Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

στο ζεστό τοπίο των ματιών-στη ζεστή χώρα-παιδιά με προτομές στα γόνατα-κρατούν το χώμα τους

Κάπου εδώ θα είναι
και ο δικός μου νεκρός.
Κάποτε τού είχα χαρίσει τη ζωή.
Δεν ήθελε να ζήσει όμως.
Δεν είμαι αυτός που νομίζεις είχε πει.
Κι εγώ σ' αυτόν που δεν ήταν ποτέ
προσθέτω ένα σταυρό
και κάποιες αποχρώσεις αίματος...
ΧΑΜΕΝΟΙ μέσα στους ίσκιους φτάναμε στην
πόλη με τους κτισμένους κήπους. Πολύχρωμα
τα νέα λογοτεχνικά έργα προβάλλονταν γύρω
και στα διαλείμματα οι κολυμβητές και οι κο-
λυμβήτριες περνούσαν. Χειροκροτούσαν ενώ
μεγάλα πουλιά στις οροφές τίναζαν με δύναμη
τα φτερά τους. Το αρμονικό τους βλέμμα και οι
χειρονομίες ερμήνευαν την πόλη.
Γιατί τα πολύ μικρά πουλιά
κρύβουνε ντροπιασμένα το κεφάλι στα φτερά
μόλις πάω να τους μιλήσω;...
Γιατί τα όνειρα δε με πλησιάζουνε πιά
και στέκουνε μακριά
παράμερα τρομαγμένα;
Μήπως τα όνειρα είναι από ύλη είναι φθαρτά
και τους φοβούνται τους πεθαμένους;
Τη Δευτέρα τον βρήκαν ξαπλωμένο
στην άκρη του κενοτάφιου να βήχει
με μάτια ανοιχτά
γεμάτα παγωμένα αστέρια...
Εκείνες οι μέρες ήταν νύχτες. Κοιτώντας τον ουρανό. Δεν
ξέρω κανένα αστέρι. Μ' αρέσει να τα κοιτάζω. Όπως τους
αγνώστους. Στο δρόμο. Με λίγη ενοχή. Λίγη θλίψη. Κι ένα
χαμόγελο. Κρυφό. Δε σταμάτησες λεπτό. Όλο σε μια
κίνηση. Ήσουν! Τρόμος και αναμονή. Τι μου ζητάς; Έχω;
Θέλω. Τα χαλάσματα. Που μου' δειξες. Τα ξέρω. Από άλλη
ιστορία. Γι' αυτό με συνάντησες. Συνένοχοι στον ίδιο φόβο.
Λοιπόν; Στα πόσα ποτήρια σωπαίνεις εσύ;
Εκείνες οι μέρες ήταν ήσυχες. Μέσα στον πανικό τους.
Μετά. Άλλαξες. Έγινες εσύ.
Κρύσταλλα, νίκελ και χρώματα
περιοδικά εικονογραφημένα
όλα γυαλιστερά
γυαλιά μαλλιά γυαλένια κι η έννοια
που βρέθηκα εδώ, μαδώ τη θύμηση
της λεωφόρου, χώρου απόσπασμα
φάσμα της πόλης ατσάλινο
κανένα γέλιο παιδικό
στείρε κόσμε παράκοσμε
κάθουμ' εδώ και βλέπω
γυαλιστερά γυαλιά μαλλιά γυαλένια, θάνατε.
Τριαντάφυλλα στις ονομαστικές εορτές των ανθρώπων, κόκκινα γαρίφαλα στις τελευταίες κατοικίες τους. Ευχαριστώ τον ποιητή Λίνο Ιωαννίδη που πέρασε σήμερα, αυτό το άχαρο, μονότονο και μελαγχολικό Σάββατο, και πήγαμε παρέα εκεί που ήθελα από καιρό να ξαναβρεθώ. Σαν να ακούσαμε από τα έγκατα της γης φωνή ήρεμη να διαβάζει Ρίτσο. Κοιταχτήκαμε. Δεν ήταν Ρίτσος, ούτε η φωνή του δικού μας νεκρού που εξακολουθεί ν' ακούγεται. Δυο τάφους παραδίπλα, μια μάνα αποχαιρετούσε το 16χρονο κορίτσι της με τα πιο ποιητικά λόγια που θα μπορούσαν να βγουν από ανθρώπου χείλη.
* το post περιλαμβάνει ποίηση των Νανάς Ησαΐα, Λίνου Ιωαννίδη, Κατερίνας Γώγου, Γιώργου Βέη, Στέλλας Βλαχογιάννη και Ζήση Οικονόμου.

1 σχόλιο:

BOSKO είπε...

Αυτό που ζητάς πλέον δε μπορεί να γίνει, μια και ποτέ δεν κρατάω σχόλια που διαγράφω.
αλλά να σου πω, τραβάς κάνα ζόρι με την πάρτη μου; Έστειλες τις νουθεσίες σου την πρώτη φορά κι αφού είδες ότι όχι μόνο δεν έπιασαν, αλλά μ' εκνεύρισες αφάνταστα κιόλας, συνεχίζεις μέχρι τώρα.
δεν έχω καμία διάθεση διένεξης ή γνωριμίας προσωπικής μαζί σου.
και θα σε παρακαλούσα να μην με ξαναενοχλήσεις.
αν σπάζεσαι με το οτιδήποτε εδώ μέσα, απλώς κάνεις ένα κλικ και σκοτώνεις αλλού και αλλιώς την ώρα σου.
ελπίζω να έγινα κατανοητός.