς και τους πιο προοδευτικούς. Μου άρεσε να τους παρακολουθώ στις συζητήσεις τους, με τα επιχειρήματά τους ο καθένας. Ήταν σκέτη μαγεία.

Είναι η παλιά αστική δεξιά, κ. Δενάρδου, που έχει εκλείψει.

Δεν μιλάω κομματικά τώρα, αλλά θα συμφωνήσω. Είχε μια ποιότητα ο άντρας μου, ήταν άλλο πράγμα! Επειδή όμως με ρωτήσατε για το πρώτο μου τραγούδι, θυμάμαι ότι στο ωδείο όπου πήγαινα ο διευθυντής, ο Τίτος Παπάζογλου, μου είχε δώσει κάποια τραγούδια του και μ' αυτά εμφανίστηκα μπροστά στον Μίνωα Μάτσα. Εκεί, στην εταιρεία του Μάτσα, ξεκίνησα με σιγόντα στον Σώτο Παναγόπουλο, που δεν ζει πια. Κάναμε πολλά ντουέτα μαζί και σιγά-σιγά άρχιζα να σολάρω, αλλά όσοι μ' άκουγαν θα έλεγαν «έλα, μωρέ, αυτή είναι μεγάλη», μη γνωρίζοντας ότι μετά ξεκίνησα να γράφω στο στούντιο τα πρώτα δικά μου κομμάτια.

Τραγουδήσατε πολλούς συνθέτες, αλλά εγώ θα ξεχώριζα το πέρασμά σας από το πιο μοντέρνο τραγούδι, την ποπ της εποχής.

Δεν τον αποποιούμαι τον χαρακτηρισμό, για όνομα του Θεού, μόνο που εγώ δεν υπήρξα κατεξοχήν ποπ τραγουδίστρια. Θυμάμαι κάτι ντουέτα σε τρία-τέσσερα κομμάτια που κάναμε με τον Τέρη Χρυσό. Βγαίναμε με παντελόνια καμπάνες, κάτι φουλάρια, όλα αυτά τα «χίπικα», και λέγαμε τραγούδια αυτού του μαλλιά που έφτιαχνε ρυθμικά τραγούδια, μου διαφεύγει τώρα το όνομά του. Τα λέγαμε ως σατιρικά τα κομμάτια αυτά και ήταν μια τρέλα! Δεν με σταματούσε τίποτα, γι' αυτό και τραγούδησα επίσης πολύ ξένο τραγούδι, τραγουδούσα σε γαλλικά και ιταλικά.

Τις είχατε σπουδάσει τις γλώσσες ή τα μαθαίνατε επί τη ευκαιρία τα κομμάτια;

Γαλλικά είχα μάθει, τα ήξερα και τα τραγουδούσα καλά. Τα ιταλικά ήταν εύκολη γλώσσα τραγουδιστικά, δεν είχα δυσκολία. Εγώ, όμως, δεν τραγουδούσα ακριβώς πολύγλωσσο ρεπερτόριο, όπως η Valente, ήθελα μόνο ελληνικά.

Έπαιξαν ρόλο σ' αυτό και οι κλασικές σας σπουδές.

Ακριβώς. Κλασικό τραγούδι έκανα στο ωδείο. Είχα πάρει εξαιρετικές κριτικές όταν έκανα μελοδραματική. Μελοδραματική σημαίνει πριν από το δίπλωμα να παρουσιάζεις μια ολόκληρη πράξη από μία όπερα. Εγώ είχα διαλέξει μία πράξη από τη «Μαντάμ Μπατερφλάι», είχα βγει κανονικά ντυμένη, με τα όλα μου. Τότε ήταν που μου είπαν «κρίμα» επειδή δεν πήγα στη Λυρική Σκηνή. Δεν ήθελα, όμως, να 'μαι στη χορωδία, αφού δεν είχα τα μέσα για να «γίνω» ή για να πάρω έναν ρόλο. Μην έχοντας επίσης την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσω έξω, σκέφτηκα, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, να μην ασχοληθώ με καμία άλλη δουλειά εκτός από το τραγούδι. Ούτε καν σκέψη για γραμματέας. Και πάλι, όμως, τα πολύ ελαφριά τραγούδια δεν τα 'θελα καθόλου.

Σαν ποια, ας πούμε, «Να το πάρεις το κορίτσι», τέτοια;

Τέτοια, ναι! Γοητευόμουν απ' τα τραγούδια του Αττίκ, διότι, επηρεασμένη απ' το κλασικό, δεν μπορούσα να πεταχτώ στα «λα-λα-λα». Μου άρεσαν ο Αττίκ και ο Χαιρόπουλος, λόγιοι συνθέτες και γεροί μελωδοί.

Και σαν τον Κώστα Γιαννίδη.

Άλλη μου αγάπη αυτός! Κάναμε μια σειρά εκπομπών στο ραδιόφωνο της ΥΕΝΕΔ που λεγόταν «Η παλιά Αθήνα ξαναζεί». Ήταν ο Γιαννουκάκης με τον Γιαννίδη και του έλεγε ο Γιαννίδης: «Θυμάσαι, βρε Γιάγκο, που η Πατησίων στο τέρμα της ήταν μια ρεματιά και πετούσαμε χαρταετούς;». Δεν μιλάμε για πολλά χρόνια πριν, εβδομήντα από σήμερα που μιλάμε και είκοσι από τότε που γίνονταν οι εκπομπές. Εκεί μέσα εγώ έμπαινα συνεπαρμένη κι έλεγα παλιά τραγούδια του Γιαννίδη και σμυρναίικα, γιατί αυτός ήταν Σμυρνιός. Υπάρχουν αυτά, δεν έχουν βγει, αλλά τα 'χω εγώ σε κασέτα. Δυο-τρία χρόνια κράτησαν οι εκπομπές αυτές και ο Γιαννίδης με λάτρευε.

Θα κερδίζατε και πολλά χρήματα.

Βγάζαμε, κανονικά, αλλά εγώ μπορούσα να αποταμιεύω. Περνώντας τα χρόνια, ιδίως σήμερα, δεν αποταμιεύεις τίποτα. Είχα έναν άντρα πολύ οικονόμο, που έβλεπε το αύριο.

Κλειώ Δενάρδου (φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν)

Ενώ εσείς δεν το βλέπατε;

Το 'βλεπα ή, ναι, μπορεί και να μην το 'βλεπα! Ήμουν πάντα εγκρατής, όμως, δεν κοιτούσα τα λούσα. Ήμουν πάντα καλοντυμένη και καλοχτενισμένη. Πετάγομαι αλλού τώρα: κάναμε κάποτε στη Θεσσαλονίκη ένα αφιέρωμα στον Σουγιούλ και στον Σακελλάριο. Βγαίναμε μια βόλτα στην παραλία και σταμάταγε ο κόσμος: «Αχ, κ. Δενάρδου, σας θυμόμαστε από τα φεστιβάλ! Τι ωραία ντυσίματα είχατε!». Και τι ντυσίματα; Εγώ σε μοδίστρα ντυνόμουν, δεν ήξερα οίκους μόδας και τέτοια (γέλια). Πραγματικά, με εντυπωσιάζει όλη αυτή η αγάπη του κόσμου, αλλά σας το 'πα και πριν, είμαι εγώ τώρα για να βγαίνω σε κέντρο;

Θα ήταν σίγουρα μια φθορά.

Άλλο να έκανα μια συναυλία τιμής ένεκεν, εκεί εντάξει...

Να, όμως, που έχουμε ένα ολοκαίνουριο τραγούδι με τη φωνή σας. Πώς προέκυψε;

Το κομμάτι το έγραψε ο Αλέξανδρος Καψοκαβάδης, που είναι ανιψιός του άντρα μου. Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε και μεγάλωσε μαζί με τον Νικόλα μου. Είναι και νονός, επίσης, του Αλέξανδρου, του εγγονού μου. Αυτός, όπως μου έχει πει, είχε πάντοτε την επιθυμία να μου γράψει ένα τραγούδι. Το περασμένο καλοκαίρι, που τον φιλοξένησα στην Κέρκυρα με τη γυναίκα του, μου λέει «βρε θεία, άκουσε ένα τραγούδι» και πιάνει την κιθάρα και μου το σιγοψιθυρίζει. Μου εξήγησε πως ετοιμάζει έναν δίσκο κι ότι είναι όνειρο της ζωής του να πω κι εγώ ένα τραγούδι του. Δεν συγκινήθηκα απλώς... Να με συγχωρείτε κιόλας, δεν έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου. Ποτέ δεν κατάλαβα πόση αξία έχω ή αν έχω καν. Ποτέ!

Παρά την αγάπη του κόσμου;

Ναι, αισθανόμουν μεγάλη χαρά, αλλά εκείνη τη στιγμή μόνο, μετά τελείωνε. Έτσι και τώρα είπα του Αλέξανδρου: «Παιδί μου, μην το συζητάς. Στείλε μου το κομμάτι να το μάθω και όποτε μου πεις θα 'μαι στη διάθεσή σου για να το γυρίσουμε». Τον Νοέμβριο, λοιπόν, πριν από έναν μήνα, με ειδοποίησε πως είναι έτοιμο και πως με περιμένει το στούντιο. Πήγα και το γύρισα. Να σας πω, όμως, ότι κι εκεί, στον σύλλογο Ερατώ που πάμε, όποτε οι μουσικοί, παλιοί και νέοι, ακούνε το επίθετο του άντρα μου, Καψοκαβάδης, με ρωτάνε: «Τον Αλέξανδρο Καψοκαβάδη τι τον έχετε;». «Ανιψιός μου είναι» τους απαντάω και εισπράττω τα καλύτερα λόγια.

Σας πιστεύω. Εκτιμώ κι εγώ τον ανιψιό σας από το συγκρότημα Ματ σε 2 Υφέσεις, εδώ και κάμποσα χρόνια.

Ταλαντούχο παιδί, αλλά σεμνό κι αυτή η σεμνότητα είναι λιγάκι μείον για έναν καλλιτέχνη.

Σαν κι εσάς...

Μα, γι' αυτό το λέω και γι' αυτό δεν άνοιξα πολύ κι εγώ τα φτερά μου.

Σας έλειψε, λέτε, ένα πιο ευρύ ρεπερτόριο.

Οπωσδήποτε!

Με ποιους θα θέλατε να έχετε συνεργαστεί;

Είπα του Χατζιδάκι τραγούδια...

Εν τη απουσία του στις ΗΠΑ, αλλά εδώ θέλω να μείνουμε λίγο...

Ναι.

Στον μεγάλο δίσκο «Κλειώ '73» τραγουδήσατε κομμάτια από τον «Καπετάν-Μιχάλη» και όχι μόνο.

Έχετε υπ' όψιν, εγώ πρωτοτραγούδησα το «Δεν ήταν νησί» και μετά το βγάλανε πολλοί άλλοι καλλιτέχνες. 

Ο Γιώργος Ρωμανός το τραγούδησε πρώτος.

Πρώτος ο Ρωμανός, αλλά από τη θεατρική παράσταση. Εγώ πρώτη γύρισα σε δίσκο κάποια τραγούδια από τον «Καπετάν-Μιχάλη»

Τέλος πάντων, άλλο θέλω να σας πω, με τον φόβο να σας γίνω δυσάρεστος: ο ίδιος ο Χατζιδάκις, όπως το έγραψε ακριβώς, θεώρησε πως εν μέσω χούντας το «Δεν ήταν νησί» κυκλοφόρησε με τον λίγο ύποπτο τίτλο «Άμα λευτερωθεί η Κρήτη», γι' αυτό και με το που γύρισε, θέλησε να απολυμάνει το υλικό του για πιάνο - φωνή με τη Φλέρυ Νταντωνάκη...

Κοιτάξτε, εγώ τραγούδησα «Δεν ήταν νησί», έτσι είχε βγει με μένα. Τον Χατζιδάκι, εκτός από τότε που συνεργαζόταν με τον Θεοδωράκη, δεν τον ξανασυνάντησα. Μία φορά μόνο πήγα να τον δω, όταν είχε ιδρύσει την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Με πήρε ένας μουσικός του, συνεργάτης δικός μου από το Ακροπόλ, για να του μιλήσω κατ' ιδίαν μετά τη συναυλία. «Κλειώ μου!» μου είπε και μου έδειξε τρομερή οικειότητα και ζεστασιά. Και τότε ξανάπα πόσο κρίμα ήταν που δεν έκανα δουλειά μαζί του.

Το καταλαβαίνω. Ήσασταν εξαιρετική τραγουδίστρια και ο Χατζιδάκις, προφανώς, θα εκτιμούσε το ταλέντο σας.

Ξέρετε ότι αυτό το τραγούδι, το «Δεν ήταν νησί», το πρωτάκουσα με αυτή την ενορχήστρωση από τη Νάνα Μούσχουρη στη Γαλλία; Αλλά και μετά, όταν έφυγε η δικτατορία, το έλεγα κι εγώ και γινόταν σεισμός! Μάλλον του Χατζιδάκι δεν του άρεσε πολύ να γίνονται επιτυχίες τα τραγούδια του, αυτό λέω εγώ σήμερα.

Ας πάμε τώρα στο διαβόητο «Που νά'ναι ο ίσκιος σου, Θεέ μου». Το βρήκα πρόσφατα σε 45άρι δισκάκι στο Μοναστηράκι. 

Αυτό ήταν σταθμός στην καριέρα μου! Ήρθαν στο σπίτι μου ο Ζακ Ιακωβίδης με τον Γαβριηλίδη τον στιχουργό. «Κλειώ, θέλουμε να τραγουδήσεις ένα κομμάτι» μου είπε κι άρχισε να μου το ψιθυρίζει, γιατί δεν είχα πιάνο στο σπίτι ‒ κακώς βέβαια. Ξέροντας μουσική, άκουγα τις νότες και το σιγοψιθύριζα κι εγώ μέχρι που μ' έπιασε ένα ρίγος! «Μαέστρο», του κάνω, «αυτό το τραγούδι κάτι θα πάρει»!

Αναφερόμενη, φυσικά, στην Ολυμπιάδα Τραγουδιού του 1969.

Ακριβώς, διεθνούς εμβέλειας!

Και ο Σαρλ Αζναβούρ ήταν εκεί, νομίζω.

Ως γκεστ, ναι, αλλά προσέξτε, μέσα σε έναν διαγωνισμό χωρών όπως το Ιράν, η Κίνα, η Ιαπωνία, η Τουρκία ‒ όλα τα κράτη του κόσμου! Την πρώτη μέρα ήμουν 13η, ανάμεσα σε καμιά δεκαπενταριά συνθέτες και τραγουδιστές. Το κομμάτι που θα ερχόταν πρώτο θα διαγωνιζόταν την επομένη στο διεθνές τμήμα της Ολυμπιάδας.

Θυμάστε ποιοι άλλοι Έλληνες τραγουδιστές ήταν;

Όλοι! Ο Γιάννης Βογιατζής, η Γιοβάννα, ο Σώτος Παναγόπουλος, που έλεγε το «Χαρά μου, για σένα ζω, χαρά μου». Αν δείτε το πρόγραμμα που έχω κρατήσει θα δείτε και όλους όσοι βρέθηκαν εκεί. Η επιτροπή συνεδρίαζε σε σουίτα της Μεγάλης Βρετάνιας για το κομμάτι που θα 'βγαινε πρώτο! Ο Γιάννης ο Βογιατζής πήγε κι έστησε αυτί κι ήρθε τρεχάλα πίσω στο Στάδιο. «Άντε», μου λέει, «το πήρες κι αυτό! Ήρθες πρώτη!». Εγώ να του λέω «μην παίζεις μ' αυτά τα πράγματα», καθώς δεν ήθελα να το πιστέψω. Βγήκα τελικά πρώτη, όμως ούτε έκλαψα, ούτε μίλησα, ούτε κοκορεύτηκα, ούτε γέλασα. Μόνο τον άντρα μου, θυμάμαι, που τότε δεν ήμασταν παντρεμένοι ακόμα, να με παίρνει σε μια γωνιά και να μου λέει: «Όλα αυτά είναι εφήμερα, κοίτα μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα» (γελάει πολύ). Σωστή η παρατήρησή του, αλλά κι εγώ ήμουν πολύ προσγειωμένο παιδί, παρόλο που υπήρχαν ανταποκριτές από τα ξένα μέσα, π.χ. από την Ισπανία, επειδή στη Βαρκελώνη γινόταν ένας αντίστοιχος διαγωνισμός τραγουδιού. Ήταν, όμως, μια τεράστια στιγμή στην καριέρα μου!

Η Κλειώ Δενάρδου στην Ολυμπιάδα Τραγουδιού (1969)

Θεωρείτε αδικία που η τεράστια αυτή στιγμή στην καριέρα σας ταυτίστηκε με τη χούντα, που με ένα σερφάρισμα στο Διαδίκτυο αναφέρεται η Κλειώ Δενάρδου ως «το πουλέν της χούντας»;

Τώρα που μου τα ρωτάτε όλα εσείς, θα μου κάνετε τη μεγάλη χάρη να μ' αφήσετε να μιλήσω και να τα γράψετε όπως σας τα λέω!

Αυτό εξυπακούεται, κ. Δενάρδου.

Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι έχω αδικηθεί κατάφωρα απ' αυτό το πράγμα! Να είστε σίγουρος πως αν δεν έπαιρνα το Α' Βραβείο, ούτε θα ήξερε κανείς ότι έλαβα μέρος στην Ολυμπιάδα. Αφού δεν μιλάει κανείς για τους άλλους τραγουδιστές που ήταν εκεί, δεν λένε τίποτα για κανέναν συνθέτη!

Γιατί το χρεωθήκατε τόσο πολύ εσείς; 

Δεν ξέρω και δεν μ' ενδιέφερε! Και ξέρετε κάτι; Εμένα μου λέγανε να πάω να τραγουδήσω και πήγαινα οπουδήποτε, ήμουν τραγουδίστρια όλων των Ελλήνων και όλης της Ελλάδος, δεν ήμουν η τραγουδίστρια των μεν ή των δε! Όταν από μόνοι τους μου δίνουνε μία και με κατατάσσουν κάπου, πείτε μου εγώ τι θα μπορούσα να κάνω! Εγώ ήξερα να κλείνω δουλειές και να πηγαίνω να τραγουδάω, αυτό ήταν το μόνο που μ' απασχολούσε! Σας παρακαλώ να το γράψετε έτσι, γιατί είναι μεγάλη αδικία αυτή και το συγκεκριμένο τραγούδι συγκινεί ακόμα τον κόσμο, όποτε το τραγουδάω. Το ξανατραγούδησα στην πρόσφατη αναβίωση του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης και ενώ δεν έβλεπα απ' τα φώτα, ο κόσμος όλος είχε σηκωθεί όρθιος και χειροκροτούσε! Μπορείτε να το καταλάβετε;

Εγώ μπορώ, αλλά ίσως κάποιοι σας χρέωσαν τη σύμπραξη με ένα καθεστώς τυραννικό, δικτατορικό.

(θυμώνει) Βρε μάνα μου, τα θέατρα δεν ήταν γεμάτα; Σε παρακαλώ πολύ, δεν πηγαίναμε όλοι στο ραδιόφωνο, δεν κάνανε όλοι δουλειές; Γιατί εγώ να το χρεωθώ και να μην το χρεωθούν τόσοι και τόσοι;

Συγχωρέστε με, αλλά είναι πράγματα που δεν μπορώ να μην τα ρωτήσω.

Ναι, κάνετε πολύ καλά και μου δίνετε την ευκαιρία επιτέλους να τα πω κι εγώ! Γιατί, όμως, εγώ; Γιατί; Τα κέντρα ήταν όλα γεμάτα, οι μπουάτ, οι εταιρείες δίσκων γύριζαν συνέχεια τραγούδια! Τότε ήταν που πληρωνόντουσαν όλοι με χρυσάφι!

Συμφωνώ, πολλοί συνάδελφοι σας «φτιάχτηκαν» τότε.

Κατάλαβες; Κι εγώ πήγαινα με το μεροκάματο!

Έχετε θυμώσει πολύ, όπως σας βλέπω τώρα.

Κοιτάξτε, θυμώνω, γιατί το πρόβατο πρέπει κάποια στιγμή να σηκώσει λίγο το ανάστημά του. Επιπλέον, εγώ δεν γνώριζα ανθρώπους, κανέναν και τίποτα από εκείνη την κατάσταση. Υπήρξε συνθέτης, φίλος του αντρός μου, που γύρισε και του είπε «μπράβο, βρε Αλέκο, που έφερες τόσο κόσμο», λες και θα μπορούσε ποτέ να γεμίσει ένα στάδιο για ν' ακούσουν τη γυναίκα του! Ό,τι πιο κωμικό και γελοίο είχαμε ακούσει! Έπειτα, αδικία δεν ήταν και για τον Οικονομίδη, που διέπρεψε και βοήθησε τόσο κόσμο, που έβγαλε τόσους ανθρώπους απ' την αφάνεια, που έφαγαν ψωμί καλλιτέχνες απ' τα χέρια του, και μετά του έριξαν τέτοιο κλότσο;

Πάντως, μια και τα λέμε όλα, έκανε καραμπάμ όλη αυτή η χουντική κακογουστιά με τα αρχαιοελληνικά άρματα και τις τεράστιες άρπες. Συμφωνείτε;

Έλα, μωρέ, τι πιο ωραίο από μια άρπα που με βάλανε και τραγούδησα; Τι θέλανε δηλαδή, κουδούνια να μου κρεμάσουν να τραγουδάω; Για όνομα του Θεού και της Παναγίας, βλέπω και τα έργα τους τα τωρινά!

Δεν θα διαφωνήσω καθόλου κι εγώ μαζί σας τώρα.

Πώς θα έπρεπε δηλαδή να με στήσουν μέσα σ' ένα στάδιο τεράστιο; Όταν ανέβαινα τα σκαλιά για να φτάσω ψηλά στην άρπα, για να 'χω από κάτω την ορχήστρα, όταν άρχισε να παίζει αυτή η καταπληκτική εισαγωγή του «Που να 'ναι ο ίσκιος σου, Θεέ», είπα «τώρα, Κλειώ, είσαι εσύ και ο Θεός»! Ήμουν τόσο μόνη στην ουσία εκεί πάνω. Σ' το λέω τώρα και μου 'ρχονται δάκρυα στα μάτια! Πραγματικά, ήμουν μόνη, εγώ κι ο Θεός, για να τα βγάλω πέρα μ' αυτό το μανιασμένο πλήθος στην αρένα, που ήταν έτοιμο να σε κατασπαραξει αν έκανες το παραμικρό λαθάκι.

Απ' όσα μου λέτε και με δεδομένο το «ό,τι έγινε, έγινε», καταλαβαίνω πως θα πρέπει να σας πολέμησαν ερήμην σας.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν μου φάνηκε, δεν το καταλάβαινα. Πέραν των σχολίων που υπήρξαν και που μου έθιξες, με συνεπήρες και γι' αυτό μίλησα λίγο περισσότερο, όπως δεν το είχα κάνει μέχρι σήμερα.

Σας ευχαριστώ, αλλά καλό είναι να ηρεμούν μέσα τους οι άνθρωποι διά της φωνής τους.

Δεν έχεις άδικο. Και ως συνέχεια αυτού που έλεγα, παντού, όπου ήταν να τραγουδήσω, ήξερα τη θέση μου και το μόνο που μ' απασχολούσε πολύ ήταν το πού θα έμπαινε το όνομά μου.

Στη μαρκίζα;

Στη μαρκίζα, ναι! Όλα τα άλλα, που σε κάποιους τους έκλειναν τα μικρόφωνα ή είχαν τέτοιου είδους προβλήματα, δεν μ' απασχολούσαν! Στην τελική, παραμέριζα το μικρόφωνο και πολλές φορές τραγουδούσα έτσι, χωρίς μικρόφωνο, και ήταν και πιο θείο το άκουσμα!

Πώς το είδατε όλο αυτό το μεταπολιτευτικό κλίμα στο τραγούδι με τα πολιτικά επικά άσματα και τις ρεμπέτικες κομπανίες;

Εγώ είχα το ρεπερτόριο το δικό μου κι εκεί τελείωνε το θέμα. Οι εποχές αλλάζουν, κάθε εποχή φέρνει ή θέλει τα δικά της, που είναι σεβαστά και πολύ ωραία. Πώς θα μπορούσε να υπάρξει το παλιό, παρόλη τη συγκίνηση που προκαλεί;

Εμπεριέχει το ρετρό το καθετί παλιό.

Όχι ακριβώς το ρετρό, αφού γίνονται νέες παραγωγές κι έρχονται πολύ ωραία νέα ακούσματα. Άλλα τα παραδέχομαι, άλλα όχι. Σε όποιον άρεσε να μ' ακούει, θα μ' άκουγε, όποιος ήταν να με καλέσει, θα με καλούσε, εγώ το ίδιο ρεπερτόριο θα έλεγα, αυτό με το οποίο πορεύομαι μέχρι σήμερα.

Ακούτε σήμερα τους δίσκους σας;

Όχι (γελάει). Μόνο εάν χρειαστεί να ξανακούσω κάτι για να το φρεσκάρω στη μνήμη μου κι εκεί είναι που λέω: «Κοίτα να δεις πόσο ωραίο ακούγεται».

Τι άλλο λέτε, «τα ακούμε και πάμε μπροστά ή απλώς τα ακούμε για να θυμόμαστε»;

Τα ακούμε και θυμόμαστε! Με ιδιαίτερη συγκίνηση, φυσικά, γιατί όλα αυτά έπιασαν μεγάλη θέση στη ζωή μου.

Κάθε βράδυ που πέφτετε για ύπνο γυρίζει στο μυαλό σας ένα παλιό σας τραγούδι;

Όχι, τίποτα.

Τώρα σας συμβαίνει με τη συζήτηση;

Ναι, αυτό μου συμβαίνει τούτη τη στιγμή!

Πού οφείλεται αυτό;

Ίσως γιατί στο μυαλό μου έρχεται μόνο κάτι που θα με πειράξει ή θα με ευχαριστήσει πολύ. Αναπολώ με πολλή αγάπη και συγκίνηση, αλλά δεν παραβλέπω πως πρόκειται για το παρελθόν, το περασμένο.

Απέναντί μου έχω μια κομψή και όμορφη κυρία. Κάνετε κάτι ιδιαίτερο γι' αυτό;

Ένα άλλο μείον μου είναι πως, παρότι ο Θεός διατήρησε καλά τη φωνή μου, δεν προσέχω καθόλου την εμφάνισή μου.

Πλάκα μου κάνετε, κομπλιμέντα θέλετε;

Όχι, θα μπορούσα να προσέχω περισσότερο το σώμα μου, αλλά είμαι αμελής σ' αυτά τα πράγματα. Και με την υγεία μου προσέχω το κατά δύναμιν, κάνω ένα τσεκάπ τον χρόνο κι αυτό λόγω της αδερφής μου, η οποία προσέχει περισσότερο, οπότε κοντά σ' εκείνη, κοιτιέμαι κι εγώ. Η καθημερινότητά μου όλη πλέον περνάει με το σπίτι. Μπορεί να έχω μια βοήθεια στις δουλειές, αλλά δεν είμαι να κάθομαι σ' έναν καναπέ και να τα περιμένω όλα. Λατρεύω το μαγείρεμα, εγώ που δεν ήξερα να βράσω ένα αυγό. Έχεις δει άνθρωπο να φτιάχνει αυγό, μισό βρασμένο και μισό ωμό; Πώς τα κατάφερα κι έφτασα στο σημείο να είμαι μια πολύ καλή μαγείρισσα!

Μαγειρεύετε για φίλους, το 'χετε «ανοιχτό» το σπίτι σας;

Όχι τακτικά. Τώρα στις γιορτές θα έρθουν ο γιος μου με τον εγγονό μου.

Φιλίες έχετε κρατήσει;

Τηλεφωνικά. Να, είδα φίλους τις προάλλες σε μια πρεμιέρα που πήγα. Συναντιέμαι καμιά φορά με την Άντζελα Ζήλεια, με τον Γιαννάκη τον Πετρόπουλο και τηλεφωνιέμαι με τη Γιοβάννα και με τον Τέρη Χρυσό.

Προσκλήσεις συνεχίζουν να φτάνουν στην πόρτα σας;

Ε, όχι πολύ πια. Εντάξει. Μετά βίας πάω κάπου τώρα.

Πώς σας φάνηκε αυτή η συνέντευξη που φτάνει στο τέλος της;

Κοιτάξτε, εγώ το μόνο που ήξερα ήταν να τραγουδώ. Είχα πάντα κάποια δυσκολία στο να δίνω συνεντεύξεις. Δεν ήμουν πολύ εύκολη στο να μιλήσω και ακόμα και στην τηλεόραση με έβλεπα μετά κι έλεγα: «Αυτό γιατί το είπες;». Χωρίς να σε κολακεύω, όμως, με έφερες από δω, με έφερες από κει, και ο χρόνος κύλησε αβίαστα, φυσικά κι ευχάριστα.

Να περιμένουμε ολόκληρο δίσκο μετά απ' αυτό το ένα τραγούδι;

Αν θελήσει ο Αλέξανδρος ο Καψοκαβάδης να επεκτείνουμε τη συνεργασία, να κάνουμε μαζί ένα ντουέτο ακόμα, εγώ είμαι στη διάθεσή του. Κι επειδή μαζί σου θέλω να τα λέω όλα κανονικά, αν βγάλω έναν δίσκο, τι θα γίνει μετά; Θα κάνει ο κόσμος «ααα», θα τον αγοράσει αβέρτα κι όλα εντάξει; Εδώ νέα παιδιά, που είναι στην επικαιρότητα, τους βγαίνει το λάδι για να πουλήσουν έναν δίσκο!

Μπορεί όμως να θέλετε να βγάλετε το μέσα σας, να μην είναι οι πωλήσεις το μόνο ζητούμενο.

Κάπου πρέπει να υπάρχει και συνέχεια, ξέρετε πώς το λέω. Ας κλείσουμε με μια ευχή μέρες που είναι: να είναι καλά η οικογένειά μου, το παιδί μου και η οικογένειά του. Τίποτε άλλο δεν θέλω, να είμαστε όλοι καλά και να αισθανόμαστε λίγο ευχαριστημένοι από τη ζωή.

Το λίγο, καλώς ή κακώς, δεν είναι στη φύση των ανθρώπων.

Με το λίγο, γιατί τώρα πια δεν νομίζω να υπάρχει το πολύ. Είναι σαν να βρίσκεσαι με τον πρώτο σου έρωτα και νομίζεις ότι όλα είναι μαγικά και με ψωμί κι αλάτι μπορείς να τη βγάλεις. Όπως ήταν τα πάντα τότε, καλοκαμωμένα.

* Η συνέντευξη με την τραγουδίστρια Κλειώ Δενάρδου πραγματοποιήθηκε στο καφέ του ξενοδοχείου «Παρκ» της λεωφόρου Αλεξάνδρας στις 14 Δεκεμβρίου του 2017.

** Πρώτη δημοσίευση: LIFO.gr

*** Οι φωτογραφίες είναι του Πάρι Ταβιτιάν