Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Χρήστος Μπότσης: «Δεν με ενδιαφέρει να φαίνομαι παντού, αλλά να υπάρχω ουσιαστικά εκεί που πρέπει»

 

Ο Χρήστος Μπότσης είναι 27 ετών και σήμερα σπουδάζει μουσική και μονωδία στο Χαλκηδόνειο Ωδείο. Ήρθε από τη Θήβα στην Αθήνα και μέσα σε λίγο χρόνο θα λέγαμε ότι κατάφερε αρκετά πράγματα. Ήδη από το 2018 μπήκε στη δισκογραφία με ένα τραγούδι που του έδωσαν ο συνθέτης Γιώργος Σταυριανός και η στιχουργός Μυρτώ Κοντοβά, το «Μαύρα γιασεμιά». Λίγα χρόνια αργότερα, το 2021, η συνάντηση του με δύο άλλους δημιουργούς, τη στιχουργό Λίνα Δημοπούλου και τον συνθέτη Γιώργο Κυριάκο, γέννησε ένα ακόμη τραγούδι, το «Σήκωσε νοτιά», το οποίο παίχτηκε από τα πιο mainstream «έντεχνα» ραδιόφωνα. Έχει συνεργαστεί επίσης με τον συνθέτη Νίκο Μερτζάνο, ενώ ακούσαμε και ένα ντουέτο του με τον Κώστα Μακεδόνα - προϊόν της σύμπραξης αυτή τη φορά του στιχουργού Νίκου Μωραΐτη με τον συνθέτη Γιώργο Κυριάκο. Εν αναμονή του πρώτου ολοκληρωμένου άλμπουμ του, που θα περιέχει τραγούδια από δημιουργούς όπως ο Θέμης Καραμουρατίδης, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος, η Λίνα Δημοπούλου, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Κώστας Τσίρκας κ.α., ο Μπότσης παίρνει δύναμη από τις λάιβ εμφανίσεις του, με τις οποίες - όπως λέει ο ίδιος - νιώθει να φτιάχνει το δικό του κοινό. Αφορμή για την ακόλουθη συζήτηση μας ήταν η επερχόμενη συναυλία του στο κλαμπ του Σταυρού του Νότου αυτή την Κυριακή 1η Μαρτίου του 2026. 

Η μέχρι τώρα πορεία σου είναι αυτή ενός νέου ανθρώπου που έφυγε από την επαρχία και ήρθε στην Αθήνα για ν’ ακολουθήσει τ’ όνειρο του. Πώς ήταν η απόφαση αυτή;

Η απόφαση να φύγω από τη Θήβα δεν ήταν απλώς μια μετακόμιση. Ήταν μια εσωτερική παραδοχή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θήβα. Στα 18 μου έφυγα για σπουδές μαγειρικής και αργότερα για Φιλολογία στο Ρέθυμνο. Ήθελα να έχω επιλογές, να νιώθω ασφαλής. Όμως μέσα μου ήξερα από την αρχή τι πραγματικά θέλω να κάνω. Το όνειρό μου ήταν πάντα να τραγουδάω. Πολλές φορές στη ζωή σκεφτόμαστε το «plan B» και άθελά μας απομακρυνόμαστε από τον στόχο. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι αποπροσανατολίζομαι. Άφησα τις σπουδές και γύρισα στη Θήβα. Κι εκεί, ουσιαστικά, ξεκίνησαν όλα. Έκανα live σε μαγαζιά της πόλης, δημιούργησα τον πρώτο μου πυρήνα ανθρώπων που πίστεψαν σε εμένα, διοργάνωσα δύο μεγάλες συναυλίες στο ανοιχτό θέατρο της πόλης. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι αυτό που έχω μέσα μου μπορεί να βγει προς τα έξω και να συναντήσει τον κόσμο. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι, αν θέλω να μεγαλώσει αυτό το εγχείρημα, πρέπει να μεγαλώσω κι εγώ μαζί του. Και το κέντρο της τέχνης για μένα ήταν και είναι η Αθήνα. Η απόφαση να έρθω ήταν συνειδητή και δεν την αμφισβήτησα ούτε στιγμή. Τη στηρίζω από την πρώτη μέρα. Δουλεύω χρόνια στο σερβίς για να μπορώ να στηρίζω οικονομικά τα καλλιτεχνικά μου βήματα. Δεν το είδα ποτέ σαν κάτι “ξένο” από το όνειρό μου αλλά ως μέρος της διαδρομής. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή ήρθε και ο δίσκος μου. Ένα προσωπικό στοίχημα που έγινε πραγματικότητα. Την ερχόμενη Κυριακή 1 Μαρτίου, στον Σταυρό του Νότου, γιορτάζω τα 27 μου χρόνια, τον έναν χρόνο μου στην Αθήνα και την τέταρτη χρονιά παρουσίας μου στη συγκεκριμένη σκηνή. Για μένα αυτό το live δεν είναι απλώς μια εμφάνιση, είναι μια γιορτή συνέπειας, πίστης και εξέλιξης. Γιατί τελικά, αν κάτι έμαθα, είναι πως όταν δεν εγκαταλείπεις το όνειρό σου, ακόμα κι αν κάνεις κύκλους, βρίσκεις τον δρόμο σου ξανά. 

Γνώριζες πως έμπαινες σ’ έναν ακραία ανταγωνιστικό χώρο όπου οι πιθανότητες «προβολής» σου ήταν περιορισμένες;

Δεν βλέπω τον χώρο μας ως ακραία ανταγωνιστικό. Βλέπω ότι πολλές φορές κρύβει ματαιοδοξία. Και η ματαιοδοξία μπορεί εύκολα να μεταφραστεί σε ανταγωνισμό. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο πυρήνας της τέχνης είναι έτσι. Εγώ πιστεύω βαθιά στην αλληλεγγύη και στο «μαζί». Η μουσική από τη φύση της είναι συλλογική πράξη. Αν αυτό κατανοηθεί πραγματικά από όλους μας, τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ πιο όμορφα. Μέχρι σήμερα δεν έχω νιώσει ότι κάποιος με ανταγωνίζεται. Το αντίθετο. Οι καλλιτέχνες που έχω συναντήσει και συνεργαστεί με έχουν αγκαλιάσει με γενναιοδωρία και σεβασμό. Και αυτό για μένα λέει πολλά. Είναι βέβαια και θέμα χαρακτήρα. Και κυρίως είναι θέμα πού επιλέγεις να κοιτάς. Προσωπικά έχω ένα ένστικτο, όταν διαισθάνομαι «μαυρίλα», απομακρύνομαι. Δεν με αφορά να συγκριθώ ή να μπω σε μια διαρκή σύγκριση. Με αφορά να εξελίσσομαι. Πιστεύω ότι όταν έχεις καθαρή πρόθεση, συνέπεια και δουλεύεις καθημερινά γι’ αυτό που αγαπάς, η προβολή έρχεται. Μπορεί να πάρει χρόνια, μπορεί να δοκιμάσει την αντοχή σου, αλλά έρχεται. Και έρχεται με ουσία — όχι σαν φούσκα. Αρκεί αυτό που κάνεις να έχει αλήθεια.Παρατηρώ ότι ο πυρήνας των ανθρώπων που μας ακολουθεί έχει μια σταθερά ανοδική πορεία. Αυτό για μένα είναι η πιο ουσιαστική «προβολή». Δεν με ενδιαφέρει να φαίνομαι παντού , αλλά να υπάρχω ουσιαστικά εκεί που πρέπει. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν έβλεπα το αντίθετο. Ίσως θα επαναπροσδιόριζα πράγματα. Αλλά μέχρι τώρα νιώθω ότι ο δρόμος ανοίγει φυσικά. Και αυτό μου δίνει δύναμη να συνεχίζω.

Μίλησε μου για τις σπουδές σου σε μουσική και τραγούδι.

Η επαφή μου με το τραγούδι ξεκίνησε ως ανάγκη έκφρασης. Στα 15 μου γνώρισα τη Νόνα Βουδούρη και τον Λάζαρο Παπαδόπουλο. Με τη Νόνα κάναμε τα πρώτα μου μαθήματα φωνητικής στη Θήβα. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος μου εξήγησε ότι η φωνή δεν είναι απλώς συναίσθημα — είναι εργαλείο, είναι «όργανο» που χρειάζεται τεχνική, φροντίδα και κατανόηση. Με τον Λάζαρο μπήκα στον κόσμο του θεάτρου και της ερμηνείας. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω ότι το τραγούδι δεν είναι μόνο νότες, αλλά αφήγηση. Είναι σώμα, είναι βλέμμα, είναι παύση. Αυτοί οι δύο άνθρωποι υπήρξαν για μένα φάροι. Μου άνοιξαν έναν δρόμο που μέχρι τότε έβλεπα θολά. Στα 19 μου ξεκίνησα ολοκληρωμένες σπουδές τραγουδιού στο Χαλκηδόνειο Ωδείο Νέας Φιλαδέλφειας, από όπου φέτος, μετά από οκτώ χρόνια, αποφοιτώ. Αυτή η διαδρομή της γνώσης με έχει δυναμώσει βαθιά. Σε ωριμάζει η διαδικασία της σπουδής. Σε  μαθαίνει πειθαρχία, σε φέρνει αντιμέτωπο με τα όριά σου και σε βοηθά να τα ξεπεράσεις. Το λέω συχνά σε κάθε νέο άνθρωπο που θέλει να τραγουδήσει: σπούδασέ το. Είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τι κάνει το «όργανό» σου, πώς λειτουργεί το σώμα σου, πώς στηρίζεις τη φωνή σου. Το ταλέντο είναι ένα δώρο, αλλά χωρίς γνώση δεν αντέχει στον χρόνο. Παράλληλα, έχω παρακολουθήσει και πολλά σεμινάρια. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα εκείνα της Νατάσσας Μποφίλιου και του Θέμη Καραμουρατίδη. Εκεί πήρα σημαντικά μαθήματα όχι μόνο τεχνικά, αλλά και καλλιτεχνικής στάσης. Για το πώς στέκεσαι απέναντι σε ένα τραγούδι, πώς το υπηρετείς και δεν το χρησιμοποιείς απλώς για να φανείς. Όλη αυτή η πορεία μού έμαθε κάτι βασικό: η γνώση δεν σε περιορίζει — σε ελευθερώνει. Και όταν ανεβαίνω στη σκηνή, νιώθω ότι κουβαλώ μαζί μου όλα αυτά τα χρόνια δουλειάς, πειθαρχίας και αγάπης για αυτό που κάνω. Και το σημαντικότερο για μενα είναι πως πάντα παραμένω πιστός μαθητής.

Κατάφερες μέσα σε λίγο χρόνο να ερμηνεύσεις συνθέσεις καταξιωμένων ήδη δημιουργών. Φαντάζομαι τη χαρά που θα εισέπραξες πρώτα απ’ όλα.

Η χαρά και η ευγνωμοσύνη είναι πραγματικά πολύ μικρές λέξεις μπροστά σε αυτό που νιώθω. Αυτό που έχω ζήσει τα τελευταία χρόνια είναι ένα όνειρο που πήρε σάρκα και οστά. Να ερμηνεύω δημιουργούς που όχι μόνο θαυμάζω καλλιτεχνικά, αλλά σέβομαι βαθιά και για τη στάση τους απέναντι στα πράγματα. Για μένα αυτά τα δύο είναι απόλυτα συνδεδεμένα — το έργο και ο άνθρωπος. Στη δισκογραφία μπήκα το 2018, τραγουδώντας τα «Μαύρα Γιασεμιά» του Γιώργου Σταυριανού και της Μυρτώς Κοντοβά. Ήταν μια στιγμή που ένιωσα ότι κάτι αρχίζει να παίρνει μορφή. Στη συνέχεια ήρθε ο Γιώργος Κυριάκος μαζί με τη Λίνα Δημοπούλου και δοκιμάσαμε να κάνουμε ένα τραγούδι. Μας «βγήκε». Ήταν από εκείνες τις συναντήσεις που δεν είναι καθόλου τυχαίες. Μετά άρχισα να συλλέγω υλικό. Ήθελα να στήσω ένα άλμπουμ με έξι τραγούδια — έξι διαφορετικές εποχές και οπτικές του εαυτού μου. Έξι εσωτερικές διαδρομές. Ο μεγαλύτερός μου φόβος ήταν μήπως φτάσουν στα χέρια μου τραγούδια που δεν με αφορούν, που δεν με εκφράζουν ουσιαστικά. Δεν συνέβη. Αντίθετα, ένιωσα ότι οι δημιουργοί ήξεραν ακριβώς τι ήθελα να καταθέσω. Σε αυτό το άλμπουμ έγραψαν ο Θέμης Καραμουρατίδης, η Λίνα Δημοπούλου, ο Γιώργος Κυριάκος, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Νίκος Μερτζάνος — που υπογράφει και την ενορχήστρωση —, ο Σταύρος Σταύρου, ο Αλέξανδρος Κούρος, η Βίκυ Γεροθοδώρου και η Στέλλα Καμπανού. Και φυσικά υπάρχει μέσα και η διασκευή της «Ασπιρίνης» του Κώστα Τσίρκα και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου που πρωτοτραγούδησε η Νατάσσα Μποφίλιου το 2004. Είκοσι χρόνια μετά, αυτοί οι τρεις άνθρωποι μου έδωσαν τη σκυτάλη. Και μόνο αυτή η φράση, όταν τη λέω, με συγκινεί.Δεν ξέρω αν υπάρχουν λέξεις αρκετές για να περιγράψουν αυτό το συναίσθημα. Ξέρω μόνο ότι νιώθω βαθιά ευγνώμων. Και ταυτόχρονα, ακόμη πιο υπεύθυνος απέναντι σε αυτό που κρατώ στα χέρια μου.

Δεν ξέρω αν έχω δίκιο, αλλά νιώθω ότι ως εργαζόμενος στον Μπλε Παπαγάλο θα επέλεξες συνειδητά ένα «safe» περιβάλλον παράλληλης ενασχόλησης σου με τη μουσική.

Ο Μπλε Παπαγάλος ήρθε στη ζωή μου μέσα από τη Νατάσσα Μποφίλιου. Όταν μετακόμισα στην Αθήνα, της είπα ότι χρειάζομαι άμεσα δουλειά στο σερβίς για να μπορώ να στηρίξω τα καλλιτεχνικά μου βήματα. Με έφερε σε επαφή με την αδελφή της, τη Νέλλη Μποφίλιου, και εκεί ξεκίνησαν όλα. Η Νέλλη είναι ένας από τους ανθρώπους που με στήριξαν ουσιαστικά στα πρώτα μου βήματα στην Αθήνα — και όχι μόνο επαγγελματικά. Ήταν και είναι παρούσα σε όλο το καλλιτεχνικό μου εγχείρημα. Με πίστεψε από την αρχή και αυτή η πίστη, όταν είσαι μόνος σε μια καινούργια πόλη, έχει τεράστια αξία. Είναι αδερφή μου πλέον. Έχω δουλέψει ως σερβιτόρος σε αρκετά μαγαζιά. Στον Μπλε Παπαγάλο όμως δεν νιώθω ότι «δουλεύω». Το αισθάνομαι σαν σπίτι μου. Οι συνεργάτες μου εκεί είναι άνθρωποι με τους οποίους βλέπουμε τον κόσμο με παρόμοια ματιά. Υπάρχει αλληλοσεβασμός, χιούμορ, κατανόηση. Υπάρχει μια κοινότητα. Γενικά, η οικογένεια Μποφίλιου με έχει στηρίξει βαθιά. Και αυτό είναι κάτι που δεν θεωρώ δεδομένο. Είναι σπάνιο — αδιανόητα σπάνιο — να σε βοηθούν άνθρωποι που δεν σου «χρωστούν» τίποτα. Που δεν έχουν καμία υποχρέωση. Κι όμως είναι εκεί. Δεν το είδα ποτέ ως “safe επιλογή”. Το είδα ως ευλογία. Ως μια μεγάλη αγκαλιά μέσα σε μια δύσκολη μετάβαση. Και νιώθω πραγματικά ευγνώμων. 

Σήμερα θα έλεγες ότι έχεις φτιάξει ένα δικό σου κοινό;

Ναι, σήμερα μπορώ να πω ότι αρχίζει να διαμορφώνεται ένα δικό μου κοινό. Και αυτό είναι ίσως από τα πιο συγκινητικά κομμάτια αυτής της διαδρομής. Βλέπω ξεκάθαρα ότι υπάρχει μια ανοδική πορεία. Φυσικά, ο πυρήνας στηρίζεται ακόμα σε φίλους και ανθρώπους που με γνωρίζουν προσωπικά — κι αυτό το θεωρώ τιμή. Γιατί πριν πιστέψει σε σένα το ευρύ κοινό, πρέπει να πιστέψει ο στενός σου κύκλος. Όμως αυτό που με χαροποιεί ιδιαίτερα είναι ότι σε κάθε live έρχονται και καινούργιοι άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν με γνωρίζουν, που δεν έχουν προσωπική σύνδεση μαζί μου, αλλά έρχονται για τη μουσική. Και εκεί καταλαβαίνω ότι κάτι αρχίζει να ανοίγει. Ότι η μουσική μου βρίσκει δρόμο. Αυτό είναι η μεγαλύτερη χαρά: να νιώθεις ότι το τραγούδι σου ταξιδεύει πέρα από εσένα, ότι αγγίζει ανθρώπους που δεν γνωρίζεστε τυπικά αλλα σας συνδέει το συναισθημα σας. Δεν με ενδιαφέρει η μαζικότητα ως νούμερο. Με ενδιαφέρει η ουσία. Να υπάρχει ένας σταθερός, ζωντανός πυρήνας ανθρώπων που ταυτίζονται, που περιμένουν το επόμενο βήμα, που νιώθουν κομμάτι αυτής της διαδρομής. Και ναι, φέτος θέλω πολύ να ταξιδέψω τη μουσική μου. Να τη βγάλω έξω από τα στενά όρια της Αθήνας, να τη φέρω σε άλλες πόλεις, σε άλλους χώρους, σε άλλες ψυχές. Γιατί η μουσική, αν δεν ταξιδεύει, μένει μισή. Και θέλω να την μοιραστώ.

Η Eurovision, που είναι και στην επικαιρότητα, θα ήταν κάτι που θα σ’ ενδιέφερε μελλοντικά; Αναφέρομαι σε μία φανταστική υποτιθέμενη συμμετοχή σου.

Η αλήθεια είναι ότι η Eurovision δεν ήταν ποτέ ένα όνειρό μου. Πάντα ένιωθα πως ως θεσμός βασίζεται περισσότερο στο «φαίνεσθαι» παρά στο «είναι». Στο θέαμα, στην εικόνα, στη γρήγορη εντύπωση. Εγώ λειτουργώ πιο εσωτερικά· με αφορά περισσότερο η ουσία ενός τραγουδιού και η διαχρονικότητά του. Δεν μπορώ βέβαια να αποκλείσω υποθετικά οτιδήποτε. Αν υπήρχε ένα τραγούδι στο οποίο να πίστευα απόλυτα, που να με εκφράζει βαθιά και να υπηρετεί αυτό που είμαι καλλιτεχνικά, ίσως το σκεφτόμουν διαφορετικά. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το τραγούδι είναι πάντα ο πυρήνας.Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια για μένα το θέμα δεν είναι μόνο αισθητικό αλλά και πολιτικό. Δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι ο θεσμός αποδέχεται τη συμμετοχή χωρών, το Ισραήλ δηλαδή, την ώρα που εξελίσσονται τραγωδίες με θύματα αμάχους. Προσωπικά, δεν μπορώ να διαχωρίσω την τέχνη από την ηθική στάση.Ζούμε μια εποχή όπου μπροστά στα μάτια μας συντελείται μια ανθρωπιστική καταστροφή και εγώ νιώθω την ανάγκη να τοποθετούμαι καθαρά. Είμαι με τον παλαιστινιακό λαό και με κάθε λαό που βιώνει βία και απώλεια. Για μένα, όταν χάνονται ανθρώπινες ζωές — και ειδικά άμαχοι — δεν χωράει «θέαμα» σαν να μη συμβαίνει τίποτα.Οπότε σήμερα, με τα δεδομένα που υπάρχουν, νιώθω ότι αυτός ο θεσμός δεν με εκφράζει. Και προτιμώ να μείνω συνεπής σε αυτό που πιστεύω, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι κλείνω μια πόρτα.

Ποιους καλλιτέχνες θα χαρακτήριζες «φάρους» σου;

Μεγάλωσα ακούγοντας τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες και στιχουργούς. Η ελληνική τραγουδοποιία ήταν πάντα παρούσα στο σπίτι μου — σαν φυσική συνέχεια της καθημερινότητας. Νιώθω ότι με έχουν διαμορφώσει βαθιά, ακόμη κι αν δεν το καταλάβαινα τότε. Τους θαυμάζω όλους. Για την τόλμη τους, για τη γλώσσα τους, για το πολιτικό και ποιητικό αποτύπωμα που άφησαν. Όμως αν πρέπει να ξεχωρίσω κάποιους που υπήρξαν «φάροι» για μένα, αυτοί είναι ο Θάνος Μικρούτσικος και η Μαρία Δημητριάδη.Ήταν οι πρώτες μου μεγάλες συγκινήσεις ως παιδί. Θυμάμαι να ακούω τα τραγούδια τους και να νιώθω κάτι να με διαπερνά χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω. Από τον Θάνο Μικρούτσικο έμαθα τι σημαίνει μουσική με θέση, μουσική που δεν φοβάται. Από τη Μαρία Δημητριάδη έμαθα τι σημαίνει ερμηνεία με πυρήνα, με ψυχή, με ιδεολογία.Έφυγαν νωρίς από τη ζωή, αλλά για μένα παραμένουν παρόντες. Οι «φάροι» δεν χάνονται· απλώς συνεχίζουν να φωτίζουν από αλλού. Και κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή, κουβαλώ μέσα μου κάτι από εκείνο το πρώτο ρίγος που μου χάρισαν.

Αν σε ρωτούσα για ποιο λόγο έκανες και κάνεις μουσική;

Η μουσική για μένα δεν είναι απλώς κάτι που κάνω. Είναι τρόπος ύπαρξης. Λειτουργεί σαν φυσικό κομμάτι του σώματός μου και της ψυχής μου. Δεν μπορώ να με φανταστώ διαφορετικά και δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτήν. Πιστεύω επίσης ότι όλοι έχουμε έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να προσφέρουμε κάτι — ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Η δική μου προσφορά, αυτό που θέλω να καταθέσω, εκφράζεται μέσα από το τραγούδι. Μέσα από κάθε νότα, κάθε στίχο, προσπαθώ να αφήσω κάτι πίσω: μια αλήθεια, ένα συναίσθημα, μια σύνδεση με τον άλλον. Για μένα, η μουσική είναι ταυτόχρονα προσωπική ανάγκη και κοινωνική δέσμευση. Είναι η γλώσσα μου για να μιλήσω, να επικοινωνήσω, να γίνω μέρος των ανθρώπων που με ακούνε. Και κάθε φορά που τραγουδάω, νιώθω ότι κάνω ακριβώς αυτό που ήρθα να κάνω εδώ — να δώσω και να μοιραστώ.

Δεδομένου της μικρής μέχρι τώρα δισκογραφίας σου, τι θα ακούσουν όσοι έρθουν να σε δουν στον Σταυρό του Νότου;

Το live αυτό έχει στηθεί με πολλή αγάπη για μοίρασμα. Πέρα από τα προσωπικά μου τραγούδια, με τον Ιάσονα Μαυρογεώργο, που υπογράφει τις ενορχηστρώσεις και τη συνεπιμέλεια μαζί μου, επιλέξαμε να διασκευάσουμε τραγούδια που έχουμε συνδεθεί και αγαπήσει. Τραγούδια έντεχνα, λαϊκά, παραδοσιακά — κομμάτια που μας έχουν μιλήσει και που θέλουμε να μιλήσουν και στο κοινό. Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε μια εμπειρία που προκαλεί συναισθήματα. Κάποτε ήθελα μόνο να συγκινώ, αλλά στα 27 μου θέλω το live να προσφέρει περισσότερα. Να γελούν, να χαίρονται, να προβληματίζονται, να συγκινούνται οι άνθρωποι. Θέλω να φεύγουν με κάτι μέσα τους — είτε ένα χαμόγελο, είτε ένα ρίγος, είτε μια σκέψη που θα τους συνοδεύει.  Πιστεύω πως χρειάζεται να αποδράσουμε λίγο από την καθημερινότητα, να φύγουμε από την πραγματικότητα, γιατί αλλιώς χάνουμε κομμάτια του εαυτού μας. Αυτό θέλουμε να περάσουμε μέσα από το live. Και ναι, εγώ θα είμαι εκεί την Κυριακή 1 Μαρτίου, στον Σταυρό του Νότου. Αν μπορείτε, ελάτε να το ζήσουμε μαζί. Θα είναι μια γιορτή, μια συνάντηση και μια μουσική αγκαλιά για όλους.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Γιώργος Πολυχρονιάδης: «Τι να περιμένω από δω και πέρα; Μια χαρά τα έκανα όλα, εντάξει...»

Η πορεία του Γιώργου Πολυχρονιάδη, του τραγουδιστή με τη βραχνή «νέγρικη» φωνή, μοιάζει αρκετά μ’ αυτήν άλλων συναδέλφων του: Επιρροές από τους Beatles και τα «μιμητικά» συγκροτήματα που ξεπετάγονταν σε κάθε γειτονιά, περιοδείες, κλαμπάκια, αλλά και δύο τραγούδια του που τον έκαναν ευρέως γνωστό τη δεκαετία του 1970, όταν ακόμη υπήρχε το Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης. Σήμερα ο 74άχρονος καλλιτέχνης μοιράζεται τις αναμνήσεις του από εκείνα τα ωραία χρόνια για την ελληνική «μοντέρνα» μουσική και δηλώνει αμήχανος (ακόμα) στην έκθεση μπροστά σε κοινό, αν και ετοιμάζεται για μια μεγάλη συναυλία στο Παλλάς (Τετάρτη 18/2) μαζί με τον Λάκη Τζορντανέλλι και τη Μπέσυ Αργυράκη. Ήταν και η αιτία για τη συνάντηση μας.

Θα σας δούμε σε συναυλία στο Παλλάς. Είχε καιρό να γίνει αυτό;

Εδώ και 25 χρόνια είχαμε κάνει ένα γκρουπ με τον Λάκη Τζορντανέλλι και τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς. Παίζαμε παντού, σε Ελλάδα και Κύπρο, σε μπαράκια και σε μουσικές σκηνές έως και σε γήπεδα. Πριν μια δεκαετία ήμασταν στα ντουζένια μας, θα λέγαμε.

Σωστά, εδώ και μια δεκαετία ξεκίνησε όλη αυτή η αναβίωση των 70s και 80s σε μουσικές σκηνές.

Ανέκαθεν γινόταν αυτό. Είναι τόσο κλασικές πια αυτές οι περίοδοι, που κάθε τόσο επανέρχονται, γιατί κάτι έχουν να πουν. Έτσι, όταν «έφυγε» ο Ρόμπερτ, μείναμε εγώ και ο Λάκης. Που και που, όποτε μας καλούν, πηγαίνουμε και παίζουμε. Τώρα μας κάνανε την πρόταση να γίνει αυτή η σύμπραξη με τη Μπέσυ Αργυράκη. Πάμε να το κάνουμε! Έτσι λειτουργώ εγώ, δεν την κυνηγάω πια τη δουλειά, δεν μ’ ενδιαφέρει να κάνω καριέρα.

Μα την κάνατε εσείς την καριέρα σας και με το παραπάνω.

Ναι, αλλά υπάρχουν κι οι καλλιτέχνες που έχουν το ψώνιο να εμφανίζονται συνέχεια. Εγώ δεν το θέλω αυτό.

Έτσι ήσασταν πάντα;

Ήμουν ταπεινός, χαμηλών τόνων. Έγινα μουσικός επειδή μου άρεσε η μουσική, δεν έγινα επειδή ήθελα να γίνω κάποιος. Ποτέ δεν μου άρεσε να αυτοπροβάλλομαι και ίσως γι’ αυτό δεν έκανα κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που ενδεχομένως θα μπορούσα, αν είχα κινηθεί διαφορετικά. Ντρεπόμουν να εκτίθεμαι και μου άρεσε το δημιουργικό μέρος της δουλειάς, η σύνθεση, το στούντιο, οι δίσκοι, οι ηχογραφήσεις, το ραδιόφωνο, τέτοια πράγματα.

Γράφετε ακόμη σήμερα;

Όχι. Έχω τόσα πολλά γραμμένα ώστε έχω «καθαρίσει». Καταρχάς έχω έτοιμη πολλή οργανική μουσική, για την οποία όσοι την έχουν ακούσει, μού τη χαρακτηρίζουν «επιπέδου Μορικόνε» κλπ.

Άρα συμφωνείτε πως όλες αυτές οι συναυλίες - reunions εξαντλούνται σ’ ένα «vintage» πλαίσιο;

Είναι καθαρά «vintage», ναι. Ο κόσμος το θέλει διότι αυτό που λέμε δεκαετία του 1960 κυρίως, για μένα ήταν μια ολόκληρη εικοσαετία, από το 1955 μέχρι το 1975. Το επίκεντρο ήταν τα sixties με τις κοσμογονικές αλλαγές τους, τα πολιτιστικά, το φοιτητικό κίνημα, το Γούντστοκ, τις μόδες που εναλλάσσονταν – τα μίνι και τα μάξι – , τους Beatles και βέβαια τους μπίτνικς, τους τεντιμπόις και τους χίπις. Υπήρχαν ακόμη η Μπαέζ και ο Ντίλαν, που έβαλαν την ποίηση μέσα στο τραγούδι.

Στην Ελλάδα θα λέγατε ότι το αντίστοιχο ήταν ο σύγχρονός σας, Διονύσης Σαββόπουλος;

Μου άρεσε και μου αρέσει ακόμα ο Διονύσης. Είναι σημείο αναφοράς, μπορεί να ήταν ιδιόρρυθμος και να μην είχα σχέσεις μαζί του, ήταν ένα ιδιαίτερος καλλιτέχνης όμως με τα καλά του και τα στραβά του.

Γεννήθηκε στη Σαλονίκη, όπως έλεγε στο τραγούδι του, εκεί που γεννηθήκατε κι εσείς.

Οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με την τέχνη. Γεννήθηκα απέναντι από το Μακεδονία Παλλάς, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι του ξαδέρφου μου, του Κωστή Μοσκώφ. Ο πατέρας του Κωστή ήταν πρώτος ξάδερφος της μάνας μου και μας είχε παραχωρήσει το σπίτι αυτό. Παρόλο που έμοιαζε με πύργο, εμείς ήμασταν μια φτωχή οικογένεια. Δίναμε ένα συμβολικό ποσό, άλλωστε η οικογένεια Μοσκώφ ήταν καπνέμποροι και ζάπλουτοι. Σχεδόν στα 25 μου αποφάσισα να κατέβω στην Αθήνα.

Ο Γ. Πολυχρονιάδης σε παιδική ηλικία
Σπουδάσατε μουσική;

Όχι, γιατί δεν μ’ άφηναν οι δικοί μου. Την είχα μέσα μου όμως τη μουσική, όντας εραστής του ραδιοφώνου. Φανταζόμουν ως παιδάκι ότι μέσα στο ραδιόφωνο υπήρχαν μικροσκοπικά ανθρωπάκια που τραγουδούσαν και μιλούσαν. Επίσης έκανα μιμήσεις, με ανέβαζαν στο τραπέζι και με ένα σκουπόξυλο της μάνας μου έκανα ότι έπαιζα κιθάρα. Κάποια στιγμή η γιαγιά μου πήγε στην άλλη κόρη της, στην Αμερική, κι όταν γύρισε μου έφερε ένα μικρούλι ακορντεόν. Μέσα σ’ ένα μήνα είχα μάθει να παίζω όλες τις μελωδίες της εποχής. Θα’μουν – δεν θα’μουν εφτά – οχτώ ετών. Ο πατέρας μου φώναζε ως έμπορος που ήταν. Λίγα χρόνια αργότερα η νονά μου μού αγόρασε ένα κανονικό μεγάλο ακορντεόν και ξεκίνησα να τραγουδάω κιόλας.

Γράφατε μουσική με νότες;

Όχι. Ξέρω να διαβάζω νότες, αλλά είμαι πολύ αργός, διότι ότι μαθαίνεις, αν δεν το μάθεις στην ώρα του, μετά είναι δώρο άδωρο. Γύρω στο 1963 – 64 πηγαίνω σ’ ένα συνοικιακό σινεμά μ’ ένα φίλο μου. Μπαίνω μέσα και πέφτω πάνω σ’ ένα gros plan του Τζον Λένον που τραγουδούσε το «Tell me why». Η ταινία ήταν το ασπρόμαυρο «A hard day’ s night»! Μένω ακίνητος, όρθιος, περιμένοντας να τελειώσει το κομμάτι για να ρουφήξω το οπτικοακουστικό θέαμα. Εκεί ήταν που είπα «αυτό θέλω να κάνω, τέλος»!

1969, συναυλία με τους Βόρειους στο Παλαί Ντε Σπορ - Ο Γ. Πολυχρονιάδης στο κέντρο
Οι Βόρειοι πότε φτιάχτηκαν; Να ρωτήσω, δοθείσης ευκαιρίας, αν η δική σας φωνή ακούγεται στο «Σαλούνα», ένα υπέροχο ελληνικό ψυχεδελικό τραγούδι.

Όχι, να διευκρινίσω ότι εγώ δεν τραγουδώ καθόλου στη δισκογραφία των Βόρειων. Εγώ πήγα αφότου είχαν κάνει το «Τζίνι» και ήταν στα πολύ πάνω τους. Με άκουσαν σε κάποια μουσικά πρωινά που έπαιζα με άλλα συγκροτηματάκια και είπαν «θα τον πάρουμε αυτόν». Επειδή είχαν τραγουδιστή και ήξεραν ότι παίζω κιθάρα, πήγα τελικά ως κιθαρίστας που τραγουδούσε το ξένο ρεπερτόριο. Ο Σώτος, η φωνή στη «Σαλούνα» και το «Τζίνι», δεν ήταν πολύ καλός στα αγγλικά σε αντίθεση με μένα που το «είχα». Παίζαμε δυνατά πράγματα: Beatles, Who, Kinks…

Μάλιστα, τα συγκροτήματα της λεγόμενης «βρετανικής εισβολής» των sixties.

Όλα αυτά! Κάναμε μεγάλη επιτυχία με τους Βόρειους, κλαμπ, περιοδείες, μέχρι που ανέβηκε πάνω ο συνθέτης Αλέξης Παπαδημητρίου. Αυτός είχε τους Artomics στην Αθήνα, απ’ τους οποίους πέρασαν ο Σταμάτης Σπανουδάκης, ο Δημήτρης Ταμπόσης και άλλοι εξαιρετικοί μουσικοί του ροκ. Μας άκουσε, ξετρελάθηκε και μας είπε «όπως είστε, σας θέλω κάτω»! Έτσι ήρθα στην Αθήνα, ως μέλος των Artomics. Παίξαμε στην «Αθηναία» στον Ιππόδρομο, στο «Piper» στη Φιλελλήνων, που είχαν παίξει και ο Ντέμης Ρούσσος με τους We Five. Μεσουρανούσαν τότε οι Poll και ο Βλάσσης με τους Πελόμα Μποκιού.

Νιώθατε μια υπεροχή των αθηναϊκών ροκ συγκροτημάτων έναντι αυτών από τη Θεσσαλονίκη και τις άλλες πόλεις;

Δεν θα το’λεγα, καθώς εμείς είχαμε το καλύτερο φωνητικό σχήμα απ’ όλους. Και ο Βλάσσης το έλεγε! Δεν είχαμε να ζηλέψουμε τίποτα, γι’ αυτό και κάναμε την επιτυχία μας κι εμείς στην πρωτεύουσα.

Αργήσατε παρόλα αυτά να κάνετε πρώτο προσωπικό άλμπουμ.

Σωστά, δισκογραφία πρωτόκανα το 1974. Το 1971, καραχούντα, πήγα φαντάρος και όταν απολύθηκα το ’74 πια άρχισα να τραγουδώ σ’ ένα κλαμπ της Θεσσαλονίκης. Έτσι έστειλα ένα πρώτο κομμάτι μου στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης που προκρίθηκε. Μιλάω για τον «Τυφλό» σε στίχους του Πεΐδη, απ’ όπου έγινα γνωστός.

Μιλήστε μου λίγο για τον Κώστα Πεΐδη, ήταν ένας καλός στιχουργός που μαζί αφήσατε πολλά ωραία κομμάτια.

Ο Πεΐδης καταρχάς είχε γράψει μια μεγάλη επιτυχία για την Ελπίδα. Ποιητή θα τον έλεγα. Δεν ζει πια, πέθανε νέος από καρκίνο. Ήταν τρελός, όμως, απρόβλεπτος, που χειριζόταν τέλεια την ελληνική γλώσσα και έγραφε πάρα πολύ καλά. Σημειωτέον, ενώ ο «Τυφλός» είχε περάσει, λογοκρίθηκε και μόνο όταν έπεσε η χούντα, μπορέσαμε να το παρουσιάσουμε. Μετά απ’ αυτό το τραγούδι, άρχισα τις περιοδείες με τον Τουρνά, τον Πασχάλη, την Ελπίδα, τη Μαρίνα, με όλη την ποπ σκηνή της εποχής. Την ίδια χρονιά που ολοκληρώθηκε το φεστιβάλ τραγουδιού, βγήκε και ο πρώτος μου δίσκος από την Polygram.

Με παραγωγό τον Φίλιππο Παπαθεοδώρου.

Ακόμη βλεπόμαστε σε κάτι στέκια που έχουμε βρει και μαζευόμαστε όλοι οι παλιοί. Πήγα στην Polygram και αυτό νομίζω ήταν ένα από τα λάθη που έκανα. Πέρασα και από τη ΜΙΝΟΣ, αλλά όχι όταν έπρεπε. Πρέπει να πω ότι και με τον «Τυφλό» συμμετείχα με το ζόρι στο φεστιβάλ. Μου άρεσε να’μαι με τα τζιν και τις μαλλούρες μου, αφού τραγουδούσα πολύ τους Family!

Που τους θυμηθήκατε τους Family; Τεράστιο φολκ – ροκ συγκρότημα!

Ναι, με τον τραγουδισταρά τον Ρότζερ Τσάπμαν που αργότερα τραγούδησε το «Shadow on the wall» του Μάικ Όλντφιλντ. Ήμουν, όπως αντιλαμβάνεστε, πολύ «προχωρημένος» μουσικά! Όταν, λοιπόν, με πίεσε ο Πεΐδης να βάλω μουσική πάνω στους στίχους του για να πάμε με τον «Τυφλό» στο φεστιβάλ, του εξήγησα πως δεν γουστάρω τα παπιονάκια και τα κοστούμια. Τα κορόιδευα αυτά, αλλά τελικά με ντύσανε και με πήγανε (γέλια). Όταν πρωτοκατέβηκα στην Αθήνα, δουλειά βρήκα στο «ABC» μαζί με το συγκρότημα των Sunset με Παπαδούκα, Νίκο Αντύπα κ.α. Αδέρφια ήμασταν! Άλλο ένα λάθος μου ήταν που δεν επέλεξα σωστά τους χώρους, στους οποίους κινήθηκα. Τα κομμάτια που έλεγα δεν ταίριαζαν στη «Νεράιδα», τη «Φαντασία» και τα «Δειλινά».

Συνηθιζόταν αυτό τότε, πριν το λαϊκό πρόγραμμα να προηγούνταν τα ποπ συγκροτήματα.

Ήταν πολλά τα λεφτά, να είμαστε ειλικρινείς! Έβγαινα εγώ, το μαγαζί ήταν μισογεμάτο και έτρωγαν τη μπριζόλα τους, ενόσω τους έλεγα το «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη». Υπόψιν, είχα αφήσει το σπίτι μου, την έδρα μου και ήμουν σε μια άλλη πόλη με την αρραβωνιαστικιά μου και μέχρι σήμερα σύζυγο μου. Είχα μια πρόταση και έλεγα κατευθείαν ναι, δεν περίμενα να κάτσει κάτι άλλο.

Νιώθατε μέλος της ποπ – ροκ σκηνής της εποχής;

Όχι. Ποτέ. Δεν θέλω να υποτιμήσω τα άλλα παιδιά, που κάνανε σπουδαία καριέρα, απλά εγώ δεν ταίριαζα θεματολογικά μαζί τους. Έλεγα τραγούδια κοινωνικά, δύσκολα, με ψαγμένο στίχο, ενώ αυτοί έλεγαν «Κοριτσάκι μου», «Τρελοκόριτσο» και «λα – λα – λα»…Ξαναπάω στο λάθος μου με τις εταιρείες. Ο Γιώργος Κατσαρός τότε, που έλυνε κι έδενε στο φεστιβάλ, είχε τηλεφωνήσει σ’ όλες τις εταιρείες: «Έχω έναν βραχνό από τη Θεσσαλονίκη, τρέξτε να τον πάρετε»! Έτσι, είχα προτάσεις από τον Πατσιφά της ΛΥΡΑ και από τον Μάτσα μέσω του Λεφεντάριου του δικηγόρου.

Που ήταν και επιστήθιος φίλος του Μάνου Χατζιδάκι.

Ακριβώς! Πόσο μεγάλος ήταν, όμως, ο Πατσιφάς! Χτυπάω το κεφάλι μου τώρα που το σκέφτομαι! Μου είχε πει: «Θα υπογράψεις; Εδώ θα κάνουμε σπουδαία πράγματα, θα σε κάνω σαν τον Σαββόπουλο». Του άρεσε το επιθετικό τραγούδισμα μου με τη βραχνή φωνή και με συμβούλευε να μην πάω με τους ποπ, γιατί θα καιγόμουν. Προτίμησα την Polygram, γιατί εκτιμούσα τον παραγωγό Παπαθεοδώρου.

1971, συναυλία με τους Artomics στο Παλαί Ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης
Η αλήθεια είναι όμως πως και δισκογραφικά, στα ξεκινήματα σας κάνατε έναν διαφορετικό δίσκο με τον Δώρο Γεωργιάδη και την Ρένα Πάντα.

Έκανα καλές δουλειές. Είχα μπει μέσα στο ποπ ρεπερτόριο της Polygram, χωρίς να αισθάνομαι ποπ. Τον δίσκο με την Πάντα θα τον έλεγα λίγο ελαφρύ, αλλά ήταν εξ ολοκλήρου σε στίχους της Σώτιας Τσώτου. Ευτυχώς, επειδή δεν το είχα με τον στίχο, πάντα επέλεγα καλούς στίχους.

Πως έφταναν στα αυτιά σας οι μελοποιήσεις και όλο αυτό το κλίμα της Μεταπολίτευσης;

Μου άρεσε, αν και είμαι της άποψης πως τα ποιήματα γράφονται για να διαβάζονται, όχι για να τραγουδιούνται. Δεν πιστεύω πως ο Ρίτσος, ο Σεφέρης και ο Ελύτης είχαν τη φιλοδοξία να γίνουν τραγούδια οι στίχοι τους. Στην πορεία, βέβαια, κατάλαβα πως δεν είχα δίκιο. Τότε δεν ήμουν φαν, αλλά τώρα εκτιμώ πολύ περισσότερο τις μελοποιήσεις.

Κι αν έπρεπε οπωσδήποτε να βάλετε μια ταμπέλα για το είδος που υπηρετήσατε;

Θα έλεγα την ελληνική ροκ σκηνή. Ήμουν και μπλουζίστας, εξπέρ στα μπλουζ και τη τζαζ.

Πολιτική συνείδηση είχατε τότε;

Σήμερα είμαι πολύ συνειδητά πολιτικοποιημένος, δεν σας κρύβω όμως πως εκείνη την εποχή δεν τα πολυκαταλάβαινα τα πράγματα. Ίσως ένιωσα την κατάσταση στο στρατό, όταν μας έβαζαν να φωτογραφιζόμαστε κάτω απ’ το πουλί της χούντας. Μ’ ενοχλούσε, αλλά δεν είχα καταλάβει πόσο κακό ήταν. Σήμερα ανήκω στον αριστερό χώρο.

Ομολογώ πως δεν σας το «είχα»…

Ξέρετε γιατί; Οι καταβολές μου ήταν από μια δεξιά οικογένεια, όλοι τους, σιγά – σιγά εγώ έγινα όμως ο επαναστάτης και άλλαξα δρόμο. 

Πάντως παραμείνατε ενεργός δισκογραφικά μέχρι και τη δεκαετία του 1990.

Έκανα πολλές συμμετοχές, αλλά η τελευταία μου δισκογραφική δουλειά βγήκε το 1993. Κάποια στιγμή, όταν έφυγα από την Polygram, μου τηλεφώνησε ο Αχιλλέας Θεοφίλου και μου είπε πως με ζητάει ο Μάτσας της ΜΙΝΟΣ. Πήγα κι έκανα τη «Μαργαρίτα» και το «Φέιγ βολάν», μεγάλες επιτυχίες. Πάνω που λέγαμε να κάνουμε κι άλλο δίσκο, η ΜΙΝΟΣ συγχωνεύθηκε με την ΕΜΙ και ο Μάτσας έγινε διευθύνων σύμβουλος. Μοιραία φύγαμε περίπου 15 τραγουδιστές, εγώ, ο Κοντολάζος και άλλοι.

Με τον Μάνο Χατζιδάκι γνωριστήκατε ποτέ;

Όχι, αλλά έχω μια ιστορία με τον Χατζιδάκι που δεν την έχω ξαναπεί. Σας είπα ότι αρχικά ο «Τυφλός» λογοκρίθηκε, η χούντα όμως έπεσε το ’74 και το φεστιβάλ ήταν να γίνει ή να μη γίνει. Αποφασίστηκε στην Έκθεση Θεσσαλονίκης να ξεκινήσει απ’ την αρχή ο διαγωνισμός. Φώναξαν τον Χατζιδάκι, ο οποίος τους είπε το εξής: «Δεν θέλω καμία επιτροπή, δώστε μου μόνο είκοσι μέρες». Έκατσε ο Χατζιδάκις, άκουσε έναν τεράστιο αριθμό τραγουδιών και διάλεξε είκοσι απ’ αυτά. Το δικό μου ήταν το Νο 1 στη λίστα του. «Ρε μπαγάσα, ο Χατζιδάκις διάλεηε πρώτο δικό σου μέσα σε 700 τόσα τραγούδια» μου είχε πει ο Άλκης Στέας. Αυτή ήταν η μόνη εξ αποστάσεως επαφή που είχα με τον Χατζιδάκι. Γενικώς δεν είχα πολλές σχέσεις με τους έντεχνους, αν και δούλεψα με τους πάντες. Ήμουν πολύ φίλος με τον Αντώνη Καλογιάννη, εξαιρετικό παιδί, δούλεψα με όλους πλην του Νταλάρα και της Αλεξίου, που δεν έτυχε να σμίξουν οι δρόμοι μας. Έως και με τη Σωτηρία Μπέλλου συνυπήρξαμε, με τη Μαρινέλλα, τον Πάριο, τον Βοσκόπουλο, τον Κόκοτα, τη Μοσχολιού, την Κανελλίδου, τους πάντες! Κι από ροκάδες, όμως, με συγκεκριμένους είχα σχέσεις. Τον Πουλικάκο, ας πούμε, τον γνώρισα μέσα από τα γκρουπ – μου αρέσει ακόμα ο Μήτσος όπως τα λέει, είναι ροκ, πάει και τελείωσε!

Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, όμως, είχατε μοιραστεί πράγματα.

Από το 1969 στη Θεσσαλονίκη όταν ήταν σπουδαστής και κάνανε παρέα με τον ντράμερ των Βόρειων. Είχαν νοικιάσει μαζί μια γκαρσονιέρα απέναντι από το Καυτατζόγλειο και με κάλεσαν μια μέρα να γνωριστούμε. Ήταν στα πολύ καλά του ο Παύλος, νέο παιδί τότε, και μου μιλούσε για την οικογένεια του. Κάναμε στενή παρέα, του άρεσε που τραγουδούσαμε μαζί τα μπλουζ, όπως μια μέρα που βγάλαμε με δυο κιθάρες το «Like a Rolling Stone» του Ντίλαν. Το γράψαμε μάλιστα σ’ ένα οριζόντιο κασετόφωνο Hitachi. Είχα την κασέτα μέχρι και πριν 15 χρόνια, αλλά πλέον δεν μπορώ να τη βρω και είχα κάνει ανάστατο όλο το σπίτι. Απίστευτο ντοκουμέντο! Έχω κι ένα άλλο ντοκουμέντο, τον Νίκο Παπάζογλου να τραγουδάει ροκ.

Για την εποχή του συγκροτήματος Μακεδονομάχοι μιλάτε;

Όχι, μιλάω για προ Μακεδονομάχων, όταν είχαν ένα άτιτλο γκρουπ μαζί με τον Σαράντη Κασσάρα. Είχαν πάει στη Γερμανία για διεθνή καριέρα και εκεί έγραψαν πέντε κομμάτια, που παθαίνεις πλάκα! Τα έχω ακόμη στο αρχείο μου! Και τον «Τυφλό» στο στούντιο του Παπάζογλου τον έγραψα, έχοντας μόλις φτιάξει το στούντιο του. Την ίδια ακριβώς εποχή είχε δώσει και τραγούδια του στον Πασχάλη.

Τα νοσταλγείτε εκείνα τα χρόνια;

Πάρα πολύ! Νοσταλγώ τη Θεσσαλονίκη και τα πρώτα χρόνια μου στην Αθήνα. Έμενα στην Κυψέλη και συχνάζαμε στο «Σελέκτ» στη Φωκίωνος. Ήμασταν μια παρέα, ακούστε ονόματα: Ο Αλέκος Καρακαντάς, ο Σιδηρόπουλος, που έμενε παραπέρα στη Δροσοπούλου, ο Τσιλογιάννης ο ντράμερ, ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς, ο Μπονάτσος, η Γλέζου, η Λήδα, ο Τουρνάς – ερχόταν ο ένας, έφευγε ο άλλος και καθόμασταν όλοι κάτω απ’ τον πλάτανο. Για ένα φεγγάρι, στη γωνία του «Σελέκτ», βλέπαμε μαζί τον Αλέκο Σακελλάριο, τον Χορν, τον Χατζιδάκι και τον Γκάτσο. Είχαν μετατοπιστεί για λίγο από το «Zonars» και σύχναζαν εκεί δίπλα μας. 

Απωθημένα έχετε, κύριε Πολυχρονιάδη;

Όχι, είμαι ολιγαρκής και πέρασα πάρα πολύ καλά. Σαφώς όλα θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα και να είχα πιο πολλά λεφτά, ήμουν όμως χύμα: Το σπίτι μου ήταν πάντα ανοιχτό, σαν κοινόβιο. Χτυπούσε το κουδούνι ο Μητροπάνος στις 3 τα χαράματα και έλεγε στη γυναίκα μου: «Έχεις αυγά να μου φτιάξεις;» Και ανέβαινε απάνω. Το ίδιο και ο Καλογιάννης, ο Τουρνάς…Ήταν φίλοι μου και το ήθελα να έρχονται. Έκανα δύο παιδιά που μου κάνανε δύο εγγόνια, ο γιος μου είναι του 1981 και η κόρη μου του 1994. Με τη δε γυναίκα μου είμαστε μαζί 53 ολόκληρα χρόνια. Τη γνώρισα σε κλαμπ της Θεσσαλονίκης που τραγουδούσα τα βράδια, όντας φαντάρος. Φορούσα μάλιστα περούκα κι εκείνη αρχικά νόμισε πως είμαι γκέι, με κοίταζε λίγο περίεργα (γέλια).

Να πούμε και για το «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη», που ήταν το δεύτερο τραγούδι – σήμα κατατεθέν σας.

Πιστεύω πως χωρίς τον στίχο η μουσική δεν θα έλεγε τίποτα. Το κομμάτι το είχα στο συρτάρι για μια τετραετία και η συχωρεμένη Σάσα Μανέτα η στιχουργός όλο με ρωτούσε: «Εκείνο εκεί το έφτιαξες;», δεν μου έβγαινε όμως κάτι. Μια μέρα έπιασα την κιθάρα μου κι ένα μάτσο στίχους, αυτό ήταν πάνω – πάνω. Έγραψα επί τόπου τη μελωδία που μου βγήκε αβίαστα. Το πήγα από την εταιρεία, αλλά δεν πίστευαν πως ταίριαζε με το φεστιβάλ. Αποφάσισα να το στείλω μόνος μου. Πέρασε πρώτο πάλι. Ανέβηκα να το τραγουδήσω εν έτει 1979.

Θα το λέγαμε ένα ελληνικό δείγμα «Christian rock», σαν το «Hymn» ας πούμε των Barclay James Harvest;

Ένα τέτοιο πράγμα είναι ακριβώς! Επέλεξα να το τραγουδήσω μ’ ένα χακί πουκάμισο και μ’ ένα χακί παντελόνι, στρατιωτικά ρούχα και τίποτα άλλο. Καμία σχέση με τα παπιόν που φορούσα την πρώτη φορά. Βγήκα με την κιθάρα μου πάνω σ’ ένα σκαμπό. Ξεσηκώθηκαν όλοι! Την πρώτη μέρα του φεστιβάλ, ήμουν ολομόναχος απάνω. Μόλις παίχτηκε και έγινε χαμός, την επόμενη εμφανίστηκαν οι πάντες από την Polygram: Ο Μεναχέμ, ο Αντύπας, ο Παπαθεοδώρου, ο Καραγιάννης ήταν από πάνω μου και με χάιδευαν.

Βιολογικά, το ότι είστε 74 ετών…

Είμαι καλά ακόμη, αντέχω.

Θέλω να πω ότι το να ξαναβγαίνετε λάιβ, κάνει καλό πρωτίστως στον εαυτό σας.

Μπορεί, ναι, αλλά δεν το επιδιώκω. Δεν είναι κάτι που μου λείπει, δεν λέω «Α ρε να έπαιζα κάπου»…

Τι είναι αυτό που κάνει τον καλλιτέχνη να’ναι 90 ετών και να επιθυμεί ακόμη την έκθεση στον κόσμο;

Δεν είμαι φιλάρεσκος! Όλοι όσοι θέλουν να βγαίνουν στη σκηνή μέχρι τα 100 τους, ενδόμυχα είναι φιλάρεσκοι. Τους αρέσει να αρέσουν!

Δεν είναι ίδιον αυτό του καλλιτέχνη γενικώς;

Δεν ξέρω, εγώ σας λέω πως ακόμη όταν βγαίνω στα λάιβ, ντρέπομαι. Δεν μου αρέσει να εκτίθεμαι, να τραγουδάω σε μαγαζιά. Και τώρα νιώθω τρακ, αγωνία, αμηχανία.

Πάντως το ότι γνωρίζεστε απ’ τα παλιά με τον Τζορντανέλλη και την Αργυράκη δεν είναι αμελητέο εν προκειμένω.

Δεν θα έλεγα ότι υπήρξαμε κολλητοί, κάνουμε την πλάκα μας και στη δουλειά αυτή ως γνωστόν με όλους συναντιέσαι.

Τι περιμένετε από δω και πέρα;

Τίποτα, τι να περιμένω; Μια χαρά, τα έκανα όλα εντάξει, έχω φτιάξει ένα πολύ μεγάλο οπτικοακουστικό αρχείο. Θα το αφήσω στα παιδιά μου. Το βρίσκω ουτοπικό να έχω φιλοδοξίες στη φάση που είμαι. Ακόμη και το ότι αποδέχομαι προτάσεις για να τραγουδήσω, το κάνω επειδή δεν έχω λύσει το οικονομικό μου θέμα. Με μία σύνταξη ζω, οπότε τα λάιβ είναι ένα χαρτζιλίκι. Αν δεν έβγαινε κάτι, πιθανώς να μην τραγουδούσα.

Και η στιγμή που θα ξαναβγείτε στον κόσμο κάτι δεν είναι;

Είναι χαρά, δεν το συζητώ. Μεγάλη χαρά, μόνο που δεν την επιδιώκω.

* Η συνέντευξη με τον Γιώργο Πολυχρονιάδη πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026 στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας

** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Docville» με την εφημερίδα «Documento» (Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026)

*** Οι σημερινές φωτογραφίες είναι δικές μου και οι υπόλοιπες από το αρχείο του Γιώργου Πολυχρονιάδη

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Όλα όσα θα θέλατε να μάθετε για τη Marianne Faithfull από τον στενό συνεργάτη της, Andrew Batt

Στο ένθετο Docville με το σημερινό κυριακάτικο Documento θα διαβάσετε τη συνέντευξη που έφερα από το Λονδίνο πριν ενάμισι μήνα με τον Βρετανό μουσικό παραγωγό (υποψήφιο για Γκράμι) και landscape architect, Andrew Batt. Μιλάει για τη στενή φίλη και συνεργάτιδα του, Marianne Faithfull, της οποίας «έτρεχε» τα social media από το 2000 και μετά. Ο Batt επιμελήθηκε επίσης τις επανεκδόσεις σε βινύλια των δίσκων της Faithfull από τα 60s - 70s αρχής γινομένης από την επανακυκλοφορία «deluxe edition» του θρυλικού άλμπουμ της, «Broken English». Είπαμε πάρα πολλά στη συνάντηση μας σ' ένα καφέ του Λονδίνου στις όχθες του Τάμεση την 5η Δεκεμβρίου του 2025, που, όπως ήταν αναμενόμενο, χώρεσαν ελάχιστα στο φύλλο της εφημερίδας. Επιφυλάσσομαι να αναρτήσω εδώ, στα ΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑΣΜΑΤΑ, ολόκληρη την κουβέντα μας περί Marianne Faithfull με τον Andrew Batt. Το blog αυτό, άλλωστε, έχει τιμήσει τη συγκεκριμένη επιδραστική καλλιτέχνιδα από τότε που την πρωτοσυνάντησα στη Ρόδο το 2011 και μου είχε δώσει την πρώτη της συνέντευξη.