Κυριακή 6 Αυγούστου 2023

Μαριάνθη Κεφάλα: Ολόκληρη η ζωή της σε 6.375 λέξεις


Η Μαριάνθη Κεφάλα είναι ένας ζωντανός μύθος της Θεσσαλονίκης. Την αναζητούσα για χρόνια μέχρι που πρόσφατα ο Πόλυς Κυριάκου μου έδωσε το νούμερο του τηλεφώνου της και το ραντεβού μας κλείστηκε πολύ εύκολα. Τη συνάντησα στην Άνω Τούμπα, τη γειτονιά της, σ’ ένα λαϊκό καφενείο που συνηθίζει να πίνει τον καφέ της και να συναντά ανθρώπους, οι οποίοι γνωρίζουν καλά ποια είναι και της εκφράζουν το θαυμασμό και την αγάπη τους. Χωρίς θαυμασμό και χωρίς αγάπη, ως γνωστόν, ο καλλιτέχνης μαραίνεται σαν το απότιστο λουλούδι. Στην περίπτωση της Μαριάνθης Κεφάλα δεν ισχύει αυτό ευτυχώς. Πρόκειται για μια μεγάλη λαϊκή ερμηνεύτρια που ενώ θα μπορούσε να κατακτήσει την αθηναϊκή νύχτα, την άφησε πίσω της και επέστρεψε στη λατρεμένη της Θεσσαλονίκη. Κι όχι εν μέσω απέλπιδων προσπαθειών. Όταν η Κεφάλα κατέβηκε στην Αθήνα στις αρχές του 1980 είχε ήδη μεγάλες επιτυχίες πίσω της, ενώ υπέροχες ήταν και οι δεύτερες εκτελέσεις με τη φωνή της σε τραγούδια της Καίτης Γκρέυ, της Πόλυς Πάνου και της Ρίτας Σακελλαρίου. Ασυμβίβαστος άνθρωπος που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και που έχαιρε της φιλίας του Στέλιου Καζαντζίδη και του Μανώλη Αγγελόπουλου. Στην ακόλουθη σπάνια συνέντευξη – ντοκιμαντέρ κι ενώ σε λίγους μήνες επίκειται η έκδοση της βιογραφίας της, η Μαριάνθη Κεφάλα αφηγείται και ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή που όρισε το τραγούδι της πίστας στην Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας. Απολαύστε την!

Σας συναντώ στη Θεσσαλονίκη, σ’ ένα λαϊκό καφέ της γειτονιάς σας. Ξέρετε, υποθέτω, ότι είστε απόλυτα ενσωματωμένη στη λαϊκή κουλτούρα της πόλης σας.

Καταρχάς, να μιλάμε στον ενικό…Εγώ είμαι Θεσσαλονικιά, από τα Κάστρα, αλλά μένω τουλάχιστον 15 χρόνια εδώ στην Τούμπα. Το λέω με περηφάνια ότι γεννήθηκα στα Κάστρα, γιατί άμα ανέβεις εκεί απάνω, βλέπεις πιάτο όλη τη Θεσσαλονίκη. Είμαι ερωτευμένη με τη Θεσσαλονίκη, αν και είχα κάτσει για μια πενταετία στην Αθήνα, μέχρι το ΄85. Με τρεις χρυσούς δίσκους έφυγα απ’ την Αθήνα και ξανάρθα εδώ, όπου έκανα ένα μαγαζί και κράτησε κάποια χρόνια.

Τι σας έκανε να φύγετε απ’ την Αθήνα; Τρεις χρυσοί δίσκοι είναι καλή «μαγιά» για μεγάλη καριέρα.

Το ΄85 – δεν θέλω ν’ αναφερθώ σ’ ονόματα – άρχιζαν τα…κότερα. Δεν μπορούσα ν’ ακολουθήσω τη λογική αυτή. Καταρχάς είχα και πατέρα καλλιτέχνη, ο Νίρος με τ’ όνομα! Κι εγώ Νίρου λέγομαι, το «Κεφάλα» δηλαδή είναι ψευδώνυμο. Επειδή ήμουν ανήλικο όταν ξεκινούσα και με κυνηγούσε η αστυνομία, πήρα το «Κεφάλα», το ψευδώνυμο του πατέρα μου.

Δηλαδή δεν είχε υπογράψει ο πατέρας σας για να βγείτε στο πάλκο;

Τι να υπογράψει; Αφού δίπλα του με πήρε και απλά μου κόλλησε το όνομα «Κεφάλα». Ούτε εγώ όμως έδινα δικαιώματα. Έρχεται μια μέρα ένας εφοπλιστής, μου λέει «Είστε πολύ ωραία φωνή», «Ευχαριστώ» του απαντάω και μετά συνέχισε: «Θα χαρώ πολύ να πιούμε ένα καφέ στο κότερο μου». Τον κοίταξα στραβά και του είπα: «Εγώ δεν μπαίνω σε βάρκες και σε κότερα, γιατί κουνάνε και φοβάμαι». Στο ίδιο τραπέζι ήταν κι ο μαγαζάτορας, ο επιχειρηματίας, άντρας καλλιτέχνιδος. Με τα πολλά λέω του εφοπλιστή: «Να έρθω, αλλά να έχω καπετάνιο τον άντρα μου», αφού ο άντρας μου ήταν καπετάνιος εμένα. Με ρώταγε μετά αν είμαι καπετάνισσα, αν είχα ταξιδέψει και, γενικώς, μιλούσαμε για τα βαπόρια. Όταν του’πα ότι είμαι και Θεσσαλονικιά, αυτός έβγαλε το συμπέρασμα του: «Ε, είσαι καπετάνισσα, είσαι και Θεσσαλονικιά, γι’ αυτό μου μίλησες έτσι». Ο Γιώργος ο Βαρδινογιάννης ήτανε! Ευγενής ο άνθρωπος, «χάρηκα και θα έρθω να γνωρίσω και τον σύζυγο» κλπ. Πάω να πληρωθώ και ο ταμίας μου δίνει πέντε χιλιάρικα. Σε ποιον να πρωτοέδινα; Στο μαέστρο, που αυτός έπαιρνε δέκα χιλιάδες μόνος του; Πάει να δικαιολογηθεί ο ταμίας, «Μην απολογείσαι, εργαζόμενος είσαι κι εσύ» του κάνω, «απλά πες του ‘’αρχηγού’’ να έρθει μια ώρα νωρίτερα το βράδυ». Έρχεται αυτός και μου ζητάει το λόγο:

-          Τι ήταν αυτό που έκανες;

-          Εσύ τι ήταν αυτό που έκανες;

-          Πρόσβαλλες τον εφοπλιστή!

-          Λάθος κάνεις, δεν τον πρόσβαλλα. Δια χειραψίας έφυγε…

-          Και τι έγινε αν θα πήγαινες απ’ το κότερο του;

-          Τι λες, ρε; Υπογράψαμε κάνα τέτοιο συμβόλαιο; Αν θέλω να πάω, θα’ναι επειδή το θέλω εγώ, όχι επειδή με στέλνεις εσύ. Στείλε στη θέση μου τη γυναίκα σου και την αδερφή σου.

-          Φαίνεται πως εσένα εκεί πάνω σ’ αρέσουν τα πανηγύρια, τα προτιμάς!

-          Ποιον βρίζεις, ρε, τη Σαλονίκη; Άι σιχτίρ!

Πήρα τα ρούχα μου κι έφυγα. Γύρισα στη Θεσσαλονίκη κι έτυχε να πωλείται η «Καλύβα». Δούλευα εκεί με τη Μαριώ και τον Χονδρονάκο κι αποφάσισα να το αγοράσω το μαγαζί. Επειδή δεν ήταν πολύ μεγάλο, απ’ τις 11 το βράδυ δεν υπήρχε καρέκλα! Έτσι έκανα ένα άλλο μεγάλο μαγαζί και έδωσα την «Καλύβα» στον Βασίλη Καρρά για να τον υποστηρίξω. Ήδη δούλευε, αλλά δεν ήταν πρώτο όνομα. Απ’ τα καλύτερα παιδιά είναι ο Καρράς! Έχουμε κάνει κι ένα ντουέτο, το «Τι μου συμβαίνει», που έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία!

Τον αγαπάτε τον Βασίλη Καρρά, έτσι;

Πάρα πολύ! Είναι πολύ καλό παιδί, όπως σου είπα.

Τι έχει μεγαλύτερη σημασία; Να είναι κάποιος πρώτα καλό παιδί και μετά καλός τραγουδιστής;

Κοίταξε, εγώ τον Βασίλη τον γνώρισα μηχανικό αυτοκινήτων. Μετά έγινε τραγουδιστής και, μάλιστα, όταν ήμασταν σ’ ένα μαγαζί στην Κρήνη είχε έρθει ο επιχειρηματίας και μου λέει: «Τι κάθεσαι εδώ; Να σου δώσω 1.000.000 δραχμές και άσε τον καπετάνιο να τον φάνε τα ψάρια». Τον άντρα μου εννοούσε! Νευρίασα, «Σ’ ευχαριστώ για την πρόταση» του είπα, «αλλά εγώ την οικογένεια σου δεν την ανακάτεψα. Εκτός αν σπάζεσαι που τον καπετάνιο τον αποκαλούν ‘’κύριο’’, ενώ εσένα ‘’τσάτσο’’».

Πω, πω, τον ‘’σφάξατε’’!

Ε, αφού ‘’τσάτσο’’ τον αποκαλούσαν! Απ’ την κωλο – Θάσο ήτανε. «Θα σου κόψω τη γλώσσα και τα πόδια άμα ξαναμιλήσεις για τον άντρα μου»! Έτσι του είπα!

Γιατί όλοι όμως τα βάζανε με τον καπετάνιο άντρα σας; Τι δεν τους άρεσε;

Ο άντρας μου ήταν κύριος. Δεν έβγαινε εκτός ταμείου, δεν έπινε. Είχε ένα κακό: Εμπιστευόταν πολύ τους άλλους, έδινε λεφτά και δεν έπαιρνε απόδειξη. «Θα τον προσβάλλω τον άνθρωπο άμα του ζητήσω απόδειξη» έλεγε κι εγώ φώναζα: «Ρε, πλειστηριασμό μας έκανε».

Τον έχετε σήμερα τον σύζυγο σας;

Όχι, τον έχω χάσει εδώ και πολλά χρόνια. Εξήντα χρονών έφυγε. Μου κόστισε πολύ, πάρα πολύ, αφού ήμασταν τριάντα χρόνια μαζί. Κι όταν παντρευτήκαμε, έφυγα μαζί του στα βαπόρια, δεν ήθελε να δουλεύω.

Από παιδιά μαζί δηλαδή. Είχατε μεγαλώσει σε πολυμελή οικογένεια;

Ναι, τέσσερα αδέρφια ήμασταν. Ο πρώτος μου αδερφός, ο μεγάλος, έφυγε πρόσφατα στα 72 του. Μετά ήμουν εγώ δίδυμη με την αδερφή μου και ο μικρός μας αδερφός, ο Γιώργος, που έκανε καριέρα τραγουδιστή σαν Γιώργος Νίρος και μου έκανε δεύτερες φωνές στους δίσκους μου. Ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε.

Προερχόμενος από το ρεμπέτικο;

Λαϊκός ήταν πιο πολύ. Νταλγκαδιάρης. Από πιτσιρίκος, όντας γεννημένος το 1929, ξεχώρισε. Εγώ είμαι γεννημένη το 1953 και τον θυμάμαι να παίζει στην αυλή. Έτσι, από τριών χρονών κι εγώ μπήκα στο ντιριντάχτα. Η μάνα μου φώναζε, γιατί τότε έλεγαν τις τραγουδίστριες πόρνες και τους μπουζουξήδες νταβατζήδες. Βλακείες! «Ρε, πουτάνα θα την κάνεις;» του έλεγε η μάνα μου κι αυτός της απαντούσε: «Άντε τράβα πλύνε κάνα πιάτο. Αυτή είναι η συνέχεια μου». Μ’ άρπαζε και μ’ έπαιρνε μαζί του στα γύφτικα, από δω κι από κει. Τον άρεζαν πολύ οι γύφτισσες!

Μπερμπάντης ο μπαμπάς.

Α, ναι, μην το συζητάς. Ερχόταν η μια γύφτισσα, «κουμπάρα», ερχόταν η άλλη, «κουμπάρα», τα δε γυφτάκια τον φώναζαν «Νονέ», οπότε τον ρωτάω: «Γιατί όλο παντρεύεις γύφτισσες και βαφτίζεις γυφτάκια;» Μου απαντούσε «Δεν θα καταλάβεις»…«Μωρέ, θα καταλάβω και θα φας κλωτσίδι» τον έλεγα.

Μάλιστα. Τέτοια σχέση είχατε.

Με είχε μεγάλη αδυναμία. Τον έμοιαζα και πολύ, τα έλεγα κιόλας…Μου εξήγησε τελικά: «Για να βγαίνω στη ζούλα απ’ το παράθυρο και να μπαίνω κύριος απ’ την πόρτα». Με συμβούλευε: «Τρία πράγματα δεν θα κάνεις στη ζωή σου: Δεν θα γίνεις ρουφιάνα, πόρνη και κλέφτρα. Όλα τα άλλα, κάν’ τα».

Ποιους γνωρίσατε μέσω του πατέρα σας;

Τον Τάκη Μπίνη, τον Μανώλη Αγγελόπουλο – θεός σχωρέστον – που ήμασταν πολύ φιλαράκια, αλλά και τον Στέλιο Καζαντζίδη, που έκανα τρεις μήνες μαζί του στη Γερμανία. Τον Στράτο Διονυσίου, επίσης, που τον είχα γνωρίσει ράφτη. Έπαιζε μια μέρα ο μπαμπάς, τραγούδησε μαζί του ο Στράτος κι εγώ έμεινα παγωτό. Τον ρώτησα αμέσως:

-          Κύριε Στράτο, γιατί είστε ράφτης;

-          Τι να είμαι, παιδί μου;

-          Να γίνετε τραγουδιστής!

-          Γιατί;

-          Τραγουδάτε πολύ ωραία, καλέ!

Γελούσε ο άνθρωπος. Κάτω από τριάντα ήτανε, στην ηλικία του μπαμπά μου σχεδόν. Αργότερα μου έλαχε να δουλέψω στην Αθήνα και με τον Άγγελο, τον γιο του, ο οποίος τα έλεγε πολύ ωραία τα τραγούδια του πατέρα του. Ώσπου τον έπιασε ο Τόλης Βοσκόπουλος και του είπε: «Όσο ζει ο πατέρας σου, άλλαξε ρεπερτόριο γιατί δεν θα γίνεις τίποτα». Πρόσφατα άκουσα ότι θα βγουν στην τηλεόραση και τα τρία παιδιά του Στράτου. Ο μικρός, ο Διαμαντής, που ήταν στην Αμερική, είναι πολύ καλός.

Γνωρίζω πως στο ξεκίνημα σας δουλέψατε με τον Γιάννη Φλωρινιώτη.

Βέβαια, εδώ στη Θεσσαλονίκη, το 1968 περίπου, που η Μαριώ έπαιζε πολύ καλό ακορντεόν στο σχήμα. Πριν λίγο καιρό είχε έρθει εδώ η Μαριώ, τη βρήκα, τραγουδήσαμε και βγάλαμε γούστα. Καλή είναι, εντάξει, άλλο στυλ.

Το δικό σας στυλ ποιο ήταν;

Λαϊκό!  Τα περισσότερα τραγούδια που είπα ήταν του Ηλία Φιλίππου, του κουμπάρου μου. Τον έχω παντρέψει.

Ποια η διαφορά μεταξύ λαϊκού τραγουδιού και τραγουδιού της πίστας;

Το λαϊκό τραγούδι είναι και πίστα. Ζεϊμπέκικο και τσιφτετέλι. Εγώ δεν ήμουν ιδιαίτερα τσιφτετελού, έλεγα πιο πολλά ζεϊμπέκικα και χασάπικα. Η «Νύχτα ονειρομάνα», που το είπα σε β’ εκτέλεση μετά τον Γιάννη Ντουνιά, από μένα «έγινε». Εκείνος το’χε πει πολύ γρήγορο, εγώ το έκανα χασάπικο. Ήταν του Ζαμπέτα τραγούδι και ο Ζαμπέτας ήταν δυνατός στα χασάπικα. Η πρώτη μου επιτυχία, βέβαια, που «χρυσώθηκε», ήταν το «Χαστούκι». Ακολούθησαν τα «Περασμένες δύο», «Της βαρυχειμωνιάς το δείλι» και το «Υποκρίνομαι» της Σώτιας Τσώτου.

Ήταν σημαντική η Τσώτου στον τομέα της.

Αυτή δεν έδινε εύκολα τραγούδια. Με τον Κουγιουμτζή κάνανε σπουδαία πράγματα. Έτυχε να είμαστε στο ίδιο κομμωτήριο, χτενιζόμασταν. «Μ’ αρέσει η φωνή σου, θα σου δώσω τραγουδάκια» με είπε και μ’ έδωσε.

Κι από ποια ηλικία είπατε ότι θα κάνετε ό,τι κάνατε;

Από μωρό. Από τριών – τεσσάρων ετών που έπαιζε ο μπαμπάς μου στην αυλή μας. Τα έλεγα από τότε καλά.

Σας άρεσε ο κόσμος της νύχτας;

Κοίταξε, αδερφέ. Εμένα με σεβάστηκαν κι ακόμη με σέβονται. Αυτό που με κάνει εντύπωση είναι που βλέπω τη νεολαία να ξέρει και να τραγουδάει όλα τα τραγούδια μου.

Πως το εξηγείτε που έχετε περάσει στη σφαίρα της ποπ μ’ ένα τρόπο; Ξέρετε ότι μέχρι και ο Γιάννης Αγγελάκας διασκεύασε ένα δικό σας τραγούδι;

(με έκπληξη) Όχι, ποιο;

Το «Η ζωή και η αγάπη».

Δεν το ήξερα. Μπράβο, μπράβο! Το κοινό το δικό μου είναι αυτό που ακούει τα πάντα.

Μήπως έχετε χτίσει ένα μύθο, ζώντας εδώ μόνιμα μακριά απ’ την Αθήνα;

Τι να σου πω…Που μένεις στην Αθήνα;

Στον Άγιο Παντελεήμονα.

Α, Αχαρνών. Έχω μείνει κι εγώ εκεί. Μετά πήγα στα Πατήσια και πιο μετά στην Κηφισιά. Πέντε χρόνια σερί έζησα στην Αθήνα και ανεβοκατέβαινα. Τραγούδησα στις «Αμπάρες», γιατί ο ίδιος μαγαζάτορας είχε παλιότερα και το «Όνειρο». Είχαμε συνεργαστεί στο «Όνειρο» μαζί με τον Χατζηαντωνίου τον συχωρεμένο και τον Χάρη Καραγιάννη. Από δω ήταν αυτοί, δικοί μας. Τραγουδούσα ακόμη στο «Έλατο» και στα «Ξημερώματα».

Το κυνήγι της καριέρας σας έφερε για πέντε χρόνια στην πρωτεύουσα;

Μετά το «Χαστούκι» με ζητούσε η Αθήνα. Πήγα πρώτα σ’ ένα μαγαζί στην Ποσειδώνος, που είχαν δουλέψει οι πάντες, Τσιτσάνης, Αγγελόπουλος, Καζαντζίδης. Ήταν ένας πολύ καλός επιχειρηματίας, ο Μαργωμένος. Αυτός είχε το «Φαληρικό» το περίφημο. Κι από κει πέρασα. Μιλάμε για το 1980. Είχα μαζί μου και μια τραγουδίστρια – φωνάρα, Αμαλία τη λέγανε.

Η οποία «χάθηκε» στη συνέχεια;

Σταμάτησε, έκανε οικογένεια. Μεγάλη φωνή, που σταμάτησε κι αυτή, ήταν η Κατερίνα Κανάρη. Κανάρι σκέτο! Στην Αθήνα συνέχισα να κάνω δισκογραφία και να τραγουδάω, αλλά δεν ήταν τότε πολύ μεγάλα τα μεροκάματα.

Ναι, αλλά κάποιοι άλλοι του δικού σας ρεπερτορίου θησαύρισαν τότε.

Μετά. Το πρώτο όνομα τότε άντε να’παιρνε δέκα χιλιάρικα. Θα μου πεις ότι ήταν λεφτά τα δέκα χιλιάρικα. Ναι, αλλά έπρεπε να φτιάξεις κοστούμια. Ένα φουστάνι δεν το φόραγες δεύτερο. Εγώ ψώνιζα πανάκριβα φορέματα.

Σας απασχολούσε η εμφάνιση σας στην πίστα;

Δεν ντυνόμουν προκλητικά. Κι επειδή έκανα και κομμωτική στα νιάτα μου, μόνη μου χτενιζόμουν. Πολύ λίγο μακιγιάζ κλπ., αλλά ποτέ προκλητική.

Το ίδιο και στην προσωπική σας ζωή;

Ναι, ήθελα να μ’ ακούν, όχι να…βλέπουν. Όπως μου είχε πει ο συχωρεμένος ο Γιώργος Μποζίδης, όταν του είπα ότι τελευταία μ’ αρέσει η Πάολα: «Άκου τι διαφορά έχουν όλες αυτές με εσάς. Εσείς τραγουδούσατε με βρακί, ενώ αυτές τραγουδάνε ξεβράκωτες» (γελάει).

Κι η Βίκυ Μοσχολιού την ίδια άποψη είχε για τις νεότερες λαϊκές τραγουδίστριες.

Την είχα γνωρίσει τη Μοσχολιού. Όταν ερχόταν εδώ, τραγουδούσαμε μαζί. Την τραγούδησα πολύ εγώ τη Μοσχολιού και την Πόλυ Πάνου, την Καίτη Γκρέυ, τη Γιώτα Λύδια. Τις είχα πρότυπα μου. Έλεγα ακόμη το «Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες» της Ρένας Κουμιώτη. Μεγάλη τραγουδίστρια ήταν αυτή! Τη Μαρινέλλα επίσης τραγούδησα πάρα πολύ. Σταμάτησα να την τραγουδάω, όμως. Είχε έρθει μια φορά με τον συχωρεμένο τον Τόλη στην «Κρήνη» που τραγουδούσα. Τιμής ένεκεν, είπα κάτι δικό της, το «Πάλι θα κλάψω». Κάθομαι μετά στο τραπέζι κι έρχεται και μου λέει: «Πιτσιρίκα, καλή είσαι, αλλά δεν θα γίνεις ποτέ τίποτα». «Γιατί;» τη ρωτάω και μου απαντάει «Έχεις πολύ εγωισμό».

Από που να το συμπέρανε;

«Απ’ τη στιγμή» μου λέει «που τόλμησες να πεις δικό μου τραγούδι μπροστά μου, έχεις μεγάλο εγωισμό». Της απάντησα όμως: «Τι είπατε, ‘’τόλμησα’’; Άκου, κυρία Μαρινέλλα, αν δεν τολμούσα εγώ και άλλοι, που δεν μπορούν να έρθουν εκεί που είστε εσείς, δεν θα είχατε σουξέ! Εμείς σας ‘’φτιάξαμε’’». Σκεφτόμουν εκείνη την ώρα: «Καλά σε λέει ‘’Κικίτσα’’ ο Τόλης»! Σηκώθηκε κι έφυγε! Και μείναμε ο Τόλης κι εγώ και τραγουδήσαμε μέχρι τις έξι το πρωί. Ο Τόλης ήταν παιδί – αστέρι, ενώ η Μαρινέλλα ήταν κακιά και ανταγωνιστικιά. Της είπα μάλιστα «Δεν θα σας ξανατραγουδήσω». Αφού κι ο Στέλιος ο Καζαντζίδης, στη Γερμανία που ήμασταν, μου έλεγε «Γιατί τραγουδάς Μαρινέλλα;» Τσαντιζόταν. Ξέρεις τι μου έλεγε ο Στέλιος; «Εντάξει, τραγούδα Πόλυ Πάνου και Καίτη Γκρέυ, αλλά αν θες να γίνεις πολύ καλή, να μελετήσεις λίγο και τη Φωτεινή Μαυράκη».

Την εκτιμούσε πολύ ο Καζαντζίδης τη Μαυράκη, το έχω ξανακούσει.

Πάρα πολύ! Τη μελέτησα κι εγώ κι έτσι ένα βράδυ είπα κάτι της Μαυράκη, το «Μουσαφιραίοι είμαστε». Μου κάνει ο Στέλιος «Αχ, βρε τσογλάνι, το έμαθες, ε;» Ο Στέλιος προτιμούσε να πίνει καμιά ρετσίνα τα μεσημέρια – μόνο ρετσίνα έπινε – , να πιάνει την κιθάρα και ν’ αρχίζει το τραγούδι. Του έκανα δεύτερες για να κλέβω τα φωνήεντα του, που τα έλεγε με ανοιχτό στόμα, για να βλέπω σε πόσα μέτρα έβαζε την αναπνοή του. Μέγας τεχνίτης!

Πέρα απ’ τη χροιά της φωνής, πόσο σημασία δίνατε στην τεχνική;

Η τεχνική είναι οι αναπνοές. Όταν πρέπει να κάνεις οχτώ μέτρα, πρέπει να πάρεις βαθιά αναπνοή. Όταν όμως είναι τέσσερα μέτρα, την κλέβεις και δεν το καταλαβαίνει ο άλλος. Και συνεχίζεις έτσι.

Κάνατε και μαθήματα φωνητικής;

Όχι, εγώ παίζω μουσική.

Τι εννοείτε;

Παίζω μαντολίνο. Το έμαθα από οχτώ χρονών.

Όταν έχεις σπουδάσει ένα όργανο, λέτε, δεν χρειάζεται να σπουδάσεις φωνητική.

Όχι, δεν χρειάζεται, γιατί μαθαίνεις έτσι να κάνεις και σεγόντα, και δεύτερες – τρίτες φωνές, πατώντας πάντα πάνω στο όργανο.

Σας αρέσει ο ήχος του μαντολίνου;

Ναι, μ’ αρέσει, αλλά δεν είναι λαϊκό όργανο. Είναι για όπερα και οπερέτες.

Ο Χατζιδάκις αντικαθιστούσε συχνά το μπουζούκι με μαντολίνο.

Ναι, γιατί ο Χατζιδάκις ήταν πιο μοντέρνος, δεν ήταν λαϊκός.

Τη Βούλα Σαββίδη, που τραγούδησε τα «Πέριξ» του Χατζιδάκι, τη γνωρίσατε;

Κάτι με λέει τ’ όνομα της, αλλά όχι, δεν έχουμε γνωριστεί.

Δεν χρειάστηκε ποτέ, πάντως, να ασκήσετε τη φωνή σας.

Όχι, γιατί ήμουν μουσικός με πάρτες, με νότες, κανονικά. Όπερες, Βέρντι, Μότσαρτ και τέτοια παίζαμε. Μόνο μαντολίνο έπαιζα, εννοείται πως δεν τραγουδούσα.

Πότε γίνονταν όλα αυτά;

Μικρή ήμουν, απ’ τα οχτώ μου μέχρι τα δώδεκα.

Σας βοήθησε αυτή η ενασχόληση στη μετέπειτα καριέρα σας;

Με βοήθησε σίγουρα, θεωρητικά και ακουστικά. Ήταν δύσκολο τότε για τις γυναίκες να παίξουν μπουζούκι. Δεν γινόταν, οπότε δεν έμαθα να παίζω μπουζούκι.

Θα θέλατε να παίζετε μπουζούκι;

Ναι! Δεν θα ήταν επανάσταση να έβγαινε τότε μια τραγουδίστρια που να έπαιζε και μπουζούκι; Εμένα μ’ άρεζε πολύ, στα ξεκινήματα μου, η Γιώτα Γιάννα. Πολύ καλό παιδί. Πήγαινα και την άκουγα στην Πλάκα. Τραγουδήσαμε και μαζί εδώ στη Σαλονίκη. Καλό παιδί, καλή φίλη, παίζει υπέροχη φυσαρμόνικα. Ο Θεός να την έχει γερή.

Πάμε πάλι στην Αθήνα της πενταετίας 1980 – 85. Δουλέψατε πολύ, είπατε.

Την εποχή εκείνη ακόμη υπήρχε η αξιοκρατία. Είχα κάνει ήδη χρυσό το «Χαστούκι» και με ήξερε ο κόσμος. Το λάθος μου ήταν που έφυγα απ’ το «Φαληρικό». Είχε ψάθινες καρέκλες κι όταν είδα την ταμπελάρα, έπιασα τον Μαργωμένο: «Τι είναι αυτές οι καρέκλες, κύριε Μαργωμένε; Σ’ αυτές έχουν κάτσει μεγαθήρια». Και μου απάντησε: «Εσένα σε διάλεξα απ’ το ραδιόφωνο, οπότε περπάτα». Μαζί μας ήταν και ο Ανδρέας Βάσιος, αν θυμάμαι καλά. Τελειώνει η σεζόν κι εγώ έχω προτάσεις από πολλά μαγαζιά. Λέω του ιδιοκτήτη:

-          Καλέ, κύριε Μαργωμένε, παντού βάλανε βελούδινες καρέκλες. Εμείς εδώ με τις ψάθινες θα μείνουμε;

-          Τι μου λες, να αλλάξω τις καρέκλες; Άκου, στην αρχή της συνεργασίας μου είπες πως θα κάτσεις εδώ που έχουν κάτσει μεγαθήρια. Και τώρα μου ζητάς να τις αλλάξω; Κάθε μία καρέκλα έχει την ιστορία της!

Καλά δεν σας είπε;

Υπέροχα με είπε! «Πήγαινε, λοιπόν, στις βελούδινες κι εύχομαι να σε σεβαστούν πιο πολύ από δω». Αυτά ήταν τα λόγια του. Πραγματικά, δεν εισέπραξα το σεβασμό που είχα εκεί.

Άρα το μετανιώσατε.

Πάρα πολύ! Ήταν πολύ καλός και σοφός άνθρωπος ο Μαργωμένος.

Με το χέρι στην καρδιά, την είχατε μήπως «ψωνίσει» λίγο;

Όχι, όχι, καθόλου. Με είχαν ζαλίσει απ’ τα άλλα μαγαζιά που μου δίνανε διπλό και τριπλό μεροκάματο. Στο μεταξύ, ο άντρας μου είχε κατέβει απ’ το βαπόρι κι άνοιξε ένα σουπάδικο στην Εθνική Οδό. Πολλή δουλειά. Το μαγαζί ήταν κολλητά μ’ ένα βενζινάδικο που έβαζε αέριο και κάθε πρωί οι θαμώνες όλων των μαγαζιών από κει περνούσαν. Και οι τραγουδιστές! Θυμάμαι τον Χατζηαντωνίου, τον Ανδρέα Ζακυνθινάκη – φωνάρα, θεός σχωρέστον – ο Καραγιάννης κ.α. Δεν ήταν, όμως, οι επιχειρηματίες σαν τον κύριο Μαργωμένο.

Κοιτούσαν να προωθήσουν άλλες τραγουδίστριες;

Όχι,  αλλά ήμουν υποχρεωμένη εγώ να πηγαίνω απ’ το κότερο του καθενός; Εγώ ήμουν τραγουδίστρια, δεν ήμουν άντε να μην πω…Αυτά είδα και τα μάζεψα και γύρισα πίσω. Ήμουν και ερωτευμένη με τη Θεσσαλονίκη κι έτσι έμεινα εδώ. Κατέβαινα κατά καιρούς Αθήνα, έναν – δυο μήνες, αλλά έφευγα πάλι.

Και δεν φοβηθήκατε μην «εγκλωβιστείτε» στο στερεότυπο «η τραγουδίστρια της Θεσσαλονίκης».

Καθόλου. Εγώ στη Θεσσαλονίκη ήμουν κι έκανα πέντε χρυσούς δίσκους κι όχι στον Μάτσα. Με είχε ζητήσει ο Μάτσας, αφού με πρότεινε ο Στράτος Διονυσίου. Τα βρήκαμε όλα, υποτίθεται, μέχρι που μου έβαλε μια εικόνα χάμω να την πατήσω για να υπογράψω. Αυτός ήταν Εβραίος, γνωστό. Του λέω:

-          Άντε, ρε, από δω.

-          Θα σε κάνω Θεά.

-          Ο Θεός είναι ένας! Άντε γεια!

Κι έφυγα, ποτέ δεν επέστρεψα. Παρέμεινα στη Θεσσαλονίκη, στη Vasipap.

Γνωστή εταιρεία κι από την Αθήνα η Vasipap.

Είχε κάνει γραφείο στην Αθήνα, στη Σατωβριάνδου, αλλά στη Θεσσαλονίκη ήταν η έδρα της. Vasipap σήμαινε Βασίλης Παπαδόπουλος. Ο Καρράς, ο Ζαφείρης Μελάς, ο Δημητράκης ο Τερζόπουλος, εγώ, όλοι απ’ τη Vasipap βγήκαμε.

Δουλέψατε και με τη Ρίτα Σακελλαρίου;

Ήμασταν πολύ φίλες. Και ο πρώην άνδρας της, ο Στέφανος Σιδηρόπουλος, ήταν πολύ φίλος μου. Αυτός την κατέβασε στην Αθήνα και, μάλιστα, τα δυο πρώτα τραγούδια που είπε ήταν του Γιώργου Μανισαλή. Δουλεύαμε κάποτε εδώ με τον Νίκο Ξανθόπουλο τον ηθοποιό. Ήρθε ένας επιχειρηματίας απ’ την Αμερική, πήρε προκαταβολή ο Μανισαλής – εγώ δεν είχα πάρει – για να πάμε Αμερική. Πάω Αθήνα, μου λέει αυτός: «Εμείς οι δυο θα περάσουμε πολύ καλά». Του κάνω «Δεν θα πάμε εμείς οι δυο, θα πάμε εμείς οι τρεις». Και ξανά αυτός «Εμείς οι δυο». Σηκώθηκα, έφυγα κι όταν άνοιξε μαγαζί στην Αθήνα ο Σιδηρόπουλος, τον πήραν μπουζούκι κι αυτός έδωσε στη Ρίτα τα τραγούδια.

Α, μάλιστα, σας εκδικήθηκε μ’ ένα τρόπο!

Ναι, τι να σε πω…Κάποια στιγμή είπα σε δεύτερη εκτέλεση ένα τραγούδι της Ρίτας, το «Κάθε ηλιοβασίλεμα».

Αυτό ήταν φανταστικό λαϊκό τραγούδι.

Έρχεται η Ρίτα ένα βράδυ και μου λέει: «Πιτσιρίκα, βγες λίγο έξω». Πάμε στο αυτοκίνητο, βάζει την κασέτα κι ακούω από μένα το «Κάθε ηλιοβασίλεμα». «Κυρία Ρίτα» της λέω, «τιμής ένεκεν το είπα». Και μου απαντάει: «Τι κάνεις, μωρή, δικαιολογείσαι; Ξέρεις γιατί το έβαλα; Γιατί το ξέσκισες! Προτιμώ να τ’ ακούω από σένα». Την ευχαρίστησα πολύ! Ε, για να στο λέει αυτό η Ρίτα…Μεγάλη τραγουδίστρια, αλλά ήταν λίγο ξερή. Είχε βέβαια τη δικιά της προσωπικότητα και ήταν γενναιόδωρος άνθρωπος.

Τελικά στο χώρο αυτό υπερτερούν οι μεγαλόψυχες ή οι μικρόψυχες συμπεριφορές;

Οι μεγαλόψυχες! Έτσι νομίζω. Είναι ωραίο πράγμα να σε τραγουδάνε σε δεύτερη εκτέλεση και να τους επιβραβεύεις, όχι σαν τη Μαρινέλλα που με πρόσβαλλε. Όσο πιο πολύ σε τραγουδάνε οι άλλοι, τόσο πιο πολλά σουξέ κάνεις.

Η δεκαετία του 1980 ήταν η χρυσή περίοδος του τραγουδιού της πίστας;

Ναι, ναι. Την προηγούμενη δεκαετία κυριαρχούσαν ο Θεοδωράκης κι όλοι αυτοί. Εγώ δεν μπορούσα να πω πολιτικό τραγούδι. Κι ο Στράτος ήταν κατά του πολιτικού τραγουδιού. Εντάξει, ο Θεοδωράκης δεν ήταν τυχαίος, μεγάλος ήτανε, όπως κι ο Ρίτσος ήτανε μεγάλος!  Έχει να κάνει, όμως, με το πως ξεκινάς, τι σου αρέσει και μένα μ’ άρεζε το λαϊκό γιατί έβγαζε πόνο ψυχής. Ο Θεοδωράκης τι να έλεγε δηλαδή;

Ε, πώς, έλεγε «Βρέχει στη φτωχογειτονιά».

(το τραγουδάει) Αυτό το έλεγε ο Μπιθικώτσης. Ο γιος του Μπιθικώτση μ’ άρεζε πιο πολύ. Όχι ότι δεν ήταν καλός ο Γρηγόρης, προς Θεού. Εγώ πήγαινα και απ’ το σπίτι του στο Μενίδι, μ’ αγαπούσε πάρα πολύ. Τραγουδούσε τότε σ’ ένα απ’ τα καλύτερα μαγαζιά στο Ελληνικό, στη Γλυφάδα. Ο γιος του, όμως, ήταν πιο γλυκός στα αυτιά μου. Ο Γρηγόρης ήταν δυνατός και ξερός τραγουδιστής.

Ισχύει ότι το ΠΑΣΟΚ έδωσε μεγάλη ώθηση στο τραγούδι της πίστας;

Ο Ανδρέας είχε μούρλα με το λαϊκό. Όταν τελευταία δεν ήταν καλά η Ρίτα, πήγα εγώ και του τραγούδησα. Απ’ τη Ρίτα ήθελε το «Αυτός ο άνθρωπος αυτός» κι από μένα το «Σαν πεθάνω στο καράβι». Του τα’πα και τα δυο και τα χόρεψε. Ήταν μ’ αυτή την ηλίθια τότε, τη Λιάνη. Και μια και αναφέραμε τον Ανδρέα, δώσε μου λίγο την τσάντα μου από κει να σε δείξω κάτι για να μάθεις (ανοίγει την τσάντα της και βγάζει ένα μπρελόκ με την εικόνα του Ανδρέα Παπανδρέου). Τον αγαπούσα τον Ανδρέα! Μέχρι τον Ανδρέα, μετά δεν υπάρχει κανένας άλλος. Το «Τσοβόλα, όλα δώσ’ τα», ο Ανδρέας δεν το είπε; Θυμάμαι και τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο, που μας αγαπούσε πολύ εμάς τους λαϊκούς τραγουδιστές. Η κουφάλα ήταν ο άλλος, ο Μένιος Κουτσόγιωργας. Του έριξα κάτι μπινελίκια μια φορά!

Για ποιο λόγο;

Μέναμε δίπλα στην Κηφισιά. Μου έκλεψαν το σκυλί μου και το άφησαν δεμένο κάτω απ’ το σπίτι του. Το έψαχνα. Βρίσκω ένα μπάτσο κάτω απ’ το σπίτι του και μου λέει ότι το έδεσαν, γιατί το φοβήθηκαν. Πάω και λύνω τον Ρόμελ, πηδάει, μπαίνει στο αμάξι μου, αλλά βγαίνει από πάνω ο Κουτσόγιωργας και μου κάνει: «Κυρία μου, ξέρετε που βρίσκεστε; Στο σπίτι του υπουργού»! Του κάνω κι εγώ: «Χέστηκα! Ήρθα να πάρω το σκυλί μου». Του πετάω κι ένα «Άι σιχτίρ» και φεύγω. Μετά, είχα μάθει ότι τα παιδάκια κακοπερνούσαν στο Γεντί Κουλέ και ήθελα να τραγουδήσω γι’ αυτά. Σκεφτόμουν ότι ήταν υπουργός Δικαιοσύνης ο Κουτσόγιωργας και δεν θα μου έδινε άδεια. Πάω στο Μακεδονίας – Θράκης, που ήταν ο Παπαθεμελής και του λέω:

-          Σας παρακαλώ, θέλω να δώσω μια συναυλία στο Γεντί Κουλέ.

-          Γιατί δεν την κάνεις στην πλατεία Αριστοτέλους;

-          Γιατί αυτοί που θα έρθουν εκεί, μπορούν να έρθουν και στο μαγαζί που τραγουδάω. Εγώ θέλω να δώσω λίγη αγάπη σ’ ένα σύστημα που δεν υπάρχει.

-          Καλά, παιδί μου.

Σε πέντε μέρες έβγαλε άδεια και πήγα. Κάθομαι απ’ έξω με την ορχήστρα μου και όταν μπαίνουμε μέσα μαζί με τον Μελά, που τον είχα πάρει μαζί μου, να σου κι ο Παπαθεμελής. Όταν τελειώσαμε και βγήκαμε πάλι έξω, είδα μια πλάκα που είχε πάνω ένα λιοντάρι ζωγραφισμένο με το χέρι. Μέσα, όμως, στο ίδρυμα υπήρχε άλλη πλάκα με ζωγραφισμένο ένα αρνί απάνω. Πιάνω τον διευθυντή, που τον λέγανε Καρρά: «Δε μου λέτε, κύριε διευθυντά, έξω έχετε ένα λιοντάρι και μέσα αρνί. Τι εννοείτε, πώς εδώ μέσα μπαίνουν λιοντάρια και βγαίνουν αρνιά;» Πάω μετά στο ταμείο και τον ρωτάω: «Πόσοι είναι εδώ μέσα με μικροποινές και χρέη;» Μου λέει πως τα χρέη ολωνών ήταν τριάμισι εκατομμύρια, πολλά λεφτά. Έπαιρνες ένα σπίτι 100 τετραγωνικά. Τα έδωσα εγώ τα λεφτά και έβγαλα έξω 240 άτομα. Μετά απ’ αυτό ο Παπαθεμελής κατήργησε τις φυλακές του Γεντί Κουλέ.

Κάνατε ένα μεγάλο καλό, μου λέτε.

Ε, βέβαια.  Έκανα πολλά τέτοια.

Στο ταξίδι της ζωής σας, εσείς ήσασταν περισσότερο λιοντάρι και λιγότερο αρνί;

Όχι, αφού είμαι κριάρι στο ζώδιο, πως θα’ μουν αρνί; (γελάει) Όλο κέρατα, κριάρι με ωροσκόπο Αιγόκερω. Μην συζητάς!

Στο σπίτι σας θα δει κανείς παλιά πορτρέτα σας και χρυσούς δίσκους;

Έχω, ναι, έναν χρυσό δίσκο μόνο και φωτογραφίες από συναυλίες στο Παλαί Ντε Σπορ και αλλού.

Και κάθε φορά που τις βλέπετε, πως νιώθετε;

Λέω «Τι καλά να ήμουν τότε», αλλά με τα σημερινά μυαλά! Θα’χα αγοράσει τη μισή Θεσσαλονίκη και δεν θα παντρευόμουν!

Γιατί; Αφού περάσατε καλά με τον άνδρα σας.

Μου έκανε μεγάλη οικονομική ζημιά. Σας είπα, έδινε λεφτά χωρίς αποδείξεις. Δεν ήταν σπάταλος, αλλά ανοιχτοχέρης. Την εποχή του 4%, είχε ένα ποτό στο μαγαζί και το χρέωνε 30%. Έτσι χάσαμε ένα σπίτι εκατό τόσα τετραγωνικά! Τον σκότωνες για δεν τον σκότωνες; Αλλά να πάω και φυλακή γι’ αυτόν το βλάκα;

Τα λέτε χύμα και μ’ αρέσει. Είστε μελαγχολικός άνθρωπος;

Όχι. Έχω πολλά φιλαράκια και βγάζω γούστα. Χθες με ειδοποίησε ένα φιλαράκι που είχε εκεί τον μπουζουξή μου. Πήγα κι έγινε ένα πανηγύρι! Χίλια ευρώ, να καταλάβεις, έβγαλα απ’ τη χαρτούρα, μέσα σ’ ένα βράδυ. Τι σ’ ένα βράδυ; Σε τέσσερις ώρες! Εντάξει, έδωσα τα μισά στον μπουζουξή, αλλά αυτό το μπουζούκι παίζει τεράστιο ρεπερτόριο.

Το να δίνεις, όμως, 500 ευρώ μεροκάματο στον μουσικό, είναι κάτι τρομερό τη σήμερον ημέρα. Φροντίζατε πάντα να πληρώνονται οι μουσικοί σας;

Πάντα, πάντα! Έδινα τα μεγαλύτερα μεροκάματα που μπορούσαν να δώσουν τα μαγαζιά. Όταν πήρα τον Γιώργο Ξανθιώτη, θυμάμαι, καλή του ώρα, ωραίος διασκεδαστής άσχετα αν είναι Τούρκος, έπαιρνε δέκα χιλιάρικα απ’ το προηγούμενο μαγαζί και μαζί μου έπαιρνε τριάντα χιλιάρικα. Ήθελα να τον αξιοποιήσω. Είχαμε μαζί και τον αδερφό του στο κλαρίνο και το βιολί. Εμένα μ’ άρεσε πολύ ο μπουζουξής ο Βίζας, που έπαιζε με τον Γαβαλά. Και με τον Γαβαλά είχαμε τραγουδήσει.

Περίεργος άνθρωπος λέγεται ότι ήταν αυτός.

Υπέροχος ήτανε, πολύ καλός! Ο κύριος Παναγιώτης απλά δεν δεχόταν τη μετριότητα. Εγώ, ας πούμε, μπορεί να έλεγα Πόλυ και Ρίτα, αλλά είχα δικό μου χρώμα. Μια φορά είχε πάει ο Πανταζής να τραγουδήσει κάπου, που θα ήταν ο Γαβαλάς, και ο Γαβαλάς δεν δέχτηκε, είπε να τον διώξουν. Δεν του άρεσε! Ήρθε κι από δω μια μέρα ο Πανταζής και μου έφερε κάτι τραγουδάκια. Τα άκουσα όλα και ξεχώρισα ένα, το «Καλωσόρισες ε;» Τον συμβούλεψα να το πει αυτός, γιατί τα άλλα θέλανε μαγκιά, που δεν την είχε.

Η μαγκιά είναι προσόν στο λαϊκό τραγούδι;

Εε, βέβαια! Όχι χαζομαγκιά, όμως. Η μαγκιά είναι να’σαι καθαρός, ευθύς, να μην κάνεις πουστιές και να σέβεσαι τον κόσμο για να σε σεβαστούν κι οι άλλοι. Γενικά, όχι μόνο στο τραγούδι.

Μέσα στις χιλιάδες φορές, υπάρχει μια στιγμή στο πάλκο που θα θυμάστε για πάντα;

Συνέβησαν τόσα πολλά, που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις κάτι. Αυτό που μου έμεινε ήταν μ’ εκείνο το βλάκα στην Αθήνα, στο «Χρυσό Βαρέλι», με τον εφοπλιστή. Με πρόσβαλλε, όχι φυσικά ο εφοπλιστής που με σεβάστηκε, αλλά αυτός ο βλάκας που είχε γυναίκα τραγουδίστρια και πεθερό τραγουδιστή. Πρόσβαλλε όλη τη Θεσσαλονίκη κι ήταν κι απ’ τα Τρίκαλα κιόλας. Να’ ταν και Αθηναίος…(γέλια) Μπορεί και να μη ζει. Άντε, λέω και τ’ όνομα του. Χάρμα τον λέγανε.

Τον Τόλη Χάρμα εννοείτε;

Ναι, ο Τόλης Χάρμας και η Νανά η Χάρμα, η γυναίκα του. Η Νανά τότε δεν ήταν καλά, είχε κάνει και μια λέσχη απέναντι απ’ τον «Διογένη» στη Συγγρού. Αυτή του είπε «Πάρε τη Μαριάνθη στο μαγαζί». Έτσι πήγα.

Η φωνή σας πιστεύετε ότι μεταφέρει τη Θεσσαλονίκη;

Βέβαια. Οι περισσότεροι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι από τη βόρεια Ελλάδα. Και ο Στέλιος ακόμα απ’ το Κιλκίς ξεκίνησε. Κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη και πούλαγε διάφορα πράγματα για να βοηθήσει τη μαμά του, τη μόνη που φοβότανε. Την έτρεμε. Κι ο Στάθης, ο αδερφός του, καλό παιδί, δε μπορώ να πω, αλλά δεν ήταν σαν τον Στέλιο. Είχε έρθει μια φορά στη Θεσσαλονίκη και έβαλε ρεκλάμα «Σ. Καζαντζίδης». Πήγε ο Στέλιος και του είπε «Θα βάλεις ‘’Στάθης’’, ολόκληρο. Άσ’ το το ‘’Καζαντζίδης’’, δεν με πειράζει». Βλέπω ακόμη ένα φιλαράκι, που’ ναι πρώτος ξάδερφος του Στέλιου, και οργανώσαμε μια βραδιά για τον Στέλιο στον Άγιο Κωνσταντίνο. Πανικός έγινε! Τι να σου λέω, με όλους τραγούδησα, με τον Περπινιάδη, που ήταν μεγάλος αμανετζής. Πες μου κι άλλους…

Με τον Γιώργο Μητσάκη, ας πούμε;

Τον άκουγα τον Μητσάκη στην Αθήνα, πήγαινα και τον έβλεπα. Ήταν πιο εξευγενισμένος, πως να το πω, ήτανε λίγο γκέι. Δεν είχε πρόβλημα, δεν το έκρυβε, αλλά ήταν κύριος. Δεν ήταν κραγμένος, ήταν πολύ αξιοπρεπής. Τέλος πάντων, εμένα όποιος μ’ άκουγε, καταλάβαινε πως είμαι Θεσσαλονικιά. Τι θα ήμουν; Μία είναι η Θεσσαλονίκη, που έχει βουνό και θάλασσα. Όποτε περνάω τον περιφερειακό εδώ παραπέρα, κάνω το σταυρό μου. Την αγαπάω πολύ την πατρίδα μου, δεν ξέρω…Στην Αθήνα για να πήγαινα απ’ την Κηφισιά, που έμενα, μέχρι τη Γλυφάδα για κάνα μπάνιο, μ’ έφευγε η ψυχή. Εκατό χιλιόμετρα ήτανε. Και τη Μπέλλου γνώρισα. Ωραίος μάγκας ήταν αυτή. Μου λέει μια μέρα:

-          Αχ, εσένα έπρεπε να σε γνωρίσω και να μην είσαι κόρη του Κεφάλα.

-          Τι εννοείς;

-          - Έλα, ρε, δε σε πρόσβαλλα, κομπλιμέντο σου έκανα.

Εγώ νόμιζα ότι μου την έπεφτε, αλλά όχι, μ’ αγαπούσε και με σεβόταν και πηγαίναμε και τα πίναμε. Την έφαγε το μπαρμπούτι.

Υπήρξε κάποιος καλλιτέχνης που να τον αγαπήσατε πραγματικά; Δεν το εννοώ ερωτικά.

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, δεν υπήρχε καλύτερο παιδί! Σεβόταν πολύ τους καλούς καλλιτέχνες. Θυμάμαι ένα περιστατικό: Είχε έρθει εδώ με τη μαμά του και ήμασταν στο Φιλίππειο. Μαζί του ήταν η τραγουδίστρια η Κωνσταντίνα. Λέει «No» σε μια φάση και πετάγεται η μάνα του: «Πανάθεμα σε, γιούφτο. Ελληνικά δεν ξέρεις να μιλάς; Μου θες και εγγλέζικα»! Κάναμε κάτι γέλια. Όταν ο Μανώλης ήταν στην «Αθηναία», εγώ ήμουν δίπλα στο «Φαληρικό». Μόλις τελείωνα το πρώτο πρόγραμμα, πεταγόμουν κι άκουγα τον Μανώλη. Μετά καθόμασταν μαζί σε μια καφετέρια κι άρχιζε να τραγουδάει με το μπουζούκι του. Με άρπαζε μετά και με πήγαινε στην Αγιά Βαρβάρα. Ήμασταν κολλητοί φίλοι. Και τη Μαυράκη έβλεπα τακτικά, που την αγαπούσε ο Καζαντζίδης, όπως λέγαμε πριν. Δούλεψε πολύ αυτή η γυναίκα για τα παιδιά της. Σημασία δεν της δώσανε όταν μεγάλωσε. Πήγε στο χωριό ή γυναίκα και δεν είχε να φάει, της έδιναν οι γείτονες ένα πιάτο φαΐ. Ναι, όπως στα λέω! Πολύ ωραία τραγουδίστρια, με υπέροχα γυρίσματα. Εμένα, όταν μ’ έβλεπε, μ’ ανέβαζε στην πίστα. Της άρεσε να χορεύουμε μαζί τσιφτετέλι, γιατί εγώ το χορεύω γύφτικα το τσιφτετέλι, απ’ τον αδερφό της γιαγιάς μου, που’χε πάρει γύφτισσα. Ήτανε πολύ καλός άνθρωπος η Φωτεινή Μαυράκη και αγαπούσε πολύ τα νέα παιδιά, τις καλές φωνές.

Σας προβληματίζει αυτό το άδοξο τέλος πολλών συναδέλφων σας;

Βέβαια με προβληματίζει.

Ο καθένας στρώνει τη ζωή του;

Κοίταξε, είναι και θέμα τύχης. Δεν μπορείς να τα ελέγχεις όλα. Κανείς δεν ξέρει πως θα καταλήξει. Εμένα, ας πούμε, αν δεν ήταν τόσο επιπόλαιος ο άνδρας μου…Βγάλαμε πολλά λεφτά απ’ τα μαγαζιά. Αλλά…

Αν κατάλαβα, πάντως, δεν είστε πλούσια αυτή τη στιγμή, αλλά ούτε και φτωχή.

Μέση κατάσταση, έχω ένα μικρό σπιτάκι. Απλά η μοναξιά με πειράζει. Έχασα τώρα και τον μεγάλο μου αδερφό…

Μοναξιά ακούω, αλλά χθες βράδυ πήγατε και τραγουδήσατε, όπως εσείς μου είπατε.

Φίλους έχω, με καλούν συνέχεια, αλλά δεν πάω παντού. Πάω μόνο στα καλά παιδιά. Όταν γυρνάω στο σπίτι, με πιάνει η μοναξιά. Ευτυχώς παίζω κάτι παιχνιδάκια, βλέπω λίγο τηλεόραση, τον «Τροχό της τύχης», όλα τα βρίσκω. Διάβαζα στη ζωή μου, ξέρεις. Τα πάντα διάβαζα. Μ’ άρεζε «Η Παναγία των Παρισίων»! Με θυμάμαι μικρή στα πάρτι που κάναμε, να είναι της μόδας το σέικ. Άκουγα τους Beatles, όπως και τους δικούς μας από δω, τους Olympians. Μεγάλος τραγουδιστής ο Πασχάλης! Μεγαλωμένη μες τα μπουζούκια ήμουν, ροκ και τζαζ, πώς τα λένε, να άκουγα;

Για τον Διονύση Σαββόπουλο, που είναι Θεσσαλονικιός, τι άποψη έχετε;

Καλός είναι, είχε ένα δικό του ύφος. Κοίτα, αν δεν έχεις κάποια ιδιαιτερότητα σαν καλλιτέχνης, δεν μπορείς να γίνεις τίποτα.

Πως νιώσατε όταν πιάσατε το πρώτο δισκάκι με τη φωνή σας;

Αα, μην συζητάς! Είχα πει κι ένα δύσκολο τραγούδι, ένα σαμπάχ του μπαμπά μου. Όταν το άκουσε η Πόλυ Πάνου, έπαθε πλάκα. Πάντως, επειδή λέγαμε πριν για την Αθήνα, και σήμερα θέλουν κάποιοι να με κατεβάσουν να ξανατραγουδήσω. Δεν ξέρω, δεν βαριέμαι, αλλά έχω αυτούς τους πόνους στο σώμα πια. Έχει αρχίσει και πονάει το σώμα.

Να το θεραπεύσετε, άμα θέλετε να τραγουδήσετε πάλι κάπου μακριά απ’ τα μέρη σας.

Μα να το ξανανοίξω πάλι; Έκανα εγχείρηση στα γόνατα και δεν πέτυχε. Μπορώ να κάτσω βέβαια και να τραγουδάω για 50 λεπτά και μια ώρα. Μόνο τότε δεν πονάω. Ξεχνιέμαι με το τραγούδι. Το «Χαστούκι», η πρώτη μεγάλη επιτυχία μου, ήταν του Αντώνη Ρεπάνη τραγούδι. Αυτός το είχε πει μαζί με τη Γκρέυ. Δεν πέτυχε, εγώ το έκανα επιτυχία, όπως το’ μαθα να το παίζει ο μπαμπάς μου. Πόσοι άνθρωποι πέρασαν απ’ τη ζωή μου τώρα που τα σκέφτομαι…Με πιάνει μεγάλη νοσταλγία. Η μοναξιά φουντώνει όταν σκέφτομαι ότι δεν είναι εδώ πια. Χώρια που εγώ από πιτσιρίκα έκανα παρέα με μεγαλύτερους ανθρώπους, όχι με της ηλικίας μου. Ήθελα να μαθαίνω, να παίρνω πράγματα.

Κι η νύχτα πια δεν είναι ίδια, όπως λένε πολλοί.

Κοίταξε, οι παλιοί ήταν διαφορετικοί. Κακά τα ψέματα, η νεολαία μας μεγαλώνει διαφορετικά. Εμείς δουλεύαμε από 12 χρονών στα εργοστάσια. Εγώ έκανα νοσηλεύτρια σε γηροκομείο και κοιμόμουν σε νευρολογική κλινική. Οι ιδιωτικές εταιρείες τους πλάκωναν στα χάπια για να τους έχουν μόνιμους. Εγώ τους έλεγα «φτύσ’ τα», είχα γίνει και λίγο γιατρός, μέχρι που μ’ έπιασε ένας και άρχισε τις ανακρίσεις. «Ποιος δεν παίρνει τα χάπια του;» με ρώτησε. «Που να ξέρω εγώ;» τον απάντησα. Με εκφόβισε πως θα του κάνει ηλεκτροσόκ και θα’ μουν κι εγώ μέσα, να βλέπω, για τιμωρία. Αγρίεψα, του λέω «Όχι, δεν θα μπω εγώ μέσα, γιατί είμαι ανήλικη και θα σε καταγγείλω». Το ηλεκτροσόκ έγινε σ’ ένα παιδί που είχε κουραστεί ψυχολογικά απ’ τα μαθήματα και το έβαλαν μέσα για κάνα μήνα. Το δέσανε μετά το ηλεκτροσόκ κι όταν το πήγαν το παιδί στο δωμάτιο, πήγα και το βρήκα. «Κι εσύ στο κόλπο;» με ρωτάει. «Άντε, βρε, μαλάκα» του κάνω, «δώσε μου το τηλέφωνο του μπαμπά σου». Το έγραψα το τηλέφωνο πάω σε μία κοτρόνα, πετάχτηκα στο περίπτερο και τηλεφώνησα. «Αν θες να δεις το παιδί σου με οικογένεια, συνέβη αυτό κι αυτό, έλα και πάρ’ το» είπα του πατέρα του. Το απόγευμα ήρθε και το πήρε. Μετά φοβήθηκα μη μου κάνουν εμένα ηλεκτροσόκ και έφυγα. Τότε, όμως, γνώρισα και τον Καμπουρέλλο. Μπουζούκαρος! «Τι φωνή ειν’ αυτή, παιδί μου;» μου είπε, «πρέπει να σε κάνουμε τραγουδίστρια. Ο μπαμπάς μου είναι φίλος σου». Έτσι πρωτοανέβηκα παιδούλα στο πάλκο.

Είχατε πείσμα απ’ ότι συμπεραίνω.

Ναι, το κυνηγούσα. Τη σκηνοθετούσα τη ζωή μου. Ήθελα να καλυτερεύσει η ζωή μας. Ο μπαμπάς μου μας άφησε, πήρε άλλη κι η μαμά μου, μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα, ξενόπλενε και αναγκάστηκε να βάλει εμένα και την αδερφή μου σ’ ένα ορφανοτροφείο. Έφυγε μετανάστρια στη Γερμανία. Στο ορφανοτροφείο έμαθα μαντολίνο, το μοναδικό καλό που πήρα από κει. Ήμουν και της Εκκλησίας, με είχαν στα εξαπτέρυγα. Έψελνα και στη χορωδία.

Σας συναντώ λίγο προ των εθνικών εκλογών. Πως τα βλέπετε τα πράγματα;

Αδερφέ, πολύ μπερδεμένα πράγματα…Άλλα υπόσχονται μέχρι να βγουν κι όταν βγουν, άλλα κάνουν.  Δεν έχω ιδέα, δεν ασχολούμαι, δεν ψηφίζω. Και ξέρεις γιατί δεν ψηφίζω; Για να μην έχω τύψεις μετά. Μέχρι τον Ανδρέα ψήφιζα, μετά γιοκ! Στις δημοτικές μόνο ψηφίζω.

Πως περνάει σήμερα ο χρόνος σας;

Πως να περνάει; Έρχομαι εδώ, πίνω κάνα καφεδάκι, κάνα ουζάκι. Το βράδυ πίνω κάνα ουισκάκι, βλέπω λίγο κόσμο και μετά πάω σπίτι και νάνι. Πιστεύω πως είμαι ευλογημένη για όσα έζησα. Όλη μου τη ζωή μ’ έναν άνδρα την πέρασα. Είχα μια σχέση για οχτώ χρόνια πριν παντρευτώ μ’ έναν συνάδελφο, που συχωρέθηκε, τον Αρίστο τον Βάσιο. Καζαντζιδικός κι αυτός, αλλά αλκοολικός. Στα τελευταία του πήγε με μία, που ήταν κουτσή, και δεν την είδε απ’ τη σούρα του. Του λέω «Είπαμε, ρε πούστη μου, αλλά όχι να μου την κάνεις και με κουτσή». Έτσι τελειώσαμε και γνώρισα τον άνδρα μου που με πήρε στα βαπόρια για να ξεχαστώ απ’ την προηγούμενη σχέση.

Άρα δεν ήσασταν αρχικά ερωτευμένη με τον σύζυγο σας.

Όχι. Ήταν εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι οι δυο τους. Και οι δυο τους μ’ αγάπησαν, αλλά τον άλλον τον έφαγε η σούρα του. Εγώ έπινα πολύ για είκοσι χρόνια, παλιά, αλλά το έκοψα με τον άνδρα μου. Άμα δεν το έκοβα, θα είχα ψοφήσει τώρα. Τα χασίσια ποτέ δεν μ’ ενδιέφεραν. Ο μπαμπάς μου «έπινε» και μου φυσούσε που και που μες το στόμα, αλλά δεν κόλλησα, δεν μ’ ενδιέφεραν ποτέ.

Κάνετε κάτι για να διατηρείτε τη φωνή σας;

Όχι, μωρέ, τίποτα δεν κάνω, μια χαρά είναι. Μου λένε όλοι πως γίνεται να μην έχει αλλάξει καθόλου η φωνή σου! Τραγουδάω λίγο και μόνη μου στο σπίτι. Παλιά, όταν ζούσε ο άντρας μου και πήγαινε εφτά – οχτώ η ώρα, μου έλεγε: «Άντε, ετοιμάσου, πήγαινε να σε θαυμάσουν κι απόψε». Ένα βράδυ σπάσανε τόσα πιάτα που δεν είχα που να σταθώ. Καθόμουν οκλαδόν πάνω στα πιάτα και τραγουδούσα. Έλεγα καψούρικα τραγούδια εγώ. Δεν τη βίωνα, αλλά την τραγουδούσα, έμπαινα πάντα στον στίχο με τα μπούνια. Δεν ήταν ανάγκη να’ναι δικό μου το θέμα, δεν τραγουδούσα για πάρτη μου, αλλά για τον κόσμο. Τους κέρδιζα όλους.

Το τραγούδι το είχατε εδώ, εδώ ή εδώ; (Της δείχνω αντίστοιχα το στήθος, το λαιμό και τα χείλη)

Το είχα πιο πολύ στην ψυχή μου. Και μετά ανέβαινε στο λαιμό. Με θυμάμαι να τραγουδάω «Της βαρυχειμωνιάς το δείλι» και να συγκλονίζομαι, να ανατριχιάζω (απαγγέλει τους στίχους). Ηλίας Φιλίππου! Είναι τραγουδάρα!

Κυρία Κεφάλα, τελειώσαμε. Έμαθα όλα όσα ήθελα να μάθω για σας και σας ευχαριστώ.

Εγώ σ’ ευχαριστώ. Σου είπα όλη μου τη ζωή. Έχω πάει 70 ετών πια. Δεν ξέρω για πόσο θα υπάρχω ακόμα, μόνο ο Θεός το ξέρει. Να έχω υγεία θέλω και να μπορώ να τραγουδάω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Δόξα τω θεώ, ευτυχισμένη είμαι. Εισέπραξα αγάπη απ’ τον κόσμο, πάρα πολλή αγάπη, κι ακόμη εισπράττω.

* Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης με την Μαριάνθη Κεφάλα δημοσιεύθηκε στο τεύχος 16 του free press OLAFAQ και στο site olafaq.gr 

Τετάρτη 17 Μαΐου 2023

we_live_in_a_political_world

Διαβάζετε τις προεκλογικές συνεντεύξεις μου στο OLAFAQ.gr με τους:

Φωτογραφία: Κωστής Λιερός

Σία Αναγνωστοπούλου (ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ)

https://olafaq.gr/people/interviews/sia-anagnostopoulou/

Φωτογραφία: Bosko

Δημήτρη Ζερβουδάκη (ΜέΡΑ 25)

https://olafaq.gr/people/interviews/dimitris-zervoudakis/

Φωτογραφία: Αγγελική Παπαϊωάννου

Γιώργο Πάντζα (ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ)

https://olafaq.gr/people/interviews/giorgos-pantzas/

Διάνα Βουτυράκου (ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ)

https://olafaq.gr/people/interviews/diana-voytyrakoy/

Νάντια Γιαννακοπούλου (ΠΑΣΟΚ)

https://olafaq.gr/people/interviews/nantia-giannakopoyloy-o-istorikos-antipalos-toy-pasok-einai-i-n%E2%88%86-kai-o-yparxiakos-toy-antipalos-o-syriza/


Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

Home time - Night falls (μας φάγανε οι αγγλικούρες)

Ξέχασα τον φορτιστή του κινητού στο γραφείο και για να μη μείνω από μπαταρία μέχρι αύριο το πρωί που θα πάω στον Γερμανό ν' αγοράσω ένα δεύτερο φορτιστή (τον έχω ανάγκη ούτως ή άλλως, καθώς βαριέμαι τα βάλε - βγάλε απ' τις πρίζες των δωματίων του σπιτιού), πήρα το laptop στο υπνοδωμάτιο και γυρνάω τώρα στο διαδίκτυο, πράγμα που σημαίνει πως δεν θα κοιμηθώ στ' άλλο δωμάτιο, με την τηλεόραση on και το YouTube να παίζει classic rock ballads, διότι είμαι πτώμα απ' την αϋπνία και σκοπεύω να σαπίσω στον ύπνο, δεδομένου και του ότι ξενύχτησα χθες να βλέπω τις φρικαλεότητες του Dahmer στο Netflix, αλλά τουλάχιστον μου έδωσε αφορμή για να γράψω κι ένα άρθρο στο olafaq που δημοσιεύθηκε το πρωί μαζί με τη συνέντευξη που μου έδωσε η Τατιάνα Ζωγράφου για το Docville του Documento και που αυτή δημοσιεύθηκε το απόγευμα στο site της εφημερίδας. Εδώ διαβάζετε και τα δύο κομμάτια: 

https://olafaq.gr/culture/tv/dahmer-h-kathilotiki-seira-gia-ton-kanivalo-toy-milgoyoki

https://www.documentonews.gr/article/tatiana-zografoy-otan-arxizei-i-mayrila-sta-sxoleia-erxetai-kai-to-telos-tis-dimokratias

Αύριο Τρίτη, νά'μαστε καλά, έχω κλεισμένη συνέντευξη για το κυριακάτικο Documento, ενώ την Τετάρτη ο Λάλας θέλει να κάνουμε μαζί δύο συνεντεύξεις με δύο αντίστοιχες σημαντικές ξένες προσωπικότητες που βρίσκονται στην Αθήνα. «Δεν τους κάνεις μόνος σου καλύτερα;» τον ρώτησα και το εννοούσα, αλλά αυτός μου απάντησε με τη γενναιοδωρία του και με τη μόνιμα ιλαρή του διάθεση: «Πρώτον, θέλω να καθιερωθείς στις συνεντεύξεις με ξένους κι έπειτα εγώ μεγάλωσα πια, δεν έχω την παλιά όρεξη». Μού'ρθε να του πω ότι λέει χαζομάρες, διότι η σημερινή μέρα μου ξεκίνησε με μία έξοχη συνέντευξη που του έδωσε η Χάρις Αλεξίου, την οποία διάβαζα και δεν ήθελα να τελειώσει. Θα τη διαβάσετε κι εσείς στο επερχόμενο έβδομο τεύχος του FAQ mag. Το ένα πρόσωπο που θα δούμε την Τετάρτη, πάντως, έχοντας μαζί μας μεταφραστή και φωτογράφο, δεν προέρχεται από τον καλλιτεχνικό χώρο και βραβεύτηκε πρόσφατα με το ύπατο διεθνές βραβείο στον τομέα του. Μάλλον αυτός ήταν και ο λόγος που είπα του Θανάση να την κάνει μόνος του τη συνέντευξη, διότι εγώ δεν τον «έχω» τον τύπο και όχι ότι δεν θα έκανα καλή συζήτηση μαζί του, απλά πρέπει αύριο, πριν αναχωρήσω για την άλλη συνέντευξη, να κάτσω και να τον μελετήσω. 

Για την ώρα, κούραση, ένα ζεστό τσάι που μου έφερε από την Αίγυπτο ο καλός φίλος στιχουργός Χ. Γ. Παπαδόπουλος, τσιγάρα, τσάρκα στο internet και οι γάτες που σε λίγο θα έρθουν να πάρουν τις θέσεις τους δίπλα μου. 

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

Η ονειρική επίσκεψη της «θείας» Χρυσούλας

 

Έβλεπα χθες βράδυ τα «Νούμερα» του Φοίβου Δεληβοριά στην ΕΡΤ και στην ένθετη ομιλία του Μητσοτάκη από το Κογκρέσο, σηκώθηκα, πετάχτηκα έξω και πήρα έναν καφέ διπλό, ζεστό, αμερικάνο. Ήπια τον μισό, καθώς μετά τη συνέντευξη της Φόνσου, αποκοιμήθηκα. Ο Ζέπος έκανε το ίδιο στον λαιμό μου και η Φλέρυ στα πόδια μου, έτσι που τους αρέσει να χώνονται μες το κουβερτάκι που έβγαλα απ' τη ντουλάπα. Είδα ένα μάλλον δραματικό όνειρο...Βρισκόμουν ξαφνικά στο Βόλο, στο σπίτι της «θείας» Χρυσούλας και, συγκεκριμένα, στο δωμάτιο που είχε μια μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση - μπαουλάκι, στην οποία, όποτε πηγαίναμε οικογενειακώς κάθε Πάσχα, βλέπαμε τον «Ιησού από τη Ναζαρέτ» του Τζεφιρέλι (δεκαετία του 1980) ή κάνα b-movie τρόμου (δεν θα ξεχάσω που ένα βράδυ είχε αναγγελθεί το «Mark of the Vampire» με τον Μπέλα Λουγκόζι και τελικά προβλήθηκε το «The Vampire» του Πολ Λάντρες). Ξανάδα πάνω στα φτωχικά επιπλάκια της Χρυσούλας παλιές φωτογραφίες της, από τη δεκαετία του 1960, με εκείνην νέα σε διακοπές με τον μακαρίτη σύζυγο της στη Βουλγαρία. Έξω άκουγα τον πατέρα μου να γελάει δυνατά, καθώς προετοίμαζαν το ψήσιμο του αρνιού. Η μάνα μου δεν υπήρχε πουθενά, αφού κι εκείνη έξω θα ήταν. Είδα, όμως, το ντιβάνι που μας κοίμιζε μικρά σαν ήμασταν και μας έπαιζε ως καλή μάνα που ήταν. Σε κάποια φάση μπήκε η Χρυσούλα στο δωμάτιο και μου είπε: «Τι κοιτάς; Κανείς δεν μένει πια εδώ». Ξαφνιάστηκα, γιατί δεν ήταν κουβέντα αυτή να την πει σ' ένα μικρό παιδί όπως ήμουν εγώ στ' όνειρο. Έπειτα μου χαμογέλασε. Ξαφνικά το δωμάτιο όλο άλλαξε. Σκοτείνιασε και στο ντιβάνι που μας κοίμιζε η μάνα μου, υπήρχε ένα άγνωστο αντρόγυνο με τα μικρά παιδιά τους, στριμωγμένοι. Εγώ δεν ήμουν πια παιδί, αλλά τωρινός παρατηρητής της νέας κατάστασης. Με έπιασε μια απερίγραπτη θλίψη. Βγήκα έξω και δεν βρήκα κανέναν, ούτε τους δικούς μου, ούτε τη Χρυσούλα. Μια απέραντη ερημιά. Με ξύπνησαν τα γατιά για φαΐ τη συνηθισμένη ώρα, στις 7.30 το πρωί. Ήταν απ' τις λίγες φορές που δεν με εκνεύρισαν, αφού μ' έβγαλαν απ' αυτό το δυσάρεστο όνειρο. Σηκώθηκα μηχανικά, σαν ρομπότ, τους έβαλα κονσέρβα και ξανάπεσα μες την κουβέρτα. Ήπια μερικές γουλιές απ' τον καφέ που είχε απομείνει και βρισκόταν δίπλα μου. Θυμήθηκα τη Χρυσούλα, πεθαμένη εδώ και 20 χρόνια περίπου. Ήταν λίγο μεγαλύτερη απ' τη μάνα μου, με την οποία κάνανε παρέα από τα πολύ νιάτα τους. Είχε το σουλούπι της μάνας μου, κοντούλα, αφρατούλα, με δύο κόκκινα πεταχτά μάγουλα. Καλός άνθρωπος ήτανε, σοβαρή, μα ποτέ αυστηρή, φιλόξενη και με μία μάλλον δύσκολη ζωή. Είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι μας στο σταθερό, τότε που δεν υπήρχαν κινητά, ενόσω βρισκόταν στο νοσοκομείο της Λάρισας με περικαρδίτιδα. Δυο λόγια είπε μόνο στη μάνα μου: «Ντίνα μου, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ» και την ίδια κιόλας μέρα έπεσε σε βύθιση, όπως μάθαμε, και πέθανε. Τι σου κάνει ο εγκέφαλος, τι σου κάνει η μνήμη και το ζεστό αίμα που ρέει στις φλέβες σου και δημιουργεί τα πιο ασυνάρτητα όνειρα. Λατρεύω τη μνήμη. Θα ήθελα να πάω 100 χρονών, άμα δεν τα'χω τινάξει νωρίτερα, και να θυμάμαι, μονίμως να θυμάμαι, πρόσωπα και γεγονότα, τόπους και σπίτια, καταστάσεις, ακόμη και λόγια, από ολόκληρες συζητήσεις μέχρι ασήμαντες κουβέντες.  

Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

Ο Martin Sherman έρχεται στο FAQmag με τη συνέντευξη της ζωής του!

Όταν πρωτοείδα το συγκλονιστικό δράμα «BENT» στην τηλεόραση, στα τέλη του 1990, δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι ο συγγραφέας του, Martin Sherman, όχι μόνο θα μου έδινε αποκλειστική συνέντευξη στο Λονδίνο, αλλά θα γινόμασταν και φίλοι καλοί. Αυτός είναι, λοιπόν, ο σπουδαίος καλλιτέχνης που συναντηθήκαμε στο Λονδίνο πριν από τρεις μήνες και μου έδωσε τη συνέντευξη της ζωής του, την πρώτη μεγάλη - όπως μου είπε - που παραχωρεί σε ελληνικό μέσο, παρόλο που το τηλέφωνο του δεν σταματάει να χτυπάει από ξένους δημοσιογράφους. Μιλήσαμε για τα παιδικά του χρόνια στην Πενσυλβάνια των δεκαετιών 1940 και '50, τη δυσκολία του να μεγαλώνει ως Εβραίος, αριστερός και ομοφυλόφιλος στη μακαρθική Αμερική, τον «έρωτα» του με τον Tennessee Williams, τη μαθητεία του δίπλα στον Lee Strasberg, τη μεγάλη φιλία του με τον Ian McKellen, τον Mick Jagger, τη Vanessa Redgrave και τη Μιμή Ντενίση, τα ναρκωτικά και τα ψυχεδελικά sixties, τη μόνιμη εγκατάσταση του στην Αγγλία που ένιωθε ελεύθερος, τα αντιφασιστικά ιδεώδη του, τους δικούς μας Μάνο Χατζιδάκι και Δημήτρη Παπαϊωάννου, την παγκόσμια καθιέρωση του μετά τα 40 του, την πανδημία του AIDS στα eighties, ακόμη και το αν είχε ποτέ κάποια ερωτική περιπέτεια με έναν Έλληνα (αυτή ήταν μια τολμηρή ερώτηση που μου είπε να του την κάνω ο Έλληνας συνάδελφός του, Θωμάς Κοροβίνης. Η απάντηση του, όλα τα λεφτά). Άνθρωπος ευγενής, καλότατος, με χιούμορ, ο Sherman έφτασε σε μένα ή, σωστότερα, εγώ έφτασα σ' αυτόν, μέσω της Ντενίση. Κι εδώ οφείλω να ευχαριστήσω δημόσια τη Μιμή για τη γενναιοδωρία της! Εκείνη, όταν δημοσιεύθηκε η συνέντευξη μας στο Documento, που έκανε μεγάλη εντύπωση, μου τηλεφώνησε μια μέρα και μου είπε: «Μου πήρες μια απ' τις ωραιότερες συνεντεύξεις που έχω δώσει ποτέ. Θέλω να σου κάνω ένα δώρο. Σου έκλεισα συνέντευξη με τον Martin Sherman στο Λονδίνο, που δεν δίνει σε κανέναν κι όλοι τον κυνηγάνε». Έτσι έγιναν τα πράγματα και μέσω του Sherman έφτασα στο σημείο να συνομιλώ με τον Ian McKellen, του οποίου επίσης μία συνέντευξη ήδη δρομολογείται. Με τον Sherman ξαναβρεθήκαμε πρόσφατα όταν πήγα και τον είδα incognito στο εξοχικό της Ντενίση στη Μαλεσίνα. Του έδειξα τη μακέτα του εξωφύλλου του επερχόμενου FAQmag με το πορτραίτο του και ενθουσιάστηκε! Έκανε μάλιστα και μία αφιέρωση σε μένα και στον Θανάση Λάλα για τη «φιλοξενία» στο έντυπο μας. Κυκλοφορούμε την πρώτη εβδομάδα του Σεπτέμβρη, σε λίγες μέρες, και - believe me - είναι ακόμη μία συνέντευξη που θα κουβαλάω ως κληρονομιά μου. Η όμορφη συγκυρία θέλει τον επερχόμενο Οκτώβρη να κάνει πρεμιέρα το «BENT» του σε αθηναϊκή σκηνή σε σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια - ιδέα δεν είχαμε όταν γινόταν η συνέντευξη στο Λονδίνο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμη ένα έργο, το τελευταίο του, θα παρουσιαστεί με τον Μάνο Καρατζογιάννη. Σε λίγες μέρες θα δημοσιεύσω το εξώφυλλο του FAQmag, που είναι πραγματικά υπέροχο! Στο ίδιο τεύχος θα υπάρχει και ακόμη μία αποκλειστική συνέντευξη - έκπληξη απ' αυτές που μας έχει συνηθίσει ο Λάλας εδώ και τριάντα χρόνια. Martin Sherman, λοιπόν, ο κορυφαίος θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, ένας καλλιτέχνης - σύμβολο επίσης της διεθνούς ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, μιλάει για όλους και για όλα, εξομολογείται κανονικά στο FAQmag. Έρχεται!

Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

R.I.P. ANNE HECHE (1969 - 2022)

Την είδαμε σε mainstream χολιγουντιανές ταινίες δίπλα στον Al Pacino, στον Johnny Depp και στον Harrison Ford - τη θυμάμαι και σ' εκείνο το άχαρο remake του χιτσκοκικού «Ψυχώ» από τον Gas Van Sant. Ζωή - τραγωδία κανονική με έναν πατέρα που την κακοποιούσε σεξουαλικά προτού πεθάνει από AIDS στα 45 του, με τον 18χρονο αδερφό της να αυτοκτονεί τρεις μήνες μετά το θάνατο του πατέρα τους, με τις άλλες δύο αδερφές της να πεθαίνουν από ασθένειες, με μία μάνα νευρωτική και καταπιεστική και με ψυχωτικά επεισόδια που επιβάρυναν τη δική της υγεία. Πολυγαμική και αμφισεξουαλική, δέχτηκε bullying για τη λεσβιακή σχέση της με την Ellen DeGeneres (την είχε στηρίξει πολύ τότε ο Harrison Ford), ενώ αργότερα απέκτησε δυο γιους με δύο διαφορετικούς άντρες. Πριν λίγες μέρες, στις 5 Αυγούστου, τραυματίστηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα και έπεσε σε κώμα. Κατέληξε στο νοσοκομείο ούσα εγκεφαλικά νεκρή. Η Ann Heche ήταν μόλις 53 ετών και πρόλαβε να γνωρίσει όλα τα φώτα και όλα τα σκοτάδια αυτού του κόσμου.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

Ένα weekend στο Πόρτο Μπούφαλο της Εύβοιας με καλή παρέα!

Το διήμερο αυτό κλείστηκε λίγες μέρες πριν, όταν συμφωνήσαμε με τον ηθοποιό Χάρη Τζωρτζάκη να προβληθεί το ντοκιμαντέρ «Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου» στο θερινό σινεμά του στο Πόρτο Μπούφαλο της Εύβοιας. Αποφάσισα να πάρω μαζί μου όσους φίλους είχαν ξεμείνει στην Αθήνα αυγουστιάτικα και, βασικά, να πηγαίναμε κάπου με τη Χαρούλα Μανουρά, την καινούργια καλή φίλη, που με είχε φιλοξενήσει πρόσφατα στο σπίτι της στο Λονδίνο. Μίλησα πρώτα με τον τραγουδιστή και φίλο 20 χρόνων, Γιώργη Χριστοδούλου, ο οποίος δέχτηκε αμέσως - τι καλύτερο θα'χε να κάνει κι αυτός στην άδεια Αθήνα; Μετά τηλεφωνήθηκα με τη Λιάνα Μαλανδρενιώτη, τη μουσικοκριτικό από την «Εποχή», που έχουμε κάνει πολλά ταξίδια εντός κι εκτός Ελλάδας από το 2001 που γνωριστήκαμε. Μέσα κι η Λιάνα! Τα'παμε, τα συμφωνήσαμε κι έτσι, Σάββατο μεσημέρι, αναχωρήσαμε με το αυτοκίνητο της Χαρούλας για Εύβοια.

Τη μέρα που ανακοίνωσα ότι θα παιχτεί η ταινία για τη Γώγου στην Εύβοια, έλαβα ένα μήνυμα από τον Ανδρέα Μάνεσση, τον ιδιοκτήτη των γνωστών ταξιδιωτικών γραφείων, αλλά και μιας σειράς ξενοδοχειακών συγκροτημάτων σε πολλά μέρη της Ελλάδας: «Σας περιμένω όλους για φαγητό στο ξενοδοχείο Αμαρόντα στην Ερέτρια». Το είπα στους άλλους, συμφώνησαν κι έτσι περάσαμε από του Μάνεσση, με τον οποίο διαφωνούμε πολιτικά και έχουμε κινδυνέψει να γίνουμε μπίλιες ιντερνετικά ουκ ολίγες φορές, αλλά εκείνος πρώτος ως καλός άνθρωπος ρίχνει τους τόνους κι έτσι τα βρίσκουμε. Εδώ είμαστε όλη η παρέα στη ρεσεψιόν του Αμαρόντα μαζί με τον Μάνεσση. 

Κι εδώ εγώ με το φλοράλ πουκάμισο - δώρο της Χαρούλας από το Λονδίνο - με το φλοράλ ελεφαντάκι στην είσοδο του Αμαρόντα.

Ο Μάνεσσης είχε δώσει εντολή στους εξαιρετικούς σεφ του συγκροτήματος, τον Γαληνό και τον Βολιώτη, να μας μαγειρέψουν τα πάντα - μέχρι και ειδικά γεύματα για μένα, μια και εδώ κι ένα μήνα ακολουθώ την κέτο διατροφή. Κρέατα και δωσ' του κρέατα, αλλά και καβούρια, αστακούς, ευφάνταστες σαλάτες, λαχανικά, καθώς και για τον καφέ αμέσως μετά το γεύμα διάφορα σπέσιαλ γλυκά, τα οποία ούτε καν άγγιξα και δεν μου έλειψαν κιόλας. Το αστακουδάκι πάντως το τίμησα, έτσι ειδικά όπως ήταν μαγειρεμένο. 

Το ίδιο και η Λιάνα, που σχολίαζε: «Τόσον καπιταλισμό δεν τον αντέχω ειλικρινά»! Μετά, όμως, γύρισε κι είπε του Μάνεσση: «Ανδρέα, απ' όλα αυτά εδώ μέσα, η γνωριμία μαζί σου έχει τη μεγαλύτερη σημασία, καθώς μου είσαι πολύ συμπαθής σαν άνθρωπος».

Ο Μάνεσσης που όλοι κάποια στιγμή θα έχουμε ταξιδέψει με τα πρακτορεία του, είναι ένας πολύ ιδιαίτερος αυτοδημιούργητος άνθρωπος. Λέγεται πως ξεκίνησε φτωχόπαιδο από μια εργατική οικογένεια του Πειραιά, σπούδασε ηθοποιός, αλλά είχε την εξυπνάδα να πιάσει τη ζωή απ' τα μαλλιά κανονικά. Σήμερα θεωρείται ένας Μαικήνας, που εγώ προσωπικά που μου είναι αδιάφορος ο πλούτος, συγκινούμαι πιο πολύ όταν κάνει πράξεις ακτιβιστικές, όπως τότε με τις φωτιές στην Εύβοια, που άνοιξε το ξενοδοχείο του για να μπορούν πυροσβέστες και πυρόπληκτοι να κάνουν ένα μπάνιο και να φάνε ένα καλό φαΐ. Θέλω να πω ότι ακόμη κι αν δεν ταυτίζεσαι ιδεολογικά μ' έναν άνθρωπο, όταν αυτός ακριβώς τιμάει την έννοια άνθρωπος, όλα τα άλλα δεν έχουν και πολύ μεγάλη σημασία.

Τον παρατηρούσα να μιλάει στοργικά στο αναρίθμητο υπαλληλικό προσωπικό του, σαν να έχει με όλους καλές σχέσεις. Πάντως, ωραιότερο καπνό με γεύση από 18 διαφορετικά φρούτα, δεν είχα ξαναπιεί σε ναργιλέ ούτε καν στην Τυνησία και στην Τουρκία που'χα την ευκαιρία να επισκεφτώ κάποτε. Να'ναι καλά ο Μάνεσσης και τον ευχαριστούμε πολύ για τη φιλοξενία και την περιποίηση. 

Αναχωρήσαμε στις 6.30 το απόγευμα από την Ερέτρια, καθώς είχαμε ακόμη μία - μιάμισι ώρα δρόμο για το Πόρτο Μπούφαλο του Τζωρτζάκη. Το βρήκαμε σχετικά εύκολα το μέρος και, πράγματι, ήμασταν εκεί λίγο νωρίτερα από τις οχτώ. Λάτρεψα την ησυχία αυτού του μικρού λιμανιού ανάμεσα στα βουνά της Εύβοιας, λίγη ώρα μετά το Αλιβέρι. Ζήλεψα τον Χάρη, που τον πετύχαμε να ετοιμάζει τα της προβολής, για τη ζωή του που'ναι μοιρασμένη μεταξύ Αθήνας και Πόρτο Μπούφαλο, αφού εκεί διατηρεί ένα μικρό ξενοδοχείο, το οποίο βρήκαμε γεμάτο από Γάλλους...γιόγκι. Βέβαια, εγώ που'μαι άνθρωπος της πόλης, δεν θα μπορούσα να μένω σ' ένα μέρος που δε βρίσκεις περίπτερο για τσιγάρα και που οι δυο - τρεις ταβέρνες στη σειρά λειτουργούν και ως καφετέριες. Εκεί είναι να πας ν' αράξεις για καμιά βδομάδα αν θες να νιώσεις απομόνωση και αφού- εννοείται - θα'χεις κάνει τις προμήθειες σου. Καλή παρέα να υπάρχει και παντού πας εδώ που τα λέμε, αυτή είναι η αλήθεια. Η προβολή των ταινιών ξεκίνησε στις 9 και κάτι. Είχαμε καμιά τριανταριά άτομα - ήρθε κι ένα μεσόκοπο ζευγάρι που το έμαθαν από το facebook μου, όπως μου είπαν - και σε όλους μοιράστηκε το τελευταίο τεύχος του FAQ magazine. 

Ο οικοδεσπότης του θερινού σινεμά του Πόρτο Μπούφαλο, ο Χάρης Τζωρτζάκης, με προλόγισε στο κοινό. Εγώ πάλι διάβασα στην αρχή δυο λόγια που είχα πάρει μαζί μου από τους δημιουργούς του «A la carte», τον Ταξιάρχη Δεληγιάννη και τον Βασίλη Τσιουβάρα, λέγοντας στον κόσμο πως αμέσως μετά και την προβολή της Γώγου, θα ήμουν στη διάθεση τους για συζήτηση. Όπως και έγινε! Μεταξύ του κοινού, δυο μεγάλες αγάπες, οι φίλοι και συνάδελφοι Χρυσούλα Παπαϊωάννου και Δημήτρης Παπαθανασίου. Επίσης, ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης από τους DNA και τη θρυλική Λερναία Ύδρα των ένδοξων ελληνικών rock seventies! 

Νομίζω πως και οι δύο ταινίες άρεσαν πολύ, αφού η συζήτηση άναψε για τα καλά αμέσως μετά. Με το «A la carte» μιλήσαμε για την ανελευθερία του Τύπου στη χώρα μας, εφόσον αυτό ήταν το θέμα της 10λεπτης ταινίας, στην οποία είχα την τιμή να συμπρωταγωνιστώ με τον Χρήστο Στέργιογλου. Για τη Γώγου πάλι οι άνθρωποι ρωτούσαν να μάθουν κι άλλα γι' αυτήν - συνθήκη συνηθισμένη σε κάθε προβολή του ντοκιμαντέρ. Θα έλεγα, πάντως, πως η χθεσινή προβολή στο Πόρτο Μπούφαλο, δίπλα στο κύμα κυριολεκτικά, ήταν μάλλον η ωραιότερη που έχει γίνει εδώ και μία δεκαετία ακριβώς από τότε που ολοκληρώθηκε η ταινία. 

Κατά τις 12 το βράδυ μεταφερθήκαμε οδικώς απέναντι, στο ξενοδοχείο του Χάρη. Οι γιόγκι από τη Γαλλία τέλειωναν το πάρτι τους, οπότε εμείς κάτσαμε κάπου πιο παράμερα και ήπιαμε τα ποτά μας. Εδώ τα λέμε με τη Χρυσούλα Παπαϊωάννου. Γελάσαμε πολύ, ο Γιώργης έκανε τις μιμήσεις του, η Χαρούλα μιλούσε για τη ζωή στο Λονδίνο και τα δύο παιδιά της που υπεραγαπάει, ενώ με τον Δημήτρη και τον Χάρη την κουβέντα μονοπώλησε - τι άλλο; - η πολιτική μ' αυτόν τον συρφετό της συφοράς που'χουμε μπλέξει όλοι και το σκάνδαλο τύπου Γουότεργκέιτ, που για τα ελληνικά κανάλια ήταν απλώς...ενδέκατη είδηση. 

Αφού το ξενοδοχείο του Τζωρτζάκη δεν διέθετε κανένα δωμάτιο στην καρδιά του καλοκαιριού, φρόντισε να μας κλείσει ένα διαμέρισμα rbnb στο χωριό Αργυρό, που βρίσκεται σε υψόμετρο δύο χιλιόμετρα πάνω από το Πόρτο Μπούφαλο. Κοιμηθήκαμε όπως - όπως, άλλος στον καναπέ, άλλος στο πάτωμα σε sleeping bag και άλλος σε κρεβάτι. Μικρό χωριό με κακό internet - φαντάσου τώρα εμένα χωρίς καλό σήμα στα όρη και τα βουνά. Να ένας λόγος για να έφευγα μαζί με τους φίλους μου την επόμενη μέρα, σήμερα δηλαδή το πρωί, αφού κι ο Χάρης θα'χε τα δικά του τρεχάματα με την αποψινή συναυλία μες το θερινό σινεμά. Ήπιαμε ένα καφεδάκι στα γρήγορα στον μοναδικό καφενέ του χωριού, φωτογράφισα τους θαμώνες του (λίγο μετά και τα κατσίκια τους on the road), τηλεφωνήθηκα με τον Χάρη, τον ευχαρίστησα για όλα, για τις ετοιμασίες και τη φιλοξενία του, και αναχωρήσαμε για Αθήνα. Σε μια ώρα περνούσαμε τη μεγάλη γέφυρα της Χαλκίδας και σε άλλη μία ώρα βρισκόμουν στο σπίτι μου. Καλό ήταν αυτό το διημεράκι, είδα λίγο θάλασσα και κατάλαβα λίγο από ησυχία και από καλοκαίρι.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Η αποκλειστική συνέντευξη που μου έδωσε ο Emir Kusturica στο olafaq.gr

 

Εδώ είμαστε με τον Ελληνοσέρβο Goran Vukcevic και τον Emir Kusturica στο σπίτι του σκηνοθέτη στο βουνό Mokra Gora της Σερβίας. Το ημερολόγιο έδειχνε Κυριακή 9 Μαΐου του 2022 στις 8 το βράδυ. Ήταν μεγάλη εμπειρία το ολιγοήμερο συγκεκριμένο ταξίδι στη Σερβία και η προσωπική μου γνωριμία με τον Kusturica. Το παρασκήνιο της συνέντευξης μαζί με τη συνέντευξη μπορείτε να τα διαβάσετε στο site olafaq.gr, ένα μήνα ακριβώς αφότου η πρώτη δημοσίευση έγινε στο τεύχος 3 του free press FAQ mag. Παραθέτω το link στο τέλος της ανάρτησης.


https://olafaq.gr/people/interviews/emir-koystoyritsa-den-xero-poso-tha-epizisei-i-idea-tis-enomenis-eyropis/?fbclid=IwAR1PyssM0IV7LsswAcPwC7IPQZ1LaofUZZiGeVZnTM49QpciLsfuFw7AAI4

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Ποιήματα & μουσικές του Θρήνου & της Απώλειας στον Μελωδία Ρόδου 103.7

Σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή του 2022, μη χάσετε στον Μελωδία Ρόδου στους 103.7 την εκπομπή μας με τη Λένα Πλάτωνος. Διαβάζουμε ποιήματα και παίζουμε μουσικές του Πένθους και της Απώλειας. Ξεκινάμε στις 11 το πρωί. Επανάληψη στις 9 το βράδυ. Καλή ακρόαση και είναι σημαντική η ενδοσκόπηση και η εσωστρέφεια των ημερών και πιο συγκεκριμένα της σημερινής μέρας. Μπορείτε να βρείτε τον σταθμό μέσω του www.live24.gr

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

Για τον ευπατρίδη του πολιτισμού, Ροβήρο Μανθούλη, που «έφυγε» στα 92 του χρόνια

Πολύ με λύπησε ο θάνατος του Ροβήρου Μανθούλη, παρόλο που τον βρήκε πλήρη ημερών, πάνω από τα 90 του. Ήταν τόσο «ζωντανός» άνθρωπος, όμως, τέτοιο λαμπερό πνεύμα, που δε μπορεί να μη λυπάται αυτή τη στιγμή, όποιος είχε την τύχη να τον συναντήσει και να συνομιλήσει μαζί του. Για τον Μανθούλη πρωτάκουσα μέσω του Θανάση Βέγγου - εννοώ, για την ακρίβεια, μέσω της αγαπημένης ταινίας του, «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ», στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Βέγγος. Τον «ξαναβρήκα» στη σχολή κινηματογράφου: «Πολύ σοβαρή περίπτωση αυτός» έλεγαν οι δάσκαλοι μου, οι λίγο νεότεροι του, που τον γνώριζαν προσωπικά και εκτιμούσαν το έργο του. Μίλησα για πρώτη φορά μαζί του το 2002, αν θυμάμαι καλά, όταν η ταινία του με τίτλο «Lily's Story» διαγωνιζόταν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Θέλαμε απ' την Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών ένα μουσικό θέμα απ' την ταινία για τα συλλεκτικά CD που βγάζαμε τότε σε δική μου επιμέλεια. Με παρέπεμψε στον Νίκο Μαμαγκάκη, κι έτσι βρέθηκα και στο σπίτι του σημαντικού συνθέτη, στο Παγκράτι, να μιλάμε για τη συνεργασία του με τον Μανθούλη, για τον Κούνδουρο, για τη Τζένη Βάνου, για τον Χατζιδάκι, για ένα σωρό ημίθεους του ελληνικού πολιτισμού. Εκείνο το διάστημα μού μιλούσε για τον Μανθούλη ο Αντρέας Παγουλάτος, ο ποιητής, που τον είχε ζήσει πολύ στο Παρίσι. Τον θεωρούσε τολμηρό καλλιτέχνη, ανυστερόβουλο, καλό άνθρωπο, ευφυή, χιουμορίστα και μάλλον μακριά απ' τη μίζερη συντεχνιακή ελληνική πραγματικότητα. Όταν πέθανε ο Παγουλάτος το 2010 κι άρχισα να σταχυολογώ μέσα μου τα πρόσωπα που μου «γνώρισε», ένα απ' αυτά ήταν αναμφισβήτητα ο Ροβήρος Μανθούλης. Πολύ ήθελα να τον συναντήσω για να του πάρω μία συνέντευξη, αλλά ήξερα πως δεν είναι εύκολο, γιατί δεν ζει στην Ελλάδα. Ώσπου αρκετά χρόνια μετά, στα τέλη του 2018, τον πέτυχα στο καφέ του Γαβριηλίδη στο Μοναστηράκι, το περίφημο στέκι «Ποιήματα & Εγκλήματα». Δεν το πίστευα ότι παραπίσω μου καθόταν μόνος του ο Μανθούλης, περιμένοντας προφανώς κάποιο νέο απ' την έκδοση της αυτοβιογραφίας του. Δεν έχασα ευκαιρία, τράβηξα την καρέκλα, κάθισα απέναντι του και του είπα: «Σας αναζητώ κι εγώ δεν ξέρω πόσα χρόνια για συνέντευξη». Με κοίταξε μες τα μάτια. «Κάτσε» μου απάντησε, «τι θες να πούμε, τι θες να με ρωτήσεις;» Έσκυψα κάτω το κεφάλι, από συστολή για το «πέσιμο» που του'χα κάνει του ανθρώπου, αλλά διακατεχόμουν από ειλικρινή ενθουσιασμό. Ζήτησε αμέσως να του φέρουν ένα βιβλίο του. Μου το υπόγραψε, μου το έδωσε και μου είπε αμέσως μετά: «Συνέντευξη θα κάνουμε, αλλά όταν θα έρθει η ώρα. Δεν φεύγω, θα είμαι στην Αθήνα μέχρι το ερχόμενο καλοκαίρι. Έχε υπομονή». Ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Μιλάγαμε για καμιά ώρα κάθε φορά, συνήθως πολύ πρωί, πριν τις 9. Τον ρωτούσα να μου πει για τους Rolling Stones, που είχε γνωρίσει, για τη φιλία του με τη Joan Baez και για τα νέγρικα blues που τον είχαν συγκινήσει κάποτε τόσο πολύ ώστε να τα φιλμάρει. Το κλίμα είχε φτιαχτεί ανάμεσα μας όταν επιτέλους ήρθε η ώρα για τη συνέντευξη, αρχές καλοκαιριού του 2019. Πάλι στο καφέ του Γαβριηλίδη, που το ένιωθε σαν το σπίτι του. Θυμάμαι πως όταν φτάσαμε μαζί με την εξαίρετη φωτογράφο Αγγελική Παπαϊωάννου στο ραντεβού, στον κήπο του καφέ είχε τηλεοπτικό γύρισμα μαζί του η συνάδελφος Κυριακή Μπεϊόγλου. Κι όταν μείναμε μόνοι μας, η ώρα πέρασε και δεν το καταλάβαμε. Τον κοίταζα κατάματα καθώς εξιστορούσε τη ζωή του, ξέροντας επίσης πως θα μου βγει η πίστη στην απομαγνητοφώνηση. Μα εκείνη η στιγμή ήταν τόσο σημαντική για μένα, η καταγραφή της φωνής και της ψυχής του- εννοώ- μαζί με το περιεχόμενο των λόγων του, που τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Μέχρι να τελειώσουμε απ' τη συνέντευξη βράδιασε κανονικά, μια όμορφη ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, που την είχε κάνει ακόμη πιο όμορφη η συζήτηση με έναν διανοούμενο αυθεντικό. Δημοσιεύεται η συνέντευξη στο koutipandoras.gr και μου τηλεφωνεί ξανά καμιά βδομάδα αργότερα, πάντα πρωί: «Εσύ πρέπει να χάρηκες πολύ που με γνώρισες...» σχολίασε γελώντας. Του είπα: «Πολύ, κύριε Μανθούλη. Να μη νιώθω τυχερός;»...Και τότε μου απάντησε: «Οι γνωριμίες εσένα σε πάνε μπροστά, σαν άνθρωπο, όχι επαγγελματικά, διότι δεν ξέρω τι συμβαίνει στη ζωή σου. Να συνεχίσεις έτσι, να αγαπάς τους ανθρώπους και να σέβεσαι, προπάντων αυτό». Πόσο θα'θελα τώρα να'χα καταγράψει τη συγκεκριμένη τελευταία συνομιλία μας. Πιθανώς να ήταν πιο πολύτιμη κι από το δίωρο ηχογράφημα, στο οποίο μου ξεδίπλωσε τον πολυτάραχο βίο του. Ας πάει στο Καλό, εκεί όπου ανήκε. Στα Άγια η ψυχή του. 

* Η αφιέρωση του Ροβήρου Μανθούλη στην αυτοβιογραφία του, ομολογουμένως μία απ' τις πιο πλήρεις και εμπεριστατωμένες βιογραφίες που έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας.

** Εδώ διαβάζετε τη μαραθώνια συνέντευξη μας, όπως αναδημοσιεύτηκε στο koutipandoras.gr με αφορμή την είδηση του θανάτου του:

https://www.koutipandoras.gr/article/synenteyxi-robiros-manthoylis

 

«Ούτε καν βλέπω τα stories σου»!

 

Στη «Μυροβόλο» τις προάλλες, δύο λεσβιούλες παραλίγο να πιαστούν στα χέρια! Ήταν νωρίς, έφτανα στο μαγαζί για δουλειά, μα το αυτί μου έπιασε το διάλογο τους και γι' αυτό δεν μπήκα μέσα. Κάθισα στον εξωτερικό χώρο προφασιζόμενος ότι μιλάω κι εγώ στο κινητό μου. «Ούτε καν βλέπω τα stories σου στο instagram» είπε η μία με επιθετικό ύφος για να της απαντήσει η άλλη: «Ζμπούτσαμ»! Εκείνη τη στιγμή θεώρησα πως της έδωσε την καλύτερη απάντηση σ' ένα ούτως ή άλλως ανόητο ξέσπασμα. «Ναι, αλλά κρα κάνει η μούνα σου για να βλέπεις τα ποστ μου» συνέχισε. Δεν άντεξα και παρενέβην: «Βρε κορίτσια, τι κάθεστε και τσακώνεστε; Τραβήξτε ένα ωραίο μπλοκ η μία στην άλλη να τελειώνετε». Την επόμενη εβδομάδα ήρθε πάλι μόνο η μία, άρα σκέφτηκα πως η συμβουλή μου έπιασε τόπο!

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Νηπενθές post

Μου τηλεφωνεί ο αδερφός μου μες το ταξί, Πανόρμου με προορισμό τη Βαρβάκειο. Μου λέει πως ο αδερφός ενός φίλου του έπαθε ανακοπή και τον επανέφεραν στο παρά πέντε. Για την Άννα, ακόμη, που έχασε τη μάνα της και καλύτερη φίλη της δικής μας μάνας, αλλά και για το σκυλάκι της που πέθανε στο καπάκι κι αυτό. Μου λέει ακόμη να μην ξεχάσω να μιλήσω και με τον άλλον αδερφό μας, τον μεγάλο, γιατί είναι μόνος του άνθρωπος κι αυτός τέτοιες μέρες. Πόσο πονόψυχος είναι ο αδερφός μου. Όλο θλιβερά πράγματα μου αραδιάζει για να μου πει στην ουσία πως υπάρχουν και χειρότερα απ' τα δικά μας, που χάσαμε τη μάνα μας, το στήριγμα μας απ' όλες τις απόψεις. Συχνά του θυμώνω, γίνομαι σκληρός, του υπενθυμίζω πως όλοι είμαστε μόνοι στον κόσμο αυτό και πως δεν μπορώ πια, ούτε και θέλω να φορτώνομαι βάρη οικογενειακά. Τον ενημερώνω πως κι εγώ παίρνω πλέον αντιυπερτασικό χάπι καθημερινά και πως πρέπει να μ' αφήνουν ήσυχο. Χαμηλώνει τη φωνή του...«Ηρέμησε μην πάθεις τίποτα κι εσύ» μου κάνει, σαν να αποκρύβει τη συνέχεια της φράσης του: «Και μετά τι θα κάνουμε κι εμείς;»...Κλείνω το τηλέφωνο και κλαίω. Τα μάτια μου τρέχουν κάτω απ' τα μαύρα γυαλιά μου και η μάσκα κρύβει τα αναφιλητά μου. Τηλεφωνώ αμέσως του μεγάλου μου αδερφού. «Έχω μείνει με τριάντα ευρώ» μου λέει, «και δεν έχω λεφτά για βενζίνη να κινήσω τ' αμάξι». Τον καθησυχάζω, του λέω πως θα του στείλω εγώ κάνα κατοστάρικο και θα του φτιάξω διαφορετικά φαγητά, όσπρια που του αρέσουν, πασχαλιάτικο κατσίκι μαζί με κόκκινα αυγά και τσουρέκι επίσης. Στα 60 πάει φέτος ο αδερφός μου και με θλίβει απίστευτα που'ναι άνεργος τα τελευταία δυο χρόνια. Που να δουλέψει σ' αυτή την ηλικία; Και μιλάμε για έναν άνθρωπο που κάποτε δούλευε λογιστής στα μεγαλύτερα κρουαζιερόπλοια κι είχε γυρίσει τον κόσμο όλο. Εγώ πάλι είμαι καλά, καλύτερα από ποτέ άλλοτε ίσως, δουλεύω πολύ, τρέχω, αμείβομαι, μα που να επωμιστώ και τους άλλους; Η αλήθεια είναι πως μετά το θάνατο της μάνας μας, βλέπω πολύ αραιά τα αδέρφια μου. Ο οικογενειακός ιστός έσπασε σε κομμάτια με την αναχώρηση της. Δεν ήταν ο πατέρας, που τον γράφαμε στα αρχίδια μας, όπως μας έγραφε κι αυτός άλλωστε - καλή του ώρα, αλλά ήταν η μάνα που αφιέρωσε τη ζωή της στα τρία της παιδιά και που τώρα λείπει απίστευτα. Το κλάμα γι' αυτήν ήταν μες το ταξί και όχι για τους άλλους. Όποτε θυμάμαι τη σκηνή που ήρθε ο αδερφός μου στο σπίτι και του ανακοίνωσα ότι θα τη χάσουμε, βουρκώνω και κατεβαίνω στα τάρταρα. Ίσως αυτή η σκηνή να είναι πιο δραματική κι από την κηδεία της. Ένας 50χρονος άντρας να πέφτει στην αγκαλιά ενός άλλου 47χρονου άντρα, του αδερφού του, και να κλαίει με λυγμούς, να θρηνεί και να φωνάζει τόσο, που να λέει «Δεν αντέχω άλλο, θέλω κι εγώ να πεθάνω». Κι ο άλλος, εγώ δηλαδή, να του λέει «Σώπα, αγάπη μου, σώπα αδερφούλη μου, δεν είμαστε μόνοι, έχουμε ο ένας τον άλλον». Θα το ζούσα κι αυτό, ήταν μοιραίο και πιστεύω πως μ' αυτόν τον πόνο θα πεθάνω όταν έρθει κι η δική μου ώρα. Σε δύο μήνες και κάτι, συμπληρώνεται ένας χρόνος απ' το θάνατο της μητέρας μου. Το σώμα της, αυτό που με γέννησε, λιώνει κάτω απ' τα χώματα του Σκιστού. Ακόμη δεν κατάφερα να περάσω από το γραφείο κηδειών και να πάρω την τούφα από τα μαλλιά της. Ήθελα να την κάνω μενταγιόν στο λαιμό μου, να έχω κάτι δικό της μονίμως πάνω μου, που να εκπροσωπεί το πέρασμα της απ' αυτή τη γη. Καλοί φίλοι μου, η Μαρίζα και ο Σταμάτης, μου είπαν να μην το κάνω. «Άσ' τη να φύγει, μην την κρατάς εδώ» με συμβούλεψαν με όλη τους την έγνοια και την αγάπη. Με παρηγορούν τα συναισθήματα των ανθρώπων. Είναι στιγμές που θα ήθελα να ήμουν κοινωνιοπαθής, να μη νοιάζομαι για το αν προξενώ πόνο στους άλλους, να αδιαφορώ με κυνισμό για το τι σκέφτονται ή αισθάνονται. Οι κοινωνιοπαθείς, βέβαια, είναι αποτυχημένοι ως οντότητες, δεν έχουν κάναν ιδιαίτερο στόχο πέραν απ' την αυτοεπιβεβαίωση τους και την υπεροχή τους έναντι των άλλων. Πως εγώ, με τόση αγάπη που εισπράττω από πολύ κόσμο, να γινόμουν κοινωνιοπαθής; Μάλλον δεν θα'χα κάνει τίποτα στη ζωή μου, ούτε φιλίες μεγάλες θα'χα αποκτήσει, ούτε σχέσεις ανθρώπινες επιτυχημένες θα κατάφερνα. Το παραψυχιατρικοποίησα το θέμα, όχι τυχαία όμως, αφού σήμερα στο γραφείο χτένιζα μια μεγάλη συνέντευξη του Λάλα μ' έναν διακεκριμένο Έλληνα ψυχίατρο με μεγάλη καριέρα στην Αμερική. Τρομερά ενδιαφέρουσα συνέντευξη! Το τι έμαθα για τις διαταραχές προσωπικότητας, είναι απίστευτο! Το ταξί έφτασε στη Βαρβάκειο, στην Αθηνάς. Πάλι με πήρε από κάτω. Θυμήθηκα το σημείο που πάρκαρε ο αδερφός μου και αφήναμε τη μάνα μας στο αυτοκίνητο μέχρι να κάνουμε τα ψώνια μας στα παρακείμενα παλαιοπωλεία. Εγώ δίσκους κι αυτός αντικείμενα από την Άπω Ανατολή. Σήμερα δεν πήρα δίσκους. Δύο κιλά κατσικάκι πήρα να το χώσω μαριναρισμένο στο φούρνο την Κυριακή του Πάσχα με μπόλικες πατάτες. Έχω και χωριάτικα λουκάνικα στην κατάψυξη, στήθος κοτόπουλο, μπιφτέκια ζυμωμένα, μια χαρά κρεατοφαγία θα πέσει ένεκα της ημέρας. Τη Μεγάλη Εβδομάδα, άλλωστε, νηστεύω θέλοντας και μη. Κάνω μια δίαιτα που περιλαμβάνει λιτό μεσημεριανό και ακόμη πιο λιτό βραδινό, χωρίς ψωμιά, σάλτσες και κρέατα. Τη Μεγάλη Παρασκευή, μάλιστα, θα φτιάξω φακόρυζο με κάρι, που μου βγαίνει τέλειο πάντα. Όσο για το Μεγάλο Σάββατο, πιθανώς να περάσει η Άννα να μου αφήσει μια κατσαρόλα μαγειρίτσα, απ' την οποία θα πάω και της Λένας. Το δεύτερο τεύχος του faq κλείνει αύριο και προβλέπεται να βγει εξαιρετικό μετά το Πάσχα. Δεν το λέω επειδή είμαι αρχισυντάκτης, αλλά πραγματικά το ένα θέμα του είναι καλύτερο απ' τ' άλλο! Έχω και την εκπομπή της Μεγάλης Παρασκευής να περιμένω από τον Μελωδία Ρόδου, που επιμεληθήκαμε μαζί με τη Λένα. Μου ζήτησε να την ακούσουμε παρέα και αυτό θα κάνω, αφού αμέσως μετά είναι σίγουρο πως θα πιάσουμε ακόμη μία μοναδική συζήτηση, των «εσώψυχων» μας. Τον τελευταίο ένα - ενάμισι μήνα η Λένα αποτελεί τη φωνή της λογικής μου. Ένα τηλεφώνημα μας πριν από ένα μήνα ακριβώς διήρκεσε τρεις ώρες και είκοσι λεπτά, μα ούτε καταλάβαμε πως πέρασε ο χρόνος. Η αλήθεια είναι πως αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα, του 2022, περιέχει πολύ πένθος. Κι ας μην έχω πάρει χαμπάρι τι παίζει η σιχαμένη τηλεόραση με τα Θεία Πάθη της και τους ειδησάδες - κοράκια της. Ταινίες στο Netflix βλέπω μόνο και, ως συνήθως, κοιμάμαι και τις αφήνω στη μέση. Ο Χριστός θ' αναστηθεί πάλι, λένε, αλλά και που αναστάται κάθε χρόνο, μήπως τον βλέπουμε; Που να περιμένεις κι αυτή τη βαρετή Δευτέρα Παρουσία; Ίσως μια συντέλεια των αιώνων να'χε πραγματικό ενδιαφέρον! Να σου λέγανε πως την τάδε μέρα και ώρα, βγείτε στα μπαλκόνια όλοι και υποδεχθείτε το τέλος σας. Παρακολουθήστε το χωρίς να μπορείτε να κάνετε τίποτα κι αν είστε μάγκες, αφήστε ένα ίχνος της παρουσίας σας στον κόσμο για τον μελλοντικό ερευνητή. Αν υπάρξει δηλαδή ξανά κόσμος με ερευνητές και ιστορικούς. Φλύαρος έγινα, μα είχα πολύ - πολύ καιρό να γράψω σ' αυτό το blog, που το αισθάνομαι πιο δικό μου απ' όλα τα έντυπα και τα ΜΜΕ, απ' τα οποία έχω περάσει. Στην τελική, από μένα για μένα γράφω εδώ μέσα και αμαρτίαν ουκ έχω.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

Το περασμένο Σαββατοκύριακο (27 - 28/3) ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα της μικρού μήκους ταινίας «A la carte» των Ταξιάρχη Δεληγιάννη - Βασίλη Τσιουβάρα με τον Χρήστο Στέργιογλου και μένα στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ύστερα από πρόβες συνολικής διάρκειας ενός μήνα στο σπίτι του Στέργιογλου, που ευτυχώς μένουμε πολύ κοντά, πότε μόνοι μας και πότε παρουσία των δύο σεναριογράφων και σκηνοθετών, πήγαμε στο γύρισμα έτοιμοι και διαβασμένοι. Αυτό πιστεύω έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να βγει η ταινία στο χρονοδιάγραμμα της χωρίς καθυστερήσεις και με μία αίσθηση απόλυτου επαγγελματισμού.

Από τον Στέργιογλου έμαθα πολλά, κυρίως για το πώς ένας ηθοποιός της εμβέλειας του αντιμετωπίζει ακόμη και τον μικρότερο ρόλο. Κατάλαβα επίσης τι σημαίνει να μην τα δίνεις όλα στις πρόβες. Και εξηγούμαι: Μέσα στο σενάριο, υπήρχε μία κομβική στιγμή που ο υπουργός υγείας (Στέργιογλου) βάζει κατσάδα στον δημοσιογράφο (εμένα) επειδή τον φέρνει σε δύσκολη θέση. Ενώ, λοιπόν, στις πρόβες ο Στέργιογλου «τσίτωνε» λίγο, στο γύρισμα μού ύψωσε τόσο πολύ τη φωνή, που πετάχτηκα κυριολεκτικά απ' το κάθισμα μου κι η αντίδραση αυτή καταγράφηκε ως εξαιρετικά αληθοφανής. Μιλάμε για μία υποτιθέμενη ραδιοφωνική και όχι τηλεοπτική συνέντευξη ενός υπουργού, άρα όλα γίνονται μακριά απ' τα μάτια των ακροατών.

Την Παρασκευή 26/3, την προηγούμενη δηλαδή από την έναρξη των γυρισμάτων της ταινίας, περάσαμε με τον Χρήστο από το σπίτι του Χρόνη Τζήμου προκειμένου να μας σενιάρει μαλλιά και γένια. Στον Χρήστο έκανε πιο πολλή δουλειά, εμένα απλά τριμάρισε τα γένια μου, διότι ένας πολιτικός και ένας δημοσιογράφος, αμφότεροι διεφθαρμένοι, δεν μπορούν να μη μοιάζουν σικάτοι. Ο Χρόνης είναι αυθεντία στα μαλλιά των ηθοποιών και δεν είναι τυχαίο που δουλεύει ακατάπαυστα στο χώρο τα τελευταία 33 χρόνια. Θυμίζω πως είχαμε συνεργαστεί πίσω στο 2012, όταν μεταμόρφωσε τη Λουκία Μιχαλοπούλου σε alter ego της Κατερίνας Γώγου για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ μου. Κάτι μου λέει πως με τον Χρόνη θα ξανασυνεργαστούμε πολύ σύντομα σε μία ιδιαίτερη σκηνή στο καινούργιο ντοκιμαντέρ μου για τη Μαρίζα Κωχ!
 


Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Θα μας πεθάνετε απ' τα γέλια!

Το είδα και δεν το πίστευα! Αυτό εδώ ήταν να κυκλοφορήσει ως εξώφυλλο με το ΒΗΜΑgazino, αλλά η σάτιρα και η κατακραυγή από τον κόσμο στα social media, τους έκανε ν' αλλάξουν γνώμη! Ο Πρωθυπουργός άραγε, ο κ. Μητσοτάκης, τι θα έλεγε αν έβλεπε αυτό το καρακιτσάτο χάλι; Θα καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι ή θα'χε τα κότσια να ειδοποιήσει και να πει «Παιδιά, το παραγαμήσατε»...Ούτως ή άλλως η κυβέρνηση του τα πάει καλά με όλα τα ΜΜΕ πλην ελάχιστων εξαιρέσεων στην Ελλάδα. Μπράβο, ρε φωστήρες του ΒΗΜΑgazino. Πάντα τέτοια! Κι αν δεν πεθάναμε απ' τον κορονοϊό, θα μας πεθάνετε απ' τα γέλια!

 

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

R.I.P. Θεόφιλος Βανδώρος (1960 - 2021)

Το μαύρο μπλοκ στις διαδηλώσεις έχασε ένα απ' τα καλύτερα παιδιά του. Το ίδιο και οι τέχνες, της υποκριτικής που υπηρετούσε, αλλά και της rock μουσικής που λάτρευε. Νέος, μόλις 61 ετών, πέθανε ο Θεόφιλος Βανδώρος, ο μακρυμάλλης πρωταγωνιστής στο «Τμήμα Ηθών» που βλέπαμε τη δεκαετία του '90. Ανατρέχω τώρα σε εκείνη την πορεία για τον Ζακ Κωστόπουλο, την πρώτη ίσως που είχε γίνει. Ήμασταν με την Πάολα Ρεβενιώτη και τη Μυρσίνη Λοΐζου. Ο Θεόφιλος φώναξε την Πάολα να κάτσουμε μαζί του. «Ξέρεις πόσα χρόνια τον ξέρω; Πολύ καλό παιδί ειν' αυτός» θυμάμαι τα λόγια της Πάολας. Πάω ακόμα πιο πίσω, στις αρχές του '90, που ήμουν σπουδαστής στη σχολή κιν/φου και τρώγαμε καμιά φορά παρέα στον «Μπαρμπα - Γιάννη» και στον «Πειναλέοντα» στα Εξάρχεια με τον Βανδώρο, τους Magic de Spell, τον Κορδέλλα και τον Ταρνανά. Ένας καλλιτέχνης που έμεινε εκτός συστήματος, πραγματικά όμως, ευγενής και πράος άνθρωπος, απ' ότι έδειχνε. Πολύ με στενοχώρησε η είδηση του θανάτου του...

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

Καθ' οδόν για κινηματογραφικά γυρίσματα μέσω radcast και interviews

Τώρα που μπαίνει η άνοιξη και τα λουλούδια ανθίζουν (που λέει και το τραγούδι), η καραντίνα καταντά ανυπόφορη. Καραντίνα δηλαδή για όλους όσοι δεν παίρνουμε σβάρνα τις πλατείες και τα πάρκα, όχι από φόβο, αλλά γιατί δεν έχουμε διάθεση να το κάνουμε. Κι έτσι καθόμαστε μέσα, βλέπουμε λίγο τηλεόραση, ακούμε λίγο μουσική χωρίς καμία ιδιαίτερη προσήλωση και περισσότερο γυρνάμε στα social media. Για μένα έπεσε πολλή δουλειά παραδόξως. Δεν αναφέρομαι στα έντυπα, με τη μία συνέντευξη που κάνω κάθε εβδομάδα για το κυριακάτικο Documento, αλλά στην πλατφόρμα radcast που θα βγει στον αέρα στις 15 Μαρτίου και, κυρίως, στα κινηματογραφικά. Για τις ανάγκες της radcast συνεχίζεται ο κύκλος των συνεντεύξεων μου με καλλιτέχνες σαν τη Νατάσσα Μποφίλιου, τη Γιώτα Νέγκα, τον Σταύρο Σιόλα, τον Στέφανο Κορκολή, την Κατερίνα Μακαβού, τον Νίκο Ξυδάκη και πιο πρόσφατα με τη Ρίτα Αντωνοπούλου.

Πολύ με συγκίνησε η Αντωνοπούλου. Είναι η δεύτερη καλλιτέχνιδα που μου εξομολογείται δημόσια σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική της ηλικία μετά τη συγκλονιστική συνέντευξη της Τάνιας Τσανακλίδου πριν από μερικές εβδομάδες. Στη συζήτηση μας δε μπορούσαμε ν' αφήσουμε εκτός τον μέντορά της, Θάνο Μικρούτσικο, την κοινή τους δισκογραφία, καθώς και τον επερχόμενο δίσκο της μαζί με τον πιανίστα Θοδωρή Οικονόμου, που κυκλοφορεί σε διπλό βινύλιο από το ogdoo. Στο todoloft studio βρέθηκε και η Θεανώ, η εξαίρετη φωτογράφος, η οποία έβγαλε μερικές ωραιότατες φωτογραφίες. 


Η υπόλοιπη δουλειά μου για τη radcast έχει να κάνει με μια σειρά παραμυθιών που σκηνοθετώ με τη φωνή της Λένας Πλάτωνος στην αφήγηση, αλλά και πολλούς ηθοποιούς ή τραγουδιστές που περνάνε από το στούντιο και ενσαρκώνουν τους χαρακτήρες των παραμυθιών (Σωτήρης Καρκαλέμης, Βασίλης Γισδάκης, Βασίλης Ασημάκης Σοφία Αρβανίτη, Δημήτρης Τσίκλης, Νίκος Παπαγιάννης) Μέχρι στιγμής έχουμε γράψει τέσσερα παραμύθια του ιατρού - συγγραφέα Νεκτάριου Ντουντουλάκη, ένα του γνωστού στιχουργού Δημήτρη Λέντζου κι άλλο ένα της Κατερίνας Κωνσταντίνου. Επιμελούμαι επίσης μία σειρά ethnic ιστοριών τρόμου που έχουν ήδη διαβάσει ηθοποιοί, όπως η Νίκη Σερέτη, ο Αποστόλης Μαλεμπιτζής, ο Σωτήρης Καρκαλέμης, ο Γιώργος Καρκάς κ.α. Είναι μία πρωτότυπη ιδέα που είχε ο Λουκάς Καρνής με σκοπό τα τρομαχτικά αυτά αναγνώσματα να ανεβαίνουν στη radcast μία φορά τη βδομάδα ακριβώς στις 12 τα μεσάνυχτα! 

Στα κινηματογραφικά τώρα, δεν πάνε πολλές εβδομάδες που μου τηλεφώνησε ο ηθοποιός Χρήστος Στέργιογλου και μου πρότεινε να συμπρωταγωνιστήσουμε σε μία μικρού μήκους ταινία που γράφουν και σκηνοθετούν ο Ταξιάρχης Δεληγιάννης και ο Βασίλης Τσιουβάρας. Καταρχάς δεν θα μπορούσα να αρνηθώ στον Στέργιογλου, που τον εκτιμώ πολύ και που τον γνωρίζω όχι μόνο από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου, αλλά και από τους Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι. Μου έστειλαν τα παιδιά το σενάριο, το διάβασα, το βρήκα εξαιρετικό για την ακρίβεια, στο μεταίχμιο μαύρης κωμωδίας και πολιτικής ταινίας, οπότε η πρώτη ανάγνωση έγινε ομαδικά, την περασμένη εβδομάδα, στο σπίτι του Στέργιογλου. 

Στο σενάριο οι δύο ήρωες βρίσκονται στην ηλικία των 60 ετών ο ένας και των 40 ετών ο άλλος. Ο πρώτος είναι ένας διεφθαρμένος υπουργός Υγείας και ο άλλος ένας εξίσου διεφθαρμένος δημοσιογράφος που του παίρνει συνέντευξη. Μας πάει δηλαδή ηλικιακά με τον Χρήστο, πόσο μάλλον που εγώ στην ουσία θα υποδυθώ τον εαυτό μου - έναν δημοσιογράφο, αλλά ευτυχώς όχι διεφθαρμένο...Νομίζω πως θα πάει πολύ καλά η ταινία αυτή κι αν όλα πάνε όπως τα θέλουμε, ο Γιώργος Μητρόπουλος θα μας δώσει το στούντιο του Μεταδεύτερου ώστε να κάνουμε άνετα τη δουλειά μας, κάτι που μεταφράζεται σε δύο ολοήμερα γυρίσματα.
Σε λίγες μέρες, στις 15/3, θα ξέρουμε πότε θα ξεκινήσω γυρίσματα και για το ντοκιμαντέρ - πορτραίτο «Μαρίζα Κωχ - Fata Morgana». Η συνθήκη αλλαγής παραγωγού, που έπρεπε να προχωρήσω, καθυστέρησε λίγο την υπογραφή για την καταβολή της πρώτης χρηματοδοτικής δόσης ώστε να ξεκινήσει η ταινία. Με τον Δημήτρη Θεοδωρόπουλο, τον μόνιμο συνεργάτη μου, που κλείνουμε φέτος 20 χρόνια συνεργασίας, τα έχουμε όλα έτοιμα. Θα είμαστε ένα μίνι συνεργείο, εφόσον λόγω κορονοϊού απαγορεύεται η πολυκοσμία και στα κινηματογραφικά γυρίσματα. Θα είμαστε, για την ακρίβεια, εγώ, ο Δημήτρης στην κάμερα και στη διεύθυνση φωτογραφίας, καθώς και ο Τεό ή die Arkitekt στην ηχοληψία. Εύχομαι το επόμενο post στα Άσματα και Μιάσματα να έχει να κάνει με τα γυρίσματα, είτε της ταινίας των Δεληγιάννη - Τσιουβάρα, είτε της δικής μου για την Κωχ.

Ο Έκτορας Λυγίζος μιλάει στο Docville με το Documento της Κυριακής 7/3

- Η κακοποίηση, όταν εγώ μπήκα στο θέατρο, υπήρχε σε πολύ μεγάλο βαθμό με την έννοια ενός καθεστώτος: Μία θεοποίηση της ίδιας της παράστασης ή του θεάτρου ως κάτι υπερβατικού, πάνω από μας, που μόνο μέσα από συγκρουσιακές διαδικασίες θα οδηγήσει σε κάτι.
 
- Το «γιατί τώρα;» που ακούστηκε ευρέως έχει την αιτία του σ' ένα σύστημα που προστατεύει πολύ καλά την εξουσία και καθιστά αδύνατο το να μιλήσεις. Εγώ θεωρώ ότι έχει ξεφύγει το θέμα της αλαζονείας σε σχέση με την εξουσία μαζί με όλο αυτό το αφήγημα των Αρίστων.
 
- Το να λέμε ότι η κοινωνία έτσι συντηρητικοποιείται, μοιάζει με μετατόπιση της κουβέντας: Υπό το φόβο, ας πούμε, να μη μειωθεί η αξία του φλερτ, δεν μιλάμε για την κακοποίηση. Η κακοποίηση απέχει άπειρα χιλιόμετρα απ' το φλερτ.
 
* Ο Έκτορας Λυγίζος, σκηνοθέτης και ηθοποιός, διαχώρισε τη θέση του από τη στήριξη προς την υπουργό Πολιτισμού των συνεργατών του, Μιχαήλ Μαρμαρινού και Γιώργου Κουμεντάκη. Μαζί με τον Λυγίζο, τη δήλωση του συνυπογράφουν άλλοι πέντε ηθοποιοί εργαζόμενοι αυτόν τον καιρό σε μία παραγωγή της ΕΛΣ. Η συνέντευξη του δημοσιεύεται στο Docville με το αυριανό Documento της Κυριακής 7 Μαρτίου.

 

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Άσ' τα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα...


Η μεγαλύτερη απώλεια για μένα μέσα στο 2020 ήταν αυτή των...μαλλιών μου. Ευτυχώς όχι σε δραματικό επίπεδο, αλλά ένα «φεγγαράκι» το έκανα στην κορυφή κι αυτό το συνειδητοποίησα όταν με είδα στα πλάνα του Τηλεμαραθώνιου Αλληλεγγύης την περασμένη Κυριακή. Δηλαδή εδώ και καιρό το'χα δει, όταν η συνεργάτιδα μου, Αγγελική Παπαϊωάννου, φωτογράφιζε και μένα μαζί με τους συνεντευξιαζόμενους μου. Έλεγα αρχή είναι, δεν πρόκειται να καραφλιάσουμε κιόλας τόσο γρήγορα, αλλά ως φαίνεται η κατάσταση προχώρησε. Και για να εξηγούμαι: Μπορώ να ανεχτώ οτιδήποτε στραβό πάνω μου, τα πάντα! Τα πάντα εκτός απ' τη φαλάκρα, που ως λέξη ακούγεται χειρότερη κι απ' την καράφλα, πού'χει μια γερή δόση καφρίλας. Το παράδοξο είναι πως δεν χάνω τρίχες, δεν τις έβλεπα ούτε στο μπάνιο, μα ούτε και στο μαξιλάρι. Η αραίωση επήλθε σε φυσιολογικά πλαίσια λόγω της ηλικίας, αφού τον Φλεβάρη γίνομαι 47 ετών, καλά νά'μαστε. Σκέφτηκα να πάρω βιταμίνες, όπως έκαναν πολλοί φίλοι και, μάλιστα αρκετά νεότεροι μου, για να μη χάσουν τα μαλλιά τους. Μάλλον δεν θα μου πρόσφεραν και πολλά πράγματα, τουλάχιστον για τον πανικό που μου δημιούργησε η ίδια η εικόνα μου. Έτσι, τ' αποφάσισα και μέσα στον Ιανουάριο, τώρα που είναι νωρίς, θα ξεκινήσω θεραπεία εμφύτευσης, είτε με φύτρες, είτε μέσω των ιχνοστοιχείων του αίματος μου - όπως καταλαβαίνει κανείς, φρόντισα να το ψάξω το θέμα. Η συγκεκριμένη θεραπεία θα κοστίσει, αλλά εδώ έφτιαξα πριν τρία χρόνια τα δόντια μου κι έδωσα δυόμισι χιλιάρικα, δεν θα το κάνω για να σώσω τα μαλλιά της κεφαλής μου, που ήταν και ο μόνιμος εφιάλτης μου; Νομίζω πως θα με αναλάβει ο ιατρός Νεκτάριος Ντουντουλάκης, που είναι ένας απ' τους καλύτερους πλαστικούς χειρουργούς, ειδικευμένος - μεταξύ άλλων - στην αποκατάσταση του τριχωτού της κεφαλής. Πιθανώς κάποιοι να γελάνε διαβάζοντας τις γραμμές αυτές, να λένε «Της κοντής ψωλής της φταίνε οι κοντές οι τρίχες», για μένα όμως το θέμα είναι σοβαρότατο και ομολογώ πως με έριξε σε μία μελαγχολία την τελευταία εβδομάδα. Στην τελική, δικαίωμα μου είναι να κάνω ότι θεραπεία γουστάρω - και βυζιά να βάλω, και ουρά που λέει ο λόγος, δεν θα απολογηθώ σε κανέναν. Ο καθένας κάνει όπως νιώθει ότι θα φαίνεται καλύτερα στον ίδιο του τον εαυτό και μετά στους άλλους. Επομένως, δουλειά δεν είχαμε - δουλειά αποκτήσαμε με αίσια, θέλω να πιστεύω, αποτελέσματα. Ευτυχώς μόνο στην κορυφή εντοπίζεται το πρόβλημα και όχι στους κροτάφους ή στο μπροστινό μέρος που είναι όλο καινούργιες φύτρες. Δεν ξέρω κιόλας μήπως πρέπει να το αφήσω να προχωρήσει κι άλλο ώστε να ξεκινήσει λίγο αργότερα η θεραπεία. Πάντως, θα το κάνω! Και το ότι ήδη βρήκα έναν καλό γιατρό, που αυτό είναι το αντικείμενο του, με γεμίζει χαρά και αισιοδοξία.  

Η Νατάσσα Μποφίλιου κλείνει τον κύκλο των συνεντεύξεων μου για το 2020.


Η τελευταία συνέντευξη που δημοσιεύω μέσα στο 2020 είναι αυτή με την ερμηνεύτρια Νατάσσα Μποφίλιου. Πραγματοποιήθηκε πριν ένα μήνα για τις ανάγκες των δικών μου podcasts που θα βγουν στον αέρα μέσα στον Ιανουάριο στην ολοκαίνουργια διαδικτυακή πλατφόρμα radcast.gr - ουσιαστικά απομαγνητοφώνησα και μετέφερα στο χαρτί την εκπομπή που κάναμε με τη Μποφίλιου. Αφορμή ήταν, βέβαια, η κυκλοφορία του άλμπουμ «Η εποχή του θερισμού», για μένα ο δίσκος της χρονιάς μαζί με τη «Γιορτή στα σπίτια» του Σταμάτη Κραουνάκη. Ως την εκπνοή του χρόνου θ' αναρτήσω εδώ όλα τα πρόσωπα που αξιώθηκα να συνεντευξιαστώ μαζί τους μέσα στο, κατά τα άλλα επάρατο, 2020.