Είναι χειμώνας του 1995. Με τις συμφοιτήτριες μου από τη σχολή κινηματογράφου της Ευγενίας Χατζίκου, την Α. και την Ε., μαζί και με την Χατζίκου εννοείται, όπως και με τον γιο της, ταξιδεύουμε για το Μόναχο της Γερμανίας, αφού θα συμμετείχαμε με τα ταινιάκια μας στο περίφημο διεθνές φεστιβάλ σπουδαστικών ταινιών του Μονάχου. Εκείνη τη χρονιά, θυμάμαι, ήταν και ο Μιχάλης Κακογιάννης εκεί, αφού του είχαν τιμητικό αφιέρωμα. Από την «αντίπαλη» σχολή, αυτή του Σταυράκου, ο καθηγητής που συνόδευε τους σπουδαστές σκηνοθέτες ήταν ο Γιώργος Σκαλενάκης. Μαζί μας είχε έρθει και η Μαρία Λαγγουρέλη, ποιήτρια με σημαντικό έργο ήδη, αλλά και εν ενεργεία δημοσιογράφος σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα. Νομίζω πως τη Λαγγουρέλη την είχε φέρει στη φοιτητοπαρέα μας η Ε., αφού είχε εκδηλώσει την επιθυμία να έρθει κι εκείνη μαζί μας προκειμένου να παρακολουθήσει το φεστιβάλ κινηματογράφου του Μονάχου, ένα από τα σημαντικότερα ούτως ή άλλως ευρωπαϊκά φεστιβάλ.
Από την πρώτη στιγμή δέσαμε καταπληκτικά σαν παρέα. Η Μαρία διέθετε ένα μοναδικό νεανικό χιούμορ, που ταίριαξε με το δικό μας - άλλωστε παιδιά 20 ετών ήμασταν τότε. Έλα, όμως, που επειδή ήταν και μια πολύ ωραία γυναίκα, η Χατζίκου, που δεν φημιζόταν για το κάλλος της, δεν τη χώνευε καθόλου. Άρχισε να μας λέει η δασκάλα πως της τη φέραμε επίτηδες τη Λαγγουρέλη στο Μόναχο για να...υποσκάψει τη θέση της! Με λίγα λόγια, η Ευγενία θεωρούσε πως η Λαγγουρέλη τη ζήλευε, επειδή η ίδια διηύθυνε μία σχολή κινηματογράφου. Έφτασε στο σημείο να λέει εν είδει αποκυημάτων της φαντασίας της πως η Λαγγουρέλη κυκλοφορούσε στο φεστιβάλ και παρουσιαζόταν παντού ως η διευθύντρια της σχολής. Ανοησίες, η γνωστή μανία καταδιώξεως της Χατζίκου μέσα στο χάσιμο της για τον μοναχογιό της που ήταν εθισμένος στην ηρωίνη και παλιότερα είχε κάνει φυλακή για φόνο. Η Λαγγουρέλη, απ' την άλλη, που σχολιάζαμε μαζί όσα λέγονταν πίσω απ' την πλάτη της, προσπαθούσε να είναι όσο γινόταν πιο πολύ ευγενική και προσεκτική με τη Χατζίκου. Παρόλα αυτά τους αποκαλούσε ή, σωστότερα, τους αποκαλούσαμε μάνα και γιο «Οικογένεια Άνταμς» και ρίχναμε τρομερό γέλιο!
Για τη σίτιση μας κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, μας είχαν δώσει κουπόνια και τρώγαμε σε ιταλικά εστιατόρια του Μονάχου. Μια μέρα, θυμάμαι, που μας έφεραν τη σαλάτα, εγώ ξίνισα τα μούτρα μου. «Μα μυρίζει πολύ το ξύδι» σχολίασα και εκεί πετάχτηκε η Λαγγουρέλη: «Σαλάτα είναι, ξύδι θά'χει, τι θες να μυρίζει, Κοκό Σανέλ;» Η ιστορία, πάντως, που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ μου από εκείνες τις λίγες μέρες στο φεστιβάλ του Μονάχου είναι η εξής: Την τελευταία μέρα (την επόμενη θα πετούσαμε για Αθήνα), που το φεστιβάλ είχε τελειώσει και είχαμε πολύ ελεύθερο χρόνο, αποφασίσαμε να πάμε για ψώνια σ' ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο του Μονάχου. Η Λαγγουρέλη, η Α. κι εγώ, αφού η Ε., αν τα λέω σωστά, δεν μας είχε ακολουθήσει. Σωστά τα λέω μάλλον, εφόσον η Ε. είχε ερωτευθεί τον Άντονι, έναν μελαχρινό μακρυμάλλη Αυστριακό σκηνοθέτη, με τον οποίο είχαν κλειστεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και σίγουρα τα πέρασαν καλύτερα απ' ότι εμείς οι υπόλοιποι. Τέλος πάντων, μπαίνουμε στο εμπορικό κέντρο και χωριζόμαστε. Εγώ πήγα στο δισκοπωλείο, ψάχνοντας για βινύλια (παρεμπιπτόντως τότε στο Μόναχο πρωτάκουσα τους εντελώς άγνωστους ακόμη στην Ελλάδα Portishead και κόλλησα άσχημα), η Λαγγουρέλη πήγε σε άλλο όροφο, με τα γυναικεία εσώρουχα, και η Α. επίσης σε άλλο όροφο στα καλλυντικά. Μετά από λίγη ώρα, κρατώντας εγώ μία τσάντα που είχε μέσα δύο μπλε κουτιά NIVEA (ένα για τη μάνα μου, που μου το είχε ζητήσει και άλλο ένα της Α. που μου το έδωσε για να μην το κρατάει), βγαίνοντας από το δισκάδικο με πιάνει βίαια ένας μπάτσος Γερμανός απ' τους ώμους και σαστισμένος, μέχρι να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί, έρχεται ακόμη ένας μπάτσος και μου περνάνε...χειροπέδες. Χέστηκα πάνω μου! Μα δεν είχα κάνει απολύτως τίποτα! Νά σου κι η Λαγγουρέλη, επίσης με χειροπέδες, που με κοιτούσε όλο απορία και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι γινόταν! «Η φίλη σας έκλεψε» μας ενημερώσε ο ένας εκ των δύο μπάτσων, που ήταν θηρία εξ όψεως και σου έκοβαν το αίμα! Τι είχε συμβεί, λοιπόν; Η Α., που μάλιστα ήταν η πιο ευκατάστατη της παρέας, αφού προερχόταν από οικογένεια αρχιτεκτόνων της Κηφισιάς, που σπούδαζε στο Deree παράλληλα με τη σχολή Χατζίκου, είχε κάνει τη μαλακία να παντελονιάσει ένα μολυβάκι για τα μάτια, ένα φτηνό γυναικείο αξεσουάρ. Σίγουρα δεν είχε καμία ανάγκη να κλέψει κάτι τόσο ασήμαντο και σήμερα έχω την αίσθηση πως πιο πολύ το έκανε για να παίξει με τον κίνδυνο, αφού παντού υπήρχαν κάμερες παρακολούθησης. Εμείς όμως τι φταίγαμε; Κατευθείαν οι αστυνομικοί μας οδήγησαν σ' ένα μικρό δωματιάκι του εμπορικού κέντρου, όπου άρχισαν να μας ανακρίνουν. Η Λαγγουρέλη γύρισε και με ρώτησε μέσα απ' τα δόντια της: «Λες να μας αρχίσουν στις γρήγορες; Να φάμε και ξύλο στη Γερμανία;» Η Α. ήταν η μόνη που δεν μάσαγε και φαινόταν να σπάει πλάκα, εννοείται κι εκείνη δεμένη με χειροπέδες. Όλη την ώρα έλεγε στους μπάτσους «please» και «please», με μένα έξαλλο να της φωνάζω «Πες, μωρή μαλακισμένη, τι έκλεψες ακριβώς, γιατί θα φας από μένα ξύλο αν μας αφήσουν ετούτοι εδώ»! «Μη μιλάτε ελληνικά» μου φώναξε ακόμη πιο δυνατά ένας αστυνομικός και αναγκαστικά το βούλωσα. Με ένα περιπολικό μας οδήγησαν στα κεντρικά της αστυνομίας του Μονάχου. Πίσω καθόμασταν η Λαγγουρέλη, η Α. κι εγώ, ενώ οι αστυνομικοί, που είχαν μαλακώσει αρκετά, άρχισαν να σπάνε πλάκα με το μολυβάκι που είχε κλαπεί. «Τι σου ήρθε να κλέψεις ένα μολυβάκι;» ρωτούσαν την Α. και δίκιο είχαν, εφόσον κι εκείνοι είχαν καταλάβει πως μπλεχτήκαμε για χαζή αιτία σε μια τέτοια περιπέτεια. Μας πήγαν στο τμήμα, εμένα και της Λαγγουρέλη μας έβγαλαν τις χειροπέδες, την Α. όμως τη φωτογράφησαν και της πήραν αποτυπώματα. Καθώς περιμέναμε με τη Λαγγουρέλη ανήσυχοι για το τι θα συμβεί στη φίλη μας, συνειδητοποίησα πως στην τσάντα μου με τις δύο Νιβέες υπήρχε η απόδειξη μόνο της μίας που είχα αγοράσει εγώ. Για την άλλη, που ήταν της Α., δεν υπήρχε καμία απόδειξη. Άρχισα να λέω μέσα μου «Πολύ ωραία, τέλεια, τώρα θα με ψάξουν και θα νομίζουν πως έκλεψα κι εγώ τη μία Nivea»...Η Λαγγουρέλη κάνει μία κίνηση με το βλέμμα της και μου δείχνει τη διακοσμητική γλάστρα που υπήρχε στο αστυνομικό τμήμα δίπλα μας. Ήταν ένα ψεύτικο φυτό με χώμα στυλ χλοοτάπητα. Χωρίς να το σκεφτώ, ανασήκωσα ένα μέρος από το «χώμα» και έχωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα τη μία Nivea. Διαφορετικά δεν θα ηρεμούσα. Και να προσπαθούμε ταυτόχρονα με τη Λαγγουρέλη να κρατήσουμε τα γέλια μας μέσα σ' όλη αυτή την αγωνία. Πέρασε ακόμη λίγη ώρα και μας ενημέρωσαν πως θα μας έπαιρναν τα διαβατήρια! Αδύνατον! Την επόμενη μέρα θα επιστρέφαμε στην Ελλάδα! Για να το αποφεύγαμε όλο αυτό, θα έπρεπε η Α. να καταβάλλει το ποσό των 250 χιλιάδων δραχμών, ένα πολύ μεγάλο ποσό, που φυσικά δεν έβγαινε ακόμη κι αν βγάζαμε να δώσουμε όλοι όσα λεφτά είχαμε μαζί μας. Ευτυχώς η Λαγγουρέλη είχε αρκετά χρήματα στην κάρτα της και έδωσε εκείνη το απαιτούμενο ποσό για να μας αφήσουν ελεύθερους (όταν φτάσαμε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού την επόμενη, η μάνα της Α. είχε ειδοποιηθεί και παρέδωσε στη Λαγγουρέλη όσα λεφτά είχε διαθέσει για το κατόρθωμα της κοράκλας της). Πάλι καλά που η Λαγγουρέλη επίσης μίλησε στους αστυνομικούς για να μη μαθευτεί τίποτα απ' όλα αυτά στο φεστιβάλ του Μονάχου και ξεφτιλιστούμε σαν σχολή. Και ποιος άκουγε τη Χατζίκου μετά που σίγουρα θα ξέσπαγε πάνω στην καημένη τη Μαρία...Δεν χρειάζεται να πω πώς όταν πάλι με περιπολικό μας οδήγησαν εκεί που μας είχαν συλλάβει, ελεύθεροι πλέον, αρχίσαμε να γελάμε παρόλο το σοκ. Μπαίνοντας μάλιστα σ' ένα βιβλιοπωλείο με σπάνια κινηματογραφική βιβλιογραφία, η αναίσθητη Α. μου έδειξε ένα μεγάλο βιβλίο και μου έκλεισε το μάτι, σε στυλ «Τι λες, να το αρπάξω κι αυτό;» Η Λαγγουρέλη την έβαλε στη θέση της: «Ας τη χτυπήσει κάποιος» γύρισε και μου είπε, αν και ξέραμε πως η Α. έκανε χιούμορ εκείνη τη στιγμή. Τέλος, όταν καταλήξαμε στο χώρο του φεστιβάλ και η Χατζίκου μας ρώτησε «πως τα περάσατε;» και «που πήγατε;», η Α. της απάντησε: «Όλα καλά, να, μέχρι το τμήμα πεταχτήκαμε μια βόλτα και γυρίσαμε»...Η Μαρία Λαγγουρέλη έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 3 Μαρτίου του 2026 σε ηλικία 78 ετών. Τα πολλά που κάναμε μαζί όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι και το 2020 που κάπου εκεί γύρω χαθήκαμε, μπορείτε να τα βρείτε δημοσιευμένα στο blog αυτό, αφού υπάρχει ετικέτα με το όνομα της για όποιον θελήσει να την αναζητήσει. Έμαθα πως είχε μπει σε άνοια, την αιτία ίσως που άρχισε να εξαφανίζεται από τις παρέες της. Υπήρξε στενή φίλη της ηθοποιού Ανέζας Παπαδοπούλου, της σκηνοθέτιδας Πανδώρας Μουρίκη, των ποιητών Γιάννη Βαρβέρη, Γιώργου Καραβασίλη, Γιώργου Μαρκόπουλου, Αντρέα Παγουλάτου, Έκτορα Κακναβάτου, των εικαστικών Νίκου Τζιώτη, Ρόιλας Μπουζέα και πολλών ακόμη διανοουμένων. Και δική μου φίλη. Το ποίημα «Πρωτοβρόχι σε αρχαίο τάφο», που μου αφιέρωσε μέσα από την τελευταία ποιητική συλλογή της, τη «Σκόνη πεταλούδας» (2014), είναι ότι πιο τιμητικό υπάρχει για μένα ως καταγραφή. Την ευχαριστώ που υπήρξε στη ζωή μου, δεν θα την ξεχάσω ποτέ, όπως δεν την ξέχασα για σχεδόν τριάντα χρόνια. Θα την αποχαιρετίσουμε αύριο, Τρίτη 7 Απριλίου του 2026, από το Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας και θα συλλυπηθούμε τον γιο της, Αποστόλη, που λάτρευε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου