Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΟΝΑ "ΤΟ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ ΣΕΒΑΣ ΧΑΝΟΥΜ" ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΕΥΜΕΝΙΣΟΥΜΕ ΤΗ ΣΦΙΓΓΑ...

Ο Γιώργος Χρονάς είναι μια μοναδική περίπτωση στα νεοελληνικά γράμματα. Μοναχικός και ξένοιαστος καβαλάρης της ποίησης και των τραγουδιών. Μοναχικός διότι είναι ο μόνος ίσως που αποσκοπεί και καταφέρνει να αποσπά την ποιητικότητα από τη, φαινομενικά ασήμαντη, καθημερινότητα: τίτλοι με ψηλά γράμματα στις εφημερίδες, ένα ραδιόφωνο παλιό πάνω σε οικειακό ψυγείο, μια ψάθινη καρέκλα σ' ένα θερινό κινηματογράφο που προβάλλει λούπα τις ταινίες του Παζολίνι. Διότι, ακόμη, επιμένει να παράγει και να πουλάει- αν θέλετε- μιαν υγιή τέχνη, καθισμένος πάντα στο γραφείο του της οδού Πανός, μεταφέροντας άτυπα και μυστήρια την folk Πλάκα μέσα στην καρδιά των πολύβουων Εξαρχείων. Όποιος τον έχει δει στον ταπεινό εκδοτικό- δισκογραφικό του οίκο θα συμφωνήσει πώς ομοιάζει με βασιλιά καθισμένο στο θρόνο του. Ένας βασιλιάς περίεργος, εφόσον το κεφάλι του ίσα που φαίνεται από τις στοίβες των βιβλίων και των CDs...τα πρόσωπα του Τζέιμς Ντιν, του Τζιμ Μόρισον, των Beatles, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Μάνου Χατζιδάκι, της Φλέρυς Νταντωνάκη, του Γιώργου Χειμωνά, του Τσεζαρε Παβεζε, της Αλίκης Καγιαλόγλου, του Νικόλα Άσιμου...για όλους αυτούς τους λόγους ακριβώς τον χαρακτηρίζω και ξένοιαστο...δεν έχει ανάγκη των χορηγών ο Χρονάς για να παράξει την τέχνη του...δε θα δείτε τα βιβλία του δώρο μαζί με σακ-βουαγιάζ ή και μαγιό σε κυριακάτικες εφημερίδες...αντιθέτως, θα τα βρείτε στους πάγκους λαϊκών εφημεριδοπώλων πέριξ της Ομόνοιας, διασχίζοντας την Πανεπιστημίου ή την Ακαδημίας, να προφυλάσσονται με διάφανους μουσαμάδες από την απροσδόκητη πλέον νεροποντή μιας Τετάρτης...Αυστηρός και ακριβοθώρητος είναι ο Χρονάς επίσης εκεί που πρέπει. Τον θυμάμαι στα γυρίσματα μιας ανολοκλήρωτης ακόμη σειράς ντοκιμαντέρ για το λαϊκό ελληνικό τραγούδι να ξιφουλκεί με εξαιρετικά ήρεμο ύφος για την κατάντια των δημοσιογραφίστικων τηλεοπτικών υποκειμένων...να αποκαλεί τενεκέδες ξεγάνωτους τους δημοσιογράφους, που προωθούν ότι πιο ευτελές μας κατακλύζει...να ταυτίζει τον Καθολικό Ναό και τους περιθωριακούς ήρωες του Παζολίνι με τα Άσπρα Χώματα της παλιάς Κοκκινιάς και τον, επίσης καθολικό στο θρήσκευμα, Μάρκο Βαμβακάρη...Ο Χρονάς, τέλος, κατέχει ένα πολύ σπουδαίο κομμάτι στην υπόθεση ελληνικός στίχος: Γιάννης Μαρκόπουλος, Μάνος Χατζιδάκις, Λάκης Παπαδόπουλος (με Τα Ψηλά Ρεβέρ, τότε), όπως και νεότεροι, Γιώργος Ανδρέου, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Γιώργος Καζαντζής κ.α. Είναι ο μοναδικός Έλληνας στιχουργός που οι στίχοι του ερμηνεύθηκαν από τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τον ίδιο τον Χατζιδάκι.Που φαίνεται να ζει απομονωμένος και τόσο ευτυχής τελικά μέσα σ' ένα αδιόρατο ποιητικό σύμπαν, ζωγραφισμένο από την παλέτα του Γιάννη Τσαρούχη, φτιασιδωμένο από τις πενιές του Βασίλη Τσιτσάνη και έτοιμο να καταρρεύσει από τις κραυγές υπαρξιακού άλγους της Κατερίνας Γώγου.Δεν καταρρέει, όμως!

Το ολοκαίνουργιο βιβλίο του Γιώργου Χρονά και της Οδού Πανός του εδώ και μερικές εβδομάδες έχει δοθεί στην κυκλοφορία. Τίτλος του:Το μονόπρακτο Σεβάς Χανούμ, μεταφορά σε θεατρικό μονόπρακτο για δύο ηθοποιούς από τη συνάντηση που είχε με την αδικημένη ερμηνεύτρια του εγχώριου μας ρεμπέτικου αντεργκράουντ, λίγο προτού αυτή φουμάρει για τελευταία φορά τα Άνθη του Κακού, βγει από το Κο Κο Σανέλ συνολάκι της και αναχωρήσει για το Άλφα του Μεγάλου Κυνός. Και όχι μόνο!Τα λέει πολύ καλύτερα ο ίδιος στο οπισθόφυλλο της έκδοσης...Τρεις γυναίκες, τρία αναγεννησιακά πορτραίτα:η Λούλα Αναγνωστάκη, η Λένα Πλάτωνος, η Μαλβίνα Κάραλη. Τρεις τραγουδίστριες: η Σεβάς Χανούμ, η Λευκή- Μπλανς Μπέμπα, η Γιώτα Γιάννα. Κι ένας δημοσιογράφος, διαβάτης της νύχτας, που τους κερνάει νερό στο άδειο ποτήρι τους. Κι αυτές πίνουν αχόρταγα, γιατί διψούν, προσπαθούν να εξευμενίσουν τη Σφίγγα, που βγαίνει τις νύχτες πάνω στις πέτρες και μας βρίζει- άγρια τραγουδίστρια, την αναφέρει ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα Τύραννο...και ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι τη δείχνει στον δικό του Οιδίποδα, θα πρόσθετα εγώ, ντυμένη με εκείνο το τερατώδες παγανιστικό κοστούμι.Συνεχίζει ο ποιητής...Στο τέλος, η περίφημη Γυναίκα της Πάτρας, εμφανίζεται στο προσκήνιο και διηγείται την ιστορία της χωρίς φόβο. Δεν μπορείς εύκολα να εισέλθεις σ' αυτό το θνησιγενές αλλόκοτο σύμπαν, γιατί φρουρά στέκει στην είσοδο με το μάτι άγρυπνο. Σηκώθηκε παράξενος άνεμος.Πανσέληνος...
Διαβάζω την αφιέρωση στο βιβλίο που έχω στα χέρια μου αυτή τη στιγμή:στον Αντώνη ελπίζοντας να εξευμενιστεί η Σφίγγα, Γιώργος Χρονάς, Αθήνα 17 Οκτ 2007...τον ευχαριστώ εκ βαθέων...και για την αφιέρωση και για το ανάγνωσμα στο σύνολο του...περάστε από την Οδό Πανός ή απλά περιπλανηθείτε στους αθηναϊκούς δρόμους...η βροχή είναι συχνή τον καιρό αυτό...τότε μόνο θα βρείτε μπροστά στα μάτια σας σε ανύποπτη στιγμή το Μονόπρακτο Σεβάς Χανούμ...κι αν είστε τυχεροί ή καλές ψυχές ίσως εξευμενίσετε και τη δικιά σας Σφίγγα...έτσι το ήθελε ο ποιητής...

1 σχόλιο:

George Holiastos είπε...

ΜΑΡΙΑ (μονόπρακτο)

Γιώργης Χολιαστός

Copyright: PAu 2-024-743
Τόπος: χωριό, καφφενείο
Χρόνος: 1973 μ Χ.
Πρόσωπα του έργου:
Καφετζής
Στρατιώτης
Ντίνος (χωρικός, φίλος της Μαρίας)
Μαρία
Ο σύζυγος (χωρικός, φίλος της Μαρίας)
Η σύζυγος (γυναίκα του)
Στάθης (χωρικός, φίλος της μαρίας)


Το εσωτερικό του καφενείου ενός χωριού με τραπεζάκια και καρέκλες. Στον τοίχο κορνίζες με φωτογραφίες λουλουδιών. Όταν ανοίγει η αυλαία, ο καφετζής ετοιμάζει τον καφέ του στρατιώτη, ρίχνοντας κάθε τόσο βλέμματα φοβισμένα προς αυτόν. Ο στρατιώτης με τη στολή του, φρεσκοξυρισμένος. Ένα πιστόλι κρέμεται στο δεξί μέρος της μέσης του. Είναι απασχολημένος να γυαλίζει με το δεξί μανίκι του χιτωνίου του τα κουμπιά της στολής του, που ήδη όμως λάμπουν.

ΚΑΦΕΤΖΗΣ (ΚΑΦ)
Έτοιμος ο καφές…
(Τον σερβίρει. Ο στρατιώτης αφήνει αποφασιστικά το γυάλισμα των κουμπιών και πίνει μια γουλιά. Ξινίζει τα μούτρα του)

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (ΣΤΡ)
Πολύ γλυκός!

ΚΑΦ
(στενοχωρημένος)
Πώς έγινε αυτό…κι αφού μού είπατε να προσέξω…θα φτιάξω άλλον (περιμένει την αντίδραση του στρατιώτη, όμως εκείνος παραμένει ανέκφραστος. Αυτό ο καφετζής το ερμηνεύει σαν επιθυμία για καινούργιο καφέ, παίρνει το φλιτζάνι και πηγαίνει προς τον πάγκο)

ΚΑΦ
Σ’ ένα λεφτό είναι έτοιμος.
(Ο στρατιώτης σηκώνεται και κάνει βόλτες μέσα στο καφενείο, κυττάζοντας τις εικόνες που κρέμονται στον τοίχο. Κυττάζει το ρολόϊ του. Στρέφει προς τον καφετζή)

ΣΤΡ
Η ώρα είναι δέκα. Τι ώρα θαρθεί;

ΚΑΦ
Όπου να ’ναι θα ’ρθει. Αλλά δεν έχει κανονική ώρα. Άλλοτε ξυπνάει αργά, άλλοτε νωρίς.

ΣΤΡ
Βέβαια. Το καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό. Εξαρτάται με ποιον πέρασε τη νύχτα και τι ώρα κοιμήθηκε. Ένα χαμένο κορμί όπως αυτή δεν μπορεί να έχει ταχτικό ωράριο. Στην πόρτα της είδα ένα σημείωμα. Έγραφε: «Γλύκα έρχομαι. Περίμενε.»
(γκριμάτσα)
Άκου «γλύκα»…για ποιον το έγραψε;

ΚΑΦ
Για όλους. Δηλαδή για όποιον πάει στο σπίτι της να την ζητήσει.

ΣΤΡ
Κι αν πάει κάποια γυναίκα; Κι αν πάει ένας αξιοπρεπής άνθρωπος όπως εγώ;

ΚΑΦ
Δεν πάνε γυναίκες ποτέ. Όσο για τους άντρες, για τη Μαρία όλοι ίδιοι είναι. Γι αυτήν δεν υπάρχουν αξιοπρεπείς και όχι αξιοπρεπείς.

ΣΤΡ
Μπορώ να το καταλάβω καλά αυτό. Μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά αυτό.
(ο καφετζής φέρνει τον καφέ.. Ο στρατιώτης πλησιάζει στο τραπέζι και πίνει μια γουλιά)
Καλός.

ΚΑΦ
(ικανοποιημένος)
Δόξα το θεό.
(πηγαίνει στον πάγκο)

ΣΤΡ
Δε βλέπω καμμία φωτογραφία του πρωθυπουργού μας εδώ. Δεν μπορούσες να βάλεις μία; Ή είσαι κι εσύ μήπως εναντίον του Στρατού;

ΚΑΦ
(αυθόρμητα, με αγανάκτηση)
Εγώ έβαλα, αλλά οι πελάτες μού είπανε πως αν δε τη βγάλω δε θα ξαναπατήσουν εδώ μέσα. Τι να έκανα πια;
(δείχνει στον τοίχο)
Να, εκεί ήτανε.

ΣΤΡ
Αχάριστοι άνθρωποι!.. Τόσα καλά έκανε η κυβέρνηση γι αυτούς.
(Πίνει. Μπαίνει ο Ντίνος χτυπώντας τα χέρια του για να ζεσταθεί)

ΝΤΙΝΟΣ (ΝΤΙ)
Καλημέρα Φίλιππα.
(Βλέπει τον στρατιώτη στο διπλανό τραπεζάκι και του γυρίζει την πλάτη επιδεικτικά)
Κάνε μου ένα σάντουιτς

ΚΑΦ
Τα συνηθισμένα;

ΝΤΙ
Ναι. Και μπόλικο κασέρι.
(Ο στρατιώτης όλο αυτό το διάστημα παρακολουθεί με το βλέμμα το Ντίνο και δείχνει φανερά ενοχλημένος από τη στάση του απέναντί του)

ΣΤΡ
Θα μπορούσες να πεις καλημέρα και σε μένα…

ΝΤΙ
(Κυττάζοντας προς το στρατιώτη)
Χαιρετάω όποιον θέλω. Νομίζω είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω-ή όχι;

ΣΤΡ
Ό,τι θέλατε κάνατε με την κυβέρνηση την πολιτική. Σήμερα κυβερνάει ο Στρατός και θα γίνεται ό,τι εκείνος διατάξει. Ο πρωθυπουργός μας έχει σε δύο ομιλίες του υπογραμμίσει τη μεγάλη σημασία που αποδίνει η κυβέρνησή μας στην ευγενική συμπεριφορά των πολιτών μεταξύ τους.

ΝΤΙ
Είμαι ευγενικός με όσους δεν κρατάνε όπλο. Όσοι κρατάνε όπλο μετράνε την ευγένεια για δουλοπρέπεια.

ΣΤΡ
Είναι μέσα στα καθήκοντά μου να κρατάω όπλο. Και αυτή την ώρα βρίσκομαι σε αποστολή. Είναι άσχημο να κάνει κανείς τη δουλειά του; Εσύ δεν κάνεις κάποια δουλειά;

ΝΤΙ
Κάνω τη σωστότερη δουλειά που υπάρχει. Καλλιεργώ τη γη και τρέφομαι με τους καρπούς που μου δίνει ποτισμένη με τον ιδρώτα μου.

ΣΤΡ
Ώστε σωστή είναι μόνο η δουλειά σου…και τι έχεις να πεις για τους στρατιώτες; Ποιος θα υπερασπίσει την πατρίδα δίνοντας το αίμα του για να μπορείς εσύ να οργώνεις το χωράφι σου
(μιμείται τη φωνή του Ντίνου)
και να τρέφεσαι με τους καρπούς του;
(συνεχίζοντας με την κανονική φωνή του)
Θα πρέπει εγώ να μη σε χαιρετάω επειδή κρατάς το αλέτρι σου-το εργαλείο της δουλειάς σου;
(Ο καφετζής φέρνει το σάντουιτς διπλωμένο, το αφήνει στο τραπέζι και παρακολουθεί ανήσυχος τη συζήτηση)

ΝΤΙ
(Σηκώνεται να φύγει. Στο στρατιώτη)
Το αλέτρι δε σκοτώνει και τα όπλα σας είναι καλά μόνον όταν στρέφωνται εναντίον του εχθρού και όχι εναντίον του λαού μας.

ΚΑΦ
Ντίνο, δε μιλάνε έτσι σ’ έναν εκπρόσωπο της κυβερνήσεώς μας.
(Εκμεταλλευόμενος μια στιγμή που ο στρατιώτης δεν τον κυττάζει, κάνει νόημα στον Ντίνο να υποχωρήσει.)
Γιατί ένας στρατιώτης αυτό είναι. Αντιπροσωπεύει την κυβέρνηση παντού και πάντα. Και αν τώρα δε σε αναφέρει γι αυτά που είπες, αυτό θα είναι απόδειξη της ανοχής που δείχνει η κυβέρνησή μας στους αντίθετους όπως εσύ.

ΝΤΙ
Η κυβέρνησή σας (υπογραμμίζει τι «σας») δεν είναι ανεκτική. Η κυβέρνησή σ α ς είναι έτοιμη να πέσει και γι αυτό κάνει τα στραβά μάτια. Η κυβέρνησή σ α ς έχει χάσει όλα της τα στηρίγματα και δεν έχει δύναμη πια.Αλλιώς τώρα θα ήμουνα δεμένος χεροπόδαρα για ό,τι είπα.

ΣΤΡ
(σηκώνεται και στέκεται δίπλα στον Ντίνο. Δυνατά)
Η κυβέρνηση είναι «μας» και όχι «σας». Και δεν έχει χάσει κανένα στήριγμα. Στήριγμά της είναι η αγάπη όλων των φιλήσυχων πολιτών. Θα σε συνελάμβανα, έχεις δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κατηγορεί την κυβέρνησή μας.
(υπεροπτικά)
Όμως έχω άλλην αποστολή τώρα.
(απειλητικά)
Θα αναφέρω βεβαίως το συμβάν στον κύριο Διοικητή.

ΝΤΙ
Και ο κύριος διοικητής θα σε γράψει στα παλιά του τα παπούτσια.
(με περιέργεια)
Και ποια είναι η αποστολή σου εδώ;

ΣΤΡ
(αυστηρά)
Δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λογαριασμό σε κανέναν. Να είσαι βέβαιος όμως ότι η αποστολή μου θα εκτελεστεί στο ακέραιο όποια και αν είναι.
(Κυττάζει το ρολόι του. Στον καφετζή)
Πού μπορώ να κάνω ένα τηλεφώνημα;

ΚΑΦ
Στο δεύτερο δρόμο αριστερά, στο κουρείο.

ΣΤΡ
Αν έρθει να με περιμένει. Γυρίζω αμέσως.
(βγαίνει)

ΚΑΦ
Τι κάνεις μωρέ; Θέλεις να μου κλείσεις το μαγαζί;

ΝΤΙ
Τι θέλει εδώ αυτός ο φασίστας;

ΚΑΦ
(φοβισμένος)
Σςςςς…
(πηγαίνει ως την πόρτα, κοιτάζει έξω, βεβαιώνεται ότι ο στρατιώτης είναι μακριά, γυρίζει)
Θέλει τη Μαρία.

ΝΤΙ
(έκπληκτος)
Τη Μαρία;
(γελάει αμήχανα)
Τι να την κάνει τη Μαρία;

ΚΑΦ
Ούτε που μου είπε ούτε που τονε ρώτησα. Φαίνεται όμως την ξέρει. Ξέρει πως ξενυχτάει και τι ζωή κάνει.

ΝΤΙ
Και τι μπορεί να ενδιαφέρει την κυβέρνηση τι κάνει η Μαρία; Μυστήριο πράμα. Είσαι σίγουρος πως θέλει τη Μαρία-τη δικιά μας Μαρία;

ΚΑΦ
Υπάρχει άλλη Μαρία Αποστολοπούλου στο χωριό;

ΝΤΙ
(σκεφτικός)
Όχι
(Μπαίνει η Μαρία. Κοντή. Μελαχρινή. Φοράει μαντήλι στο κεφάλι, κάκκινη μπλούζα με βαθύ ντεκολτέ, πράσινη μακριά φούστα. Παπούτσια με στρογγυλεμένη μύτη, κάλτσες μάλλινες, πλεχτές, που φτάνουν μέχρι πάνω από τη μέση της κνήμης. Κρατάει μια μικρή τσάντα. Σ’ όλο το έργο είναι ζωηρή χωρίς να είναι χυδαία, σοβαρή χωρίς να τραγικοποιεί τις καταστάσεις ή να φτάνει στην εκζήτηση. Είναι ειλικρινής. Είναι ελκυστική χωρίς να είναι προκλητική)

ΜΑΡΙΑ (ΜΑΡ)
Γεια χαρά σε όλους.

ΚΑΦ
Γεια σου Μαρία.

ΝΤΙ
Γεια σου Μαράκι.
(φιλιούνται στο στόμα)

ΜΑΡ
Γεια σου γλύκα.
(στον καφετζή)
Γεια σου ντροπαλέ. Πώς έτσι άδειος σήμερα;

ΝΤΙ
(μη δίνοντας την ευκαιρία στον καφετζή ν’ απαντήσει)
Μαράκι τι νταραβέρια έχεις με το Στρατό;

ΜΑΡ
(ξαφνιάζεται. Στον καφετζή)
Σε μένα το λέει;

ΚΑΦ
Σε σένα. Ένας στρατιώτης ήρθε και σε ζητάει.

ΜΑΡ
Πού είναι η γλύκα μου; Έχω καιρό να δω στρατιώτη.

ΝΤΙ
Και πώς το ξέρεις Μαράκι; Οι στρατιώτες γνωρίζονται μόνον ντυμένοι.
(Ο καφετζής χαμογελάει. Η Μαρία γυρίζει απορημένη προς αυτόν.)
Σήμερα δεν τον καταλαβαίνω-τι είπε;

ΚΑΦ
Λέει πως τους άντρες τους βλέπεις χωρίς ρούχα. Πώς θα καταλάβαινες αν είναι στρατιώτες ή όχι;

ΜΑΡ
(Καταλαβαίνει το αστείο και γελώντας πλούσια και από καρδιάς ρίχνεται στην αγκαλιά του Ντίνου και τον φιλάει όπου βρει)
Γλύκα μου…γλύκα μου…γλύκα μου…

ΝΤΙ
(την απωθεί απαλά)
Μαρία τι να θέλει ετούτος; Μου φάνηκε άγριος. Χαζός αλλά άγριος.

ΜΑΡ
Τι μπορεί να θέλει ένας άντρας από μια γυναίκα; Πόσο πρέπει να μεγαλώσεις ακόμα για να το μάθεις;
(κυττάζει γύρω)
Και πού είναι-τος που με θέλει;

ΚΑΦ
Έχει πάει στο κουρείο για τηλέφωνο. Όπου να ’ναι θα ’ρθει.

ΝΤΙ
Μαράκι θα ’μαι στο αμπέλι. Αν χρειαστείς τίποτα φώναξέ με. Δε μ’ αρέσανε τα μούτρα του.
(Δείχνει τη Μαρία στον καφετζή)
Φίλιππα εντάξει;

ΚΑΦ
Εντάξει. Εγώ θα τρέξω, ο ίδιος, να σε φωνάξω αν χρειαστεί.

ΜΑΡ
(στον Ντίνο)
Δε θα χρειαστεί τίποτα γλύκα. Φύλα τη δύναμή σου για το κρεββάτι. Τ’ άλλα τα καταφέρνω μόνη μου.

ΝΤΙ
(Φιλάει τη Μαρία)
Γεια!
(Στον καφετζή, δείχνοντάς του το σάντουιτς)
Γράφτο.
(βΒγαίνει)

ΚΑΦ
(Ανήσυχος)
Τι να σε θέλει Μαρία;

ΜΑΡ
Ε! Ντροπαλούλη! Εμένα θέλει, εσύ γιατί τρέμεις;

ΣΤΡ
Μ’ αυτούς δεν ξέρεις τι γίνεται
(Μικρή παύση)

ΜΑΡ
(Σοβαρά)
Πέρασε ο Στάθης;

ΚΑΦ
Όχι ακόμα. Θέλεις να σου δώσω τίποτα;

ΜΑΡ
Δε θέλω τίποτα.
(Κάθεται. Σιωπή. Σιγοτραγουδάει)
Είπαν της κόρης να γδυθεί
κι έβγαλε το μαντήλι
είπαν της χήρας να γδυθεί
κι ήταν γυμνή ως το δείλι…
Ντροπαλέ!

ΚΑΦ
(Χωρίς ν’ αφήσει το συγύρισμα του πάγκου του)
Ναι…

ΜΑΡ
Ο Στάθης σου χρωστάει;

ΚΑΦ
Και σε ποιον δε χρωστάει. Αλλά εμένα δε με νιάζει. Ούτε κείνον τονε νιάζουνε αυτά που χρωστάει σε μένα. Είναι λίγα. Με τον πρωτευουσιάνο τι γίνεται…αν δεν τον πληρώσει θα του πάρει το χωράφι.

ΜΑΡ
Και πώς το ξέρεις; Μπορεί να του κάνει πίστωση,

ΚΑΦ
Αυτός; Δεν τον ξέρεις καλά.
(Ακούει βήματα. Κυττάζει έξω. Σιγά)
Έρχεται.

ΜΑΡ
(Το πρόσωπό της φωτίζεται)
Ο Στάθης;

ΚΑΦ
Όχι μωρέ, ο στρατιώτης!

ΜΑΡ
Α!
(Φτιάχνεται. Μπαίνει ο στρατιώτης. Κυττάζει τη Μαρία. Στον καφετζή)

ΣΤΡ
Αυτή είναι;

ΚΑΦ
Μάλιστα.
(Ο στρατιώτης πλησιάζει στο τραπέζι που κάθεται η Μαρία και περπατώντας διαγράφει έναν κύκλο γύρω της βλέποντάς την. Εκείνη, στο διάστημα αυτό, στρεφόμενη ανάλογα πάνω στην καρέκλα της παρακολουθεί αμίλητη και χαμογελαστή το στρατιώτη με το βλέμμα της)

ΜΑΡ
(γελώντας)
Κάτσε τώρα να μου πεις τις εντυπώσεις σου
(Ο στρατιώτης εξακολουθεί να στέκει ορθός και αμίλητος)
Να σου πω εγώ λοιπόν. Η μύτη λίγο μεγάλη. Λαιμός κοντός. Κατά τα άλλα καλούτσικη. Δεν μπορείς να τα δεις και όλα όταν είμαι καθιστή.
(τραβάει ελαφρά τον στρατιώτη από το χέρι για να τον κάνει να καθίσει)
Κάτσε λοιπόν!

ΣΤΡ
(Ελευθερώνει απότομα το χέρι του. Παίρνει τη στάση της προσοχής)
Είσαι η Μαρία Αποστολοπούλου;

ΜΑΡ
Εγώ είμαι στρατιωτάκι. Ολόκληρη

ΣΤΡ
Του Γεωργίου και της Αθανασίας;

ΜΑΡ
Έτσι όπως τα λες.

ΣΤΡ
Πρέπει να έρθεις μαζί μου.

ΜΑΡ
(σηκώνεται)
Μετά χαράς.
(Στον καφετζή)
Ντροπαλέ, αν έρθει ο Στάθης να με περιμένει. Δε θ’ αργήσω.
(Πιάνει αγκαζέ τον στρατιώτη)
Πάμε στο σπίτι μου.

ΣΤΡ
(Αναστατωμένος. Ελευθερώνει το χέρι του, τινάζει και στρώνει τη στολή του.)
Ε! Για στάσου! Τι κάνεις εκεί; Πού νομίζεις ότι πάμε;

ΜΑΡ
Πού θέλεις να πηγαίνουμε; Σπίτι έχεις εδώ; Όχι! Άραγε το σπίτι μου είναι το μόνο μέρος όπου μπορούμε να πάμε.

ΣΤΡ
(Πειραγμένος)
Άκου εδώ! Δεν ήρθα εδώ από την Αθήνα για να σε πάρω και να σε πάω στο σπίτι σου. Ήρθα για να σε πάω στην Αθήνα…

ΜΑΡ
(Απορημένη)
Στην Αθήνα; Τι να κάνω στην Αθήνα;

ΣΤΡ
(Κυττάζει μια τη Μαρία μια τον καφετζή)
Μη μου πείτε ότι δεν ξέρετε ποιος είμαι και τι θέλω.
(Βλέποντας την απορία και των δυο)
Καλά, δεν ακούτε ραδιόφωνο; Δε διαβάζετε εφημερίδα;

ΚΑΦ
Εφημερίδα έρχεται μια φορά την εβδομάδα στο χωριό. Και ραδιόφωνο δεν ακούει κανείς. Λένε ότι λέει βλακείες.

ΣΤΡ
Αφού είναι έτσι λοιπόν…
(Βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτί και το δίνει στη Μαρία)
Έχω μαζί μου τη διαταγή.
(Στη Μαρία)
Διάβασέ την.

ΜΑΡ
(Διαβάζει)
Εις εκτέλεσιν της υπ’ αριθ. εβδομηνταοχτώ γραμμή, τέσσερες χιλιάδες πεντακόσια εικοσιτέσσερα γραμμή, γάμμα έψιλον σίγμα
(Ο στρατιώτης, όταν η Μαρία προφέρει για πρώτη φορά τη λέξη «γραμμή» κάνει ένα μορφασμό. Τη δεύτερη επεμβαίνει)

ΣΤΡ
Όχι γραμμή. Κάθετος.

ΜΑΡ
(Σηκώνοντας τα φρύδια και κατασπώντας τις γωνίες του στόματος)
Κάθετος, κάθετος!
(Συνεχίζει το διάβασμα)
…γάμμα έψιλον σίγμα κάθετος…
(Τονίζει το «κάθετος» χαμογελώντας ταυτόχρονα προς τον στρατιώτη)
Πρώτον, έψιλον γάμμα, κάθετος
(Τονίζει και πάλι το «κάθετος». Στο στρατιώτη)
Δεν είναι όμως κάθετος.

ΣΤΡ
Έτσι διαβάζεται. Συνέχισε.

ΜΑΡ
Οκτώβριος χίλια εννιακόσια εβδομηντατρία Διαταγής του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης,όλαι αι ιερόδουλοι Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδος,πρέπει να ευρίσκωνται την εικοσιδύο εντεκάτου εβδομηντατρία και ώραν ογδόην πρωινήν εις το εν Αθήναις και επί της οδού Αχαρνών αριθμός εννιακόσια εικοσιοχτώ υποκατάστημα του Υπουργείου κοινωνικών Υπηρεσιών. Σκοπός της συγκεντρώσεως είναι η παρακολούθησις διαλέξεως του στρατιωτικού Διοικητού Αθηνών με θέμα «Κράτος και ηθική». Εν συνεχεία και επί τετραήμερον,αι ιερόδουλοι θα παρακολουθήσουν ειδικόν διαφωτιστικόν πρόγραμμα και θα τους δοθούν οδηγίαι με σκοπόν την επάνοδόν των εις την οδόν της ηθικής και της προόδου,ώστε να συμβάλουν και αύται εις την ευημερίαν και την πρόοδον της πατρίδος. Αι ιερόδουλοι που δεν θα προσέλθουν οικειοθελώς, θα προσαχθούν βιαίως.
(Ανακουφισμένη)
Ουφ! Τελείωσε.

ΣΤΡ
(Παίρνει το χαρτί)
Βλέπεις; Δεν ήρθες μόνη σου και με στείλανε να σε πάρω.

ΜΑΡ
Εμένα; Και τι δουλειά έχω εγώ με αυτή την υπόθεση;

ΣΤΡ
Δεν είσαι π…-κοινή;

ΜΑΡ
Ναι. είμαι κοινή.

ΣΤΡ
(Με νόημα)
Αυτό μπορώ να το καταλάβω καλά. Αυτό μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά.
(Θριαμβευτικά)
Ε λοιπόν,θα έρθεις μαζί μου. Αυτό λέει το χαρτί!

ΜΑΡ
Το χαρτί μιλάει για τις γυναίκες που έχουν σαν επάγγελμά τους να πηγαίνουν με τους άντρες.

ΣΤΡ
Και σένα ποιο είναι το επάγγελμά σου; Τώρα δεν παραδέχτηκες πως είσαι κοινή;

ΜΑΡ
Ναι. Είμαι κοινή. Αλλά αυτό δεν είναι το επάγγελμά μου Δεν πληρώνομαι γι αυτό.

ΣΤΡ
Δεν πληρώνεσαι γι αυτό;.. και πώς ζεις;

ΜΑΡ
Έχω το σπίτι μου, ένα περιβόλι, δυο χτήματα με πορτοκάλλια…

ΣΤΡ
Και δεν πληρώνεσαι για να …για να πας με τους άντρες;

ΜΑΡ
Σου είπα όχι.

ΣΤΡ
Και τότε γιατί πας με τους άντρες αφού δεν το κάνεις για λεφτά;

ΜΑΡ
Γιατί αυτό είναι το καθήκον μου.

ΣΤΡ
(Κυττάζει γύρω του σα να μην μπορεί να αντέξει αυτό που ακούει)
Και ποιο είναι το καθήκον σου παρακαλώ; Να είσαι κοινή;

ΜΑΡ
Το καθήκον της γυναίκας είναι να ικανοποιεί τις επιθυμίες του άντρα, να τον στηρίζει στις δύσκολες στιγμές του, να τον διασκεδάζει, μ’ ένα λόγο να σηκώνει λίγο από το φορτίο που ο άντρας κουβαλάει στους ώμους του, ή να τον κάνει να το νιώθει ελαφρότερο. Το καθήκον της γυναίκας είναι να δίνει τη χαρά στον άντρα.

ΣΤΡ
Και το κάνεις αυτό επειδή είσαι πονόψυχη;

ΜΑΡ
Σου ειπα - γιατί είμαι γυναίκα.

ΣΤΡ
Θες να πεις ότι είσαι κοινή μόνο και μόνο επειδή είσαι γυναίκα;

ΜΑΡ
Και γιατί το να είσαι γυναίκα σημαίνει ν’ αγαπάς. Και ν’ αγαπάς σημαίνει να δίνεις.

ΣΤΡ
(με όλο και μεγαλύτερη απορία)
Και αγαπάς όλους τους άντρες που πηγαίνεις μαζί τους;

ΜΑΡ
Όλους. Κι εκείνους που ακόμα δεν έχω πάει μαζί τους. Και κείνους που δε θα προλάβω να γνωρίσω στη ζωή μου.
(Μπαίνει ένας άντρας και μια γυναίκα και κατευθύνονται προς τον πάγκο. Η γυναίκα βλέποντας τη Μαρία στρέφει το κεφάλι της προς την άλλη μεριά. Ο άντρας ενώ την είδε προσποιείται ότι δεν την έχει δει. Ο καφετζής, που μέχρι εκείνη την ώρα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τη συζήτηση από τον πάγκο του, πηγαίνει προς το μέρος τους. Η Μαρία από την ώρα που το ζευγάρι μπήκε στο μαγαζί, έχει στραμμένη όλη της την προσοχή σ’ αυτό, σαν να μην υπήρχε ο στρατιώτης, σαν να μην είχε αφήσει μια συζήτηση στη μέση. Είναι εκστατική κι ευτυχισμένη και φαίνεται πως κάτι περιμένει.)

Η ΣΥΖΥΓΟΣ (Η ΣΥΖ)
(Ψυχρά)
Γεια σου Φίλιππα.

Ο ΣΥΖΥΓΟΣ
Γεια σου Φίλιππα.

ΚΑΦ
Καλώς τους. Τι ήθελες κυρα-Τασία;

Η ΣΥΖ
Δύο χαρτάκια βανίλλια και μία ρέγγα. Δώσε μου το κουτί να διαλέξω.

(Όσο η σύζυγος είναι απασχολημένη με τα ψώνια, ο σύζυγος στρέφει ελαφρά το κεφάλι και βλέπει τη Μαρία. Εκείνη αυτό περίμενε. Φέρνει τη δεξιά παλάμη της στο στόμα,την κρατεί στα χείλη της για λίγο με τα μάτια της να λάμπουν μεγάλα προς το μέρος του συζύγου και ύστερα κρατώντας την παλάμη της οριζόντια φυσάει ελαφρά. Ο σύζυγος παίρνει μια έκφραση αγαλλίασης, φέρνει το χέρι του στο στήθος για μια στιγμή και γυρίζει αμέσως προς τη σύζυγό του και τον καφετζή. Ο καφετζής δίνει τα ψώνια διπλωμένα στη σύζυγο)

ΚΑΦ
Ορίστε. Τριάντα δραχμές.
(ο σύζυγος πληρώνει)
Τι κάνει το παιδί;

Η ΣΥΖ
Καλά είναι Φίλιππα.
(προς τον άντυρα της)
Πάμε!
(βγαίνουν χωρίς να κυττάξουν προς τη Μαρία. Ο στρατιώτης που έβλεπε όλα αυτά, στρέφει προς τη Μαρία που ακόμα, δοσμένη στα προηγούμενα, κυττάζει προς την κατεύθυνση του ζευγαριού)

ΣΤΡ
Τι ήταν αυτό;

ΜΑΡ
(Συνέρχεται)
Ποιο αυτό;

ΣΤΡ
«Ποιο αυτό»! Αυτό! Να στέλνεις φιλιά σε παντρεμμένον άνθρωπο πίσω από την πλάτη της γυναίκας του…

ΜΑΡ
Ω! Τον ξέρω καλά. Χτες το απόγεμα ήτανε μαζί μου.

ΣΤΡ
Ώστε έχεις και παντρεμμένους φίλους;

ΜΑΡ
Και οι παντρεμμένοι είναι άντρες-δεν είναι; Και οι παντρεμμένοι νιώθουν την ανάγκη να έχουν για λίγο μια γυναίκα δίπλα τους-όχι;

ΣΤΡ
Αφού είναι παντρεμμένοι δεν έχουν γυναίκα; Θέλουν κι άλλη;

ΜΑΡ
Είσαι ανύπαντρος και δεν ξέρεις. Οι παντρεμμένες γυναίκες δεν απαλλάσσουν τον άντρα από το φορτίο του. Του φορτώνουν κι άλλο. Του δημιουργούν, δεν του λ΄λυνουν προβλήματα Τον βαραίνουν, δεν τον αλαφρώνουν. Οι παντρεμμένες γυναίκες δεν είναι γυναίκες. Είναι σύζυγοι. Ξέρεις τι μου ’λεγε χτες ο Αντρέας για τη γυναίκα του;

ΣΤΡ
Στάσου-ποιος είναι ο Αντρέας;

ΜΑΡ
Ο Αντρέας-αυτός που βγήκε τώρα. Μου έλεγε λοιπόν πως η γυναίκα του τον γκρινιάζει κάθε μέρα να της πάρει καινούργιο φουστάνι. Τον βρίζει ανίκανο και τεμπέλη. Όταν θέλει λοιπόν αυτός να ξεκουραστεί, είναι φυσικό να μην απευθυνθεί στη γυναίκα του. Αυτή τον κουράζει μονίνως. Η επιμονή της για φουστάνι κρατάει εδώ και τρεις μήνες. Και ο άνθρωπος δεν έχει λεφτά ούτε για να φάει η οικογένειά του. Λοιπόν πού θα ’βρισκε λίγη κατανόηση; Λίγη φροντίδα; Γι αυτό ειμ’ εγώ εδώ.
(Κλείνει τα μάτια και σηκώνει τα χέρια ψηλά)
Και είναι υπέροχος! Άντρας σωστός!
(Κατεβάζει τα χέρια)
Κατάλαβες;

ΣΤΡ
Εκείνο που κατάλαβα είναι πως πρέπει να έρθεις μαζί μου στην Αθήνα. Εκεί θα δώσεις λόγο γιατί δεν ήρθες νωρίτερα. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δεν το ήξερες. Αυτό μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά. Αλλά δεν είναι δουλειά δική μου ν’ αποφασίσω. Είναι του κυρίου Διοικητού.

ΜΑΡ
Δε θα σου χαλάσω το χατήρι στρατιωτάκι. Όμως εκεί που θα πάμε θα δεις ότι δεν κατάλαβες καλά τις διαταγές σου.

ΣΤΡ
Πάλι τα ίδια! Πάς ή δεν πάς με άντρες;

ΜΑΡ
Ναι. Πάω με όποιον με χρειάζεται. Μα δεν πληρώνομαι γι αυτό. Ιερόδουλες είναι οι γυναίκες που πληρώνονται για να δώσουν στους άντρες πληρωμένη ευχαρίστηση, δηλαδή όχι ευχαρίστηση. Δεν πρόκειται για δόσιμο, αλλά για ανταλλαγή προϊόντων, για αγοραπωλησία. Ο άντρας φεύγει από τις ιερόδουλες πιο φτωχός όχι μόνο στο πορτοφόλι του αλλά και στην ψυχή του. Γι αυτές τις γυναίκες μιολάει το χαρτί σου στρατιωτάκι.

ΣΤΡ
Να τώρα που θα μας κάνει μάθημα για την ψυχή και μια…
Εγώ θα σου πω κάτι που κατάλαβα αμέσως. Ο φουκαράς αυτός-πώς τον λένε-δεν έχει ν’ αγοράσει φουστάνι στη γυναίκα του γιατί εσύ του έφαγες όλα τα λεφτά του.

ΜΑΡ
(Ήρεμα, με την ευχαρίστηση που της δημιουργεί το θέμα για το οποίο μιλάει)
Να σου πω. Όταν οι άντρες έρχωνται σε μένα, μπορεί να φέρουν ένα μπουκάλι κρασί μαζί τους. Και το πίνουμε μαζί. Δηλαδή εγώ το πολύ να πιω ένα ποτηράκι για να μη τους χαλάσω το χατήρι-δε μ’ αρέσει το κρασί. κι όχι μόνο δεν παίρνω λεφτά, αλλά και ποτέ κανείς δε διανοήθηκε να μου προσφέρει.
(Σκέφτεται για μια στιγμή την πιθανότητα και συνοφρυώνεται)
Για σκέψου!
(Σηκώνεται και βηματίζει κυττάζοντας μακριά με μιαν έκφραση ευτυχίας στο πρόσωπο)
Μερικοί μού φέρνουν λουλούδια ή ένα χαρτάκι καραμέλλες.
(Στέκει. Μικρή παύση)
Δεν είναι αξιαγάπητοι; Τέτια είναι τα δώρα τους. Κι εγώ τους χαρίζω κανένα μαντηλάκι με καντημένα πάνω του τα αρχικά του ονόματός τους ή λίγο βασιλικό από τις γλάστρες μου.
Μα πάμε αφού επιμένεις. Μόνο θα σου ζητήσω μια χάρη. Όπου να ’ναι έρχεται ο Στάθης μου. Να τον δω και μετά πάμε.

ΣΤΡ
(Κυττάζει το ρολόι του)
Μπορώ να σου κάνω το χατήρι. Και ποιος είναι αυτός ο Στάθης παρακαλώ; Άλλος ένας φίλος σου;

ΜΑΡ
(Κάθεται)
Ο Στάθης είναι ένας από τους άντρες μου. Όταν γύρισε από στρατιώτης αγόρασε με δανεικά λεφτά μια κομπίνα. Την έριξε σ’ ένα γκρεμό και πάει. Τώρα χρωστάει σ’ όλους γιατί μαζεύει λεφτά να ξεπληρώσει τη μηχανή. Αλλά δυσκολεύεται πολύ σ’ αυτή του την προσπάθεια. Τον συμβουλεύω. Τον παρηγορώ. Τον ενθαρρύνω. Ό,τι περνάει από το χέρι μου το κάνω. Είναι ένας από τους άντρες μου. Του δίνω αγάπη. Τον κάνω έτσι να καταλάβει ότι δεν είναι μόνος του σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Πως κάποιος πάνω στη γη αυτή ενδιαφέρεται πραγματικά για κείνον-τον φροντίζει.
Όταν φεύγει από κοντά μου γεμάτος θάρρος κι ελπίδα, τότε η ψυχή μου γεμίζει χαρά. Προχτές έκλαιγα από τη χαρά μου. Με ρώτησε γιατί κλαίω. Του είπα έλα να δεις γιατί κλαίω. Πλησίασε και τότε τον αγκάλιασα και άρχισα να τον γεμίζω φιλιά. Να, έτσι…
(Σηκώνεται, αγκαλιάζει το στρατιώτη και αρχίζει να τον φιλάει τρελλά παντού. Εκείνος προσπαθεί να την απομακρύνει. Δεν τα καταφέρνει. Όταν εκείνη σταματά να τον φιλά και να τον αγκαλιάζει, του ισιώνει τη στολή και του καθαρίζει το πρόσωπο από τα κοκκινάδια, συνεχίζοντας απλά)
Δεν ξέρω αν κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Έφυγε ευτυχισμένος.

ΣΤΡ
(Ενώ φτιάχνεται)
Όπως και να ’χει το πράγμα, το όνομά σου είναι μέσα στα ονόματα αυτών που έπρεπε να ’ρθουν και δεν ήρθαν. Το Υπουργείο έστειλε στις Μονάδες διαταγή να φροντίσουν να τις πάνε όλες αυτές στην Αθήνα. Η δική μου Μονάδα έστειλε εμένα να σε πάρω. Και εγώ πρέπει να εκτελέσω τη διαταγή. Κι αν κανείς θελήσει να με εμποδίσει, θα χρησιμοποιήσω το όπλο μου. Έτσι λένε οι διαταγές.

ΜΑΡ
Οι άντρες εδώ μιλάνε άσχημα για την κυβέρνηση. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Μη με ρωτήσεις γιατί. Γιατί έτσι κάνουν εκείνοι που αγαπώ. Όμως σου είπα, θα έρθω μαζί σου. Ένα μικρό ταξίδι δε βλάφτει. Μόνο πριν φύγω να περάσω από το σπίτι να ετοιμαστώ.

ΣΤΡ
Εντάξει.
(Κινώντας το δάχτυλό του μπροστά στο πρόσωπο της Μαρίας. Δυνατά)
Αλλά όταν πας στο σπίτι σου θα έρθω μαζί σου για να μην το σκάσεις.
(Ακούγεται μια απαλή μουσική)

ΜΑΡ
Σύμφωνοι.
Ωραίααα!
(Σηκώνεται)
Και τώρα που τα κανονίσαμε όλα, το στρατιωτάκι μου θα πιει ένα ουζάκι. Θα το φέρει ο ντροπαλούλης. Ντροπαλέ!

(Ο καφετζής εμφανίζεται γελαστός και λικνιζόμενος απαλά στο ρυθμό της μουσικής.)
Φέρε ένα ούζο για το στρατιωτάκι.
(Ο καφετζής ετοιμάζει το ούζο με τις ίδιες χορευτικές κινήσεις. Στο στρατιώτη)
Και το στρατιωτάκι μου θα το πιει. Και θα ξεχάσει για λίγο αποστολές, Διοικητές και Κυβερνήσεις. Το στρατιωτάκι θα μεγαλώσει. Για λίγο μόνο. Ως να ’ρθει η ώρα να φύγουμε. Και όσο το στρατιωτάκι μου θα πίνει, εγώ θα κάτσω εδώ…
(Κάθεται στο πάτωμα, μπροστά στα πόδια του στρατιώτη)
…και θα του πω μια ωραία ιστορία.

ΣΤΡ
(σιγά)
Απαγορεύεται να πίνουμε σε ώρα υπηρεσίας.

ΜΑΡ
Λοιπόν ξεχνάμε και τις απαγορεύσεις.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο. Τα φώτα χαμηλώνουν. Η μουσική δυναμώνει. Η Μαρία γέρνει το κεφάλι της πάνω στα ενωμένα γόνατα του στρατιώτη ενώ με τα χέρια της αγκαλιάζει τις κνήμες του. Ο στρατιώτης παίρνει και πίνει μεμιάς το ούζο. Τα φώτα σβύνουν και μένουν σβυστά για λίγο. Η μουσική χαμηλώνει. Τα φώτα ανάβουν. Ο καφετζής βρίσκεται στον πάγκο του, ο στρατιώτης και η Μαρία είναι στις ίδιες θέσεις. Το όπλο του στρατιώτη κρέμεται στη ράχη της καρέκλας του)

ΣΤΡ
Ξέρεις κι άλλες τέτιες ιστορίες;

ΜΑΡ
Αμέτρητες.

ΣΤΡ
Πού τις έμαθες;

ΜΑΡ
Είμαι γυναίκα.
(Μικρή παύση)

ΣΤΡ
Μπορούμε να μείνουμε για πάντα έτσι;

ΜΑΡ
Όχι. Πρέπει να πάμε στην Αθήνα. Ξέχασες;

ΣΤΡ
Όχι.
(Η μουσική παύει. Το χέρι του στρατιώτη πηγαίνει εκεί που έπρεπε να είναι το πιστόλι του. Βλέπει ότι λείπει. Σηκώνεται ορθός)
Το όπλο μου! Πού είναι το όπλο μου;


ΜΑΡ
(Σηκώνεται. Του το δίνει)
Να ’το στρατιωτάκι
(Ο στρατιώτης το φορεί)

ΚΑΦ
Ο Στάθης!
(Ο στρατιώτης κάθεται. Μπαίνει ο Στάθης)

ΣΤΑΘΗΣ (ΣΤΑ)
Γεια σου Μαρία. Γεια σου Φίλιππα.
(Αγκαλιάζει απελπισμένα τη Μαρία και φιλιούνται)

ΜΑΡ
(στο στρατιώτη, ενώ κάθεται με το Στάθη στο διπλανό τραπεζάκι)
Με συγχωρείς για λίγο στρατιωτάκι.
(Πιάνει τα χέρια του Στάθη)
Είσαι παγωμένος. Θα πάρεις κάτι;

ΣΤΑ
Ένα ούζο Φίλιππα.
(Κυττάζει προς τον στρατιώτη και μετά τη Μαρία)

ΜΑΡ
(Χαμογελάει προς το στρατιώτη και γυρίζει στο Στάθη καθησυχαστικά)
Είναι φίλος.
(Στρέφει πάλι προς το στρατιώτη και στρογγυλεύει τα χείλια της σε κίνηση φιλήματος. Ήχος γλυκού φιλιού)

ΣΤΑ
(Ησυχασμένος)
Μωρό μου δε θα μείνω. Βιάζομαι.

(Ο καφετζής φέρνει το ούζο)
Έχω ραντεβού με το δικηγόρο.
(Πίνει το ούζο)

ΜΑΡ
Άλλο ένα ντροπαλέ. Κι ένα για μένα.

ΣΤΑ
Μπα! Από πότε πίνει το μωρό μου;
(Με ενδιαφέρον)
Συμβαίνει τίποτα;

ΜΑΡ
(Γελαστή)
Τι μπορεί να συμβαίνει στη Μαρία όταν την αγαπάνε τόσοι άντρες; Τι μπορεί άσχημο να συμβεί στη Μαρία; Ό,τι γίνεται είναι μέσα στο παιχνίδι. Και ό,τι γίνεται μέσα στο παιχνίδι είναι καλό. Είμαι γυναίκα. Τι κακό μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα; Αλλά είπες ότι βιάζεσαι. Μίλα λοιπόν. Αν πάλι δε βιάζεσαι τότε πάμε δίπλα να τα πούμε με την ησυχία μας.
(Στον καφετζή)
Ντροπαλέ, είναι ακόμα εκεί το κρεββάτι;

ΚΑΦ
Και μάλιστα προχτές το ’βαψα.
(Η Μαρία κυττάζει ερωτηματικά το Στάθη)

ΣΤΑ
(πίνει και το δεύτερο ούζο)
Όχι Μαρία, αλήθεια βιάζομαι.

ΜΑΡ
Σε βλέπω. Τότε μίλα λοιπόν…

ΣΤΑ
Δεν ξέρω πώς να στο πω. Όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι να σκέφτωμαι και να σκέφτωμαι. Όμως πρέπει να στο πω. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Πρέπει να κάνω ό,τι μπορώ για να γλιτώσω.

ΜΑΡ
Και τι μπορεί να ‘χεις κρυφό από το Μαράκι; Από το Μαράκι σου; Που σ’ αγαπάει και το αγαπάς;..
(Του φιλεί το χέρι)
Και τι μπορεί να σε βασανίζει και να μη μου το πεις αμέσως;

ΣΤΑ
Μαρία…
(Η Μαρία τον κυττάζει στα μάτια κινώντας το κεφάλι της ενθαρρυντικά. Ο Στάθης τέλος μιλάει αποφασιστικά)
Μαρία,ο πρωτευουσιάνος είναι ερωτευμένος μαζί σου. Θυμάσαι που είχε έρθει να με δει και συναντηθήκαμε οι τρεις μας στο σπίτι σου; Λέει πως τον έχεις ξετρελλάνει και μου ζήτησε να μεσολαβήσω σε σένα και να του κλείσω ραντεβού μαζί σου. Μόνο έτσι λέει θ’ αποσύρει τη μήνυση. Περιμένει την απάντησή μου σήμερα. Αν του απαντήσω θετικά θα μου δώσει ένα χρόνο προθεσμία για τα χρωστικά.
(Σκύβει το κεφάλι και περιεργάζεται το ποτήρι του, στριφογυρίζοντάς το στο χέρι του)

ΜΑΡ
Λοιπόν;

ΣΤΑ
Λοιπόν…
(σηκώνει το κεφάλι και βλέπει τη Μαρία)
Τι λοιπόν;

ΜΑΡ
Αυτό ήταν όλο;

ΣΤΑ
Θέλεις κι άλλο;

ΜΑΡ
Αυτό ήτανε που σ’ έκανε να μένεις ξάγρυπνος όλη τη νύχτα; Σκέφτηκες έστω και για μια στιγμή πως το Μαράκι θα σου ’λεγε όχι σε ό,τι του ζητούσες;
(τον φιλεί)
Πες του λοιπόν του πρωτευουσιάνου μας ότι μιαν απ’ αυτές τις ημέρες θα του τηλεφωνήσω και θα πάω να τον βρω

ΣΤΑ
(έκπληκτος)
Θα πας εσύ στην Αθήνα;

ΜΑΡ
Ναι. Εγώ θα πάω.
(στον εαυτό της)
Ταιριάζουν όλα.
(Σηκώνεται και περπατάει σκεφτική. Μετά λίγα βήματα:
Ο καυμενούλης μου ο πρωτευουσιάνος! Έτσι ασχημούλης που είναι δε θα τον πλησιάζει θηλυκό…πόσο θα υποφέρει…και τι δειλός θα πρέπει να είναι για να μην μπορεί να μου το πει ο ίδιος…α! τον καυμενούλη!

ΣΤΑ
Μαράκι…

ΜΑΡ
Ναι γλύκα…

ΣΤΑ
Πρέπει να φύγω.

ΜΑΡ
Δώσε μου το τηλέφωνο του ασχημούλη μου και πήγαινε.

ΣΤΑ
(της δίνει την κάρτα)
Να η κάρτα του.

ΜΑΡ
Τι κομψή καρτούλα! Δείχνει ευαισθησία.
(Βάζει την κάρτα στην τσάντα της)
Το ξέρεις πως κάνει κρύο; Χωρίς παλτό θα πουντιάσεις.

ΣΤΑ
Το έχω αφήσει στο Σταθμό. Θα το πάρω φεύγοντας.

ΜΑΡ
Άντε, πήγαινε.
(Ο Στάθης κοντοστέκεται)
Πήγαινε…θ’ αργήσεις.

ΣΤΑ
Ναι…πάω…
(δε φεύγει)

ΜΑΡ
(δείχνει το Στάθη στον στρατιώτη)
Ορίστε! Κάτι σκέφτηκε, πάλι δεν το λέει και το βράδυ πάλι θα μείνει ξάγρυπνος…
(στο Στάθη)
Μίλα γλύκα..

ΣΤΑ
Πότε θα πας στην Αθήνα;

ΜΑΡ
Σήμερα. Γιατί;

ΣΤΑ
Μαράκι…η Αθήνα είναι μεγάλη. Μπορεί και να σ’ αρέσει. Μη μείνεις…

ΜΑΡ
(αγκαλιάζει το Στάθη)
Το κουτό μου! Το μικρό μου! Το φοβιτσιάρικό μου! Πήγαινε κουτέ και μη φοβάσαι. Το σπίτι μου είναι εδώ. Οι άντρες μου είναι εδώ. Εδώ μ’ αγαπούν. Εδώ θα μείνω για πάντα.
(Χαϊδευτικά προστατευτικά)
Φύγε…φύγε…
(τον φιλάει)

ΣΤΑ
Γεια!
(φεύγει τρέχοντας)

ΜΑΡ
Γεια!
(Στον εαυτό της)
Ο γλυκούλης μου ο Στάθης να ντρέπεται να μου το πει…ο ασχημούλης μου ο πρωτευουσιάνος να ντρέπεται να μου το ζητήσει…
(Στο στρατιώτη που μέχρι τώρα παρακολουθούσε αμίλητος)
Κουτοί δεν είναι οι άντρες;

ΣΤΡ
(Σιγά, ήρεμα)
Πάμε να φύγουμε. Δεν ξέρω τι είναι οι άντρες.

ΜΑΡ
Θα στο πω εγώ. Ναι, είναι κουτοί. Κουτά αξιολάτρευτα πλάσματα. Αλλά εσύ είσαι ένα παιδί. Ένα γλυκούτσικο, μικρούτσικο παιδάκι. Γι αυτό δεν ξέρεις ακόμα. Πάμε λοιπόν στην Αθήνα. Τώρα θέλω να πάω κι εγώ εκεί.

ΣΤΡ
(στον ίδιο τόνο)
Μαρία, μια μέρα θα βρεθείς μόνη. Όλοι αυτοί που τώρα σε χρειάζονται, κάποτε θα σε διώξουν. Το ’χεις σκεφτεί αυτό; Τι θα κάνεις τότε;

ΜΑΡ
(Με σιγουριά κι ευαισθησία)
Στρατιωτάκι στρατιωτάκι, είσαι παιδί ακόμα. Όταν δίνεις κανένας δε σε διώχνει. Η γλωσσίτσα σου είπε στραβά ό,τι σωστά σκέφτηκε το μυαλουδάκι σου. Πως δηλαδή θα ’ρθει κάποια μέρα που οι άντρες δε θα θέλουνε τον έρωτά μου. Ποιος είπε όχι στρατιωτάκι; Μα ακόμα και τότε εγώ θα ’μαι γυναίκα. Και πάντοτε οι άντρες θα θέλουνε να παίρνουν. Η χαρά του δοσίματος ποτέ δε θα μου λείψει. Τότε δε θα ’χω έρωτα να τους δώσω. Μα ο έρωτας είναι ένα μόνο από τα τόσα που μια γυναίκα μπορεί να δώσει. Τα φιλιά και τα χάδια του έρωτα κάποτε σταματάνε. Μα πάντοτε μένουνε τα φιλιά και τα χάδια της αγάπης. Ό καλός ο λόγος. Το αλάφρωμα του πόνου…Πάντοτε στρατιωτάκι οι άντρες θέλουνε να παίρνουν. Ό,τι να ’ναι. Και πάντοτε εγώ που είμαι γυναίκα θα δίνω. Το παιχνίδι ποτέ δεν τελειώνει γιατί είναι ατελείωτες και οι ανάγκες και τα δοσίματα….Έχεις δει ποτέ σου ένα γατάκι φοβισμένοι; Ένα πουλάκι να παγώνει μες στο κρύο; Ένα δεντράκι απότιστο; Όλα τούτα για να υπάρξουνε ζητούνε κάτι. Και να η γυναίκα έτοιμη να δώσει και να διώξει το φόβο, το κρύο, την ξέρα…κατάλαβες στρατιωτάκι;

ΣΤΡ
(σιγά)
Πάμε

ΜΑΡ
Πάμε.
(Στριμώχνεται ζεστά στο αριστερό μπράτσο του στρατιώτη ενώ εκείνος προσπαθεί να παραμείνει όσο μπορεί αλύγιστος, κι έτσι βγαίνουν ενώ ο καφετζής τους κυττάζει)
Γεια σου ντροπαλέ!
(Ο καφετζής σηκώνει το χέρι του και χαιρετάει)


ΑΥΛΑΙΑ