Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Χρήστος Μπότσης: «Δεν με ενδιαφέρει να φαίνομαι παντού, αλλά να υπάρχω ουσιαστικά εκεί που πρέπει»

 

Ο Χρήστος Μπότσης είναι 27 ετών και σήμερα σπουδάζει μουσική και μονωδία στο Χαλκηδόνειο Ωδείο. Ήρθε από τη Θήβα στην Αθήνα και μέσα σε λίγο χρόνο θα λέγαμε ότι κατάφερε αρκετά πράγματα. Ήδη από το 2018 μπήκε στη δισκογραφία με ένα τραγούδι που του έδωσαν ο συνθέτης Γιώργος Σταυριανός και η στιχουργός Μυρτώ Κοντοβά, το «Μαύρα γιασεμιά». Λίγα χρόνια αργότερα, το 2021, η συνάντηση του με δύο άλλους δημιουργούς, τη στιχουργό Λίνα Δημοπούλου και τον συνθέτη Γιώργο Κυριάκο, γέννησε ένα ακόμη τραγούδι, το «Σήκωσε νοτιά», το οποίο παίχτηκε από τα πιο mainstream «έντεχνα» ραδιόφωνα. Έχει συνεργαστεί επίσης με τον συνθέτη Νίκο Μερτζάνο, ενώ ακούσαμε και ένα ντουέτο του με τον Κώστα Μακεδόνα - προϊόν της σύμπραξης αυτή τη φορά του στιχουργού Νίκου Μωραΐτη με τον συνθέτη Γιώργο Κυριάκο. Εν αναμονή του πρώτου ολοκληρωμένου άλμπουμ του, που θα περιέχει τραγούδια από δημιουργούς όπως ο Θέμης Καραμουρατίδης, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος, η Λίνα Δημοπούλου, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Κώστας Τσίρκας κ.α., ο Μπότσης παίρνει δύναμη από τις λάιβ εμφανίσεις του, με τις οποίες - όπως λέει ο ίδιος - νιώθει να φτιάχνει το δικό του κοινό. Αφορμή για την ακόλουθη συζήτηση μας ήταν η επερχόμενη συναυλία του στο κλαμπ του Σταυρού του Νότου αυτή την Κυριακή 1η Μαρτίου του 2026. 

Η μέχρι τώρα πορεία σου είναι αυτή ενός νέου ανθρώπου που έφυγε από την επαρχία και ήρθε στην Αθήνα για ν’ ακολουθήσει τ’ όνειρο του. Πώς ήταν η απόφαση αυτή;

Η απόφαση να φύγω από τη Θήβα δεν ήταν απλώς μια μετακόμιση. Ήταν μια εσωτερική παραδοχή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θήβα. Στα 18 μου έφυγα για σπουδές μαγειρικής και αργότερα για Φιλολογία στο Ρέθυμνο. Ήθελα να έχω επιλογές, να νιώθω ασφαλής. Όμως μέσα μου ήξερα από την αρχή τι πραγματικά θέλω να κάνω. Το όνειρό μου ήταν πάντα να τραγουδάω. Πολλές φορές στη ζωή σκεφτόμαστε το «plan B» και άθελά μας απομακρυνόμαστε από τον στόχο. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι αποπροσανατολίζομαι. Άφησα τις σπουδές και γύρισα στη Θήβα. Κι εκεί, ουσιαστικά, ξεκίνησαν όλα. Έκανα live σε μαγαζιά της πόλης, δημιούργησα τον πρώτο μου πυρήνα ανθρώπων που πίστεψαν σε εμένα, διοργάνωσα δύο μεγάλες συναυλίες στο ανοιχτό θέατρο της πόλης. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι αυτό που έχω μέσα μου μπορεί να βγει προς τα έξω και να συναντήσει τον κόσμο. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι, αν θέλω να μεγαλώσει αυτό το εγχείρημα, πρέπει να μεγαλώσω κι εγώ μαζί του. Και το κέντρο της τέχνης για μένα ήταν και είναι η Αθήνα. Η απόφαση να έρθω ήταν συνειδητή και δεν την αμφισβήτησα ούτε στιγμή. Τη στηρίζω από την πρώτη μέρα. Δουλεύω χρόνια στο σερβίς για να μπορώ να στηρίζω οικονομικά τα καλλιτεχνικά μου βήματα. Δεν το είδα ποτέ σαν κάτι “ξένο” από το όνειρό μου αλλά ως μέρος της διαδρομής. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή ήρθε και ο δίσκος μου. Ένα προσωπικό στοίχημα που έγινε πραγματικότητα. Την ερχόμενη Κυριακή 1 Μαρτίου, στον Σταυρό του Νότου, γιορτάζω τα 27 μου χρόνια, τον έναν χρόνο μου στην Αθήνα και την τέταρτη χρονιά παρουσίας μου στη συγκεκριμένη σκηνή. Για μένα αυτό το live δεν είναι απλώς μια εμφάνιση, είναι μια γιορτή συνέπειας, πίστης και εξέλιξης. Γιατί τελικά, αν κάτι έμαθα, είναι πως όταν δεν εγκαταλείπεις το όνειρό σου, ακόμα κι αν κάνεις κύκλους, βρίσκεις τον δρόμο σου ξανά. 

Γνώριζες πως έμπαινες σ’ έναν ακραία ανταγωνιστικό χώρο όπου οι πιθανότητες «προβολής» σου ήταν περιορισμένες;

Δεν βλέπω τον χώρο μας ως ακραία ανταγωνιστικό. Βλέπω ότι πολλές φορές κρύβει ματαιοδοξία. Και η ματαιοδοξία μπορεί εύκολα να μεταφραστεί σε ανταγωνισμό. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο πυρήνας της τέχνης είναι έτσι. Εγώ πιστεύω βαθιά στην αλληλεγγύη και στο «μαζί». Η μουσική από τη φύση της είναι συλλογική πράξη. Αν αυτό κατανοηθεί πραγματικά από όλους μας, τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ πιο όμορφα. Μέχρι σήμερα δεν έχω νιώσει ότι κάποιος με ανταγωνίζεται. Το αντίθετο. Οι καλλιτέχνες που έχω συναντήσει και συνεργαστεί με έχουν αγκαλιάσει με γενναιοδωρία και σεβασμό. Και αυτό για μένα λέει πολλά. Είναι βέβαια και θέμα χαρακτήρα. Και κυρίως είναι θέμα πού επιλέγεις να κοιτάς. Προσωπικά έχω ένα ένστικτο, όταν διαισθάνομαι «μαυρίλα», απομακρύνομαι. Δεν με αφορά να συγκριθώ ή να μπω σε μια διαρκή σύγκριση. Με αφορά να εξελίσσομαι. Πιστεύω ότι όταν έχεις καθαρή πρόθεση, συνέπεια και δουλεύεις καθημερινά γι’ αυτό που αγαπάς, η προβολή έρχεται. Μπορεί να πάρει χρόνια, μπορεί να δοκιμάσει την αντοχή σου, αλλά έρχεται. Και έρχεται με ουσία — όχι σαν φούσκα. Αρκεί αυτό που κάνεις να έχει αλήθεια.Παρατηρώ ότι ο πυρήνας των ανθρώπων που μας ακολουθεί έχει μια σταθερά ανοδική πορεία. Αυτό για μένα είναι η πιο ουσιαστική «προβολή». Δεν με ενδιαφέρει να φαίνομαι παντού , αλλά να υπάρχω ουσιαστικά εκεί που πρέπει. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν έβλεπα το αντίθετο. Ίσως θα επαναπροσδιόριζα πράγματα. Αλλά μέχρι τώρα νιώθω ότι ο δρόμος ανοίγει φυσικά. Και αυτό μου δίνει δύναμη να συνεχίζω.

Μίλησε μου για τις σπουδές σου σε μουσική και τραγούδι.

Η επαφή μου με το τραγούδι ξεκίνησε ως ανάγκη έκφρασης. Στα 15 μου γνώρισα τη Νόνα Βουδούρη και τον Λάζαρο Παπαδόπουλο. Με τη Νόνα κάναμε τα πρώτα μου μαθήματα φωνητικής στη Θήβα. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος μου εξήγησε ότι η φωνή δεν είναι απλώς συναίσθημα — είναι εργαλείο, είναι «όργανο» που χρειάζεται τεχνική, φροντίδα και κατανόηση. Με τον Λάζαρο μπήκα στον κόσμο του θεάτρου και της ερμηνείας. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω ότι το τραγούδι δεν είναι μόνο νότες, αλλά αφήγηση. Είναι σώμα, είναι βλέμμα, είναι παύση. Αυτοί οι δύο άνθρωποι υπήρξαν για μένα φάροι. Μου άνοιξαν έναν δρόμο που μέχρι τότε έβλεπα θολά. Στα 19 μου ξεκίνησα ολοκληρωμένες σπουδές τραγουδιού στο Χαλκηδόνειο Ωδείο Νέας Φιλαδέλφειας, από όπου φέτος, μετά από οκτώ χρόνια, αποφοιτώ. Αυτή η διαδρομή της γνώσης με έχει δυναμώσει βαθιά. Σε ωριμάζει η διαδικασία της σπουδής. Σε  μαθαίνει πειθαρχία, σε φέρνει αντιμέτωπο με τα όριά σου και σε βοηθά να τα ξεπεράσεις. Το λέω συχνά σε κάθε νέο άνθρωπο που θέλει να τραγουδήσει: σπούδασέ το. Είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τι κάνει το «όργανό» σου, πώς λειτουργεί το σώμα σου, πώς στηρίζεις τη φωνή σου. Το ταλέντο είναι ένα δώρο, αλλά χωρίς γνώση δεν αντέχει στον χρόνο. Παράλληλα, έχω παρακολουθήσει και πολλά σεμινάρια. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα εκείνα της Νατάσσας Μποφίλιου και του Θέμη Καραμουρατίδη. Εκεί πήρα σημαντικά μαθήματα όχι μόνο τεχνικά, αλλά και καλλιτεχνικής στάσης. Για το πώς στέκεσαι απέναντι σε ένα τραγούδι, πώς το υπηρετείς και δεν το χρησιμοποιείς απλώς για να φανείς. Όλη αυτή η πορεία μού έμαθε κάτι βασικό: η γνώση δεν σε περιορίζει — σε ελευθερώνει. Και όταν ανεβαίνω στη σκηνή, νιώθω ότι κουβαλώ μαζί μου όλα αυτά τα χρόνια δουλειάς, πειθαρχίας και αγάπης για αυτό που κάνω. Και το σημαντικότερο για μενα είναι πως πάντα παραμένω πιστός μαθητής.

Κατάφερες μέσα σε λίγο χρόνο να ερμηνεύσεις συνθέσεις καταξιωμένων ήδη δημιουργών. Φαντάζομαι τη χαρά που θα εισέπραξες πρώτα απ’ όλα.

Η χαρά και η ευγνωμοσύνη είναι πραγματικά πολύ μικρές λέξεις μπροστά σε αυτό που νιώθω. Αυτό που έχω ζήσει τα τελευταία χρόνια είναι ένα όνειρο που πήρε σάρκα και οστά. Να ερμηνεύω δημιουργούς που όχι μόνο θαυμάζω καλλιτεχνικά, αλλά σέβομαι βαθιά και για τη στάση τους απέναντι στα πράγματα. Για μένα αυτά τα δύο είναι απόλυτα συνδεδεμένα — το έργο και ο άνθρωπος. Στη δισκογραφία μπήκα το 2018, τραγουδώντας τα «Μαύρα Γιασεμιά» του Γιώργου Σταυριανού και της Μυρτώς Κοντοβά. Ήταν μια στιγμή που ένιωσα ότι κάτι αρχίζει να παίρνει μορφή. Στη συνέχεια ήρθε ο Γιώργος Κυριάκος μαζί με τη Λίνα Δημοπούλου και δοκιμάσαμε να κάνουμε ένα τραγούδι. Μας «βγήκε». Ήταν από εκείνες τις συναντήσεις που δεν είναι καθόλου τυχαίες. Μετά άρχισα να συλλέγω υλικό. Ήθελα να στήσω ένα άλμπουμ με έξι τραγούδια — έξι διαφορετικές εποχές και οπτικές του εαυτού μου. Έξι εσωτερικές διαδρομές. Ο μεγαλύτερός μου φόβος ήταν μήπως φτάσουν στα χέρια μου τραγούδια που δεν με αφορούν, που δεν με εκφράζουν ουσιαστικά. Δεν συνέβη. Αντίθετα, ένιωσα ότι οι δημιουργοί ήξεραν ακριβώς τι ήθελα να καταθέσω. Σε αυτό το άλμπουμ έγραψαν ο Θέμης Καραμουρατίδης, η Λίνα Δημοπούλου, ο Γιώργος Κυριάκος, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Νίκος Μερτζάνος — που υπογράφει και την ενορχήστρωση —, ο Σταύρος Σταύρου, ο Αλέξανδρος Κούρος, η Βίκυ Γεροθοδώρου και η Στέλλα Καμπανού. Και φυσικά υπάρχει μέσα και η διασκευή της «Ασπιρίνης» του Κώστα Τσίρκα και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου που πρωτοτραγούδησε η Νατάσσα Μποφίλιου το 2004. Είκοσι χρόνια μετά, αυτοί οι τρεις άνθρωποι μου έδωσαν τη σκυτάλη. Και μόνο αυτή η φράση, όταν τη λέω, με συγκινεί.Δεν ξέρω αν υπάρχουν λέξεις αρκετές για να περιγράψουν αυτό το συναίσθημα. Ξέρω μόνο ότι νιώθω βαθιά ευγνώμων. Και ταυτόχρονα, ακόμη πιο υπεύθυνος απέναντι σε αυτό που κρατώ στα χέρια μου.

Δεν ξέρω αν έχω δίκιο, αλλά νιώθω ότι ως εργαζόμενος στον Μπλε Παπαγάλο θα επέλεξες συνειδητά ένα «safe» περιβάλλον παράλληλης ενασχόλησης σου με τη μουσική.

Ο Μπλε Παπαγάλος ήρθε στη ζωή μου μέσα από τη Νατάσσα Μποφίλιου. Όταν μετακόμισα στην Αθήνα, της είπα ότι χρειάζομαι άμεσα δουλειά στο σερβίς για να μπορώ να στηρίξω τα καλλιτεχνικά μου βήματα. Με έφερε σε επαφή με την αδελφή της, τη Νέλλη Μποφίλιου, και εκεί ξεκίνησαν όλα. Η Νέλλη είναι ένας από τους ανθρώπους που με στήριξαν ουσιαστικά στα πρώτα μου βήματα στην Αθήνα — και όχι μόνο επαγγελματικά. Ήταν και είναι παρούσα σε όλο το καλλιτεχνικό μου εγχείρημα. Με πίστεψε από την αρχή και αυτή η πίστη, όταν είσαι μόνος σε μια καινούργια πόλη, έχει τεράστια αξία. Είναι αδερφή μου πλέον. Έχω δουλέψει ως σερβιτόρος σε αρκετά μαγαζιά. Στον Μπλε Παπαγάλο όμως δεν νιώθω ότι «δουλεύω». Το αισθάνομαι σαν σπίτι μου. Οι συνεργάτες μου εκεί είναι άνθρωποι με τους οποίους βλέπουμε τον κόσμο με παρόμοια ματιά. Υπάρχει αλληλοσεβασμός, χιούμορ, κατανόηση. Υπάρχει μια κοινότητα. Γενικά, η οικογένεια Μποφίλιου με έχει στηρίξει βαθιά. Και αυτό είναι κάτι που δεν θεωρώ δεδομένο. Είναι σπάνιο — αδιανόητα σπάνιο — να σε βοηθούν άνθρωποι που δεν σου «χρωστούν» τίποτα. Που δεν έχουν καμία υποχρέωση. Κι όμως είναι εκεί. Δεν το είδα ποτέ ως “safe επιλογή”. Το είδα ως ευλογία. Ως μια μεγάλη αγκαλιά μέσα σε μια δύσκολη μετάβαση. Και νιώθω πραγματικά ευγνώμων. 

Σήμερα θα έλεγες ότι έχεις φτιάξει ένα δικό σου κοινό;

Ναι, σήμερα μπορώ να πω ότι αρχίζει να διαμορφώνεται ένα δικό μου κοινό. Και αυτό είναι ίσως από τα πιο συγκινητικά κομμάτια αυτής της διαδρομής. Βλέπω ξεκάθαρα ότι υπάρχει μια ανοδική πορεία. Φυσικά, ο πυρήνας στηρίζεται ακόμα σε φίλους και ανθρώπους που με γνωρίζουν προσωπικά — κι αυτό το θεωρώ τιμή. Γιατί πριν πιστέψει σε σένα το ευρύ κοινό, πρέπει να πιστέψει ο στενός σου κύκλος. Όμως αυτό που με χαροποιεί ιδιαίτερα είναι ότι σε κάθε live έρχονται και καινούργιοι άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν με γνωρίζουν, που δεν έχουν προσωπική σύνδεση μαζί μου, αλλά έρχονται για τη μουσική. Και εκεί καταλαβαίνω ότι κάτι αρχίζει να ανοίγει. Ότι η μουσική μου βρίσκει δρόμο. Αυτό είναι η μεγαλύτερη χαρά: να νιώθεις ότι το τραγούδι σου ταξιδεύει πέρα από εσένα, ότι αγγίζει ανθρώπους που δεν γνωρίζεστε τυπικά αλλα σας συνδέει το συναισθημα σας. Δεν με ενδιαφέρει η μαζικότητα ως νούμερο. Με ενδιαφέρει η ουσία. Να υπάρχει ένας σταθερός, ζωντανός πυρήνας ανθρώπων που ταυτίζονται, που περιμένουν το επόμενο βήμα, που νιώθουν κομμάτι αυτής της διαδρομής. Και ναι, φέτος θέλω πολύ να ταξιδέψω τη μουσική μου. Να τη βγάλω έξω από τα στενά όρια της Αθήνας, να τη φέρω σε άλλες πόλεις, σε άλλους χώρους, σε άλλες ψυχές. Γιατί η μουσική, αν δεν ταξιδεύει, μένει μισή. Και θέλω να την μοιραστώ.

Η Eurovision, που είναι και στην επικαιρότητα, θα ήταν κάτι που θα σ’ ενδιέφερε μελλοντικά; Αναφέρομαι σε μία φανταστική υποτιθέμενη συμμετοχή σου.

Η αλήθεια είναι ότι η Eurovision δεν ήταν ποτέ ένα όνειρό μου. Πάντα ένιωθα πως ως θεσμός βασίζεται περισσότερο στο «φαίνεσθαι» παρά στο «είναι». Στο θέαμα, στην εικόνα, στη γρήγορη εντύπωση. Εγώ λειτουργώ πιο εσωτερικά· με αφορά περισσότερο η ουσία ενός τραγουδιού και η διαχρονικότητά του. Δεν μπορώ βέβαια να αποκλείσω υποθετικά οτιδήποτε. Αν υπήρχε ένα τραγούδι στο οποίο να πίστευα απόλυτα, που να με εκφράζει βαθιά και να υπηρετεί αυτό που είμαι καλλιτεχνικά, ίσως το σκεφτόμουν διαφορετικά. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το τραγούδι είναι πάντα ο πυρήνας.Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια για μένα το θέμα δεν είναι μόνο αισθητικό αλλά και πολιτικό. Δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι ο θεσμός αποδέχεται τη συμμετοχή χωρών, το Ισραήλ δηλαδή, την ώρα που εξελίσσονται τραγωδίες με θύματα αμάχους. Προσωπικά, δεν μπορώ να διαχωρίσω την τέχνη από την ηθική στάση.Ζούμε μια εποχή όπου μπροστά στα μάτια μας συντελείται μια ανθρωπιστική καταστροφή και εγώ νιώθω την ανάγκη να τοποθετούμαι καθαρά. Είμαι με τον παλαιστινιακό λαό και με κάθε λαό που βιώνει βία και απώλεια. Για μένα, όταν χάνονται ανθρώπινες ζωές — και ειδικά άμαχοι — δεν χωράει «θέαμα» σαν να μη συμβαίνει τίποτα.Οπότε σήμερα, με τα δεδομένα που υπάρχουν, νιώθω ότι αυτός ο θεσμός δεν με εκφράζει. Και προτιμώ να μείνω συνεπής σε αυτό που πιστεύω, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι κλείνω μια πόρτα.

Ποιους καλλιτέχνες θα χαρακτήριζες «φάρους» σου;

Μεγάλωσα ακούγοντας τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες και στιχουργούς. Η ελληνική τραγουδοποιία ήταν πάντα παρούσα στο σπίτι μου — σαν φυσική συνέχεια της καθημερινότητας. Νιώθω ότι με έχουν διαμορφώσει βαθιά, ακόμη κι αν δεν το καταλάβαινα τότε. Τους θαυμάζω όλους. Για την τόλμη τους, για τη γλώσσα τους, για το πολιτικό και ποιητικό αποτύπωμα που άφησαν. Όμως αν πρέπει να ξεχωρίσω κάποιους που υπήρξαν «φάροι» για μένα, αυτοί είναι ο Θάνος Μικρούτσικος και η Μαρία Δημητριάδη.Ήταν οι πρώτες μου μεγάλες συγκινήσεις ως παιδί. Θυμάμαι να ακούω τα τραγούδια τους και να νιώθω κάτι να με διαπερνά χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω. Από τον Θάνο Μικρούτσικο έμαθα τι σημαίνει μουσική με θέση, μουσική που δεν φοβάται. Από τη Μαρία Δημητριάδη έμαθα τι σημαίνει ερμηνεία με πυρήνα, με ψυχή, με ιδεολογία.Έφυγαν νωρίς από τη ζωή, αλλά για μένα παραμένουν παρόντες. Οι «φάροι» δεν χάνονται· απλώς συνεχίζουν να φωτίζουν από αλλού. Και κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή, κουβαλώ μέσα μου κάτι από εκείνο το πρώτο ρίγος που μου χάρισαν.

Αν σε ρωτούσα για ποιο λόγο έκανες και κάνεις μουσική;

Η μουσική για μένα δεν είναι απλώς κάτι που κάνω. Είναι τρόπος ύπαρξης. Λειτουργεί σαν φυσικό κομμάτι του σώματός μου και της ψυχής μου. Δεν μπορώ να με φανταστώ διαφορετικά και δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτήν. Πιστεύω επίσης ότι όλοι έχουμε έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να προσφέρουμε κάτι — ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Η δική μου προσφορά, αυτό που θέλω να καταθέσω, εκφράζεται μέσα από το τραγούδι. Μέσα από κάθε νότα, κάθε στίχο, προσπαθώ να αφήσω κάτι πίσω: μια αλήθεια, ένα συναίσθημα, μια σύνδεση με τον άλλον. Για μένα, η μουσική είναι ταυτόχρονα προσωπική ανάγκη και κοινωνική δέσμευση. Είναι η γλώσσα μου για να μιλήσω, να επικοινωνήσω, να γίνω μέρος των ανθρώπων που με ακούνε. Και κάθε φορά που τραγουδάω, νιώθω ότι κάνω ακριβώς αυτό που ήρθα να κάνω εδώ — να δώσω και να μοιραστώ.

Δεδομένου της μικρής μέχρι τώρα δισκογραφίας σου, τι θα ακούσουν όσοι έρθουν να σε δουν στον Σταυρό του Νότου;

Το live αυτό έχει στηθεί με πολλή αγάπη για μοίρασμα. Πέρα από τα προσωπικά μου τραγούδια, με τον Ιάσονα Μαυρογεώργο, που υπογράφει τις ενορχηστρώσεις και τη συνεπιμέλεια μαζί μου, επιλέξαμε να διασκευάσουμε τραγούδια που έχουμε συνδεθεί και αγαπήσει. Τραγούδια έντεχνα, λαϊκά, παραδοσιακά — κομμάτια που μας έχουν μιλήσει και που θέλουμε να μιλήσουν και στο κοινό. Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε μια εμπειρία που προκαλεί συναισθήματα. Κάποτε ήθελα μόνο να συγκινώ, αλλά στα 27 μου θέλω το live να προσφέρει περισσότερα. Να γελούν, να χαίρονται, να προβληματίζονται, να συγκινούνται οι άνθρωποι. Θέλω να φεύγουν με κάτι μέσα τους — είτε ένα χαμόγελο, είτε ένα ρίγος, είτε μια σκέψη που θα τους συνοδεύει.  Πιστεύω πως χρειάζεται να αποδράσουμε λίγο από την καθημερινότητα, να φύγουμε από την πραγματικότητα, γιατί αλλιώς χάνουμε κομμάτια του εαυτού μας. Αυτό θέλουμε να περάσουμε μέσα από το live. Και ναι, εγώ θα είμαι εκεί την Κυριακή 1 Μαρτίου, στον Σταυρό του Νότου. Αν μπορείτε, ελάτε να το ζήσουμε μαζί. Θα είναι μια γιορτή, μια συνάντηση και μια μουσική αγκαλιά για όλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: