Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Ο Σταμάτης Φασουλής και το «παρελθόν που μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις» στο Θέατρο Τέχνης

Αυτό που γίνεται στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης είναι κάτι το συγκλονιστικό, το μοναδικό: Ένας θεατράνθρωπος του διαμετρήματος του Σταμάτη Φασουλή, που υπηρέτησε και υπηρετεί την τέχνη του θεάτρου για περισσότερα από πενήντα χρόνια, αυτοβιογραφείται επί σκηνής σε μία χορταστική παράσταση που οι δύο ώρες της διάρκειας της κυλάνε σαν νερό και ο θεατής αποχωρεί πλήρης συναισθημάτων. Το σκηνοθετικό εύρημα, που ευτύχησε με τη σκηνογραφική ματιά της Ζωής Μολυβδά - Φαμέλη, είναι τα συρτάρια της μνήμης, τα οποία ο Φασουλής ανοίγει κάθε φορά (ή πάει να ανοίξει), συνθέτοντας όχι μόνο το παζλ της πληθωρικής προσωπικότητας του, αλλά και αυτό του νεοελληνικού θεάτρου. Έτσι, τα πρώτα χρόνια στη Σαλαμίνα κατά το «πατρίδα είναι η παιδική ηλικία», όπως και η πρώτη επαφή με το θέατρο της Σοφίας Βέμπο μπλέκονται με την...παράλληλη μαθητεία του Φασουλή στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στο Θέατρο Τέχνης του Κουν, προτού περάσει με τη χειμαρρώδη αφήγηση του στο συλλογικό όραμα του Ελεύθερου Θεάτρου και της Ελεύθερης Σκηνής, που- ως γνωστόν- άλλαξαν τον ρουν της θεατρικής τέχνης στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. 

Το γέλιο εναλλάσσεται με τη συγκίνηση, ο αυτοσαρκασμός - ίδιον των μεγάλων καλλιτεχνών αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση, ειδικά όταν ο λόγος αναφέρεται στις αποτυχίες, στα σαρδάμ που άφησαν εποχή, σε ανεκδοτολογικές ιστορίες με ήρωες θρυλικές μορφές του θεάτρου, οι οποίες μοιάζουν να αναβιώνουν κανονικά ενώπιον των θεατών. Το τελευταίο ομολογώ πως δεν το'χω ξαναπετύχει σε ανάλογη θεατρική παράσταση. Δεν πρόκειται δηλαδή απλά για ένα φόρο τιμής του Φασουλή στον Κουν, τον Βόκοβιτς, την Κυβέλη, την Κοτοπούλη και τα άλλα Ιερά Τέρατα, αλλά για μία απόπειρα «αναστάσεως» τους δια της τέχνης που και οι ίδιοι υπηρέτησαν, της τέχνης που προσπερνά αγέρωχα το χρόνο ακόμη και εν τη απουσία τους. Ύστερα παρεμβαίνουν όλα τα πρόσωπα που καθόρισαν τη διαδρομή του Φασουλή: Ο Χορν με το ασύλληπτο χιούμορ του, η Λαμπέτη, η Μελίνα, η Αλίκη, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μάνος Ελευθερίου, ο Τσαρούχης και ο Τσιτσάνης στο «Χάραμα», η Μαρινέλλα, η Μαριανίνα Κριεζή επί Τρίτου Προγράμματος, η Άννα Παναγιωτοπούλου, η «Άννα του Σταμάτη», όπως τότε που ήταν παιδιά και ξεκινούσαν μαζί (δεν είναι τυχαίο που η τρυφερότητα του Φασουλή φτάνει στο αποκορύφωμα της όταν αναφέρεται στην απούσα πια Παναγιωτοπούλου). Υπάρχουν ακόμη αναφορές στο «8 1/2» του Φελίνι, αν και η λέξη «αναφορές» ενδεχομένως να αδικεί τη συνύπαρξη της θρυλικής αυτής ταινίας με τις αναμνήσεις του Φασουλή. Ένα πιο έμπειρο αυτί δηλαδή κατανοεί πως η περιπέτεια της ζωής του συγκεκριμένου καλλιτέχνη έχει πολλά και απρόβλεπτα κοινά σημεία μ' αυτήν του Μαστρογιάνι - Γκουίντο, του σκηνοθέτη που τυραννιέται από έλλειψη οράματος και δημιουργικότητας. 


Καταλυτική η παρουσία των τριών μουσικών επί σκηνής, του Παναγιώτη Τσεβά στο ακορντεόν, του Δημήτρη Κίκλη στο πιάνο και της Μυρσίνης Αχαλινωτοπούλου στο τσέλο, που με τις ενεργές παρεμβάσεις τους, όχι μόνο μουσικά, μα και υποκριτικά, ακόμη και τραγουδιστικά, σπάνε τη συνθήκη ενός αμιγούς μονολόγου και του προσδίδουν παλμό και διάδραση όποτε ο εξομολογούμενος Φασουλής περνάει απ' το ένα θέμα στο άλλο. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η επιτυχία του κειμένου που συνέθεσε ο Φασουλής αυτοπροσώπως με τη συμβολή της Αιμιλίας Καραντζούλη στη δραματουργία. Χωρίς να ακολουθείται μία γραμμική αφήγηση, οι αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις καθοδηγούν τη «δράση», ακόμη κι αν μοιραία μένουν εκτός και πολλά άλλα σημαντικά κομμάτια της διαδρομής του - δεν θα γινόταν και διαφορετικά, αφού η παράσταση θα διαρκούσε τουλάχιστον ένα τρίωρο! Στο τέλος, ο Φασουλής επιτρέπει στον θεατή να αγγίξει τα εσώψυχα του ως προς το τίμημα της σκηνής, τους έρωτες και τις απώλειες του, τα όνειρα που έγιναν πραγματικότητα, καθώς και να συνειδητοποιήσει πως το θέατρο παραμένει μία ολοζώντανη τέχνη μεταφυσικών διαστάσεων, ένας μυθικός κόσμος που τα σύνορα μεταξύ παρελθόντος και παρόντος παραμένουν συγκεχυμένα - ή, όπως το έλεγε ο Μάνος Ελευθερίου και που ακούγεται μες στην παράσταση, «το παρελθόν μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις»! 

Καταλληλότερος για να υπηρετήσει μουσικά το συγκεκριμένο εγχείρημα του Φασουλή δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον παλιό συνοδοιπόρο του, Σταμάτη Κραουνάκη. Παραμένοντας ως ένας από τους τελευταίους συνδετικούς αρμούς με το ένδοξο θεατρικό παρελθόν στη χώρα μας, με όλο τον σεβασμό που τον διακατέχει για τους μεγάλους προκατόχους του, ο Κραουνάκης επένδυσε την παράσταση με καινούργιες μουσικές συνθέσεις και τραγούδια, τα οποία σαν να βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο με τις πολύτιμες μνήμες του Φασουλή. 

Συνοπτικά, συγκινηθήκαμε, γελάσαμε, θυμηθήκαμε, μάθαμε, βουτήξαμε λίγο τα πόδια μας σε μια θάλασσα συναισθημάτων «να την πιείς στο ποτήρι» που λένε, ζεστή και γαλήνια μαζί με τα κυματάκια της. Έχω την αίσθηση πως «Το θέατρο ή τη ζωή σου» του Σταμάτη Φασουλή θα πρέπει να το δει υποχρεωτικά κάθε σπουδαστής της δραματικής τέχνης στην Αθήνα. Όπως ακριβώς το λέει και ο τίτλος: «Το θέατρο ή τη ζωή σου». Και η ζωή του Φασουλή ήταν, είναι και θα είναι συνυφασμένη 100% με το θέατρο! 

** Έχω στα χέρια μου το «Ακρόπολις Εξπρές» του Θόδωρου Καλομοιράκη, μια μικρού μήκους ταινία γυρισμένη το 1973, στην οποία εμφανίζεται ο Σταμάτης Φασουλής νεαρότατος δίπλα στη Φλέρυ Νταντωνάκη. Και λέω «εμφανίζεται», καθώς στην ταινία δεν υπήρχαν διάλογοι και όλοι οι ηθοποιοί επιστράτευαν κάθε  εκφραστικό τους μέσο. Θα την ήθελα πολύ μία αναφορά έστω στη μεγαλύτερη Ελληνίδα ερμηνεύτρια, που αξιώθηκε αυτός ο τόπος, αν και, όπως έγραψα, τι να πρωτοχωρέσει σε μία αυτοβιογραφία εν είδει μονολόγου. Αναγκαστικά πολλά πράγματα μένουν απ' έξω. 

* Η παράσταση «Το θέατρο ή τη ζωή σου» σε κείμενο, σκηνοθεσία και ερμηνεία του Σταμάτη Φασουλή θα παίζεται μέχρι τις 15.11.2026, κάθε Τετάρτη (20:00), Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο (21:00) και Κυριακή (18:00) στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Κ. Κουν (Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα) 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

David Surkamp (Pavlov' s dog): «Δεν υπήρχε καμία Julia, ήταν απλώς ένα τραγούδι που έγραψα»

Εκείνη τη μέρα ταλαιπωρήθηκα πολύ να βρω ταξί για να ήμουν στην ώρα μου στο ραντεβού μας με τον Ντέιβιντ Σούρκαμπ. Τον συνάντησα τελικά στο ξενοδοχείο του στην Αθήνα τη μέρα που θα εμφανιζόταν στο «Κύτταρο». Μαζί μου είχα το βινύλιο του «Pampered Menial», του πρώτου άλμπουμ των Pavlov’s Dog, αγορασμένο το 1991. Πού να το φανταζόμουν ότι μετά από 35 χρόνια σχεδόν θα τον συναντούσα και θα τον ρωτούσα για όλα όσα ήθελα να μάθω και που δεν υπάρχουν καν στο διαδίκτυο; Μην ξεχνάμε πως το «Julia» είναι μια κλασική ροκ μπαλάντα, ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα, που όλοι κάποτε τραγουδήσαμε στα μπαράκια, ακούγοντας παράλληλα αστικούς μύθους γι’ αυτόν τον τραγουδιστή με την άφυλη φωνή. Άλλοι έλεγαν πως ήταν δύσμορφος σαν τον Κουασιμόδο στο εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ της μπάντας, άλλοι πώς είχε πεθάνει, μέχρι και ότι ήταν μια τρανς γυναίκα τραγουδίστρια των 70s είχε ακουστεί. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ισχύει. Ο Σούρκαμπ έφτασε αισίως 72 ετών, εξακολουθεί να ζει στο St. Louis με την οικογένεια του και να είναι μάχιμος, on the road, κυρίως στην Ευρώπη, αφού οι Pavlov’s Dog ποτέ δεν έκαναν μεγάλη καριέρα στη γενέτειρα τους, την Αμερική. Όπως είπε και ο ίδιος, αυτή είναι μία σπάνια συνέντευξη, αφού αποκαλύπτει πτυχές της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής του.

Είναι παράξενο που δεν υπάρχει καμία πληροφορία για τη ζωή σας στο διαδίκτυο. Σαν να μη θέλετε ν’ αφήσετε ηλεκτρονικά ίχνη.

Συμφωνώ απολύτως. Ποτέ δεν ήμουν στο facebook  και ποτέ δεν έχω στείλει email. Ποτέ. Στέλνω μόνο ελάχιστα sms και πάντα αποζητούσα την ιδιωτικότητα μου. Προτιμώ να κάθομαι στο δωμάτιο μου, να παίζω την κιθάρα μου και να συνεχίζω να γράφω, σαν να ήμουν 20 χρονών. Πάντα θυμάμαι τη γιαγιά μου, τα πρώτα χρόνια μετά τον ΒΒΠ, να μου δίνει ένα γιουκαλίλι και να μου μαθαίνει τα πρώτα ακόρντα. Πρέπει να μην ήμουν ούτε καν τεσσάρων ετών. Όταν η μεγαλύτερη αδερφή μου πούλησε το γιουκαλίλι, η γιαγιά μου έφερε ένα άλλο όργανο, που νόμισα πως ήταν πάλι γιουκαλίλι, αλλά τελικά ήταν μαντολίνο. Πιστεύω ωστόσο πως η γραφή ήταν αυτό που γέμιζε την ψυχή μου από παιδί.

Που και πότε γεννηθήκατε, κύριε Σούρκαμπ;

Γεννήθηκα στο St. Louis του Μιζούρι το 1952. Έζησα σε πολλά άλλα μέρη, αλλά ανήκω στο St. Louis. Από τα 16 μου, μετά το σχολείο, άρχισα να γυρίζω παντού, επέστρεψα όμως στη γενέτειρα μου. Από τότε γνώριζα τη μέλλουσα γυναίκα μου, τη Σάρα, ήμασταν συμμαθητές, μόνο που εκείνη ήταν παντρεμένη με άλλον από τα 18 της. Όταν βγήκαν οι δύο πρώτοι δίσκοι των Pavlov’s Dog δεν ήμασταν ακόμη ζευγάρι. Ήμασταν δηλαδή φίλοι για δεκαετίες. Απ’ όταν η Σάρα χώρισε, ύστερα από 19 χρόνια γάμου, είμαστε μαζί κάθε ώρα και στιγμή.

Σπουδάσατε φωνητική, καλλιεργήσατε αυτή τη σπάνια φωνή;

Όχι, ποτέ, απλώς πάντα τραγουδούσα. Όταν ξεκινούσαν οι Pavlov’ s Dog κανείς άλλος δεν τραγουδούσε, οπότε το έκανα εγώ. Έχει πλάκα, γιατί μια ζωή ήμουν ο συνθέτης του γκρουπ, πάντα έγραφα τα τραγούδια μας. Το να γράφω ήταν και το πιο ήσυχο μέρος της ύπαρξης μου μέσα στο γκρουπ.

Τι θυμάστε απ’ τους γονείς σας;

Η αλήθεια είναι πως μέχρι τα 16 μου μεγάλωσα μέσα στο σπίτι, μετά είχα τάσεις φυγής. Ο πατέρας μου ήταν τραπεζικός, αλλά ήξερε να παίζει πιάνο. Ένα – δυο τραγούδια, τα ίδια, όχι πολλά πράγματα. Ή μόνο ένα μάλλον. Η μητέρα μου είχε καλλιτεχνικό μπακγκράουντ, καθώς έφτιαχνε κούκλες. Την έλεγαν Ντάλι Ντεφόρ και ήταν διεθνώς γνωστή για τη δουλειά της. Ένας θείος μου επίσης ήταν μεγάλος καλλιτέχνης του Μιζούρι, εικαστικός, όπως και η θεία μου, η γυναίκα του, που ήταν ακόμη πιο διάσημη εικαστικός. Πουλούσε πίνακες της στις μεγαλύτερες γκαλερί του κόσμου. Νομίζω πως το απόλυτα καλλιτεχνικό περιβάλλον, στο οποίο μεγάλωσα, με έκανε καλλιτέχνη και μένα και όχι τραπεζικό υπάλληλο. Η μάνα μου έφτιαχνε κούκλες και ο πατέρας μου έπαιζε με εκατομμύρια δολάρια.

Γνωρίσατε το ψυχεδελικό κίνημα των 60s από πολύ νέος. Ποια συγκροτήματα της εποχής ξεχωρίζατε;

Τα δυο αγαπημένα μου συγκροτήματα ήταν οι King Crimson και οι Fairport Convention. Στα μέσα του ’70 άνοιξα συναυλία των Fairport Convention στο St. Louis, μόνος μου, όχι με τους Pavlov’s Dog. Βγήκα σαν Ντέιβιντ Σούρκαμπ με το πιάνο και την κιθάρα μου. Ήταν το 1976, η τελευταία τουρνέ των Fairport με τη Σάντι Ντένι, λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Ήταν υπέροχη η Ντένι! Μία απ’ τις ωραιότερες μνήμες μου είναι η Σάντι Ντένι να τραγουδάει και να παίζει πιάνο και την επόμενη στιγμή να πιάνει την κιθάρα της.

Βάσει της εμπειρίας σας, ποιες διαφορές θα επισημαίνατε μεταξύ του βρετανικού και του αμερικανικού ροκ των 60s – 70s;

Το βρετανικό ροκ ήταν πραγματικά όμορφο, ενώ το αμερικανικό ροκ ήταν πραγματικά φρικτό! Θα εξαιρούσα τον Μπομπ Ντίλαν, όπως και τους Νιλ Γιάνγκ, Τζόνι Μίτσελ, Λέοναρντ Κοέν, αν και οι τελευταίοι είναι Καναδοί. Δεν μου άρεσαν και ακόμη δεν μου αρέσουν τα αμερικανικά συγκροτήματα. Προτιμώ την αγγλική μουσική, το ροκ των Γερμανών, όπως και τους Έλληνες Aphrodite’ s Child. Λάτρευα το «Four Horsemen» που παιζόταν από τα ραδιόφωνα στο Μιζούρι με το φοβερό σόλο στην κιθάρα.

Υπήρχε πολιτικοποίηση στη μουσική σας;

Η μητέρα μου ήταν φανατική κομμουνίστρια και ο πατέρας μου Ρεπουμπλικάνος, αλλά τα βρίσκανε. Εγώ πάλι, με θυμάμαι να κάθομαι στο πιάνο μου και να κρατάω σημειώσεις από διάφορα γεγονότα, που αργότερα θα χαρακτηρίζονταν κοσμοϊστορικής σημασίας. Δεν μπορείς να μην είσαι πολιτικοποιημένος άμα δηλώνεις καλλιτέχνης που εκτίθεσαι στην κοινωνία. 

Όταν σας ακούγαμε πιτσιρικάδες, νομίζαμε πως οι Pavlov’s Dog έχουν γυναίκα τραγουδίστρια. Τι ακούγατε από τότε για τη φωνή σας;

Οι άνθρωποι είτε μ’ αγαπούν, είτε με μισούν, δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο. Σε πολλούς ανθρώπους δεν αρέσει η φωνή μου. Αν θυμάστε τους Flo & Eddie από τους Turtles, ακόμη δίνουν συνεντεύξεις και με ειρωνεύονται για τη φωνή μου.

Εντάξει, μιλάμε για ένα σατιρικό δίδυμο τώρα.

Που χωρίς να με έχουν γνωρίσει, δεν λένε καλά πράγματα για μένα. Μια φορά πήγα να δω τους Be-Bop Deluxe σε συναυλία τους, αφού με είχε στείλει ένας μάνατζερ, κι αυτοί με πιάσανε μετά και μου έκαναν κήρυγμα για τη φωνή μου. Επομένως, δεν περίμενα εξ αρχής να αρέσω σε όλους.

Υπήρχαν αστικοί μύθοι που έλεγαν ότι πεθάνατε νέος ή κι ότι εσείς ήσασταν ο Κουασιμόδος στο εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ. Τις έχετε ακούσει αυτές τις φήμες;

Και τις δύο! Πριν είκοσι χρόνια είχαμε παίξει σ’ ένα φεστιβάλ στην Αγγλία. Η κόρη μου, που ήταν γύρω στα 14 – 15, έκανε φωνητικά στη μητέρα της. Ένας που κινηματογραφούσε το φεστιβάλ από συνεργείο της Γερμανίας, τη ρώτησε πώς αισθάνεται που τραγουδάει τα τραγούδια του «χαμένου» πατέρα της. Κι εκείνη με έδειξε που καθόμουν παραπέρα και μιλούσαμε με τον Στιβ Χάκετ των Genesis για κιθάρες. Τι να πω, δεν ξέρω πως βγήκαν αυτές οι φήμες. Είμαι καλά, πάντως, ευχαριστώ!

Πως ήταν για μια μπάντα από το Μιζούρι να μην παίζει μπλουζ και κάντρι, αλλά προοδευτικό ροκ;

Μπορώ να παίζω μπλουζ, μια και προέρχομαι από το St. Louis, έχοντας δει λάιβ την Τίνα Τέρνερ, τον Άλμπερτ Κινγκ και τον Λιτλ Μίλτον. Η καρδιά μου, όμως, δε χτυπούσε ποτέ εκεί. Από τη μητέρα μου, που αγαπούσε την κάντρι, άκουσα κι εγώ πολλή κάντρι, την οποία θεωρώ ότι είναι το ίδιο με τη φολκ. Από τις δεκαετίες του 1950 και του ’60, κάντρι και φολκ δεν είχαν διαφορές, αλλά πλέον τα βρίσκω λίγο μονότονα. 

Ποιος εμπνεύστηκε το «Pavlov’s Dog», αυτό το έξυπνο όνομα για συγκρότημα;

Όταν πήγα στο κολέγιο για λίγους μήνες, αφού δεν μ’ άρεσε, είχαμε – εγώ και ο Ρικ Στόκτον – μια μπάντα που τη λέγαμε High on a Small Hill. Όταν βρεθήκαμε με τον Ζίγκφριντ Κάρβερ και τον Στιβ Σκορφίνα δεν ήθελαν να λεγόμαστε High on a Small Hill, αλλά τους «έρχονταν» κάτι φρικτά άλλα ονόματα. Στο τελευταίο έτος, που είχα πάρει μάθημα ψυχολογίας, έτυχε να σκαλίσει τα σχετικά βιβλία μου ο Κάρβερ και να πέσει πάνω στο πείραμα του Παβλόφ με το σκύλο. «Έτσι θα ονομαστούμε» είπε και συμφώνησα, αφού δεν είχα ακούσει καλύτερο όνομα για συγκρότημα.

Το ότι δεν κάνατε μεγάλη καριέρα στην Αμερική ισοφαρίστηκε από την επιτυχία σε ευρωπαϊκές χώρες;

Ποτέ δεν κάναμε καριέρα στην Αμερική. Αυτό είναι καλό γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσα να πάω πουθενά. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν καν πως μοιάζω.  Απ’ την άλλη, μια φορά ήμουν μέσα σ’ ένα δισκάδικο στο Μόναχο της Γερμανίας και κάποιος με φώναξε: «Έι, μαέστρο»! Τα έχασα, είπα μέσα μου «που με αναγνώρισε;», αλλά δεν με πείραξε καθόλου αυτό.

Χωρίς να είμαι αδιάκριτος, βγάλατε χρήματα από τους δίσκους; Μπορεί το «Pampered Menial» να μην πούλησε στην Αμερική, στην Ελλάδα όμως πενήντα χρόνια μετά ακόμη επανεκδίδεται.

Ας πούμε ότι πάντα ζούσα καλά και δεν υποφέραμε. Τα παιδιά μου πήγαν σε καλά σχολεία, η κόρη μου τελείωσε ένα υπέροχο πανεπιστήμιο και στην πορεία έγινε καλλιτέχνιδα. Έχω δυο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη. Ο γιος μου είναι ο μάνατζερ μας αυτή τη στιγμή. Τα πάντα είναι η οικογένεια και ομολογώ πως δεν θα μου πήγαινε το ροκ life style μετά τα 60 και τα 70 μου.

Ναι, αλλά οι Rolling Stones έγιναν ζάπλουτοι με τη μουσική τους και ο Μικ Τζάγκερ ακόμα ροκάρει.

Δεν είμαι εγώ αυτό. Δεν θα μπορούσα να είμαι. Προτιμώ πια να κάθομαι με τη σύζυγο μου, να βγάζω βόλτα το σκύλο μου κι αυτό είναι εξίσου διασκεδαστικό με μια χλιδάτη ζωή.

Έχετε μετρήσει και πολλές απώλειες φίλων μουσικών.

Ο θάνατος του Ζίγκφριντ Κάρβερ ήταν ένα πρώτο μεγάλο σοκ. Ήμουν 20 κι εκείνος 25, μεγάλη η διαφορά σε αυτή την ηλικία, οπότε ήταν ο μέντοράς μου. Με πόνεσε πολύ. Με πείραξε ακόμη ο θάνατος από καρκίνο του Νταγκ Ρέιμπερν, που γράψαμε μαζί πολλά τραγούδια. Και φυσικά ο θάνατος, πάλι από καρκίνο, του Ρικ Στόκτον, με τον οποίο παίζαμε μαζί σε μπάντες από το σχολείο. Πριν έξι χρόνια αυτοκτόνησε ένας απ’ τους ντράμερ μας, ο Νάθαν Τζάτκο, άρα έχω μετρήσει πράγματι πολλές απώλειες.

Θα μου πείτε ποια ήταν αυτή η «Julia» που όλοι την τραγουδούσαμε κάποτε, αλλά και ποια ήταν η Μέγκαν του «Standing here with you»;

Δεν υπήρχε καμία Τζούλια, ήταν απλώς ένα τραγούδι που έγραψα. Μόνο στα όνειρα μου υπήρχε, όπως αποδείχτηκε. Η Μέγκαν πάλι, που της αφιέρωσα τραγούδι στο δεύτερο άλμπουμ, ήταν φίλη μου, όχι κοπέλα μου. Την έλεγαν Μέγκαν Μακ Ντάνα και ήταν φολκ τραγουδίστρια από το Σικάγο. Έγραψα απλώς ένα τραγούδι σκεπτόμενος τη φωνή της.

Υπήρξε περίοδος στη ζωή σας που είπατε να τα παρατήσετε;

Όταν γεννήθηκε η κόρη μου, ήθελα να τη βλέπω να μεγαλώνει και σταμάτησα τις συναυλιακές δραστηριότητες. Το πολύ – πολύ να παίζαμε ακουστική και όχι ηλεκτρική μουσική μαζί με τη Σάρα σε μικρά κλαμπάκια. Τότε έγινα δημοσιογράφος και για σχεδόν μία δεκαετία αρθρογραφούσα σε εφημερίδες. Μου άρεσε η γραφή και ακόμη γράφω. Έπαιρνα συνεντεύξεις, όπως κάνετε εσείς με μένα αυτή τη στιγμή. Θυμάμαι μία συνέντευξη που μου είχε δώσει ο Μάικλ Χάτσενς των INXS. «Είστε ο Ντέιβιντ Σούρκαμπ ο παλιός;» με ρωτούσε όλο ενθουσιασμό σαν να μου έπαιρνε αυτός συνέντευξη. Το απολάμβανα!

Σας αγχώνει το γεγονός που δεν είστε πια εκείνος ο μακρυμάλλης χίπης από τα 70s;

Καθόλου, αν κέρδισα μία σοφία στη ζωή μου. Όλοι μεγαλώνουν. Όχι, όχι, νιώθω πολύ άνετα έτσι όπως έχω γίνει, εδώ που έφτασα. Ο χρόνος περνάει πιο γρήγορα, μια αίσθηση που έχει να κάνει με την ηλικία. Οι μέρες μοιάζουν να περνούν γρηγορότερα, αλλά…that’s life.

Τελευταία ερώτηση: Τι ήταν τελικά οι Pavlov’s Dog μέσα στην παγκοσμιότητα της ροκ μουσικής;

Πιστεύω ότι ήμασταν πολύ μοναδικοί κι ακόμη είμαστε. Δεν μπορώ να βρω επιρροές στο πώς ακουγόμασταν και ποτέ ως τραγουδοποιός δεν αντέγραψα κάποιον άλλον. Γι’ αυτό άλλωστε και μ’ αγαπάνε σε χώρες σαν την Ελλάδα. Απ’ την οποία Ελλάδα, παρεμπιπτόντως, ο μόνος μουσικός που ξέρω ήταν ο Βαγγέλης Παπαθανασίου με τους Aphrodite’s Child, που μου πήγαιναν πολύ σαν ήχος. Κάποτε αγόραζα τους δίσκους τους.

* Ο τραγουδιστής και τραγουδοποιός Ντέιβιντ Σούρκαμπ έφυγε από τη ζωή στις 13 Οκτωβρίου του 2026 ύστερα από μία πτώση που είχε στο σπίτι του με αποτέλεσμα να χτυπήσει σοβαρά στο κεφάλι. Ήταν 73 ετών. Ένα χρόνο πριν, τον Νοέμβριο του 2025, είχε πεθάνει και η σύντροφος του, Σάρα, την οποία - καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο - είχα επίσης γνωρίσει κατά τη συνέντευξη μας με τον Ντέιβιντ. Σίγουρα το γεγονός αυτό θα τον είχε καταβάλλει πολύ. Ο Ντέιβιντ Σούρκαμπ αφήνει πίσω του τα δύο παιδιά τους,  τους μουσικούς συντρόφους του και όλο τον κόσμο που τον αγάπησε γι' αυτό που ήταν. Η συνέντευξη μας πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 και δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Docville» με την εφημερίδα «Documento». Σήμερα αφιερώνεται στη μνήμη του.