Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

ένα-διήγημα-του-λευτέρη-ξανθόπουλου

Στάση Σκαλάκια
Κρατούσε μια τσάντα γυμναστικής· από το ανοιχτό φερμουάρ ξεπρόβαλε η λαβή από ένα λασπωμένο μυστρί, το λίγο από ένα σφυρί, αλφάδι, μέτρο, πηλοφόρι, σύνεργα εν γένει της δουλειάς του. Τα ρούχα του σκονισμένα και με πιτσιλιές· από την πρώτη στιγμή καταλάβαινες ότι ερχόταν από το μεροκάματο. Στα πόδια του φορούσε σκληρά στρατιωτικά άρβυλα, βουτηγμένα στον ασβέστη. Έδειχνε κουρασμένος, περασμένες τρεις, μεσημέρι Σαββάτου με άπνοια και ζέστη, πολύ ζέστη.
Ό άντρας, που δεν φαινόταν παραπάνω από 40-45 χρονών, μελαχρινός, γεροδεμένος, χωρίς το παραμικρό ίχνος λίπους στο σώμα του, περπατούσε κάτω από το στέγαστρο, από τη μια του άκρη ώς την άλλη, μετρούσε τα βήματά του ένα, δύο τρία, τέσσερα και πίσω πάλι, σκούπιζε με την ανάποδη του χεριού του τον ιδρώτα στο πρόσωπό του, έσκυβε κάθε τόσο, έβγαζε από το ξεθωριασμένο σακ - βουαγιάζ ένα πλαστικό μπουκαλάκι, ξεβίδωνε το πώμα, το έφερνε στα χείλη του, έπινε μερικές κοφτές γουλιές, καθάριζε με το υπόλοιπο το στόμα του και μετά έφτυνε μπροστά του, πάνω στην άσφαλτο που άχνιζε.
Η κυκλοφορία στο δρόμο αφόρητη. Πεζοί στα πεζοδρόμια ελάχιστοι. Η μυρωδιά της βενζίνης έκαιγε το λαιμό, ο θόρυβος από τα μαρσαρίσματα τρυπούσε τα αυτιά και ο ήλιος του καλοκαιριού, θεέ μου ο ήλιος, πίστευες πως δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο, ώς την επόμενη ημέρα το πρωί που όλα θα έχουνε λιώσει σε ένα αξεδιάλυτο μάγμα, άνθρωποι, σπίτια, περιβόλια, ζωντανά.
Είχε μείνει μόνος του στη στάση, οι υπόλοιπες συγκοινωνίες είχαν ήδη περάσει και είχαν μαζέψει τους ταλαιπωρημένους επιβάτες, εκτός από τη δική του, που αργούσε όπως πάντα να φανεί.
Με την παλάμη του σκιάδι στα μάτια και με το μπουκαλάκι του νερού στο άλλο του χέρι, διέκρινε επιτέλους από μακριά, πάνω από παρμπρίζ λεωφορείου που ερχόταν προς την κατεύθυνσή του, τον ευλογημένο αριθμό της γραμμής του καθώς και την επιγραφή με τον προορισμό του, πήρε βαθιά εισπνοή, ανασήκωσε το χέρι του, σε ορθή γωνία με το υπόλοιπο σώμα του, σχηματίζοντας το γνωστό σημάδι προς τον οδηγό να σταματήσει.
Το όχημα δημόσιας χρήσης, αντί να βγάλει φλας δεξιά, όπως συνηθίζεται, να κόψει ταχύτητα, να πλησιάσει τη στάση, να σταθμεύσει, να ανοίξει διάπλατα όλες τις πόρτες του, να κατεβούν όσοι από το επιβατικό κοινό περισσεύουν, να μπουν αυτοί που περιμένουν, συχνά με τις ώρες και να ξεκινήσει πάλι, πέρασε από μπροστά του σαν σίφουνας, του γύρισε την πλάτη και χάθηκε.
Ο οδηγός, που όπως φαίνεται βιαζόταν να προλάβει το φανάρι που μόλις είχε ανοίξει στο βάθος του δρόμου και θα έκλεινε σύντομα, και το ήξερε πολύ καλά αυτό από τα προηγούμενα δρομολόγια, άλλαξε ταχύτητα, πάτησε τέρμα το γκάζι και το λεωφορείο, χωρίς να σταθεί ώς όφειλε, όρμησε μπροστά μουγκρίζοντας, πέρασε από δίπλα του σαν λυσσαγμένο σκυλί και τον προσπέρασε. Ο άνθρωπός μας έμεινε ακίνητος, ξέπνοος, βουβός, με σηκωμένο το χέρι σε έκταση, λες και άγαλμα σε άνυδρη πλατεία. Ευθύς μετά, και σαν να τον είχε χτυπήσει από ψηλά ο κεραυνός του Δία, πετάχτηκε από τη θέση του, παράτησε χάμω τη μπλε τσάντα με το χαλασμένο φερμουάρ και χύθηκε τρέχοντας πίσω από το λεωφορείο, που είχε βρει στο μεταξύ το φανάρι ανοιχτό και μόλις έβγαινε ορμητικά στην κεντρική οδική αρτηρία.
Μπροστά πήγαινε το όχημα δημόσιας χρήσης και από πίσω ο δρομέας - κυνηγός του. Ανάμεσα σε τρόλεϊ, μηχανάκια, μηχανές, βέσπες, γιωταχί όλων των ειδών και των κυβισμών, λεωφορία με υγραέριο, βενζινοκίνητα λεωφορεία, φορτηγά με πετρελαιοκίνηση, ογκώδη βυτιοφόρα εκείνος έτρεχε, όλο έτρεχε, πίσω από τη όχημα που τον πρόδωσε, τον αγνόησε, τον περιφρόνησε έτρεχε σε όλη την κάθοδο της Μεσογείων με κατεύθυνση την Αθήνα, αφήνοντας πίσω του παρτέρια, πρεσβείες, περίπτερα, ποδηλάτες, αδέσποτα σκυλιά, συστάδες θάμνων, μαθήτριες λυκείου με κοντή φουστίτσα, μικρά παρκάκια, ποδηλάτισσες...
Τα πόδια του είχαν βγάλει φτερά, χτυπούσαν στην πλάτη του, οι πατούσες του πετούσαν φωτιές πάνω στην άσφαλτο και εκείνος έτρεχε σε μια ακατανόητη κούρσα, άλλοτε σε ευθεία γραμμή επάνω στην άσπρη λωρίδα του δρόμου, άλλοτε με τρελούς ελιγμούς και απότομα ζικ ζακ και άλλοτε ανάμεσα σε δύο διαφορετικά οχήματα, με τα οποία νόμιζες ότι συναγωνίζονταν σε ταχύτητα και στυλ και τα οποία κατάφερνε πάντα να τα αφήνει πίσω του.
Τα τροχοφόρα στη λεωφόρο φρενάριζαν, οι οδηγοί πάγωναν στη θέση τους, έκαναν τον σταυρό τους, παραμέριζαν, άλλαζαν την τελευταία στιγμή λωρίδα για να μην τον χτυπήσουν και εκείνος μόνος, όλομόναχος, χωρίς να τό βάζει κάτω, όπως δρομέας μεγάλων αποστάσεων, όπως ο θρυλικός Τσέχος Εμίλ Ζάτοπεκ ή όπως ο δικός μας ο Έλληνας Βασίλειος Σίλλης ο μέγας βαλκανιονίκης, έσφιγγε τα δόντια του και έτρεχε, ακατάβλητος έτρεχε.
Ο οδηγός του λεωφορείου, με τον θηρευτή και κυνηγό του να τον ακολουθεί κατά πόδας, χωρίς βεβαίως να το γνωρίζει, έκανε ριψοκίνδυνους ελιγμούς και επικίνδυνα προσπεράσματα, που δεν ταίριαζαν καθόλου με την κατάντια του οχήματος που οδηγούσε, εννοώ την εμφανή του παλαιότητα (σακαράκα σχεδόν, για να λέμε και την αλήθεια), πολύ δε περισσότερο με την ιδιότητα του δημόσιου μεταφορικού μέσου, που εξυπηρετεί υπεύθυνα και με ασφάλεια επιβατικό κοινό του άστεως σε μεγάλους, ποικίλους και ευμετάβλητους σχηματισμούς.
Με τα πολλά και για να μην τα πολυλογώ, ο άνθρωπος με τα λασπωμένα άρβυλα, προσπερνώντας και παραβιάζοντας ηλεκτρικούς φωτεινούς σηματοδότες, που διαρκώς άλλαζαν χρώματα και συμπεριφορά, όπως οι άνθρωποι τριγύρω μας, πράσινο, κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί πλησιάζει επιτέλους το λεωφορείο, σε μια από τις στάσεις του πιο κάτω, χυμάει στην μπροστινή πόρτα, την λεγόμενη και πόρτα του οδηγού, που εκείνη ακριβώς τη στιγμή έκλεινε καταπάνω του και αρχίζει να τη βαράει με τις σιδερένιες γροθιές του.
Ποιός θεός από ψηλά είδε τον δρομέα της Μεσογείων και δεν τον φοβήθηκε. Βγάζοντας ατμούς από το σώμα του, σπάει με δυνατές κλωτσιές το τζάμι, ξεχαρβαλώνει τον μηχανισμό, που ειρήσθω εν παρόδω δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερη προσπάθεια για να διαλυθεί στην κατάσταση που βρισκόταν, μπουκάρει (κυριολεκτικά πετώντας, όχι περπατώντας), ανεβαίνει ένα, δύο, τρία τα σκαλοπάτια του οχήματος, ορμάει καταπάνω στον οδηγό, τον αρπάζει από το ρούχο (σαν τανάλιες τον έκλεισαν τα δάχτυλά του), τον τραβάει από την θέση του, τον σέρνει σαν σκουπιδάκι έξω από το λεωφορείο και εκεί, κάτω από το στέγαστρο της στάσης Σκαλάκια, στο πεζοδρόμιο με τις τσιχλόφουσκες, μαύρα ανεξίτηλα στίγματα κάτω από τα πόδια των περαστικών, τον κάνει λιώμα στο ξύλο.
Οι κατηγορίες εναντίον του δράστη, στην αίθουσα που εκδικαζόταν η υπόθεση, ήταν τόσο πολλές (ένα ολόκληρο κατεβατό), που δεν χωρούσαν σε μία κόλλα χαρτί· απόπειρα φόνου, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, πρόκληση βλαβών, επιθέσεις κατά συρροή από ιδιαίτερα βίαιο και επικίνδυνο άτομο, αντίσταση κατά της αρχής, κακοποίηση οργάνου της τάξεως, παρακώλυση κυκλοφορίας, αντικοινωνική παραβατική συμπεριφορά, τεντιμποϊσμός κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο ακόμη.
Το θύμα, ο οδηγός δηλαδή του δημόσιου μέσου, με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, πολλαπλά κατάγματα, σπασμένο σαγόνι σε νάρθηκα και μπανταρισμένος όλο του το σώμα με γάζες, στηριζόταν σε πατερίτσες και δύσκολα μπορούσε να ψελλίσει μερικές λέξεις στην κατάθεσή του.
Ο δράστης δεν αρνήθηκε καμία από τις πράξεις που του αποδόθηκαν και κατά συνέπεια αποδέχτηκε όλες τις κατηγορίες που τον βάρυναν. Σε γενικές γραμμές, τα πράγματα έγιναν όπως ακριβώς τα περιέγραψαν οι αυτόπτες είπε και επανέλαβε με λίγα λόγια τα βασικά σημεία της ιστορίας, χωρίς να προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι καινούργιο ή ουσιώδες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο και τη μέθοδο του άγριου ξυλοδαρμού.
Τελειώνοντας, και πριν καθίσει πίσω στη θέση του κατηγορούμενου, ο δράστης εξέφρασε την επιθυμία να κλείσει την κατάθεσή του, προσθέτοντας, έτσι για την τάξη όπως είπε, μια μικρή λεπτομέρεια, που κανείς από τους μάρτυρες δεν είχε παρατηρήσει, ούτε μέσα στο λεωφορείο ούτε έξω στο δρόμο, ή κανείς ενδεχομένως δεν έκανε τον κόπο να σκεφτεί το συγκεκριμένο σημείο και να το αναφέρει.
Όταν παραβίασε την μπροστινή πόρτα και μπουκάρησε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το θύμα, ο οδηγός του λεωφορείου δηλαδή, με το ένα χέρι άναβε τσιγάρο, με το άλλο έβαζε ταχύτητα για να ξεκινήσει το όχημα ενώ από το ραδιοφωνάκι μπροστά του ακουγόταν το τραγούδι «...φεύγεις ξαφνικά / και πονώ βαθιά / το τσιγάρο στο τασάκι / μόνο τ’ άφησες / μα την καρδιά μου πήρες / και μόνο με παράτησες / και πίνω μπίρες πίνω μπίρες πίνω μπίρες...»
Λευτέρης Ξανθόπουλος
29.09.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: