Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

αναδρομικό_post_του_νοέμβρη

Νομίζω πως η παρούσα φάση που περνάω είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια, τόσο ώστε ν' απορώ πως τα προλαβαίνω όλα: Ταξίδια, συνεντεύξεις, θέατρο, εκδηλώσεις κλπ. Βασικά δεν μού'χε ξανασυμβεί να ταξιδέψω μέσα σε 15 μέρες σε τρεις χώρες: Μιλάω για τον περασμένο Οκτώβρη, όπου πήγα πρώτα Ρωσία με τη μικρού μήκους ταινία ''Γράμματα στη Γερμανία'', μετά στη Λεμεσό για το διεθνές φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Κύπρου (πάλι με τα ''Γράμματα στη Γερμανία'') και στο καπάκι Παρίσι για τη μάλλον επεισοδιακή συνέντευξη με τη Marianne Faithfull στο σπίτι της. Κι εκεί που έλεγα να κουλάρω λίγο, άρχισαν οι περιοδείες με την παράσταση ''Την λένε Εύα'' πρώτα από τη Θεσσαλονίκη. Δώσαμε δύο παραστάσεις στο θέατρο Αυλαία με μεγάλη επιτυχία το περασμένο διήμερο, 13 και 14 Νοεμβρίου. Η φώτο που τράβηξε ο φίλος Γιώργος Τσιτιρίδης είναι από το φουαγέ του θεάτρου και το q & a με το κοινό, που διοργάνωσε το site kulturosupa. Δε μπορώ να πω, καλά ήταν, μας ξεθέωσαν στις ερωτήσεις και μένα και το Ευάκι!
Ένα 24ωρο βέβαια πριν αναχωρήσω για Θεσσαλονίκη, επισκέφτηκα για πρώτη φορά τον Τζίμη Πανούση στην οικία του στο Παλαιό Ψυχικό για μια μεγάλη συνέντευξη που δημοσιεύεται στο αυριανό τεύχος του Downtown. Την ήθελα πολύ μία συνέντευξη με τον Πανούση και χαίρομαι που ήταν κεφάτος και ομιλητικός και είπαμε πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Κι επειδή στο περιοδικό χώρεσαν μόνο 2.000 λέξεις από τις 6.000 που βγήκε συνολικά η συνέντευξη, θα τη δείτε εδώ δημοσιευμένη σε καμιά δεκαριά μέρες. Παρεμπιπτόντως, την άνωθεν φώτο τράβηξε ο νέος συνεργάτης μου και συνεργάτης του Downtown, φωτογράφος Κοσμάς Κουμιανός.
Είχαμε όμως και πρεμιέρα για την Ώρα των πενήντα λεπτών στο θέατρο Αγγέλων Βήμα την Πέμπτη 3 του Νοέμβρη με πρώτη γκεστ την αγαπημένη Αφροδίτη Μάνου. Εξαιρετική και πολύ λυπάμαι που δεν είχαμε πολύ κόσμο, διότι πραγματικά ακούστηκαν όμορφες αλήθειες από την Αφροδίτη. Εδώ είμαστε με τη Μάνου, τον Γιάννη Φωρινιώτη και τον πιανίστα - συνθέτη Αντώνη Παπακων/νου.
Ο Φλωρινιώτης βρέθηκε στην Ώρα των πενήντα λεπτών κατευθείαν από το πάνω θέατρο, όπου παιζόταν η παράσταση Την λένε Εύα με τη φίλη του την Κουμαριανού. Μάλιστα, μέγας φαν του είναι και ο σκηνοθέτης - σεναριογράφος Παναγιώτης Ευαγγελίδης, ο οποίος κάθισε κι αυτός μετά κι απόλαυσε την Αφροδίτη Μάνου στην Ώρα των πενήντα λεπτών. Να μην παραλείψω να πω πώς ο Φλωρινιώτης στο τέλος αγκάλιασε θερμά τη Μάνου, ενώ δε σταμάτησε να με ευχαριστεί για τη σπάνια βραδιά που είχε την τύχη να παρακολουθήσει. Νά'ναι καλά ο άνθρωπος!
Ντουέτα με την Αφροδίτη Μάνου, αμέσως μόλις τελείωσε το δικό της μικρό πρόγραμμα, έκανε και ο συνάδελφος της, Βασίλης Γισδάκης. Τραγούδησαν μαζί Χατζιδάκι και η ''Οδός Ονείρων'' ήταν σίγουρα υπέροχη στιγμή!
Την Αφροδίτη συνόδευσαν στο πιάνο αρχικά ο Αντώνης Παπακων/νου και μετά ο συνθέτης και κοινός μας φίλος, Νίκος Πλατύραχος. Η ίδια ωστόσο έδωσε βήμα και σ' έναν άλλο συνθέτη που βρισκόταν στο κοινό, τον Δαμιανό Πάντα, ο οποίος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση της και έπαιξε μερικά τραγούδια από το δίσκο που έκαναν με τον Γισδάκη!
Εδώ το team της πρώτης Ώρας των πενήντα λεπτών σε απαρτία: Από αριστερά ο Νίκος Πλατύραχος, ο Δαμιανός Πάντας, η Αφροδίτη Μάνου, ο γράφων, η πιανίστρια Νάνσυ Κουγιουφά, ο Βασίλης Γισδάκης και ο Αντώνης Παπακων/νου.
Την επόμενη κιόλας μέρα έπρεπε να πάμε με τον Αντώνη Παπακων/νου ως το σπίτι της Τάνιας Τσανακλίδου, ετοιμάζοντας την Ώρα των πενήντα λεπτών της Πέμπτης 10 Νοεμβρίου!
Την ίδια μέρα που κυκλοφόρησε το Downtown με αφιέρωμα στη διεθνή Λένα Πλάτωνος και τα πρόσφατα γενέθλια της. Χάρηκε πολύ η Λένα που μπήκε στο Downtown, ''έγινα του εμπορικού κι εγώ'' μου είπε και γελάσαμε. ''Δεν είσαι η πρωτη'' της απάντησα και είχα δίκιο, εφόσον σε προηγούμενα τεύχη του έχουν φιλοξενηθεί ο Γιώργος Χρονάς, η Γιώτα Γιάννα και πολλοί ακόμη σημαντικοί καλλιτέχνες σε συνεντεύξεις τους στην αγαπημένη Φανή Πλατσατούρα. Δεν την αποκαλώ τυχαία ''αγαπημένη'' τη Φανή, αφού εκείνη ήταν που από τον περασμένο Ιανουάριο με είχε προτείνει να ενταχθώ στο συντακτικό team του Downtown. Την ευχαριστώ, λοιπόν, όπως πάντα δεν ξεχνώ να ευχαριστώ ανθρώπους που με έχουν οφελήσει στο χώρο αυτό ανιδιοτελώς και χωρίς καθόλου ανταγωνισμούς.
Σε αντίθεση με την πρώτη Ώρα των πενήντα λεπτών στο Αγγέλων Βήμα, η δεύτερη έσκισε από κόσμο! Σχεδόν 90 άτομα ήρθαν - δε χωρούσαν κι άλλοι δηλαδή - για να ακούσουν την Τάνια Τσανακλίδου σε μια ανοιχτή εξομολόγηση και σε λατρεμένα τραγούδια της, πάντα με τη συνοδία του Αντώνη Παπακων/νου στο πιάνο.
Άκρως επικοινωνιακή όπως πάντα η Τάνια επιβλήθηκε άνετα σε ένα κοινό που κρεμιόταν κυριολεκτικά από τα χείλη της. Έτσι, αφού δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της στη συνεδρία μας - όταν φτάσαμε στο ''κομμάτι'' με τον πατέρα της -, έκανε χιούμορ με το κοινό και μας καθήλωσε με το τραγούδισμα της: Οι Μοίρες και το Πάτωμα του Κραουνάκη, το Απ' τα κουμπάκια ανάμεσα του Κυπουργού, ακόμη και το θρυλικό Αν μ' αγαπάς του Σπανού.
Εκεί ήταν πάλι ο Βασίλης Γισδάκης, αλλά και η Ευσταθία, οι οποίοι τραγούδησαν μαζί με την Τσανακλίδου συνοδεία αυτή τη φορά του Γιάννη Παπαζαχαριάκη στην κιθάρα. Η Ευσταθία θά'ναι η επόμενη ασθενής μου στο Ντιβάνι του Ψυχαναλυτή την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου!
Καιρό είχα να δω και τον Γιώργη Χριστοδούλου, που με επισκέφτηκε στο καινούργιο μου διαμέρισμα και μου έφερε το εξαιρετικό βιβλίο - CD του, Ο Αττίκ στο Παρίσι, από τη Μικρή Άρκτο. Ο Γιώργης είναι αξιοθαύμαστος που παλεύει τόσα χρόνια δίχως την παραμικρή έκπτωση στην αισθητική του. Ακόμη δεν έχω προλάβει να ακούσω τη δουλειά αυτή, αλλά θα το κάνω με την πρώτη ευκαιρία και δεσμεύομαι να γράψω κιόλας!
Ολοκληρώθηκαν και τα γυρίσματα των κιν/φικών ''Ιερόσυλων'' της Μάρσας Μακρή με ένα μικρό ολονύχτιο συμπληρωματικό γύρισμα. Εκεί, σε ένα υποτιθέμενο χριστουγεννιάτικο δείπνο, μεσούσης της επταετίας, συνάντησα και τον άνδρα πρωταγωνιστή της ταινίας δίπλα στην πρωταγωνίστρια Λουκία Μιχαλοπούλου, τον μουσικό Blein L. Reininger. Υπολείπεται ακόμη ένα γύρισμα, νομίζω, μέχρι η ταινία να μπει στο μοντάζ.
Να και μια προχθεσινή μόλις φώτο: Η Εύα Κουμαριανού με τον Άρη Δημοκίδη, που μας τίμησε με την εκπομπή που μας έκανε στο amagi radio της Θεσ/νίκης. Ο Άρης, ως γνωστόν, ''τρέχει'' το site της LIFO και κατά υποκειμενική εκτίμηση ένα μεγάλο μέρος της πανελλήνιας απήχησης του site οφείλεται σ' αυτόν και τα...ξενύχτια του.
Κι εδώ η Εύα με τον Γιώργο Τσιτιρίδη που αγαπιούνται κι εγώ πάλι δεν ξεχνάω πως η παράσταση Την λένε Εύα χρωστάει πολλά σ' αυτόν με το free press Fagazine που εξέδιδε μια φορά κι ένα καιρό.
Τι όμορφα που ήταν στη Θεσ/νίκη, αν και γενικά όμορφη είναι η παρέα με την Κουμαριανού και το βιτριολικό αυτοσαρκαστικό χιούμορ της! Επόμενος σταθμός της περιοδείας μας το Ηράκλειο Κρήτης, αυτή την Κυριακή 20 του Νοέμβρη!
Μάλιστα, συνάντησα και τον ποιητή της Θεσσαλονίκης Άγγελο Ευθυμιάδη, ο οποίος είχε την καλωσύνη να μου χαρίσει δύο αντίτυπα της ποιητικής συλλογής του, ένα για μένα κι άλλο ένα για τη Λένα. Επίσης θα τον διαβάσω οσονούπω και θα γράψω, διότι τ' αξίζει λένε οι πηγές μου!
Αύριο, λοιπόν, Πέμπτη, του Πολυτεχνείου ανήμερα, κυκλοφορεί το Downtown με τη συνέντευξη του Τζίμη Πανούση. Έχω την αίσθηση ότι θα συζητηθεί, καθώς ο εκρηκτικός συνθέτης, ερμηνευτής και σόουμαν δε μάσησε για άλλη μια φορά τα λόγια του! Σας χαιρετώ και τα λέμε πάλι εν καιρώ!

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

ΣΥΝένΤεΥΞη ΜΕ Τον νΕο ΠΟΙητή ΜάΡΙΟ ΛΕΒένΤη


Γνωρίστε αυτόν τον νέο ποιητή. Λέγεται Μάριος Λεβέντης, ζει μόνιμα στην Κρήτη κι έχει μια μοναδική ευχέρεια, τόσο στον γραπτό (είτε πρόκειται για ποίηση, είτε για θέατρο), όσο και στον προφορικό λόγο. Η ''Δεύτερη Άνοιξη'' του μόλις κυκλοφόρησε από τον Γαβριηλίδη στην Αθήνα.

 «Μωβ με γκρι» ονομαζόταν το πρώτο θεατρικό έργο που γράψατε στα 18 σας. Τι σηματοδοτεί αυτή η επιλογή δύο ''πένθιμων'' χρωμάτων στον τίτλο;
Ναι, ήταν η  πρώτη δημόσια εμφάνιση της πένας μου. Και μάλιστα ο Θεός τα ταίριαξε τόσο όμορφα μεταξύ τους, ώστε να ξεκινήσω από το θέατρο,  όπως τόσο δυνατά  ονειρευόμουν. Και ήρθε το «Μωβ με γκρι». Και κάνω την πρώτη μου εμφάνιση στο θέατρο. Η επιλογή είναι βεβαίως συγκεκριμένη, γιατί στο θέατρο πρέπει να ξέρεις ακριβώς τι θέλεις να δώσεις στο κόσμο. Ο τίτλος του έργου, είναι ερμηνευτικός - αντιθετικός τίτλος. Τα χρώματα στο κείμενο, έχουν κατοχυρώσει τα δικαιώματα ενός δικού μου ορισμού, που σχετίζονται με την εξέλιξη του ήρωα, της ιστορίας του και με το μήνυμα που καλείται να στείλει το έργο. Και εδώ, σε αυτή την περίπτωση, έχουμε θέατρο σε έκδοση, που είναι πραγματικά πολύ δύσκολο. Γιατί ο συγγραφέας είναι μια μεικτή δύναμη, απ’ όλους τους συντελεστές. Δηλαδή, όταν έγραφα το έργο δεν ήμουν μόνο ο συγγραφέας του, ήμουν και ο σκηνοθέτης, ο ενδυματολόγος, ο σκηνογράφος. Είναι τεράστια η ευθύνη. Δεν έχεις περιθώρια να ξεφύγεις, ειδικά ότι υπογράφεις ένα είδος μονολόγου, του λόγιου θεάτρου, που πρέπει να ξεναγήσεις τους αναγνώστες μέσα στα γράμματα, τις παύσεις και τις οξείες και όχι απλώς να αρκεστείς στην εικόνα. Το έργο αυτό αποτέλεσε το αρχίγραμμα μου.
Για ποιο λόγο γράφετε θέατρο, ποίηση; Για ποιο λόγο γράφετε γενικά;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος λόγος.. Δεν το σκέφτομαι έτσι δηλαδή. Γεννήθηκε μαζί μου αυτή η ανάγκη Η τέχνη γενικότερα,  είναι η αποστολή μου για έναν κόσμο όχι ονειρεμένο, μα λίγο καλύτερο. Να κάνει λίγο,  πως γέρνει από ευαισθησία και ήθος και όχι να επαναπαύεται, απλώς  στην ύπαρξη του. Να ζήσει έντονα, στο κόκκινο όλα τα συναισθήματα. Τώρα πιο συγκεκριμένα το θέατρο είναι για μένα είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο, είναι η παρηγοριά μου, είναι το δεύτερο σπίτι μου. Τα έργα, οι ρόλοι, τα φώτα, η σκηνή είναι οι φίλοι μου. Που ξέρουν πολύ καλά ότι τους νοιάζομαι. Είμαι αφοσιωμένος στο θέατρο και σε αυτό που αναλαμβάνω.  Μου δίνει απίστευτη ενέργεια, και μια αθωότητα, που πάντα με ηρεμεί. Θυμάμαι πως ερωτεύτηκα, αμέσως αυτό το πορφυρό, θυμάμαι πως μύριζε το βελούδο, τις αφίσες και το ρεπερτόριο μιας εποχής,που δεν έζησα αλλά τη νοσταλγώ και τη λαχτάρα μου να πιάνω πάντα  πρώτη θέση,  για να μην χάνω ούτε βλέμμα της ερμηνείας. Πως θα μπορούσα λοιπόν να μην γράψω για το θέατρο; Όλο αυτό είχε μια απίστευτη ορμή. Ήθελα να του αφιερωθώ. Να του χαρίσω κομμάτια μου. Του το χρωστάω. Η ποίηση από την άλλη, είναι η οδός της ψυχής μου, του μυαλού και της καρδιάς μου. Είναι  η λύτρωση μου, η ανάγκη μου η απόλυτη, η δύναμη μου, ο ουρανός μου. Που με έσωσε και με σώζει. Είναι ένας άλλος κόσμος που μαθαίνεις να αντέχεις την πραγματικότητα, να αντέχεις τον εαυτό σου, τα λάθη και τις υπερβολές,  που τελικά καταφέρνεις να τα αγαπήσεις και να ζήσεις μαζί τους. Αυτό είναι φυσικά μια ατέρμονη και ψυχοφθόρα διαδικασία. Όπου κάθε φορά, είναι η πρώτη φορά. Με τις ίδιες συστάσεις και τον ίδιο σεβασμό. Είναι νομίζω, το πιο σημαντικό να σέβεσαι αυτό που κάνεις και τον εαυτό σου.

Συμφωνείτε πως η ποίηση, αν και εκτός της σκέψης, απαιτεί μόνο ένα στυλό κι ένα κομμάτι χαρτί, θεωρείται η ύψιστη των τεχνών;
Μα φυσικά! Με καρδιά και ψυχή σε ετοιμότητα βέβαια. Η ερώτηση είναι αρκετά λεπτή αλλά θα είμαι ειλικρινής. Έχω πάρα πολύ καλές σχέσεις με την σιωπή. Και με τις νότες το ίδιο. Λόγος όμως δεν είναι η προφορά, είναι και η σκέψη.  Λόγος πολλές φορές εννοείται η «ψυχή». Δεν ξέρω πως θα ήμασταν  χωρίς λέξεις. Ναι, θεωρώ την ποίηση ύψιστη των τεχνών. Με την ποίηση μπορείς να μεταφράσεις το μέσα σου. Είναι ανάγκη όλων μας αυτό. Κάποιοι είναι πρόωροι και κάποιοι καθυστερούν να το καταλάβουν. Σκεφτείτε μόνο, πως σε μια δύσκολη στιγμή ένας ποιητής μας γλιτώνει, και λένε «μα πόσο επίκαιροι και πόσο επίκαιροι;…« Μα είναι αλήθεια, πώς να γίνει. Στον έρωτά ποιήματα, στον πόλεμο ποιήματα, στο δίκιο μας ποιήματα, συνθήματα… Η ίδια η ζωή είναι ένα ποίημα.

Διαθέτετε μία τρομερή ευχέρεια τόσο στον γραπτό, όσο και στον προφορικό λόγο. Πώς το καταφέρνει αυτό ένας άνθρωπος που μόλις βγήκε απ' την εφηβεία;
Σας ευχαριστώ πολύ. Και μέσα στην εφηβεία το ίδιο ίσχυε. Είχα ταχύτατη ωρίμανση που μου την πρόσφερε μια δύσκολη ζωή. Η ζωή είναι μνήμη.
Θα ήθελα να μου πείτε μερικά βιβλία που σας έχουν καθορίσει και γιατί.
Νομίζω ότι η ίδια η γλώσσα μου μ’ έχει καθορίσει. Λατρεύω κάθε τι ελληνικό. Και εδώ μιας και μου δίδεται η ευκαιρία. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο σημερινός άνθρωπος διεγείρεται τόσο πολύ από ξενόφερτο. Και γίνονται συχνά πολλά μπάμ. Στην Ελλάδα οι δημιουργοί και καλλιτέχνες έχουν μια απίστευτη σεμνότητα. Ίσως αυτή μας κρατάει μέσα.  Έχωξενυχτήσει, διαβάζοντας πολλά θεατρικά και ποιητικές συλλογές. Εκτιμώ πολύ τους «αδικημένους ποιητές» , τα καλά νεοελληνικά έργα. Κωμωδία θα διαβάσω σπάνια. Συνήθως επιλέγω δραματικά έργα. Έχω μεγάλη αδυναμία στον Σαίξπηρ και στο κλασσικό ρεπερτόριο. Και στην ποίηση αγαπώ πολύ τον Γκάτσο και τον Καρυωτάκη. Επίσης θαυμάζω το αρχαίο Ελληνικό δράμα.
Στην ποιητική ''Δεύτερη Άνοιξη'' σας, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, αναζητάτε απελπισμένα την Αγάπη σε όλες τις μορφές της. Θεωρείτε ότι είναι τόσο δύσκολη η απόκτηση της ώστε να την ''εξορκίζετε'' με ποιήματα;
Τι να την κάνεις μια ζωή,  χωρίς αγάπη. Είναι πολύ δύσκολη.  Θέλει καθημερινή εξάσκηση, είναι σαν ένα άθλημα: αν το αφήσεις, σε αφήνει... Σ’ ένα δοκίμιο μου είχα γράψει «Να αγωνίζεσαι να αγαπάς. Ο πιο δύσκολος αγώνας η αγάπη. Δεν δίνει απάντηση. Υπάρχει, καραδοκεί και αγωνιά. Τόσο διακριτική. Η πιο ήσυχη ανάγκη μας και η πιο ασφαλής. Μορφωμένη επιβίωση, αυτό είν’ η αγάπη» Στα ποιήματα γδύνεται η ανάγκη μας, να αγαπήσουμε και ν’ αγαπηθούμε απόλυτα.
Άνθρωποι που ζουν έξω από τα τετριμμένα, με όποιο κόστος, μπορούν να γίνουν μεγάλοι καλλιτέχνες; Πιστεύετε πως αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η γραφή σας είναι και τόσο ιδιαίτερη;
Νομίζω ο χρόνος που έχουν να κατανοήσουν τη ζωή. Να την κατανοήσουν ουσιαστικά όμως και να τη ζήσουν και καλύτερο δυνατό τρόπο. Είναι μοναδική. Είναι μια συνάντηση. Το κόστος νομίζω  είναι, ότι τους απορροφά αυτό το «δούναι – λαβείν»,  έχοντας στο μυαλό τους, ότι έχουν αναλάβει να κάνουν τη ζωή του κόσμου καλύτερη και ξεχνάνε πίσω τον εαυτό τους. Το έχω βιώσει και ο ίδιος. Ίσως γι αυτό και γιατί δεν μου χαρίστηκε τίποτα, πάντα μόνος έγραφα την δύναμη μου.
 Σας ενοχλεί η υπερπροβολή των ίδιων και των ίδιων, που λέμε, στον τομέα της τέχνης, είτε πρόκειται για λογοτεχνία, είτε για τραγούδι κλπ;
Ναι με ενοχλεί πάρα πολύ. Διότι μ’ αυτόν τρόπο σκοτώνουν την συνέχεια της τέχνης, την απορρίπτουν με τον χειρότερο τρόπο. Λέγοντας τους νέους αντιεμπορικούς και με το μικρό τους γιατί δεν είναι ονόματα. Αυτό που πρέπει να προβάλλεται, είναι το έργο, όχι το όνομα. «Το τι είμαι και τι θα γίνω», αποδεικνύεται καθαρά με το έργο του καθένα.. Εντάξει υπήρξαν σπουδαίοι ποιητές, με υπέροχο υπόβαθρο, αλλά φτάνει πια. Η ιστορία συνεχίζεται, δεν τελειώνει εκεί το έργο. Είμαστε πάρα πολύ νέοι και κηδευόμαστε με το χώμα των ήδη περασμένων. Αυτό είναι άδικο και με θίγει. Εγώ ξεκίνησα μόνος, με κενό βιογραφικό και βγήκα στον χώρο, προτού καν μπω στο Πανεπιστήμιο  και χτίσω συνεργασίες με ονόματα που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν. Μα δεν έγινε. Αυτό τι σημαίνει, ότι το ταλέντο και το πείσμα μου με οδήγησαν στην λογοτεχνία και το θέατρο. Βγήκα μόνος δηλαδή επάνω. Και προσπαθώ να έχω μια αξιόλογη πορεία. Υπήρξαν πολλοί που τους ανέδειξαν κυκλώματα, Medea και δεν ξέρω τι άλλο. Εγώ ήθελα, να δώσω στον κόσμο πράγματα ουσιαστικά, που θα πάνε την ζωή τους ένα βήμα παρακάτω, χωρίς να τους ανεβάζω σε ροζ συννεφάκια.  Γι αυτό με μαλώνω συχνά και είμαι πολύ απαιτητικός από τον εαυτό μου.
Στο τραγούδι τι να συζητήσουμε. Εγώ ένα νταπντουπ, ακούω μονίμως και στίχους καθόλου εμπνευσμένους. Θέλω να πιστεύω πως είναι μια μόδα που ήρθε και θα φύγει. Μα νομίζω πως εδώ συμβαίνει το αντίθετο: Πολλοί νέοι ,με άλλα προσόντα εικόνας ίσως και όχι φωνής και αισθητικής. Μπορείς να ξεχάσεις τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι; τον Πλέσσα, τον Ξαρκάκο; Όχι…. ποιος να συγκριθεί μαζί τους …;και ο Πάριος με συντροφεύει πολλά δειλινά. Είμαι παλιάς σχολής σ’ αυτά τα γούστα.
Υπάρχει εμπιστοσύνη σήμερα στους νέους καλλιτέχνες;
Νομίζω ότι κάτι πάει να γίνει. Δεν είμαι σίγουρος αν επρόκειτο για εμπιστοσύνη ή για ένα ρίσκο. Υπάρχει αβεβαιότητα σε κάθε τι νέο. Στο θέατρο γίνονται εξαιρετικά πράγματα από νέους, πολλοί εμπνευσμένους σκηνοθέτες,συναδέλφους και ηθοποιούς. Στην λογοτεχνία νομίζω είναι πιο σφιχτά τα πράγματα. Είμαι για Τρίτη χρονιά στο χώρο και βλέπω ότι υπάρχει πολύ μεγάλο υλικό, αλλά συνήθως θέλει και το κατάλληλο φόντο, αν τα έχεις δουλέψει και τα δυο σου λένε «Προχωράμε!». Αλλά όπως και να ‘χει,  χρειαζόμαστε πολύ,  το νέο αίμα ιδεών. Πρέπει να το εμπιστευτούν, αξίζει.
Ζείτε μόνιμα στην Κρήτη. Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα για σας αν ζούσατε στην Αθήνα; Αναφέρομαι σαφώς στην εξέλιξη της πορείας σας.
Δεν το συζητώ καθόλου. Εδώ δεν υπάρχουν τα φώτα της Αθήνας. Είναι πολύ μαζεμένες οι ευκαιρίες και δεν κερδίζεις «μετοχές». Η Αθήνα,  είναι για μένα «Η πόλη της τέχνης» Κρύβω  έναν μεγάλο αθηναϊκό αέρα. Άλλωστε την καριέρα μου ,την ξεκίνησα και την συνεχίζω στην Αθήνα.
Στο ποίημα ''Άγνωστοι καιροί'' μιλάτε για τη ''φτώχεια της εποχής''. Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να γίνετε πολύ – πολύ συγκεκριμένος...
Η φράση που επιλέξατε είναι από ένα άκρως ερωτικό ποίημα, ανεκπλήρωτου όμως , έρωτος. Και πόσα δεν κάνουμε, για έναν αυθεντικό έρωτα; Που είναι πιο πολλές οι πληγές του, απ’ τα φιλιά του;  Η εποχή μας είναι σκληρή, αναιδής και θεατρίνα. Είναι οικτρά φτωχή σε συναισθήματα. Ο αφηγητής στο ποίημα, εκφράζει την θυσία και συνάμα το κενό που νοιώθει, για να κατορθώσει να αισθανθεί, αυτό που πόθησε. Σήμερα έχουμε παραιτηθεί, δε θέλουμε μάλλον να νοιώσουμε ο ένας στον άλλο.
 Η ποίηση σας θυμίζει, κατά υποκειμενική εκτίμηση, τη στιχουργική ενός Γκάτσου. Έχει ''περάσει'' το τραγούδι στα ποιήματα σας;
Είμαι μεγάλη η τιμή μου, να με συγκρίνεται με έναν σπουδαίο άνθρωπο και ποιητή όπως υπήρξε ο Νίκος Γκάτσος. Ναι, έχει περάσει. Γράφω και παραδοσιακά κι αυτό έχει μιαν άλλη γλύκα από την μοντέρνα ποίηση. Στη συλλογή υπάρχουν πάρα πολλά ποιήματα, που θα μπορούσαν να γίνουν τραγούδια.
 Στο ''Φεγγαριού τραγούδια'' λέτε ''αλήτης έφηβος γυρνώ''. Η ''αλητεία'' έχει νόημα και παύει να’ ναι καταδικαστέα μόνο μέσω της αναζήτησης της αγάπης;
Εδώ βέβαια μιλάω για την αλητεία της καρδιάς, απέναντι στηνλογική. Την δύσκολη σύγκρουση και τον συμβιβασμό ή καλύτερα την αποδοχή.. Εδώ συμβαίνει για τις ανάγκες της έμπνευσης ή την αίσθηση της στιγμής που το έγραψα. Έφηβοι είμαστε συνήθως πιο επαναστατικοί.  Όχι μόνον, Η αλητεία έχει νόημα και είναι καλό να υπάρχει, όπως και τα πάθη μας. Αρκεί να ξέρεις που σταματάς. Το ποίημα αυτό είναι ένα απ’ τα τραγούδια της «άνοιξης…»
Περιγράψτε μου ένα 24ωρο από τη ζωή σας, από την ώρα που ανοίγετε τα μάτια σας μέχρι την ώρα που θα πέσετε για ύπνο ενδεχομένως κουρασμένος.
Εντάξει υπάρχουν κάποια βασικά πράγματα, που γίνονται αλλά γενικά είμαι απρόβλεπτος, όπως η ζωή. Δεν μου αρέσουν  τα προγραμματισμένα. Η ζωή με πάει μόνη της. Το λιμάνι μου είναι το γραφείο μου, όπου με βρίσκουν οι περισσότερες ώρες της ημέρας. Παρέα με το άρωμα του καφέ ή του ποτού που ανεβαίνει προς τα πάνω. και οι στάχτες του απολογισμού στον εαυτό μου. Δουλεύω σκληρά με την ψυχή μου και με τις αντοχές μου. Και πριν καλά – καλά κοιτάξω το παράθυρο, έχει κιόλας νυχτώσει. Κι εκείνη την ώρα,  κλείνω συνήθως ραντεβού με την έμπνευση. Τα λέμε μέχρι τα ξημερώματα…
''Ποίημα στο Θεό'' λέγεται ένα άλλο ποίημα σας. Υπάρχει έντονη ανάγκη, πιστεύετε, για την παρουσία ενός Θεού στη ζωή των ανθρώπων;
Υπάρχουν πολλές απόψεις, πολλές διαφορές, όπως και υπερβολές , γύρω από το θέμα της Πίστης μας στο Θεό. Εγώ είμαι άνθρωπος που πιστεύω πολύ. Απόλυτα και χωρίς ανασφάλεια. Και προσπαθώ να το φανερώνω και στις διαπροσωπικές μου σχέσεις και στο έργο μου. «Η Δεύτερη Άνοιξη» είναι εκείνο το φως που είδα όταν άνοιξα πρώτη φορά τα μάτια μου. Αυτό δεν είναι πίστη βαθιά; Ότι δεν φοβάμαι τον θάνατο; Εγώ δεν ξέρω αν μπορούσα να ζήσω χωρίς ταυτότητα. Και θέλω ένα κόσμο να πιστεύει. Με τον τρόπο του. Όμως τα δέχομαι όλα, γιατί αυτά που είναι πολύ προσωπικά θέματα. Από κει και πέρα  η πίστη μπορεί να σου φανερώσει τα λάθη σου.. Ένας άνθρωπος που αρνείται συστηματικά, είμαι οφθαλμοφανές ότι φοβάται τον εαυτό του. Ναι, ο κόσμος θα ήταν καλύτερος γιατί η πίστη, σου προσδίδει κι ένα κάποιο μέτρο κι ενοχές που μπορούν να αποδειχτούν ευεργετικές. Εγώ προσεύχομαι και ελπίζω για μια γεμάτη ζωή, με τ’ όνειρο να περιμένει πάντα, να με πάρει από το χέρι…




Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Η συνέντευξη με τον Χρήστο Θηβαίο στο Downtown: Director's Cut

Ο τραγουδοποιός Χρήστος Θηβαίος έχει συμπληρώσει ήδη μια 20ετία στα μουσικά δρώμενα, αρχικά με τους Συνήθεις Υπόπτους και έναν οριακό δίσκο (‘’Μέρες αδέσποτες’’) και εν συνεχεία με την προσωπική διαδρομή του. Είχε την τύχη να ερμηνεύσει τον ‘’Άμλετ της Σελήνης’’ του Θάνου Μικρούτσικου και του Μάνου Ελευθερίου, ένα από τα σημαντικότερα – κατά τη γνώμη μου – σύγχρονα ελληνικά τραγούδια, και να ακούσει τη φωνή του να ενώνεται μ’ αυτή του κόσμου σε πολλά ακόμη κομμάτια, δικά του ή άλλων δημιουργών. Δεν πέρασε πολύς καιρός που μια ατυχής δήλωση του, τον έκανε βορά στα λιοντάρια της διαδικτυακής αρένας. Και μόνο αυτό το περιστατικό θα έφτανε για να βρεθούμε και να συζητήσουμε. Η πραγματική αιτία όμως για την ακόλουθη συνέντευξη ήταν το ‘’Σιδερένιο Νησί’’, το καινούργιο CD του, συνημμένο με βιβλίο, που οφείλει την ύπαρξη του σε μία άγνωστη σχετικά μαύρη σελίδα της πολιτικής ιστορίας του 20ου αι. στη χώρα μας. Κάπου εκεί ‘’χώρεσαν’’ και πολλά άλλα θέματα, όπως ο έρωτας και ο θάνατος, το ‘’έντεχνο’’ τραγούδι και οι νεότεροι εκπρόσωποι του.

Πριν από μία δεκαετία περίπου σας  είχα συναντήσει στο ίδιο σπίτι στη Μαυρομιχάλη. Τα πράγματα έχουν αλλάξει, δεν είστε πια μαζί με την κόρη του Μικρούτσικου.
Ακριβώς. Μια χαρά, όμως. Ζω τώρα με την οικογένεια μου. Έχω τον μικρό Θάνο, τον γιο που έκανα με την κόρη του Μικρούτσικου, όπως και τον Νίκο, από τον πρώτο μου γάμο. Ο Θάνος είναι έξι στα εφτά, ο Νίκος δεκαπέντε στα δεκαέξι. Η τωρινή σύντροφος μου, η Μαρία, έχει επίσης μια κόρη, την Αριάδνη, δεκατριών ετών και είμαστε όλοι παρέα.
Δε μπορείτε να μείνετε καθόλου μόνος. Θέλετε πάντοτε τη γυναικεία παρουσία δίπλα σας.
Όλοι είμαστε μοναχικοί τύποι, αλλά νομίζω ότι η παρουσία του άλλου μας δυναμώνει την έννοια της διαφορετικότητας και της αφοσίωσης. Η σύντροφος ή ο σύντροφος κάποιου ανθρώπου έχει τρομερά δημιουργικό ενδιαφέρον πέρα από τον έρωτα. Πάντα ο άνθρωπος που εμπιστεύεσαι δεν παύει να αποτελεί τις πρώτες σελίδες ενός τεράστιου λογοτεχνικού έργου. Σα να έχεις λειάνει ένα μαχαίρι από αλάτι, το οποίο ανά πάσα στιγμή σε πληγώνει και ανά πάσα στιγμή το πετάς και γίνεται θάλασσα.
Χειρίζεστε ωραία τον λόγο. Θα έχει να κάνει και με τις σπουδές σας αυτό.
Πάντα είχα την ανάγκη να εντρυφήσω στις ζωές των άλλων, κάτι που ξεκίνησε από τα τραγούδια και από τους καλλιτέχνες που θαύμαζα. Κατέληξα να δώσω εξετάσεις, να σπουδάσω φιλοσοφία στη Μπολόνια και να συναντήσω εκεί συγκλονιστικούς καθηγητές. Ανάμεσα τους, τον Ουμπέρτο Έκο, τον λιγότερο γνωστό Βαλέριο Μαρκέτι, που ήταν όμως συνεργάτης του Μισέλ Φουκό, καθώς και τον Τόνι Νέγκρι, εξόριστο τότε από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ζούσα σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία και μπορώ να χαίρομαι σήμερα που κάτι ανάλογο ζουν τα παιδιά μου. Ο Θανούλης είναι μικρός ακόμα, αλλά ο Νίκος και η Αριάδνη πηγαίνουν εδώ σχολείο, στα Εξάρχεια, και οι κολλητοί τους φίλοι είναι άλλου πολιτισμού, άλλης θρησκείας και άλλου χρώματος. Έχουν φτιάξει μια υπέροχη παρέα.
Πως είδατε τη βράβευση με Νόμπελ του Bob Dylan;
Διάβασα ότι έγινε χαμός στα social media. Εγώ χάρηκα. Ακούστηκε “γιατί να μην το’χει πάρει ο Μίλαν Κούντερα και να το πάρει ο Dylan’’… Εντάξει, και γιατί να μην το’χει πάρει ο Νίκος Καρούζος και να το πήρε ο Σιμόν Πέρες, ξέρω γω… Απόψεις είναι αυτές, αλλά προσωπικά αισθάνθηκα, πολύ ταπεινά εκφράζοντας το, ότι ανήκω στην οικογένεια του Dylan, άρα χάρηκα για την αναγνώριση του λογοτεχνικού ταλέντου του.
Αρκετές φορές έχετε μιλήσει για τους ηθοποιούς γονείς σας. Μεγαλώσατε μέσα στα μπουλούκια.
Ηθοποιοί δεν ήταν μόνο οι γονείς μου, αλλά και ο παππούς, η γιαγιά μου, ο θείος μου… Όλοι. Δεν υπήρχε άνθρωπος από το σόι της μητέρας μου που να μην ήταν ηθοποιός. Από την πλευρά του πατέρα μου, πάλι, ήταν ο μόνος που τελείωσε τη Νομική και ακολούθησε τη Λυρική Σκηνή ως τενόρος. Δούλεψε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, αλλά μετά ερωτεύθηκε τη μάνα μου και έφυγε με τα μπουλούκια.
Τους έχετε τους γονείς σας;
Όχι, ήταν μεγάλοι. Ο πατέρας μου με έκανε 57 ετών και έφυγε στα 87 του. Τον έζησα αρκετά. Θυμάμαι λίγο πριν πεθάνει που έψαχνα κοινούς τόπους να μιλήσω μαζί του. Είχαμε μείνει μόνοι γιατί η μάνα μου έλειπε στον Καναδά στην αδερφή της. Όλη μέρα ακούγαμε κλασική μουσική, όπερα και Μαρία Κάλλας, ώσπου σε μια φάση μπαίνω στο σπίτι όλο χαρά και του λέω: ‘’Μπαμπά, τά’μαθες; Θα περάσει ο κομήτης του Χάλεϊ’’. Γυρνάει με ένα απαξιωτικό ύφος και μου κάνει: ‘’Πάλι;’’ (γέλια) Τον είχε ξαναδεί!
Είχαν προλάβει οι γονείς σας να σας δουν ‘’φτασμένο’’ τραγουδοποιό;
Όχι, δυστυχώς. Η μητέρα μου πέθανε το ’97, πρόλαβε να δει την αρχή με τους Συνήθεις Υπόπτους. Είχε έρθει δυο – τρεις φορές στο Μπαράκι του Βασίλη, αλλά γενικά δεν ήθελαν με τίποτα να ακολουθήσω τα καλλιτεχνικά.
Θεωρούσαν μεσ’ στην ταλαιπωρία  τη ζωή του καλλιτέχνη;
Κυρίως πίστευαν ότι δεν έχει καμία τύχη η ζωή του καλλιτέχνη.
Να όμως που εσείς είχατε την τύχη με το μέρος σας. Θα χαίρονταν.
Δε μπορώ να το ξέρω, ίσως ναι, ίσως όχι. Αυτό που θα ήθελα πραγματικά να χαρούν είναι το ότι ο γιος τους έγινε ευτυχισμένος.
Αδερφός της μητέρας σας ήταν ο Αντώνης Παπαδόπουλος, ένας μάλλον υποτιμημένος κωμικός, θα έλεγα.
Χαίρομαι που το θίγετε αυτό, γιατί μέσα στα χρόνια έχω θητεύσει με σεβασμό δίπλα σ’ όλους τους μεγάλους: Τον Μικρούτσικο, τον Νταλάρα, τον Μητροπάνο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, την Αλεξίου, τη Γαλάνη – δεν αναφέρομαι στους καλλιτέχνες της γενιάς μου, σαν τον Πασχαλίδη, τον Μάλαμα και τον Αλκίνοο. Τραγουδώντας λοιπόν στη σκηνή με τέτοια ονόματα, αισθάνεσαι ότι είσαι στη θέση σου, ότι είσαι εξαιρετικός στη δουλειά σου και γι’ αυτό έχεις επιλεγεί, δεν παύεις όμως να είσαι το Νο 2. Έμαθα έτσι στη ζωή μου πώς να είμαι το καλύτερο Νο 2, πώς το ένα βήμα πίσω δε σε μειώνει, αλλά σε εξυψώνει! Το ίδιο πιστεύω και για τον θείο μου. Ήταν το Νο 2, αλλά το καλύτερο! Με νουθετούσε γλυκά, ήταν φίλος μου πάνω απ’ όλα και συχνά, όταν έπαιζε με τον Βέγγο ή τον Βουτσά, εγώ τους διάβαζα τους ρόλους, ‘’κράταγα’’ τα λόγια τους. Μάθαινα την ελληνική γλώσσα μέσα από την υποκριτική, τον αυτοσχεδιασμό και όλα αυτά.
Θυμάμαι πως και η Αρλέτα σας είχε νουθετήσει κάποτε, αλλά χωρίς να σας ‘’χαϊδέψει’’.
Έτσι είναι. Την πρώτη φορά μου λέει ‘’Παιδί μου, έχεις ταλέντο’’. Γονάτισα εγώ, της απαντάω ‘’Σας ευχαριστώ πολύ’’, οπότε μου ξαναλέει ‘’Ναι, αλλά δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που με νοιάζει είναι τι θα το κάνεις’’! Ύστερα από δύο χρόνια την ξανασυνάντησα, έχοντας πια κάνει πανελλαδική επιτυχία με τραγούδια συγκυριακά, σαν το ‘’Πόσο πολύ σ’ αγάπησα’’. ‘’Παιδί μου’’, με ρώτησε τότε, ‘’το θάνατο της μητέρας σου τον ξεπέρασες;’’ Έμεινα άφωνος, γιατί δεν μου είχε πει ούτε καλημέρα, ούτε καλησπέρα, τίποτα. ‘’Όχι’’ της απάντησα. ‘’Πρόσεξε’’, συνέχισε εκείνη, ‘’γιατί έχεις επιτυχία. Να θυμάσαι πάντα ότι κάποιος στην αποτυχία χάνει το μυαλό του, στην επιτυχία όμως χάνει την ψυχή του’’.
Αξίζει όμως να πονάμε για να είμαστε σωστοί και ‘’ευθυγραμμισμένοι’’; Δεν είναι κακό να χαίρεσαι την  επιτυχία σου και να μην έχεις μόνιμα στο μυαλό σου την απώλεια.
Αυτή ήταν η αφορμή μάλλον για να μου πει ότι ήθελε να μου πει. Γι’ αυτό και την τρίτη φορά που συναντηθήκαμε, μου είπε ότι η δόξα μόνο προβλήματα θα μου δημιουργήσει, αλλά θα μου δώσει και την ευκαιρία να κάνω μια ζωή όπως θα την ήθελα. Υπό αυτή τη λογική έγινε σήμερα και το ‘’Σιδερένιο Νησί’’.
Ζούμε σε μια εποχή που κάποιος με επαναστατικές διαθέσεις χρήζεται έως και γραφικός. Εσείς πάλι μας προτείνετε έναν άκρως επαναστατικό δίσκο.
Ο δίσκος αυτός έχει να κάνει με το όραμα, με τη μνήμη, με το μότο μου που λέει ‘’Οι ήρωες είναι πάντα όμορφοι και νέοι’’, ένας πρωτοετής φοιτητής ή ακόμη κι ένας μαθητής σχολείου. Το ίδιο όμορφοι και νέοι είναι αυτοί με ένα συνταξιούχο που αγωνίζεται για τα δικαιώματα του, που βγαίνει στο δρόμο, που παθιάζεται ή που αυτοπυρπολείται. Θεωρώ ωστόσο ότι σ’ αυτόν τον τόπο έχουμε δύναμη και δε λείπει το οξυγόνο. Όποιος μπορεί να αντλήσει δύναμη από τις ιδέες του ή από τα αγαπημένα του πρόσωπα, αυτός έχει σθένος και είναι πάντα όμορφος και νέος.
Οι ήρωες που μας προτείνετε, είναι και λίγο άγιοι; Στο εξώφυλλο παρουσιάζονται σαν βυζαντινές αγιογραφίες.
Όχι. Δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσαν να ‘’αγιοποιηθούν’’. Ο Σπέρας, λόγου χάριν, στην πορεία της ζωής του φυλακίστηκε 109 φορές από τα 21 του χρόνια. Μια ιστορία τον χαρακτηρίζει αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Έγραφε ως αναρχοσυνδικαλιστής σε εφημερίδες φιλελεύθερες  μέχρι που το ’43 θεωρήθηκε δοσίλογος από τον Μούντριχα και τον Νόπλα του ΕΑΜ. Τον κάλεσαν στη Μάντρα Αττικής και τον αποκεφάλισαν ως φασίστα. Ο δίσκος βέβαια δεν ασχολείται μ’ αυτό. Ασχολείται με την απεργία της Σερίφου και το πώς ένας 21χρονος τσιγαράς οργάνωσε τους εργάτες  να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους. Οχτάωρο, ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, ταμείο αλληλοβοηθείας και απαγόρευση να μπαίνουν ταυτόχρονα στην ίδια σήραγγα πατέρας και γιος, ώστε να μην ξεκληρίζονται οικογένειες. Εν συνεχεία, θορυβήθηκε η γερμανική μεταλλευτική εταιρεία και άρχισε να ασκείται πίεση στην κυβέρνηση Ζαΐμη μέσα στα προβλήματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ποιον θα μπορούσε να αφορά η διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων μιας μικρής ομάδας ξεβράκωτων μεταλλωρύχων, ακόμη κι αν αυτή βασιζόταν στη Γαλλική Επανάσταση και τη διακήρυξη των εργασιακών δικαιωμάτων της 1ης Μαΐου του Σικάγο; Βάσει αυτού, την 21η Αυγούστου του 1916 προχώρησαν σε απεργία. Οι Γερμανοί κάλεσαν άγημα τριάντα Ελλήνων χωροφυλάκων από τη Σύρο και τους έδωσαν πέντε λεπτά διορία για να επιστρέψουν στη δουλειά τους. Αυτοί κάθισαν άπραγοι σε ένα είδος σιωπηλής διαμαρτυρίας και τότε άνοιξε πυρ, όπου σκοτώθηκαν τέσσερις μεταλλωρύχοι. Λέγεται πως οι γυναίκες των μεταλλωρύχων άρπαξαν σιδηρόπετρες και σκότωσαν σχεδόν όλο το άγημα! Αιματοκυλίστηκε η Σέριφος τη μέρα εκείνη. Ο Σπέρας κλείδωσε τα όπλα του αγήματος σε ένα καφενείο και έκτοτε δεν ξαναχρησιμοποιήθηκαν ποτέ. Είχε όμως γίνει στο νησί για ένα δεκαπενθήμερο το πρώτο ελληνικό σοβιέτ, η πρώτη μοναδική κομμούνα, που βέβαια καταλύθηκε στη συνέχεια. Αυτά τα στοιχεία με έκαναν να ξεκινήσω μία μελέτη και να φτιάξω τον καινούργιο μου δίσκο.
Με τη Σέριφο έχετε ισχυρούς δεσμούς τα τελευταία χρόνια.
Ναι, πηγαίνω σταθερά την τελευταία δεκαετία. Εκεί συνέλαβα την ιδέα αυτού του concept, που μου πήρε οχτώ χρόνια η ολοκλήρωση του. Απ’ όλη αυτή την αντίθεση, φως στα χωριά, στις εκκλησιές, στις παραλίες και σκοτάδι μέσα στις στοές και στις γαλαρίες του νησιού. Αν και κλειστός ο κόσμος της Σερίφου είναι συμπαθητικός, κουβαλώντας στην πλάτη του την ιστορία που σας είπα. Κάποια στιγμή έκανα μια πορεία με τα πόδια 13 χιλιομέτρων. Σε ένα οτοστόπ συνάντησα κάποιον που είχε ίδιο όνομα με έναν από τους εκτελεσθέντες. Όταν τον ρώτησα αν έχει συγγένεια, τρόμαξε. ‘’Που το ξέρεις εσύ αυτό;’’ μου είπε. Είναι μια μαύρη σελίδα στην ιστορία της Σερίφου, όπως και της Ελλάδας. Η κόρη του Κωνσταντίνου Σπέρα, η Αρτεμισία Νεφέλη, με βοήθησε πάρα πολύ στην έρευνα μου, επιτρέποντας μου να συμπεριλάβω στην έκδοση τα κείμενα του πατέρα της. Την αναφέρω και σε ένα τραγούδι μάλιστα.
Συμφωνείτε ότι το λεγόμενο έντεχνο έχει ‘’πέσει’’ αισθητά τα τελευταία χρόνια;
Κοιτάξτε, για να είμαι ειλικρινής θα ήταν κακό αν συμφωνούσα. Θεωρώ ότι οι συνάδελφοι της γενιάς μου είναι εξαιρετικοί στη δουλειά τους, αλλά δε θεωρώ ότι συνέβη και κάτι σπουδαίο, επειδή ο Χρήστος Θηβαίος έβγαλε καινούργια τραγούδια.Εάν δεν υπάρχει αύριο, δεν υπάρχει και σήμερα. Τα περισσότερα νέα παιδιά οδηγήθηκαν στο να ρίχνουν όλο το βάρος στην ερμηνεία και όχι στην τραγουδοποιία. Δεν ξέρω αν είναι άμοιροι ευθυνών. Μιλάω για παιδιά σαν τον Χαρούλη, τη Μποφίλιου και τη Ζουγανέλλη, τη στιγμή που υπάρχουν και ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, ο Παύλος Συνοδινός ή η Μαρία Παπαγεωργίου, τραγουδοποιοί δηλαδή. Αυτό θα ήθελα πιο πολύ, να βγουν μπροστά οι δημιουργοί.
Το 2006 κάνατε το ‘’Μυστήριο τρένο’’ με τον Γιώργο Ανδρέου, ένα δίσκο σε brit pop ύφος. Σήμερα με το ‘’Σιδερένιο Νησί’’ ποιος είναι ο ήχος σας;
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε σε παραγωγή του ‘’Φύλακα’’ Άγγελου Σφακιανάκη με συγκλονιστικούς μουσικούς, που είμαστε πλέον γκρουπ: ο Μάξιμος Δράκος στο πιάνο, στα πλήκτρα, στις κιθάρες, ο Πέτρος Βαρθακούρης στο κοντραμπάσο, στο μπάσο, στις κιθάρες και σε ένα κουβανέζικο όργανο που αντικατέστησε το λαούτο στο δίσκο και ο Γιάννης Αγγελόπουλος στα ντραμς. Σημαντική επίσης η συμμετοχή του Γιώργου Μακρή στις τσαμπούνες, στο καβάλ και στη γκάιντα. Θέλαμε να βγει ένας ‘’μπητλικός’’ δίσκος με όλα αυτά τα βαριά έγχορδα σε κάποια κομμάτια. Προσέξαμε καλά τη μουσική, γράψαμε live σε μπομπίνα. Το τραγούδι ‘’Στις στοές’’, για να καταλάβετε, ξεκινάει με ένα στυλ Κουρτ Βάιλ για να καταλήξει σε ένα ιντερλούδιο από το ‘’Opus 87’’ του Σοστακόβιτς – τέτοιες μελέτες υπήρξαν! Ή το ομότιτλο, το ‘’Σιδερένιο Νησί’’, που απ’ τη μια παίζει με τις γλυκές αρμονίες του Sting και απ’ την άλλη με τη σκληρή εναρμόνιση που θα είχε ένας Chris Cornell.
Ένας τραγουδοποιός χρειάζεται να είναι πιστός στο προσωπικό του ύφος πέραν των εξελίξεων στην τέχνη του;
Μ’ αρέσει πολύ αυτό που λέτε. Είναι κάτι που με παιδεύει δημιουργικά. Χρειάζεται να έχει προσωπικό ύφος, αλλά να το ανατρέπει. Τόσο, όσο! Να έχει την προσωπικότητα του χωρίς να γίνεται δημόσιος υπάλληλος του εαυτού του.
Ας πάμε στη διαβόητη δήλωση σας. Ομολογώ ότι είχα σκεφτεί να σας τηλεφωνήσω για να ρωτήσω αν είστε καλά μετά από τέτοιο κράξιμο, διαδικτυακό κυρίως…
Κάποια πράγματα λέγονται τόσο απλά σα να είσαι σε ένα τραπέζι με τους φίλους σου. Αυτή η τάση κανιβαλισμού νομίζω ότι πλήττει βασικά αυτούς που λένε τις ασχήμιες και όχι αυτούς που τις δέχονται. Εκείνοι μπορεί στο τέλος της μέρας ή μετά από ένα χρόνο να νιώθουν τύψεις και όχι εσύ. Στενοχωρήθηκαν πιο πολύ οι δικοί μου παρά εγώ ο ίδιος. Θα σας πω όμως το πιο σημαντικό πράγμα που μου άφησε όλο αυτό: Εκείνο το απόγευμα ο γιος μου με είδε κάπως στενοχωρημένο. ‘’Εντάξει, μπαμπά’’, μου είπε, ‘’συμβαίνουν αυτά’’. Λίγο μετά με είδε που είχα ‘’μασήσει’’, αφού ποτέ πριν δεν είχα δεχτεί τέτοιο λίβελο. Ξέρετε τι μου είπε; ‘’Αν βαθιά μέσα σου πιστεύεις ότι αξίζει να τιμωρηθείς, θα τιμωρηθείς τόσο, όσο ακριβώς σου αξίζει’’. Πραγματικά, ευχαρίστησα το θεό, το σύμπαν και όλους τους ανθρώπους που έφεραν το παιδί μου σε τέτοια επίπεδα συνειδητότητας. Έγινα θέμα στα κανάλια, βορά των μεσημεριανάδικων για πρώτη φορά στη ζωή μου, αλλά κάπου ψιλογέλαγα κιόλας. Εύχομαι σε όλους όσοι μου επιτέθηκαν, να έχουν την τύχη να ακούσουν από το παιδί τους μια τόσο βαθιά κουβέντα, όπως άκουσα εγώ.
Σκεφτήκατε παρόλα αυτά ότι το σκεπτικό πίσω απ’ την επίθεση που σας έγινε, ήταν το εξής; ‘’Αυτός τά'χει κονομήσει τόσα χρόνια και λέει σε μας να την περνάμε με παξιμάδι κι ελιά’’. Σας το λέω πολύ λαϊκά...
Κατάλαβα τι λέτε. Όχι, δεν έχω βγάλει πολλά λεφτά. Έχω περάσει και περνάω καλά στη ζωή μου και είμαι ευγνώμων που ο άλλος, πληρώνοντας με αίμα και κόπο το εισιτήριο για μια συναυλία μου, πληρώνει μ’ αυτό τον τρόπο το γάλα των παιδιών μου.
Το προηγούμενο CD σας, που ήταν live, είχε βγει και μαζί με εφημερίδα. Πως σας φάνηκε αυτός ο νέος τρόπος διακίνησης της μουσικής;
Σίγουρα ήταν ένας τρόπος, απλά εγώ και οι υπόλοιποι συνάδελφοι, φαντάζομαι, δεν πήραμε ούτε ένα ευρώ.
Και τι κάνει κανείς στην περίπτωση αυτή;
Τίποτα. Τι να κάνεις; Σκύβεις στον εαυτό σου, εξακολουθείς να ζεις από τα live και κυρίως μη χάνοντας το όραμα σου. Κι εδώ πάλι δε μπορώ να γυρίσω πίσω αναφορικά με τη διαχείριση των εταιρειών που πια δεν υφίστανται. Ούτε με το internet μπορώ να τα βάλω, που σίγουρα είναι ένα τρομερό μέσο, μόνο που στις άλλες χώρες του κόσμου καταβάλλονται δικαιώματα. Εδώ όχι. Τι να κάνουμε; Δεν πειράζει…
Δεν αφήνετε, λέω εγώ, τους μεταλλωρύχους της Σερίφου και να συσπειρωθείτε όλοι οι δημιουργοί για τα νόμιμα δικαιώματα σας; Χιούμορ κάνω!
Γίνονται διάφορες κινήσεις τελευταία, αλλά εγώ από την ΑΕΠΙ εισπράττω. Ακόμα είμαι μέλος της ΑΕΠΙ και ευτυχώς ζω από τη δουλειά μου και από τα λίγα δικαιώματα, τα οποία παίρνω.
Τα μακριά μαλλιά σας γιατί τα κόψατε;
Είδα κάποια στιγμή ότι αυτά τα τσουλούφια δεν μου ανήκανε. Ήταν γύρω – γύρω Σάββατο και στη μέση Παρασκευή (γέλια). Το θέμα είναι πώς νιώθεις κι εγώ στα 53 μου νιώθω ότι ξεκινάω από το μηδέν με ένα καινούργιο δίσκο με την ίδια ζέση που είχα κάνει τις ‘’Μέρες αδέσποτες’’. Προσπαθώ να εστιάσω σε μια δεύτερη ενηλικίωση. Κι έχω και μια σύντροφο! Μέσα σε μια σχέση πάντα χαμηλώνεις τόσο, ώστε γίνεσαι χώμα, έδαφος, ένα γόνιμο έδαφος, απ’ το οποίο ξαναφυτρώνεις ως πάπυρος και στα φύλλα του γράφει το βιβλίο της ζωής του ένας άλλος άνθρωπος. Οφείλεις κάθε μέρα να είσαι αναγνώστης της ζωής του άλλου.
Ποια είναι τα πάθη σας;
Το αλκοόλ. Έπινα πολύ, παλιότερα, αλλά τώρα το ‘’μαζεύω’’. Δεν έχω κινδυνεύσει, απλά πιστεύω πως ήρθε ο καιρός να δω αλλιώς τα πράγματα. Να εστιάσω στη μελέτη, στην τεχνική της κιθάρας, σε μια νέα τεχνική ερμηνείας. Δε μπορείς να λειτουργήσεις με θολωμένο μυαλό αν θες να είσαι μαθητής. Προτιμώ τη μέθη της μελέτης.
Αν δεν ήσασταν άνθρωπος της οικογένειας, θα εμπεριείχατε την αυτοκαταστροφή;
Μπορώ να λέω πια ότι αυτή η εικόνα ή η φιλοσοφία του ροκ σταρ δεν μου ανήκει. Την έχω ξεπεράσει. Προτιμώ να ξαναγυρίσω στα φοιτητικά χρόνια, να είμαι ο θιασώτης των ταινιών του Γκοντάρ και του Ταρκόφσκι.
Είστε μονογαμικός; Τι κάνετε όταν ένα κορίτσι δηλώνει την έλξη που της ασκείτε σε ένα live σας;
Τώρα πια είμαι μονογαμικός. Παλιότερα θα έκανα κάτι, τώρα όχι. Θεωρώ ότι η σύντροφος μου είναι το μεγαλύτερο δώρο που έχω δεχτεί στη ζωή μου.
Τόσο ερωτευμένος λοιπόν!
Τόσο ερωτευμένος ώστε να μπορώ ν’ ακούω ή να γράφω ερωτικά τραγούδια.
Ψυχανάλυση έχετε κάνει ποτέ κι αν ναι, τι πετύχατε;
Ακόμα κάνω. Πέτυχα να στηρίξω τον εαυτό μου, να ξέρω τι ζητάω και με ποιο τρόπο θα το ζητήσω κιόλας. Ιδανικά, να γίνω ένα δέντρο που να τυλιχτεί σαν κισσός γύρω του οτιδήποτε με τρομάζει.
Θέλω να θυμηθείτε την πιο ευχάριστη και την πιο δυσάρεστη στιγμή στη μέχρι τώρα πορεία σας.
Ευχάριστες, αρκετές. Τη βραδιά που μας φιλοξένησε στο σπίτι της η σπουδαία συνθέτρια Anne Clark, εμένα και τον μουσικοκριτικό Αργύρη Ζήλο, στο Καίμπριτζ. Ζούσε με τη σύντροφο της τότε η Clark και θυμάμαι που μας άφησε στο σιδηροδρομικό σταθμό με καταρρακτώδη βροχή και ξαναγύρισε πίσω γιατί είχε ξεχάσει να μας αφήσει σαντουιτσάκια για το ταξίδι. Πιο πρόσφατα, επίσης, που αποφάσισα να παίξω ένα ολοκαίνουργιο τραγούδι από το ‘’Σιδερένιο Νησί’’ και είδα τον κόσμο να το κάνει αμέσως δικό του και να το τραγουδάμε παρέα. Η πιο στενόχωρη στιγμή ήτανε στις 19 Νοεμβρίου του 2000 όπου τραγουδούσα σε μια συναυλία του Θάνου Μικρούτσικου. Είχα πάρει όλα τα εύσημα, αλλά έκανα λάθος στη ‘’Θεσσαλονίκη’’ του Καββαδία. Επί σκηνής δεν μού’πε τίποτα ο Θάνος, αλλά μετά στο καμαρίνι έγινε της πουτάνας (γέλια). Μέχρι σήμερα φέρω βαρέως το ότι δεν έκανα υπερήφανο τον άνθρωπο που μου εμπιστεύθηκε το τραγούδι αυτό.
Καλό είναι να είσαι ευθυνόφοβος καμιά φορά.
Πάσχω από μεγάλη ευθυνοφοβία και ανασφάλεια.
Και πως την παλεύετε μ’ αυτές τις δύο;
Συνήθως έπινα, τώρα πια όχι. Σκέφτομαι απλά το μεγαλείο της συντρόφου μου και την προσμονή των παιδιών μου. Έτσι αρθρώνω το λόγο σαν να τον γράφω εκείνη τη στιγμή.
Πως φαντάζεστε τον εαυτό σας μετά από μία δεκαετία;
Καταρχάς ζωντανό. Εύχομαι να μπορέσω να υλοποιήσω τον επόμενο δίσκο μου, που ήδη τον έχω σχεδιάσει στο κεφάλι μου.
Τι είναι για σας ο θάνατος; Σας απασχολεί όσο και ο έρωτας;
Είναι σίγουρα μια άλλη κατάσταση. Λέει ο Μπόρχες πως ο θάνατος είναι σαν μια βιβλιοθήκη. Θα υπάρχουν κι εκεί βιβλία, όχι αραχνιασμένα, αλλά πάντα έτοιμα να τα τραβήξεις και να τα διαβάσεις. Κάτι άλλο θα έχουμε να διαβάζουμε.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

RIP ΘΑΝΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (1967 - 2016)



Κάθε γενιά έχει τον δικό της καταραμένο ποιητή, τον υπερευαίσθητο εκείνο άνθρωπο που αναλαμβάνει να σηκώσει στους ώμους του όσα δε μπορούμε οι άλλοι, οι φοβιτσιάρηδες, οι ''συμμαζεμένοι''. Τον πρωτοσυνάντησα το 2008 στη συναυλία του Leonard Cohen στο Terra Vibe. Κάναμε ένα τσιγάρο κάτω στα χορτάρια. Ήταν λιώμα, σερνόταν σχεδόν. ''Μόλις έχασα τον αδερφό μου σε ατύχημα'' μου είπε. Σκέφτηκα πως ''όπου φτωχός κι η μοίρα του'', όχι με την έννοια κανενός οίκτου, αλλά μ' αυτήν του δημιουργού που όταν μελοποιεί Ουράνη και Καρυωτάκη με τέτοια ειλικρίνεια, δε μπορεί, κάτι θά'χει πάρει απ' αυτούς σα να είναι προέκταση τους σύγχρονη κατά ένα τρόπο. Ξαναμιλήσαμε το '13 όταν του ζήτησα να παρουσιάσει τις τότε πρόσφατες μελοποιήσεις του στην Κατερίνα Γώγου μετά από μια προβολή του ντοκιμαντέρ στον κινηματογράφο ΙΛΙΟΝ. Κι επίσης, θα κρατώ πάντα μέσα μου ένα μεθύσι στην Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια ύστερα από μια μεγάλη συζήτηση που κάναμε οι δυο μας για τον Βακαλόπουλο, τα βιβλία του Μπαμπασάκη, την Πλάτωνος, τον Dylan και το ψυχεδελικό κίνημα των 60s. Από τότε που διάβασα εκείνη την ανατριχιαστική ανάρτηση στο facebook του για τον καρκίνο του, σοκαρίστηκα. Με την τόλμη του, ίσως, για μιαν ακόμη φορά, Θα μπορούσε να ζει σήμερα ο Θάνος. Αν αυτόν τον γαμημένο καρκίνο τον ξερίζωνε σε αρχικό στάδιο προτού πάει στα οστά του. Λόγια να λέμε τώρα...Λόγια, λόγια. Δυστυχώς ο Θάνος δεν είναι πια μαζί μας. Νικήθηκε. Η δική μου γενιά, όμως, των σαραντάρηδων, ξέρει πως ο λόγος, τα τραγούδια του, μα πάνω απ' όλα το ήθος του, δεν νικήθηκαν από τίποτα κι από κανέναν κι ούτε θα νικηθούν ποτέ. Προσωπικά θεωρώ τον Θάνο Ανεστόπουλο μαζί με τη Λένα Πλάτωνος και τον Γιάννη Αγγελάκα ως τους τρεις σημαντικότερους ποιητές - τραγουδοποιούς που γέννησε αυτός ο τόπος από τη Μεταπολίτευση και μετά. Καλό ταξίδι, φίλε. Καλή ξεκούραση...